Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Αν δεν καταργηθεί ο νόμος περί ευθύνης υπουργών…



Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με τα χαρακτηριστικά της… φυλής μας, όπως διατείνονται ορισμένοι, αλλά είναι βέβαιο ότι ως Έλληνες έχουμε μια μάλλον μοναδική ιδιότητα: αρεσκόμεθα στην επικράτηση του διχαστικού πνεύματος. Και αρεσκόμεθα τόσο πολύ που συχνά ψάχνουμε να βρούμε αφορμές για να συγκρουστούμε ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει λόγος για να συμβεί αυτό.
Στον δημόσιο λόγο, αλλά και στην καθημερινότητα, επικρατεί μια διαρκής «εμφυλιοπολεμική» ατμόσφαιρα που επιτάσσει στον καθένα μας να διαλέξει στρατόπεδο επί παντός του επιστητού: από τα πιο μικρά ζητήματα έως τα πιο μεγάλα. Άμα, για παράδειγμα, είσαι με τον Παναθηναϊκό, πρέπει να… επιθυμείς την καταστροφή του Ολυμπιακού. Ενώ, αν υποστηρίζεις τον ΠΑΟΚ, είναι επιβεβλημένο να… μισείς τον συμπολίτη Άρη. Και τούμπαλιν, εννοείται.
Θα ήταν, ενδεχομένως, μικρό το κακό αν η νοοτροπία αυτή ήταν εμπεδωμένη μόνον στις οπαδικές αντιθέσεις. Το δυστύχημα είναι ότι επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής. Γι΄  αυτό και δεν σου… επιτρέπεται να μην πάρεις θέση στα καθημερινά διλήμματα που τίθενται στη λογική του δόγματος «όστις μη μεθ΄ ημών, καθ΄ ημών εστί». Με άλλα λόγια, «όποιος δεν συμφωνεί μαζί μας, είναι εχθρός μας».
Αν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν τον καθρέπτη της σύγχρονης κοινωνίας, όποιος τα περιδιαβάζει, δεν συναντά παρά διαρκείς εστίες έντασης, αντιπαράθεσης, εχθροπάθειας και μισσαλοδοξίας. Είσαι «ΣΥΡΙΖΑ» ή «αντι-ΣΥΡΙΖΑ»; Είσαι «αντι-δεξιός» ή «δεξιός»; Το να μην είσαι τίποτε «αντί-», δεν αποτελεί παραδεκτή εναλλακτική στάση.
Έτσι, εφόσον δεν συμμερίζεσαι και δεν συμμετέχεις στο διαδικτυακό λιντσάρισμα της νεαράς Ελένης Αντωνιάδου η οποία – μάλλον καθ΄ υπερβολήν- προέβαλε επιστημονικά προσόντα που δεν είχε, τότε καθίστασαι… ύποπτος για στήριξη στην υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως, η οποία υπέπεσε στο έγκλημα καθοσιώσεως να απονείμει βραβείο χωρίς να βάλει τις αρχές ασφαλείας της χώρας να κάνουν προηγουμένως ενδελεχή έρευνα.
Από την άλλη, μόλις αποπειράσαι να διατυπώσεις ένα ψήγμα κριτικής για τις -προσώρας λίγες, είναι η αλήθεια- αστοχίες της κυβερνητικής πολιτικής, στο άψε σβήσε ένας ολόκληρος στρατός από –πληρωμένα ή όχι, μικρή σημασία- τρολ συντονίζεται για να σου εκτοξεύσει επίθεση. Και επειδή δεν έχει αντεπιχείρημα, αρκείται να του καταμαρτυρήσει ότι βιάστηκες να «φορέσεις ροζ γυαλιά». Το δικαίωμα να έχεις άλλη άποψη για τα πράγματα ή τα πρόσωπα δεν είναι επιτρεπτό.
Από αυτό το τοξικό κλίμα, βεβαίως, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει και το μείζον ζήτημα που είναι αυτές τις μέρες στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας: η διαβόητη υπόθεση Novartis. Μια υπόθεση η οποία, για όποιον δεν φορά κομματικές παρωπίδες, ήταν από την πρώτη στιγμή οφθαλμοφανές ότι επρόκειτο για μια τόσο κακοστημένη σκευωρία που ήταν ζήτημα χρόνου να καταρρεύσει.
Τα πρόσωπα, άλλωστε, που πρωταγωνιστούσαν στην ενορχήστρωση, η επιλεκτική επιλογή των πολιτικών που μπήκαν στο στόχαστρο και οι γελοίες καταθέσεις των κουκουλοφόρων που εστάλησαν στη Βουλή, δεν άφηναν καμία αμφιβολία ότι η κατάληξη δεν μπορούσε να είναι άλλη από το φιάσκο.
Παρόλο, όμως, που τώρα όλα αυτά αποκαλύπτονται μπροστά στα μάτια μας, όλοι εκείνοι που -ακόμη και… καλόπιστα- είχαν υιοθετήσει ή είχαν «επενδύσει» σε φαντασιώσεις ότι θα μπορούσαν να παγαίνουν χρήματα με τροχήλατες βαλίτσες στο πρωθυπουργικό γραφείο, αρνούνται να αποδεχθούν την πραγματικότητα.
Ενδεικτικά και μόνον παραθέτω το ακόλουθο tweet του αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Δημήτρη Παπαδημούλη: «Η Ελλάδα ξόδευε για φάρμακα 4 δις € ετησίως παραπάνω από Βέλγιο και Πορτογαλία. Οι Κυβερνήσεις αποφάσιζαν τις τιμές-οδηγό για όλη την Ευρώπη. Η Novartis είχε προνομιακή μεταχείριση. Στελέχη της και γιατροί διώκονται. Αλλά για ΝΔ-ΠΑΣΟΚ είναι μία σκευωρία του Τσίπρα και όχι σκάνδαλο!».
Η εκδοχή να είναι σκάνδαλο με πρωταγωνιστές γιατρούς και στελέχη της φαρμακοβιομηχανίας, αλλά, ταυτοχρόνως, και σκευωρία, αν όχι του Τσίπρα, τουλάχιστον του επονομαζόμενου «Ρασπούτιν», ούτε που περνάει από το μυαλό του κ. Παπαδημούλη. Όπως, προφανώς, δεν περνάει από το μυαλό του και το εξής προφανές ερώτημα: γιατί τόσα χρόνια –τεσσεράμισι ήταν το κόμμα του στην εξουσία- δεν παραπέμφθηκαν σε δίκη ούτε γιατροί ούτε στελέχη της Novartis;  
Η απάντηση είναι απλή: Διότι κάποιοι πολιτικοί φωστήρες θέλησαν να εκμεταλλευθούν το σκάνδαλο για να στοχοποιήσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Στην πραγματικότητα δεν έδιναν… δεκάρα για τη διερεύνηση της πραγματικής διάστασης που κατά τα φαινόμενα είχε το συγκεκριμένο σκάνδαλο. Εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν να «εργαλειοποιήσουν» το νόμο περί ευθύνης ώστε να δημιουργηθεί πολιτική αντιπαράθεση από την οποία ήταν βέβαιοι ότι χαμένοι θα ήταν οι εγκαλούμενοι πολιτικοί, καθώς, ακόμη και αν δεν καταδικαζόταν, η ρετσινιά ότι «τα έπιασαν» θα τους κυνηγούσε αιωνίως.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η κοινοβουλευτική του ομάδα έκαναν ένα πολύ σημαντικό πρώτο βήμα προς την πολιτική καταλλαγή με την απόφασή τους να εξαιρέσουν τον Αλέξη Τσίπρα από τα πρόσωπα για τα οποία θα αναζητηθούν οι ενδεχόμενες ευθύνες στην ενορχήστρωση της υπόθεσης. Είναι σαφές ότι πρόκειται για μια καθαρά πολιτική απόφαση που στόχο έχει να αποτρέψει την όξυνση του πολιτικού κλίματος που μοιραία επέρχεται με την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Όπως επίσης και να περιοριστεί το διχαστικό πνεύμα το οποίο, όπως περιγράφουμε πιο πάνω, ειδικά την τελευταία δεκαετία, έχει κατακλύσει τη δημόσια ζωή.
Αν, ωστόσο, ο κ. Μητσοτάκης και οι συνεργάτες του επιθυμούν πράγματι να θέσουν ένα οριστικό τέρμα στην ποινικοποίηση της πολιτικής, δεν έχουν παρά στην επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση να τερματίσουν άπαξ δια παντός το καθεστώς της ειδικής ποινικής μεταχείρισης που προβλέπεται για τα μέλη της κυβέρνησης. Οι συνθήκες είναι εδώ και χρόνια ώριμες για να προχωρήσει η ριζική τροποποίηση, αν όχι και η πλήρης κατάργησης, του άρθρου 86. Έτσι ώστε και οι διατελέσαντες υπουργοί να είναι αντιμέτωποι με τον φυσικό τους δικαστή, όπως συμβαίνει με όλους τους πολίτες.
Οι δύο όψεις τις οποίες έχει η υπόθεση Novartis καταδεικνύουν ότι μια τέτοια αλλαγή θα είναι απολύτως λυτρωτική για το πολιτικό μας σύστημα.

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

«…Τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;»



«Αυτοί που χρεοκόπησαν και λεηλάτησαν το ταμείο και το παρέδωσαν άδειο, ζητάνε τώρα να αρπάξουν τους κόπους και τις θυσίες του ελληνικού λαού, να πάρουν τα 35 δισ. από τις θυσίες του λαού μας και να τα δώσουν στις τράπεζες και στους τραπεζίτες», έλεγε και ξαναέλεγε ο Αλέξης Τσίπρας σε όλες τις προεκλογικές ομιλίες που εκφώνησε πριν από την 7η Ιουλίου.
Σχεδόν σε κάθε δημόσια εμφάνιση του σε μπαλκόνι ή τηλεοπτικό πλατό ξιφουλκούσε κατά του βασικού του αντιπάλου Κυριάκου Μητσοτάκη, επιμένοντας, σε πείσμα των γαλάζιων διαψεύσεων, ότι αν κέρδιζε τις εκλογές η χώρα θα ζούσε έναν Αρμαγεδδώνα, καθώς η κυβέρνηση που θα σχημάτιζε –με τη… συνδρομή της Φώφης Γεννηματά, όπως ισχυριζόταν, για να καταστήσει πιο ισχυρή την υποτιθέμενη… ασύμμετρη απειλή κατά των λαϊκών συμφερόντων που συνιστούσε η ήττα του κόμματός του- αφού:
*Πρώτον, θα επέβαλε την επταήμερη εργασία, καταργώντας το οκτάωρο και το πενθήμερο και υποχρεώνοντας τους εργαζομένους να δουλεύουν πολύ περισσότερο με τον ίδιο μισθό και με ελαστικοποιημένες μορφές απασχόλησης.
*Δεύτερον, θα απέλυε σωρηδόν δημοσίους υπαλλήλους.
*Τρίτον, θα καταργούσε τη διευκόλυνση της αποπληρωμής των οφειλών σε 120 δόσεις, που είχε μεν ψηφίσει, αλλά δεν είχε προλάβει να εφαμρόσει η προηγούμενη κυβέρνηση.
*Τέταρτον, θα περιέκοπτε όλα τα κοινωνικά επιδόματα υπέρ των οικονομικά αδυνάμων, καταργώντας ακόμη και την αποκαλούμενη «13η σύνταξη», και
*Πέμπτον, θα έφερνε πίσω το ΔΝΤ για να μας επιβάλουν από κοινού ένα τέταρτο Μνημόνιο.
Η «δαιμονοποίηση» του Κυριάκου Μητσοτάκη στην οποία, προφανώς, στόχευε με αυτή την προεκλογική τακτική ο Αλέξης Τσίπρας, επετεύχθη ως έναν βαθμό. Από το 23,75% στο οποίο κατρακύλησε ο ΣΥΡΙΖΑ στην ευρωκάλπη της 26ης Μαΐου, κατάφερε στην εθνική κάλπη της 7ης Ιουλίου να σκαρφαλώσει στο 31,53%, προσελκύοντας ψηφοφόρους οι οποίοι επηρεάστηκαν από την κινδυνολογία ότι «θα χάσουν κεκτημένα».
Μετεκλογικά, ωστόσο, το σκηνικό που διαμορφώνεται μοιάζει εντελώς διαφορετικό. Δύο μήνες μετά την εκλογική νίκη της ΝΔ τίποτε από τα μύρια όσα κακά που, σύμφωνα με το ΣΥΡΙΖΑϊκό αφήγημα, θα επέπιπταν επί των κεφαλών μας, όχι μόνον δεν επιβεβαιώθηκε, αλλά, μέχρις στιγμής τουλάχιστον, η τροπή των πραγμάτων φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Από το βήμα της ΔΕΘ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διέψευσε και τα πέντε προαναφερθέντα επιχειρήματα, τα οποία εν πολλοίς, είχαν αποτελέσει τους πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η επικοινωνιακή στρατηγική της απελθούσας κυβέρνησης.
Και για την ακρίβεια των πραγμάτων στην ομιλία προς τους παραγωγικούς φορείς το Σάββατο και στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε την Κυριακή, ο νυν πρωθυπουργός:
1. Ανακοίνωσε κίνητρα για να μετατραπεί η μερική απασχόληση σε πλήρη, όπως και κυρώσεις κατά της εργοδοτικής αυθαιρεσίας και της μαύρης ή ανασφάλιστης εργασίας, η οποία, εκτός από τους ίδιους τους εργαζόμενους που την υφίστανται, πλήττει την υγιή επιχειρηματικότητα που αντιμετωπίζει συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.
2. Εξήγγειλε αυξημένο αριθμό προσλήψεων στους τομείς που το Δημόσιο έχει πραγματικές ανάγκες, όπως είναι η Υγεία, η Παιδεία και η Ασφάλεια.
3. Δεσμεύτηκε ρητά ότι δεν θα καταργήσει κανένα επίδομα και αντιθέτως σκοπεύει να χορηγήσει επιπλέον εφάπαξ επίδομα 2.000 για κάθε παιδί που γεννιέται.
4. Πανηγύρισε για τη διεύρυνση της ρύθμισης για τις 120 δόσεις που επιτέλους ξεκίνησε και αφορά περισσότερους οφειλέτες οι οποίοι μπορεί να ενταχθούν σε αυτή με μικρότερες δόσεις και με χαμηλότερο επιτόκιο από ό,τι προβλεπόταν στην εξαγγελθείσα και μηδέποτε εφαρμοσθείσα ρύθμιση της προηγούμενης κυβέρνηση.
5. Προανήγγειλε την πρόωρη αποπληρωμή των παλαιότερων δανείων από το ΔΝΤ που, εκτός από επωφελής οικονομικά, έχει και τη σημειολογική διάσταση ότι αφήνουμε πλέον πίσω τη μια μετά την άλλη τις δυσμενείς συνέπειες της μνημονιακής περιόδου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, μάλλον δεν είναι ούτε τυχαία ούτε συμπτωματική η διεύρυνση της πολιτικής κυριαρχίας του νυν πρωθυπουργού που καταγράφεται σε όλες τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Η μια μετά την άλλη οι έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και οι πολίτες που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα στις πρόσφατες εκλογές αντιμετωπίζουν με θετική προαίρεση τη νέα κυβέρνηση και συνηγορούν σε πολλές από τις πρωτοβουλίες της (κατάργηση ασύλου, ενίσχυση της αστυνόμευσης κ.λπ.).
Η πολιτική μετριοπάθεια με την οποία πολιτεύεται αυτό το πρώτο διάστημα ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνδυασμό με την συνεχή διάψευση που υφίσταται η κινδυνολογική στρατηγική την οποία χάραξε το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα ως κυβέρνηση και συνεχίζει να εφαρμόζει ως αξιωματική αντιπολίτευση στερεί ζωτικό πολιτικό χώρο και προκαλεί εμφανή αμηχανία στον ΣΥΡΙΖΑ και στην ηγεσία του.
Οι κραυγές ορισμένων στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης για «αναβίωση του κράτους της Δεξιάς», δεν πείθουν τους πολίτες. Ενώ το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με τις αντιφατικές τοποθετήσεις για τα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία, από τη μια, υποτίθεται ότι είχε κανονίσει να μειωθούν η προηγούμενη κυβέρνηση, ενώ, από την άλλη, επικρίνεται η σημερινή κυβέρνηση ότι δεν είναι αρκούντως διεκδικητική.
Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός απολαμβάνουν ακόμη συνθήκες που παραπέμπουν σε «μήνα του μέλιτος», όπως συνήθως συμβαίνει τις περισσότερες φορές με τους νεοεκλεγέντες. Από την άλλη, όμως, αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι η κριτική που της ασκείται από τις πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης και κατά βάση  δεν είναι διόλου πειστική στα μάτια της κοινής γνώμης.
Γι΄ αυτό και όσοι θέλουν να αντιπολιτευθούν με αποτελεσματικότητα, είτε πρόκειται για τον ΣΥΡΙΖΑ, το Κίνημα Αλλαγής ή οποιονδήποτε άλλον, δεν έχουν παρά να αφήσουν κατά μέρος την εύκολη κινδυνολογία και να την αντιτάξουν η δική τους εναλλακτική προγραμματική πρόταση.
Διαφορετικά ο καιρός θα περνάει και εκείνοι ματαίως θα αναρωτιούνται όπως ο βοσκός της γνωστής βουκολικής ρήσης: «Με τον ήλιο τα βγάζω, με τον ήλιο τα μπάζω, τι έχουμε τα έρμα και ψοφάνε…».

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Αλλάζουν οι συνθήκες όταν είσαι «μέσα στον χορό»…



Η επικείμενη Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν -πολύ πρόωρο, είναι η αλήθεια- απολογισμό της κυβερνητικής δράσης, καθώς συμπληρώνονται δύο μήνες από την εκλογική νίκη της 7ης Ιουλίου.
Τα στελέχη και οι συνεργάτες της κυβέρνησης Μητσοτάκη μπήκαν με μεγάλη φούρια στο πολιτικό τερέν, πασχίζοντας να (απο-)δείξουν τους προεκλογικούς ισχυρισμούς τους ότι ήταν πανέτοιμοι να αναλάβουν τη διακυβέρνηση.
Σε αυτό το πλαίσιο και επιδιώκοντας εύκολες επικοινωνιακές νίκες, επιδόθηκαν από την πρώτη στιγμή σε μια -μάλλον αγχώδη- προσπάθεια να πείσουν για την προετοιμασία την οποία είχαν στα χρόνια που βρίσκονταν στην αντιπολίτευση.
Με αποτέλεσμα, όμως, παρότι δεν ήταν καινούργιοι στο «κουρμπέτι»να μην καταφέρουν να αποφύγουν κάποιες αστοχίες που μάλλον δεν δικαιολογούνται από ανθρώπους οι οποίοι δεν κάθονταν πρώτη φορά σε υπουργικούς θώκους.
Το ζήτημα, για παράδειγμα, της ΔΕΗ και οι δεσμευτικές δηλώσεις των πρώτων κυβερνητικών ημερών ότι θα βρεθεί –μαγική;- λύση χωρίς να επιβαρυνθούν οι καταναλωτές, είναι μια απόδειξη τόσο για την έλλειψη προετοιμασίας όσο και για τη σπουδή να ειπωθούν πράγματα που ακούγονται ευχάριστα από τους ψηφοφόρους. 
Η εκ των υστέρων απόπειρα να δικαιολογηθεί η υποχρεωτική αλλαγή πλεύσης στη δρομολογούμενη λύση μέσω της επίκλησης των δεδομένων ευθυνών της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, δυστυχώς δεν πείθουντην κοινή γνώμη.
Οι άνθρωποι οι οποίοι στελεχώνουν ένα κόμμα εξουσίας οφείλουν να ξέρουν τι πρόκειται να παραλάβουν. Πόσω μάλλον τι παρέλαβαν, όταν μετά τις εκλογές έσπευδαν να κάνουν βεβιασμένες, όπως αποδείχθηκε, ανακοινώσεις. Και αν δεν ήξεραν, δεν υπήρχε κανείς απολύτως λόγος να δεσμεύονται ότι δεν θα αναπροσαρμοστούν τα τιμολόγια της ΔΕΗ.
Αλλά και μιλώντας γενικώς, πέραν, δηλαδή, της συγκεκριμένης ανακολουθίας, διαπιστώνει κανείς ότι τα χρονοδιαγράμματα που οι ίδιοι οι κυβερνώντες έθεσαν στους εαυτούς τους ήταν πολύ αυστηρά. Και γι΄ αυτό αποδείχθηκαν ανεφάρμοστα.
Υποτίθεται, για να μιλήσουμε και πάλι με συγκεκριμένα παραδείγματα, ότι μήνες, αν όχι και χρόνια, πριν από τις εκλογές τα στελέχη της ΝΔ είχαν έτοιμα τα πρώτα νομοθετήματα της νέας διακυβέρνησης: πρώτον, για την αναδιάρθρωση του Δημοσίου, δεύτερον, για τη νέα φορολογική πολιτική με τους μειωμένους συντελεστές και, τρίτον, το αναπτυξιακό νομοσχέδιο με την καθιέρωση κινήτρων για την προσέλκυση επενδύσεων και την άρση των γραφειοκρατικών και άλλων εμποδίων που ορθώνονται στον δρόμο των επενδυτών.
Τι απεδείχθη στην πράξη; Απεδείχθη ότι, κακά τα ψέματα, δεν υπήρξε καμία –σοβαρή τουλάχιστον- προετοιμασία. Ή, και αν υπήρχε κάτι, η… ξεροκέφαλη πραγματικότηταβάλθηκε να δικαιώσει τη λαϊκή ρήση που λέει ότι «όσοι είναι έξω από τον χορό πολλά τραγούδια ξέρουν…»
Ας τα πάρουμε με τη σειρά για να μην θεωρηθεί ότι υπερβάλουμε ή αδικούμε τα κυβερνητικά στελέχη. Κατ΄ αρχάς, το νομοσχέδιο για το λεγόμενο«επιτελικό κράτος» πήγε τσάτρα – πάτρα στη Βουλή και, χάρις μάλλον στον… «βολονταρισμό» του καθηγητή Γιώργου Γεραπετρίτη, ψηφίστηκε κατά παράβαση των ίδιων των πρακτικών καλής νομοθέτησης που καθιερώνονται με τις δικές του διατάξεις.
Έπειτα, το φορολογικό νομοσχέδιο «τεμαχίστηκε», έτσι ώστε να προηγηθούν οι εύκολες ρυθμίσεις για τον ΕΝΦΙΑ και τις 120 δόσεις, που εν πολλοίς είχαν προετοιμαστεί από τους προηγούμενους, ενώ οι πιο δύσκολες διατάξεις μετατέθηκαν για αργότερα, γιατί απαιτούσαν περισσότερη προεργασία, όπως και διαβούλευση με εταίρους και δανειστές.
Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα για το πλέον κρίσιμο κυβερνητικό νομοθέτημα, το αναπτυξιακό νομοσχέδιο που αποτελεί τον πυλώνα πάνω στον οποίο θα πρέπει να «ακουμπήσει» ολόκληρο το πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης. Διότι, όπως οι ίδιοι έχουν διακηρύξει και η λογική επιτάσσει, χωρίς ένα αναπτυξιακό σοκ, που θα προκληθεί από νέες επενδύσεις, η χώρα θα μείνει καθηλωμένη στην αναιμική ανάπτυξη των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ και δεν θα υπάρξουν ούτε φοροελαφρύνσεις ούτε νέες δουλειές.
Στο υπουργείο Ανάπτυξης, αντί να στρωθούν στη δουλειά και να συντάξουν ένα εφαρμόσιμο νομοσχέδιο με κανόνες για όλους και κίνητρα για την νεοφυή επιχειρηματικότητα, εστίασαν τις δυνάμεις τους σε πρωτοβουλίες με εξασφαλισμένη πρόσκαιρη δημοσιότητα, όπως οι παρεμβάσεις για να σωθούν εταιρίες που οι μέτοχοί τους δεν θέλουν να σώσουν.
Κάπως έτσι, το πολυαναμενόμενο αναπτυξιακό νομοσχέδιο, το οποίο ήθελε πως και πως ο ίδιος ο πρωθυπουργός να πάρει μαζί του στον ευρωπαϊκό γύρο ταξιδιών που έκανε πρόσφατα και να ανακοινώσει, αν όχι την ψήφισή του, τουλάχιστον την κατάθεσή του στη Βουλή το επερχόμενο Σαββατοκύριακο της ΔΕΘ, δεν έχει πάρει ακόμη τη μορφή νομοθετικού κειμένου.
Στην πραγματικότητα πάει από αναβολή σε αναβολή. Και το επιβεβαίωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας, ο οποίος, σε σχετική ερώτηση, έδωσε την εξής απάντηση: «Το αναπτυξιακό νομοσχέδιο είναι ένα πραγματικά μεγάλο νομοσχέδιο. Καταλαμβάνει πάρα πολλά πεδία της πολιτικής και θα τεθεί σε διαβούλευση αυτές τις ημέρες. Ενδεχομένως και αυτή την εβδομάδα. Αν δεν είναι αυτή την εβδομάδα, θα είναι Δευτέρα ή Τρίτη αμέσως μετά τη ΔΕΘ...».
Σίγουρα, «δεν… έπεσε η ζάχαρη στο νερό» επειδή θα καθυστερήσουν μερικές ακόμη εβδομάδες πράγματα που έπρεπε να γίνουν χρόνια νωρίτερα. Αυτό, όμως, που έχει σημασία είναι να κατανοήσουν οι κυβερνώντες είναι ότι πρέπει να μιλούν λιγότερο και να πράττουν περισσότερα.
Δεν παρίσταται καμία ανάγκη να κάνουν πρόωρα ανακοινώσεις για κινήσεις και πρωτοβουλίες για τις οποίες δεν έχουν την απαραίτητη προετοιμασία. Διότι, αν αυτό ήταν ανεκτό όταν ήταν στην αντιπολίτευση, δεν ισχύει το ίδιο τώρα που είναι στην κυβέρνηση.
Μπορεί, προς στιγμήν, όλες αυτές οι μικρές αστοχίες να μην τους κοστίζουν επικοινωνιακά, επειδή διαθέτουν μεγάλο πολιτικό απόθεμα και η κριτική που δέχονται από την αντιπολίτευση δεν τους πλήττει, με την πάροδο του χρόνου, όμως και κυρίως όταν θα τελειώσει ο μήνας του πολιτικού μέλιτος που απολαμβάνουν, όλα αυτά θα λειτουργήσουν σωρευτικά.
Έμπειροι είναι και το ξέρουν!

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

Άνοιξαν τα τρελάδικα!



Από την παγωμένη Γροιλανδία, που ανακοίνωσε ετσιθελικά ότι προτίθεται να αγοράσει ο ανεκδιήγητος Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έως τη φλεγόμενη Αμαζονία, την οποία ο απερίγραπτος εκλεγμένος ηγέτης της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο παρακολουθεί με απάθεια να καταστρέφεται, μοιάζει σαν ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη να έχει καταληφθεί από μια δράκα απίθανων ηγετών που διαγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιος θα πει ή θα κάνει τη μεγαλύτερη τρέλα.
Και σε άλλες ιστορικές περιόδους υπήρξαν επικεφαλής χωρών που με το μέτρο του μέσου ανθρώπου έδειχναν να μην έχουν σώας τα φρένας. Μόνον, όμως, που δεν τους συναντούσε κανείς με τη συχνότητα με την οποία τους συναντά στις μέρες μας. Και πέραν τούτου, στην πλειονότητα τους ήταν αυταρχικοί κυβερνήτες οι οποίοι δεν είχαν εκλεγεί από τον λαό, αλλά είχαν σφετεριστεί την εξουσία και τη διατηρούσαν δια πυρός και σιδήρου.
Τις προηγούμενες δεκαετίες είχε φανεί ότι ανήκαν πλέον στο παρελθόν φαινόμενα όπως η κατευθυνόμενη προσωπολατρία ατόμων σαν τον Χίτλερ, τον Στάλιν ή τον Μάο, αλλά και ο εθνολαϊκισμός που άσκησαν ο Μουσολίνι ή ο Περόν. Οι ελπίδες, ωστόσο, για επέκταση των δημοκρατίας και, άρα, της λογικής, που δημιούργησε η πτώση των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών καθεστώτων το 1989, διαψεύστηκαν. Και διαψεύστηκαν οικτρά.   
Τα χρόνια που ακολούθησαν, οι σαλτιμπάγκοι της πολιτικής, αντί να μειωθούν, αυξάνονται. Από την Ρωσία του Μπόρις Γιέλτσιν έως την Πολωνία των αδελφών Καζίνσκιή τη Μεγάλη Βρετανία του Μπορίς Τζόνσον και από την Ουγγαρία του Όρμπανή τις Φιλιππίνες του Ντουάρτε έως την Ιταλία, παλαιότερα, του Μπερλουσκόνι και, πρόσφατα, του ΜατέοΣαλβίνι, μοιάζει σαν στη μια χώρα μετά την άλλη να έχουν ανοίξει διάπλατα τα…πολιτικά τρελάδικα.
Το παράδοξο της εποχής μας είναι ότι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη οι ψηφοφόροιδείχνουν να γοητεύονται από –«δεξιούς» ή «αριστερούς», καμία διαφορά δεν έχει- πολιτικούς, οι οποίοι δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από να χαϊδεύουν τα αυτιά στις λαϊκές μάζες, πουλώντας τους το παραδοσιακό τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», παρά το γεγονός ότι πολύ συχνά αποδεικνύεται ότι δεν πιστεύουν σε τίποτε τέτοιο.
Με βασικό εργαλείο τις θεωρίες συνωμοσίας που εμπεριέχουν σταθερά και απαρέγκλιτα κάποιους κακούς ξένους,οι οποίοι επιβουλεύονται την εθνική υπόσταση, σε συνεργασία πάντα με τις εγχώριες ελίτ (του χρήματος, των τραπεζών και των -απαραίτητων για να δέσει η «συνταγή»- μέσων ενημέρωσης) κατασκευάζουν κάθε είδους βολικούς εχθρούς.
Ο λόγος που το κάνουν είναι για να μπορούν οι ίδιοι να απολαμβάνουν τα οφέλη της εξουσίας τους και να δικαιολογούν έτσι την απραξία και την αδράνεια τους να αντιμετωπίσουν μεγάλα προβλήματα, όπως για παράδειγμα η κλιματική αλλαγή, που -είναι τυχαίο άραγε;- οι περισσότεροι λαϊκιστές πολιτικοί είναι αρνητές της.
Η υπερπληροφόρηση, δυστυχώς, την οποία έφεραν η τεχνολογική επανάσταση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που ανθίζουν τις δύο τελευταίες δεκαετίες, αντί να βελτιώσουν την κατάσταση, αφού ένα μεγάλο μέρος της λεγόμενης κοινής γνώσης απέκτησε πρόσβαση σε γνώσεις που παλαιότερα διέθετε ένας μικρότερος κύκλος ανθρώπων, φαίνεται να δημιούργησαν την ακριβώς αντίθετη ατμόσφαιρα.
Μαζί με την επιστημονική και άλλη γνώση, τα νέα μέσα ενημέρωσης διέχυσαν στην κοινωνία τεράστιο όγκο παραπληροφόρησης, η οποία επειδή υπακούει σε απλουστευτικά ερμηνευτικά σχήματα -του τύπου «καλό» ή «κακό», «άσπρο» ή «μαύρο», «φίλος» ή «εχθρός»- είναι εύπεπτη για όσους δεν θέλουν να καταβάλουν πνευματικό κόπο, αναζητώντας και άλλες εκδοχές των πραγμάτων.
Τις φωτιές, για παράδειγμα, στα δάση του Αμαζονίου, σύμφωνα με τον Μπολσονάρο, τις βάζουν… μη κυβερνητικές οργανώσεις. Σας θυμίζει κάτι; Μήπως τους δορυφόρους του Ελληνικού Διαστημικού Οργανισμού που πέρυσι μετά την τραγωδία στο Μάτι είχαν εντοπίσει φανταστικούς εμπρηστές;
Αν την Αμαζονία την καίνε οι… σκοτεινές ΜΚΟ τι να κάνεικι ο… άμοιροςβραζιλιάνος πρόεδρος; Γι΄ αυτό και εκείνος, αντί να ασχοληθεί με τις καταστροφικές φωτιές, προτιμά να ασχολείται με προσωπικές προσβολές κατά του Γάλλου Προέδρου Εμάνουελ Μακρόν επειδή ο τελευταίος τον εγκάλεσε που παραμένει άπρακτος απέναντι στο περιβαλλοντικό έγκλημα το οποίο συντελείται μέσα στην εδαφική επικράτεια της χώρας που –αλίμονο!- τον ανέδειξε κυβερνήτη.
Δεν είναι τρελό;

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

Αν είναι μόνον η διευθύντρια της Θεσσαλονίκης…



Προκαλεί πολλές συζητήσεις η εντύπωση που (θέλει να) δημιουργεί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για την προετοιμασία την οποία είχαν κάνει η ηγεσία και τα στελέχη τους ώστε να είναι έτοιμοι για να αναλάβουν τις ευθύνες της διακυβέρνησης.
Από τη μια, είναι αρκετοί εκείνοι που σπεύδουν πανηγυρίζοντες για το πρωτόγνωρο του πράγματος να διεκδικεί ένα πολιτικός οργανισμός με βασιμότητα την ανάληψη της διακυβέρνησης και να είναι στοιχειωδώς προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο.
Από την άλλη, ωστόσο, δεν λείπουν και ορισμένοι που βιάζονται ελεεινολογούντες να ισοπεδώσουν αυτή τη διαφορετική, έστω, εικόνα της ετοιμότητας την οποία θέλει να καλλιεργήσει η κυβέρνηση, επειδή, όπως λένε, ο τρόπος λειτουργίας της θυμίζει ανώνυμη εταιρία και όχι πολιτικό οργανισμό, αφού τα στελέχη της ελέγχονται κεντρικά, όπως γίνεται στις επιχειρήσεις με τη σχέση των διοικήσεων με τα επιμέρους τμήματα.
Γεγονός αναμφισβήτητο είναι ότι στον ένα μήνα,ο οποίοςδεν συμπληρώθηκε καν ακόμη, από την ορκωμοσία της, η νέα κυβέρνηση μπήκε με μεγάλη φορά στελεχώντας με γρήγορους ρυθμούς τις βασικές πολιτικές θέσεις στον κυβερνητικό και τον εν γένει κρατικό μηχανισμό και ξεδιπλώνοντας ένα φάσμα προγραμματικών προτεραιοτήτων.
Στο ίδιο διάστημα, όμως, δεν μπορεί να πει κάποιος ότι «όλα πήγαν ρολόι» ή ότι ξεμπερδέψαμε με γνωστές παθογένειες του παρελθόντος. Διότι, για παράδειγμα, δεν έλειψαν τα πολυνομοσχέδια –«σκούπες», όπως τα λέγαμε παλαιότερα- που έφθασαν μέσα στη μαύρη νύκτα στη Βουλή και ούτε τηρήθηκαν οι κανόνες καλής νομοθέτησης που διακήρυττε η νέα κυβέρνηση ότι θα εφαρμόσει απαρέγκλιτα.
Μένει να φανεί αν ο επιδιωκόμενος σκοπός που ήταν η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα μπορεί να… αγιάσει τα μέσα που ήταν η σπουδή και η προχειρότητα. Σπουδή η οποία, κάποιες πληροφορίες λένε, ήταν τόσο έντονηπου έφθασε μέχρι του σημείου αρμόδιος υπουργός να ζητήσει από τις υπηρεσίες της Βουλής να δεχθούν την κατάθεση του νομοσχεδίου του χωρίς την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που πρέπει υποχρεωτικά να συνοδεύσει κάθε νομοθέτημα.
Ο υπουργός υπέβαλε σχετικό αίτημα, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα έχανε το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα που κάποιον ανεξήγητο λόγο είχε θέσει στον εαυτό του. Το πρωτοφανές αίτημά του απερρίφθη προφανώς από τη Βουλή και διεσώθησαν τα προσχήματα για την κυβέρνηση η οποία κινδύνεψε να διασυρθεί ανεπανόρθωτα από την εμμονή του υπουργού της.
Τούτων δοθέντων, λοιπόν, ποιοι έχουν το δίκιο και ποιοι το άδικο με το μέρος τους; Οι πανηγυρίζοντες για την άμεση δράση της κυβέρνησης; Ή οι ελεεινολογούντες επειδή είναι προφανές ότι δεν έλειψαν οι παρεκκλίσεις και οι αστοχίες τόσο στην επιλογή κάποιων προσώπων όσο και σε πρωτοβουλίες που ανελήφθησαν;
Όπως συμβαίνει στις περισσότερες φορές, η αλήθεια είναι κάπου στο ενδιάμεσο. Όποιος «ψειρίσει» μια – μια τις αποφάσεις που ελήφθησαν θα βρει σίγουρα λάθη, τα οποία μόνον όσοι παραμένουν αδρανείς τα αποφεύγουν. Κοιτώντας, όμως, κανείς τη μεγάλη εικόνα δεν μπορεί να μην δει κάποιες εμφανείς διαφορές της νέας κυβέρνησης από τις προκάτοχες της τόσο στο πρόσφατο όσο και στο απώτερο παρελθόν.
Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης διηγείτο πριν από μερικά χρόνια πως όταν ανέλαβε το 1981 το υπουργείο Γεωργίας και ζήτησε από το αρμόδιο για τον τομέα ευθύνης του στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, το Πρόγραμμα που θα υλοποιούσαν, η απάντηση που έλαβε έπειτα από πολλούς δισταγμούς του ήταν η αποκάλυψη ότι δεν υπήρχε τίποτε συγκεκριμένο παράμόνον μερικές γενικόλογες διακηρύξεις.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, το 2009, που ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν βέβαιο ότι πήγαινε πλησίστιος για την πρωθυπουργία, στενός συνεργάτης του ο οποίος ρωτήθηκε από τον γράφοντα για την προετοιμασία που έκαναν για την διακυβέρνηση, διατείνονταν ότι «έχουμε έτοιμα νομοσχέδια». Στην πράξη απεδείχθη αμέσως μετά τις εκλογές ότι δεν είχαν τίποτε συγκεκριμένο. Γι΄ αυτό και πολλές καινούργιες ιδέες που είχαν χάθηκαν στην καθυστέρηση εφαρμογής της, προτού έρθει η κρίση χρέους και σαρώσει τα πάντα. 
Με την κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται –επιμένω στο συγκεκριμένο ρήμα- ότι τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Υπήρξε μια σχετική προετοιμασία που για τα εγχώρια δεδομένα δεν είναι κάτι το σύνηθες. Απέχει, ωστόσο, παρασάγγες, από το να δικαιολογεί ισχυρισμούς ότι έχουμε να κάνουμε με αυτό που αποκαλούμε «καλοκουρδισμένη μηχανή».
Αν τα συγκρίνει, όμως, κανείς με τα διεθνώς ισχύοντα, μάλλον με στοιχειώδη πράγματα έχουμε να κάνουμε. Στέλεχος της κυβέρνησης ομολογούσε πρόσφατα ότι «θα γελούν μαζί τους στο εξωτερικό» αν πάμε και τους πούμε πως θεωρείται επιτυχία ότι θα εγκαταστήσουμε στο πρωθυπουργικό γραφείο το ολοκληρωμένο πληροφορικό σύστημα για την παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου σε κάθε υπουργείο.
Σε τρανταχτά γέλια μάλλον θα ξεσπάσουν πολλοί στο εξωτερικό και όταν πληροφορηθούν ότι στη θέση της διευθύντριας του πρωθυπουργικού γραφείου στη Θεσσαλονίκη,την οποία κόσμησαν οι νεαρές ΣΥΡΙΖΑίες που είχαν περπάτησαν στους δρόμους των αγώνων, τώρα κάθεται μια ώριμη αποτυχούσα τέως βουλευτής της ΝΔ που θα παλέψει για το… rebrating της realMacedonia
Χωρίς τέτοιες πρωτοβουλίες, άλλωστε, θα χάναμε πλήρως τον μπούσουλα και θα ήταν σα να άλλαξε γεωγραφική θέση η Ελλάδα και απέβαλε δια μιας το πολιτικό της προσωπικό νοοτροπίες που ισχύουν διακόσια και πλέον χρόνια σε τούτα τα χώματα. Μακάρι, όμως, να είναι μόνον η διευθύντρια του πρωθυπουργικού γραφείου της Θεσσαλονίκης που να μας θυμίζει το αμαρτωλό παρελθόν.
Αν είναι έτσι, τότε είναι μικρό το κακό!  

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Ναι στα αυτονόητα, όχι στους ψυχαναγκασμούς



Καμία κυβέρνηση δεν προέρχεται από παρθενογέννηση. Τα στελέχη που απαρτίζουν όλες τις κυβερνήσεις του πλανήτη έχουν παρελθόν, απόψεις, θέσεις, νοοτροπίες και κουβαλούν ψυχολογικές «αποσκευές» που δεν εξαφανίζονται με την υπουργοποίησή τους.
Το ίδιο προφανώς συμβαίνει και με τη νεοσχηματισθείσα κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι άνθρωποι που τη συγκροτούν διαθέτουν ο καθένας τους το δικό του ταπεραμέντο. Και όσο αλήθεια και αν είναι ότι ο πρωθυπουργός προσπάθησε να τους περάσει από διαδικασίες αξιολόγησης, άλλο τόσο γεγονός αναμφισβήτητο αποτελεί ότι δεν υπάρχει… καλούπι που να βγάζει ομογενοποιημένα κυβερνητικά στελέχη.
Γι΄ αυτό και δεν είναι να απορεί κανείς με κάποιες πρώτες αρρυθμίες, ου μην αλλά και αστοχίες, που παρατηρούνται στην μέχρι τούδε κυβερνητική λειτουργία. Το χρονικό διάστημα που έχει διανυθεί είναι σαφώς πολύ μικρό για να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα.
Παρά ταύτα εκείνο που είναι δύσκολο να αρνηθεί όποιος δεν διακατέχεται από ακραία προκατάληψη είναι ότι αυτή η κυβέρνηση αν εκπλήσσει για κάτι είναι επειδή τις περισσότερες φορέςκάνει απλώς τα… αυτονόητα.
Είναι αλήθεια ότι επί πολλά χρόνια η χώρα μας είχε καταληφθεί από μια παρανοϊκή υψιπέτεια που εμπόδιζε τόσο τους κάθε λογής ταγούς όσο και τους απλούς πολίτες να συνεννοηθούν για το τι ήταν γεγονός και τι αποτελούσε συλλογική φαντασίωση ή ατομική αυταπάτη και να αποφασίσουν τι υλοποιείται άμεσα και χωρίς χρονοτριβή και τι απαιτεί χρόνο για να ωριμάσει.
Κλόουν της πολιτικής παρίσταναν τους υπουργούς αλλά δεν καθόταν, δήθεν, στην υπουργική καρέκλα για να μην… αλλοτριωθούν, όπως έλεγαν στο πόπολο. Χωρίς, όμως, οι βερμπαλισμοί αυτού του είδους να τους εμποδίζουν να κάνουν χρήση όλων των προνομίων της εξουσίας  που απολάμβαναν ως λάφυρο που κέρδισαν στη μάχη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει μέχρις στιγμής να αφήνει πίσω πολλές από αυτές τις παθογένειες, όχι γιατί έχει να επιδείξει σπουδαίο έργο, αλλά επειδή τις περισσότερες φορές κάνει αυτονόητα πράγματα. Γεγονός που στις μέρες μας προσομοιάζει με… επαναστατική πράξη.
Δεν είναι λίγοι όσοι τα τελευταία χρόνια έχουν επισημάνει ότι η Ελλάδα για να πάει μπροστά και να γίνει μια κανονική χώρα εκείνο που χρειάζεται είναι μια… επανάσταση: η επανάσταση του αυτονόητου.
Ας δούμε δύο απλά παραδείγματα που σχετίζονται με τη μεγαλύτερη τραγωδία των τελευταίων χρόνων που έζησε πριν από ένα χρόνο η ελληνική κοινωνία επειδή στο Μάτι δεν έγιναν – πριν, κατά τη διάρκεια αλλά και στη συνέχεια του δράματος- πολλά από αυτά που σε κάθε κανονική χώρα θα είχαν γίνει.
Σε ελάχιστες μέρες αφότου ανέλαβε τα ηνία της χώρας, η νέα κυβέρνηση συνεννοήθηκε με ιδιώτες για να καθαρίσουν (χωρίς κόστος για το Δημόσιο) το επικίνδυνο οικόπεδο, όπου είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες τόνοι καύσιμης ύλης. Και ταυτόχρονα «έπεσε με τα μούτρα» για να βρει λύση στο θέμα του συστήματος αποστολής SMS σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.
Ένα χρόνο μετά τη φονική πυρκαγιά, στην οποία χάθηκαν αδίκως 102 συνάνθρωποί μας και αφού η κυβέρνηση Τσίπρα δεν είχε προχωρήσει το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης 112, η νέα κυβέρνηση έκανε κάτι πραγματικά απλό: συνεργάστηκε με τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας για την υλοποίηση μιας ενδιάμεσης λύσης, ούτως ώστε να υπάρχει δυνατότητα προειδοποίησης των πολιτών για φυσικούς κινδύνους με γραπτό μήνυμα, μέχρι να λειτουργήσει το 112 έως το τέλος του τρέχοντος έτους.
Από την άλλη, ωστόσο, εξίσου  αυτονόητο είναι ότι μερικά πράγματα χρειάζονται χρόνο για να υλοποιηθούν και δεν αρκεί η σύλληψη μιας φαεινής ιδέας να μετουσιωθεί εν ριπή οφθαλμού σε νομοθετική πρωτοβουλία. Επειδή αυτός που τη συνέλαβε έθεσε ένα… ψυχαναγκαστικό χρονοδιάγραμμα το οποίο πρέπει να τηρηθεί απαρέγκλιτα, αγνοώντας τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τις… γονατογραφίες που γίνονται νόμοι του κράτους στο άψε σβήσε.
Τα τελευταία χρόνια η χώρα και το πολιτικό σύστημα ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα από την εμμονή με την οποία οι εταίροι και οι δανειστές επέβαλαν να περάσουν κατεπείγοντα πολυνομοσχέδια χιλιάδων σελίδων χωρίς να προηγηθεί η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα και τη λογική διαδικασία διαβούλευσης, ούτως ώστε να ληφθούν υπόψη θέσεις και απόψεις για το προωθούμενο κάθε νομοθέτημα όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων.
Συστατικό στοιχείο, άλλωστε, για την επιστροφή στην κανονικότητα είναι, αυτονοήτως, και η διαβούλευση για τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνηση. Το ότι κάποιες εξ αυτών μπορεί να ήταν στο Κυβερνητικό Πρόγραμμα της ΝΔ που ενέκριναν οι ψηφοφόροι, δεν δικαιολογεί τη σπουδή να περάσουν κάποια πράγματα για να φανεί ότι οι νέοι υπουργοί κινούνται ταχέως και αποφασιστικά.
Για να μη μιλάμε θεωρητικώς, ας παραθέσουμε ένα παράδειγμα στο οποίο αποτυπώνεται η… ψυχαναγκαστική παραβίαση του αυτονόητου: Κάποιος από τους συνεργάτες του πρωθυπουργού συνέλαβε την ιδέα να τεθούν αυστηρά ασυμβίβαστα και κωλύματα για όσους αναλαμβάνουν θέσεις στην κυβέρνηση και στον κρατικό μηχανισμό.
Προτάθηκε, ειδικότερα, ορισμένα από αυτά τα ασυμβίβαστα να ισχύουν για αρκετά χρόνια μετά την εγκατάλειψη της θέσης όσων αναλαμβάνουν αξιώματα γενικού γραμματέα σε υπουργείο ή διοικητή δημόσιου οργανισμού. Εν ολίγοις αν κάποιος απολυθεί ή παραιτηθεί θα πρέπει να μείνει επί χρόνια άνεργος, αφού στον τομέα της κυβερνητικής ευθύνης που είχε –και επιλέχθηκε επειδή είχε σχετική προϋπηρεσία και εμπειρία- δεν θα μπορεί να ξαναδουλέψει.
Ναι, λοιπόν, στην αυτονόητη αντιμετώπιση της γνωστής νοοτροπίας ότι «τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει» που κρατά καθηλωμένη τη χώρα, ενώ είναι θέμα απλών κινήσεων και κοινής λογικής για να προχωρήσουν ώριμα ζητήματα. Όχι, όμως, στις ψυναναγκαστικές λογικές επειδή απλώς πρέπει οι νέοι κυβερνώντες πρέπει να δείξουν ότι είναι διαφορετικοί από τους άλλους.
Αυτονόητα πράγματα, δηλαδή!

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

Η διακυβέρνηση είναι μαραθώνιος, δεν είναι αγώνας ταχύτητας


Καμία κυβέρνηση δεν κρίθηκε ποτέ από τις πρώτες εβδομάδες παραμονής της στην εξουσία. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος για τον οποίο στα περισσότερα κοινοβουλευτικά συστήματα του πλανήτη προβλέπεται τετραετής θητεία προτού να γίνουν εκλογές για να επιβραβευτούν ή να καταδικαστούν από την ψήφο των πολιτών οι εκάστοτε κυβερνώντες.
Είναι προφανές, λοιπόν, ότι το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη νεοσχηματισθείσα κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ως εκ τούτου, όσο πρόωροι είναι οι πανηγυρισμοί όσων βιάζονται να υποστηρίξουν «πόσο φοβερή και τρομερή είναι η καινούργια κυβέρνηση», άλλο τόσο -και περισσότερο ίσως…- προπετείς είναι οι γοεροί κοπετοί όσων επιχειρούν να πείσουν για την καταστροφή που επήλθε με την κυβερνητική αλλαγή της 7ης Ιουλίου.
Από την άλλη, όσο και αν είναι αλήθεια ότι τα περισσότερα δείγματα γραφής των νέων κυβερνώντων αφήνουν θετικό αποτύπωμα, άλλο τόσο -και περισσότερο ίσως…- αλήθεια είναι ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις με την ίδια θετική προαίρεση ξεκινούν. Κανείς δεν εκλέγεται για να κάνει αρνητικά πράγματα. Πλην, όμως, όπως λέει και η γνωστή ρήση, «ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος καλές προθέσεις».
Όλοι ανεξαιρέτως αρχίζουν τη θητεία τους δίνοντας όρκους αιώνιας πίστης στις προεκλογικές τους δεσμεύσεις και στην τήρηση των υπεσχημένων. Με εξαίρεση κάποιους… γεννημένους απατεώνες, οι περισσότεροι μάλλον εννοούν όσα λένε. Και η πεποίθησή τους είναι ότι μπορούν να τα υλοποιήσουν. Ξεκινούν με κάποιες συμβολικές πρωτοβουλίες που συνήθως είναι ίδιες ή παραπλήσιες με εκείνες προκατόχων τους.
Θυμηθείτε, για παράδειγμα, πόσες από τις κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων ανακοίνωσαν μόλις ανέλαβαν τα ηνία ότι μειώνουν τους μετακλητούς υπαλλήλους. Ή ότι θα… ξετρυπώσουν τους αργόμισθους δημοσίους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι σε θέσεις… λούφας και παραλλαγής. Καθώς επίσης ότι θα περιορίσουν τα προνόμια της εξουσίας: πτήσεις VIP, θωρακισμένα οχήματα και άλλα τέτοια ηχηρά παρόμοια.
Ποιος έχει ξεχάσει το περίφημο «σεμνά και ταπεινά» του Κώστα Καραμανλή ή τις υποσχέσεις του Κώστα Σημίτη, του Γιώργου Παπανδρέου και του Αλέξη Τσίπρα ότι θα προχωρήσουν σε δραστικό περιορισμό του στόλου των κρατικών αυτοκινήτων ή ότι θα πωλήσουν τα κυβερνητικά αεροσκάφη;
Το φαινόμενο δεν είναι μόνον ελληνικό και σίγουρα δεν έχει… ιδεολογική διάσταση. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι το 1988 που εξελέγη πρόεδρος της Κύπρου ο αριστερός Γιώργος Βασιλείου, οι φίλοι του είχαν ενθουσιαστεί από την υπόσχεση ότι το προεδρικό αυτοκίνητο θα σταματούσε, πλέον, στους φωτεινούς σηματοδότες και δεν θα περνούσε με κόκκινο όπως έκανε –για λόγους ασφαλείας, προφανώς…- ο προκάτοχός του Σπύρος Κυπριανού.
Αμέσως μετά τις εκλογές του 2015, τηλεοπτικός σταθμός της πρωτεύουσας έκανε ειδικό ρεπορτάζ για βουλευτή ο οποίος δήλωνε μπροστά στην κάμερα ότι θα μετακινούνταν από τα Τρίκαλα στην Αθήνα για τις συνεδριάσεις της Βουλής με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ. Τρεις βδομάδες αργότερα έστελνε τον συνεργάτη του να παραλάβει το κρατικό αυτοκίνητο που του παραχωρήθηκε από το Κοινοβούλιο. Και στο ΚΤΕΛ δεν τον ξαναείδαν.      
Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι το πρώτο διάστημα κάθε καινούργιας κοινοβουλευτικής ή κυβερνητικής περιόδου κάτι γίνεται. Κυρίως στο επίπεδο των συμβολισμών. Οι κυβερνώντες μπαίνουν ορεξάτοι στη μάχη να αλλάξουν τα πράγματα, θεωρώντας ότι το εγχείρημά τους θα είναι εύκολο. Έχουν, άλλωστε τη συναίνεση και την αποδοχή του ευρύτατου κοινωνικού σώματος, τα μέλη του οποίου, όταν δεν τους αφορά προσωπικώς, αρέσκονται σε τέτοιες κινήσεις.
Κάθε φορά που αναλαμβάνει μια νέα εξουσία παρατηρείται μια κινητικότητα η οποία σχετίζεται άλλοτε με το μήνυμα της αποφασιστικότητας που εκπέμπουν οι νεόκοποι κυβερνώντες και άλλοτε με τον φόβο των ίδιων των λουφαδόρων. Κάθε καινούργια κυβέρνηση, άλλωστε, έχει στην αρχή του βίου της ένα υψηλό πολιτικό κεφάλαιο που πολλές φορές υπερβαίνει τα ποσοστά που απέσπασε στην κάλπη.
Η συσσωρευμένη εμπειρία του παρελθόντος δείχνει, όμως, ότι οι κάθε είδους νταραβερτζήδες, ανεξάρτητα από το τι ψήφισαν, βρίσκουν τρόπους να προσκολλώνται στη νέα εξουσία και να ματαιώνουν ή να αλλοιώνουν τα σχέδια της. Με αποτέλεσμα οι νεοφώτιστοι κυβερνώντες που βλέπουν την… αύξηση του πολιτικού τους κεφαλαίου να θεωρούν ότι η πορεία των γεγονότων θα είναι γραμμική.
Τους πρώτους μήνες μετά την εκλογική αναμέτρηση του Ιανουαρίου του 2015 ο νικητής της κάλπης Αλέξης Τσίπρας απολάμβανε μια πρωτοφανώς υψηλή δημοτικότητα, ακόμη και μεταξύ εκείνων που δεν τον είχαν ψηφίσει. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και με τον Γιάνη Βαρουφάκη, ο οποίος έδινε συνεντεύξεις για να πει ότι δεν κάθεται στην υπουργική καρέκλα για… «να μην αλλοτριωθεί» και ο κ. Τσίπρας, αντί να τον στείλει σπίτι του, όπως έκανε αργότερα, τον χαρακτήριζε «asset» της κυβέρνησης του.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Διότι η πορεία του χρόνου έκρινε τα έργα και τις ημέρες τόσο του Γιάνη Βαρουφάκη όσο και του Αλέξη Τσίπρα. Χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς της πρώτης περιόδου όταν όλα έμοιαζαν ρόδινα. Και είχαν και οι δυο το πολιτικό τους κεφάλαιο τοποθετημένο στον τόκο της εύκολης δημαγωγίας ότι αν εκστομίζαμε απειλές κατά των ξένων εταίρων και δανειστών μας εκείνοι θα μας παρακαλούσαν να μας δανείσουν…  
Κακά τα ψέματα, λοιπόν, κάθε καινούργια κυβέρνηση διαθέτει μια περίοδο χάριτος. Πλην, όμως, η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι καμία κυβέρνηση δεν κρίνεται τελεσίδικα επειδή υποσχέθηκε ότι θα κόψει έναν αριθμό από τους μετακλητούς ή θα ξετρυπώσει αποσπασμένους.
Χωρίς να υποτιμά κανείς τη σημασία τέτοιων μέτρων, εκείνο που δεν μπορεί να αρνηθεί είναι ότι οι κυβερνητικές πράξεις κρίνονται από τη διάρκειά τους. Αν, δηλαδή, όσα διακηρύσσονται στην αρχή της κάθε κυβερνητικής θητείας -όπως καλή ώρα, τώρα- θα καταφέρουν να σπάσουν το φράγμα της πρόσκαιρης εντυπωσιοθηρίας. Και θα ισχύσουν του χρόνου και του… παραχρόνου.
Στο τέλος – τέλος, η διακυβέρνηση δεν είναι αγώνας ταχύτητας, είναι μαραθώνιος με αρκετούς γύρους και πολλά σκαμπανεβάσματα.