Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Ποιο ΠΑΣΟΚ και ποια ΝΔ ορέγονται οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ;

Στη χώρα της… φαιδράς πορτοκαλέας, όπως έγραφαν οι σχολιαστές του προηγούμενου αιώνα για να περιγράψουν τις νεοελληνικές παραδοξότητες, ένα αυτοδιοικητικό αίτημα δεκαετιών, όπως είναι η οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων και των Περιφερειών, για την υιοθέτηση του οποίου πρωτοστατούσε η Αριστερά, βαφτίζεται αίφνης «ταξικό» και «νεοφιλελεύθερο» μέτρο μήπως και έτσι ξεμπερδέψουν μια και έξω οι κυβερνώντες με τις προτάσεις που διατυπώνουν οι πολιτικοί αντίπαλοι τους.
Στην εποχή, άλλωστε, που το «κατόπιν ενεργειών μου» γνωρίζει μέρες δόξης λαμπρές και τα πολιτικά γραφεία των κυβερνητικών βουλευτών συναγωνίζονται ποιο θα εκδώσει πρώτο ανακοίνωση για να διεκδικήσει μερίδιο από τη δόξα της διαμεσολάβησης για να δοθούν μερικά ψυχία στον δήμο της… Κολοπετινίτσας, προτάσεις, όπως αυτή που διατύπωσε την περασμένη Κυριακή ο Κυριάκος Μητσοτάκης για την εκχώρηση των εισπράξεων από τον ΕΝΦΙΑ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, είναι «επικίνδυνες».
Είναι τόσο επικίνδυνες που έκαναν τον Παναγιώτη Κουρουμπλή και άλλους εκλεκτούς ΣΥΡΙΖΑίους να ζητήσουν από τους δημάρχους να ξεσηκωθούν για να μην ισχύσουν. Δικαίως του λόγου, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, αναλογιζόμενος τους πραγματικούς κινδύνους για το πελατειακό κράτος που συνιστούν οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα που συμβάλλουν στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας ζωής.
Αν κάθε υποψήφιος δήμαρχος ξέρει ποια είναι τα οικονομικά δεδομένα της θητείας για την οποία διεκδικεί να εκλεγεί, πώς θα μπορέσει να τάξει… γεφύρια σε ποτάμια που δεν υπάρχουν; Ενώ άμα δεν ξέρει, μπορεί να… τάζει τον ουρανό με τα άστρα, προβάλλοντας τις σχέσεις του με κάθε λογής... Κουρουμπλήδες της πολιτικής μα ζωής με τους οποίους θα… ανταλλάσσουν «κουκιά». Και από κοινού θα διαιωνίζουν ένα άθλιο σύστημα που θα κρατάει αιωνίως καθηλωμένη τη χώρα. 
Η παθιασμένη υπεράσπιση του πελατειακού κράτους σε όλα τα επίπεδα (με προσλήψεις και μονιμοποιήσεις από τα «παράθυρα» και με κάθε είδους διευθετήσεις υπέρ των «ημετέρων») δεν είναι το μοναδικό κρούσμα που συνθέτει μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να γυρίσουν το ρολόι της Ιστορίας πίσω στον χρόνο.
Αγγίζει, αν δεν ξεπερνάει κιόλας, τα όρια του παρανοϊκού διπολισμού να βλέπει και να ακούει κανείς πολιτικούς που πήραν την εξουσία με το σύνθημα «ξεμπερδεύουμε με το παλιό», από τη μια, να εξιλεώνουν, εντάσσοντάς τα στην κυβέρνησή τους πρόσωπα τα οποία εξέβρασε το παλαιό καθεστώς, και, από την άλλη, να εμφανίζονται ως κληρονόμοι του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας που υποτίθεται ότι είναι καταδικασμένα στις συνειδήσεις των πολιτών.
Όσο έκοβε εισιτήρια το έργο με τα αντιμνημονιακό παραμύθι, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος θεωρούσαν αποσυνάγωγο όποιον, εντός ή εκτός Ελλάδος, σχετιζόταν με το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία που ήταν συνώνυμα του απόλυτου κακού. Στις τοπικές εκλογές του 2014, για παράδειγμα, όποιο αυτοδιοικητικό στέλεχος δεν έδινε γη και ύδωρ στον κάθε ΣΥΡΙΖΑίο της περιοχής του, καθυβριζόταν ως «Γερμαντοτσολιάς».
Μετά την μνημονιακή μετάλλαξη, όμως, που υπέστησαν στα χρόνια που απολαμβάνουν τις καρέκλες της εξουσίας, όλα δείχνουν διαφορετικά. Ο Τσίπρας, ο οποίος «τρουπώνει» κάθε τρεις και λίγο στους ευρωσοσιαλιστές, τους οποίους κάποτε στηλίτευε, τώρα εκθειάζει τους εκλεγμένους με το ΠΑΣΟΚ περιφερειάρχες, όπως τον Σταύρο Αρνατουτάκη στην Κρήτη και τον Απόστολο Κατσιφάρα στη Δυτική Ελλάδα, τους οποίους θέλει να στηρίξει μπας και διασωθεί σε τουλάχιστον ένα από τα πολλά εκλογικά ναυάγια που τον περιμένουν στις επερχόμενες κάλπες.  
Στην πρόσφατη επέτειο από τη «Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη 1974» προβεβλημένοι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ κόντεψαν να… κάψουν περισσότερο λιβάνι από την ίδια την πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Φώφη Γεννηματά. Και μην παραξενευτείτε αν σε λίγες μέρες που είναι και η επέτειος από την ίδρυση της ΝΔ, ο Πάνος Καμμένος και η Κατερίνα Παπακώστα να διατάξουν τελετές και παρελάσεις, αφού, ως γνωστόν, επιφυλάσσουν για τους εαυτούς τους ρόλους συνεχιστών και αυθεντικών  εκφραστών της… καραμανλικής Νέας Δημοκρατίας.
Αλήθεια, όμως, ποιο ΠΑΣΟΚ ορέγονται να υποκαταστήσουν οι ΣΥΡΙΖΑίοι του Αλέξη Τσίπρα που πολύ πριν παρομοιάσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη με τον Πινοσέτ, έκαναν, χρόνια πριν, το ίδιο με τον Γιώργο Παπανδρέου; Και ποια Νέα Δημοκρατία θεωρούν ότι μπορούν να υποκαταστήσουν οι ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου που προτού να συμπράξει με τον ΣΥΡΙΖΑ φλέρταραν στην Ευρώπη με τύπους σαν τον Νάιτζελ Φάρατζ και τώρα εγκαλούν το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι στεγάζει… ακροδεξιούς;
Αν κρίνει κανείς από τα πρόσωπα τα οποία προσεταιρίστηκαν παλαιότερα ή δέχθηκαν πρόσφατα στις τάξεις τους, είναι σαφές ότι εκείνο που τους ενδιαφέρει δεν είναι παρά η στελεχιακή «λεηλασία» εκείνων που υποτίθεται ήθελαν να εξαφανίσουν πολιτικά. Οι συνεργασίες, εξάλλου, τις οποίες έκαναν, δεν εντάσσονται σε κανέναν κώδικα αξιών. Δεν τήρησαν ούτε καν τη υποτιθέμενη διακηρυγμένη δέσμευσή τους ότι δεν θα δέχονταν όσους ψήφισαν Μνημόνια.
Αλλά πώς να το τηρήσουν όταν οι ίδιοι ψήφισαν το τρίτο και χειρότερο από όλα τα προηγούμενα Μνημόνια; Και το ακόμη χειρότερο είναι ότι η πλειονότητα όσων συμπορεύτηκαν ως τώρα μαζί τους είναι από την κατηγορία εκείνων οι οποίοι ευθύνονται που η χώρα οδηγήθηκε στη μνημονιακή μέγγενη. Και όχι από εκείνους που προέταξαν τα πολιτικά τους στήθη για να αποτρέψουν τα χειρότερα και την… άλα Βενεζουέλα πλήρη χρεοκοπία που μας ανέμενε με τις τερατώδεις υποσχέσεις των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Γι΄ αυτό και δεν χρειάζεται μεγάλη φιλοσοφική εμβάθυνση για να αντιληφθεί κανείς ότι βρισκόμαστε στη φάση του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Εξού και οι ρεβεράντζες προς το πάλαι ποτέ καταδικασμένο «παλαιό» που όλως αιφνιδίως έγινε περιζήτητο, με αποτέλεσμα να ξαναγίνει υπουργός ακόμη και η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου. Το θέμα είναι αν θα βρεθούν αφελείς ναυαγοσώστες που θα αναλάβουν την πολιτική διάσωση των πιο ακραίων αμοραλιστών που γνώρισε τούτος  ο τόπος…

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Οι μετρήσεις και οι επιθυμίες



            Την επομένη της δημοσίευσης της τελευταίας δημοσκόπησης της Marc στο «Πρώτο Θέμα», ένας αρθρογράφος σφόδρα φιλοκυβερνητικού μέσου, από εκείνους που έχουν διαρκώς σηκωμένη τη ρομφαία της… δεοντολογίας για να την καταφέρουν στην κεφαλή όσων δεν ευθυγραμμίζονται με τις κυβερνητικές νόρμες, μας εγκάλεσε για ένα από τα ευρήματα της έρευνας που αφορούσε το ποσοστό -72%- εκείνων  που δεν πιστεύουν στις εξαγγελίες Τσίπρα στη ΔΕΘ.
            «Δεν νομίζετε ότι υπάρχει ένα προβληματάκι με τις ημερομηνίες;», αναρωτιόταν ο… πονηρός θιασώτης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. «Η εφημερίδα, όπως και όλα τα κυριακάτικα φύλλα, κυκλοφόρησε Σάββατο απόγευμα 8 Σεπτεμβρίου, η δημοσκόπηση πραγματοποιήθηκε από τις 3 μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου, οι εξαγγελίες Τσίπρα έγιναν στις 8 Σεπτεμβρίου (Σάββατο βράδυ)», εξηγούσε στομφωδώς στους αναγνώστες του εντύπου του.
            Και, επειδή νόμιζε ότι «είχε πιάσει λαβράκι» δεν σταματούσε εκεί. Πεπεισμένος προφανώς ότι είχε κάνει τη μεγάλη… δημοσιογραφική αποκάλυψη συνέχιζε ακάθεκτος: «Πότε τα είπαν οι ερευνητές με τους πολίτες, πότε επεξεργάστηκαν τα ευρήματα, πότε κατέληξαν σε συμπεράσματα, ένας Θεός ξέρει»…
            Τι είχε, όμως, συμβεί στην πραγματικότητα; Το πιθανότερο είναι ότι ο αναλυτής δεν είχε διαβάσει καν την εφημερίδα σε βάρος της οποίας άφηνε τον βαρύτατο υπαινιγμό. Διότι αν όντως είχε διαβάσει το κυριακάτικο «Πρώτο Θέμα» θα είχε δει τη διατύπωση του ερωτήματος που ήταν σε χρόνο μέλλοντα και είχε επί λέξει ως εξής: «Ο πρωθυπουργός θα εμφανιστεί στη ΔΕΘ για τις καθιερωμένες εξαγγελίες. Πιστεύετε ότι θα εφαρμοστούν οι κυβερνητικές εξαγγελίες ή όχι;».
            Είχαν ρωτηθεί δηλαδή οι πολίτες εκ των προτέρων αν ήταν έτοιμοι να πιστέψουν τα όσα θα έλεγε τις επόμενες ημέρες ο πρωθυπουργός στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Και είχε καταγραφεί με σαφήνεια το υψηλό ποσοστό των πολιτών που έχουν κλείσει τα αυτιά τους στον Αλέξη Τσίπρα –ενδεχομένως και σε άλλους πολιτικούς, αλλά σε αυτή τη φάση με τον συγκεκριμένο που έχει… διαπρέψει κατά το παρελθόν με το διαβόητο «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης»- προεξοφλώντας ότι τα όσα θα πει δεν πρόκειται να εφαρμοστούν.
            Ένας άλλος αρθρογράφος προερχόμενος από την ίδια… «δημοσιογραφική σχολή» στην οποία έχουν… διδαχθεί ότι μας επιτρέπεται να κάνουμε σχόλια χωρίς να έχουμε υπόψη μας τα δεδομένα που σχολιάζουμε, ήταν ακόμη πιο… προχωρημένος. Από το βράδυ του Σαββάτου και με βάση το εξώφυλλο της εφημερίδας που είχε δει αναρτημένο στο Διαδίκτυο,μάς εγκαλούσε για «παραπλανητικούς τίτλους».
Κατά την αντίληψη του, η είδηση που προέκυπτε από τη δημοσκόπηση δεν ήταν ότι η επίδοση της Νέας Δημοκρατίας και το προβάδισμα των 10,9 εκατοστιαίων μονάδων που είχε από τον  ΣΥΡΙΖΑ μεταφράζεται σε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία 156 εδρών. Κατά τον ισχυρισμό του, η είδηση ήταν στον υπότιτλο που είχε το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας μας και ανέφερε ότι «Ο Τσίπρας μαζεύει τη διαφορά».
Γι΄ αυτό, λοιπόν, εμείς δεν έπρεπε να πούμε στους αναγνώστες μας ότι «Ο Μητσοτάκης πάει για αυτοδυναμία». Αλλά είμασταν υποχρεωμένοι να περιοριστούμε στην καταγραφή του γεγονότος ότι η δύναμη του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ ήταν ανεβασμένη κατά 2,9%, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα της ίδιας εταιρίας. Με άλλα λόγια, το μείζον δεν ήταν ότι, παρά την άνοδο του κυβερνώντος κόμματος, η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται σε τροχιά αυτοδυναμίας, αλλά –γιατί αλήθεια;- το αντίθετο.
Ο ίδιος, αλλά και άλλοι αναλυτές προσπαθούν να βρουν έρεισμα που να στηρίζει την επιχειρηματολογία τους στη θεωρεία του «ταβανιού». Ισχυρίζονται ότι η υψηλή συσπείρωση της ΝΔ –που ξεπερνά το 80%- δεν της αφήνει περιθώρια για υψηλότερη επίδοση, ενώ αντιθέτως η χαμηλή συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ –μεταξύ 40 και 50%- μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα.
Παραλείπουν, ωστόσο δύο πολύ απλά πράγματα, που είναι τα εξής: Αφενός, ότι όλοι οι πολιτικές αλλαγές γίνονται όταν ο νικητής των εκλογών «σπάει το ταβάνι». Και, αφετέρου, ότι ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ τον έχουν εγκαταλείψει οριστικά με αποτέλεσμα ακόμη και αν όλοι οι προηγούμενοι ψηφοφόροι του που τηρούν στάση αναμονής, ως αναποφάσιστοι ή ρέποντες προς την αποχή και το λευκό, επανακάμψουν, το παιχνίδι δεναλλάζει.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αρθρογράφοι επιχειρούν να κάνουν τις επιθυμίες τους πραγματικότητες. Είτε από λάθος εκτίμηση είτε από κακή πληροφόρηση. Είναι, ωστόσο, ίδιον των καιρών τους οποίους διάγουμε να συναντά κανείς τέτοια διαστρέβλωση της πραγματικότητας. ‘Ο,τι δεν βολεύει την εξουσία, υπονομεύεται και δαιμονοποιείται. Οι δημοσκόποι που όλα τα προηγούμενα χρόνια έκαναν έρευνες για φιλοκυβερνητικά μέσα, είναι πλέον… καταδικασμένοι σε ανεργία. Διότι, ως γνωστόν, όλα τα καθεστώτα όταν δεν αρέσκονται στα μηνύματα, σκοτώνουν τους αγγελιαφόρους. 
Αναμφισβήτητα, οι δημοσκοπήσεις δεν είναι παρά «φωτογραφίες της στιγμής», σύμφωνα με το γνωστό στερεότυπο. Ωστόσο, είναι πολλές οι «στιγμές» που εδώ και δύο χρόνια, η μια μετά την άλλη, οιμετρήσεις της κοινής γνώμης αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που όση δαιμονολογία και αν επιστρατεύσουν τα φιλοκυβερνητικά τρολ δεν μπορούν να την αλλάξουν. Είναι η πραγματικότητα που θέλει για πρώτη φορά από τη Μεταπολίτευση, οπότε γίνονται μετρήσεις στη χώρα μας, να ισχύουν τα εξής τρία δεδομένα:
*Πρώτον, να προπορεύεται για πάνω από δύο χρόνια και με σαφές προβάδισμα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε όλες ανεξαιρέτως τις έρευνες –ακόμη και από εταιρίες «μαϊμούδες» που στήνουν εξαρτώμενα από την κυβέρνηση πρόσωπα.
*Δεύτερον, να έχει πάρει κεφάλι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και να υπερέχει τόσο πολύ -38,4% έναντι 25%- από τον εν ενεργεία πρωθυπουργό στο ερώτημα για το ποιος είναι καταλληλότερος για το αξίωμα.
*Τρίτον, να αποτυπώνεται τέτοια θηριώδης διαφορά στη λεγόμενη «παράσταση νίκης», καθώς σχεδόν το 70% των πολιτών προεξοφλούν νίκη της ΝΔ, έναντι μόλις ενός ισχνού 14% που πιστεύει ότι μπορεί να επικρατήσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην προσεχή εκλογική αναμέτρηση.
Αυτά, σε σχέση με τις μετρήσεις. Τα υπόλοιπα θα τα πουν οι κάλπες, που όσο είναι έτσι οι μετρήσεις, μάλλον θα καθυστερούν. Μήπως και οι επιθυμίες γίνουν πραγματικότητα...

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

«Προστάτες των ΣΥΡΙΖΑίων Αμερικάνοι»!



Να κλάψει, άραγε, ή να γελάσει κανείς με τα πανηγύρια που επιχειρούν να στήσουν οι κυβερνώντες και τα φερέφωνά τους για την αμερικανική παρουσία στη ΔΕΘ; Είναι, λέει, τιμώμενη χώρα οι ΗΠΑ και δεν μπορούν να κρύψουν τη χαρά τους επειδή –o tempora o mores!- στη Θεσσαλονίκη θα υπάρξουν «αυστηρά μέτρα ασφαλείας με τη συνδρομή πρακτόρων του FBI»!
Αν έχει απομείνει έστω κι ένας ειλικρινής αριστερός που εξακολουθεί να στηρίζει αυτή την κυβέρνηση δεν θα ήθελα, ειλικρινά, να είμαι ούτε ψύλλος στον κόρφο του. Η δουλοφροσύνη που εκπέμπουν «τα έργα και οι ημέρες» του Αλέξη Τσίπρα και των συνεργατών του δεν έχει το προηγούμενό της όχι μόνον σε περιόδους  δημοκρατικής διακυβέρνησης αλλά ούτε και στις πιο σκοτεινές εποχές που την εξουσία κατείχαν ανδρείκελα χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση.
Οι άνθρωποι που γαλουχήθηκαν πολιτικά φωνάζοντας μέχρι πρότινος και σε κάθε ευκαιρία «φονιάδες των λαών Αμερικάνοι», έχουν εναποθέσει όλες τους τις ελπίδες τους για μακροημέρευση στην εξουσία στο έλεος των υπερατλαντικών συμμάχων. Το 2016 είχαν ποντάρει όλα τα λεφτά τους στον απερχόμενο Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα από τον οποίο ανέμεναν να υποχρεώσει τους Ευρωπαίους να μας «κουρέψουν» το χρέος.
Όταν αποδείχθηκαν φρούδες οι ελπίδες με τον Ομπάμα, δεν είχαν πρόβλημα να αρχίσουν τις ρεβεράντζες με τον διάδοχό του Τραμπ τον οποίο νωρίτερα καθύβριζε, ως μη όφειλε, ο αμετροεπής κ. Τσίπρας. Είναι αστείο να θυμάται κανείς ότι μετά το ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον, τα ελληνικά μέσα κατακλύζονταν από διοχετευμένα δημοσιεύματα που υποστήριζαν ότι η συμφωνία για την αναβάθμιση των F-16 έγινε για να πειστεί ο Αμερικανός Πρόεδρος και να… πιέσει υπέρ της διευθέτησης του ελληνικού χρέους, αφού το «κούρεμα» είχε πλέον αρχίσει να ξεχνιέται.
«“Αμερικανική βοήθεια” στο ζήτημα του χρέους», μας πληροφορούσε το πρωτοσέλιδο έγκριτης εφημερίδας των Αθηνών στις 23 Οκτωβρίου 2017. Εκεί διαβάζουμε ότι «από τις δημόσιες δηλώσεις Τραμπ, τις ενημερώσεις που ακολούθησαν, αλλά και ιδιωτικές συζητήσεις με Αμερικανούς αξιωματούχους προκύπτει σαφώς ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει αποφασίσει να στηρίξει την Ελλάδα, όχι μόνο μέσω της ενθάρρυνσης επενδύσεων και της ενίσχυσης του διμερούς εμπορίου, αλλά και της άσκησης της επιρροής του στο θέμα του χρέους».
Και αμέσως μετά μαθαίνουμε, προφανώς από κυβερνητικές διαρροές, ότι «ο Έλληνας πρωθυπουργός ικανοποιήθηκε από την εξέλιξη, καθώς ευλόγως ανησυχούσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ, σύμφωνα με παλαιότερες δηλώσεις του ίδιου του προέδρου, δεν θα ασχολείτο με το ελληνικό χρέος, όπως είχε κάνει ο Μπαράκ Ομπάμα».
Και τι ήταν εκείνο που τον ικανοποίησε; Το γεγονός  ότι «ο Αμερικανός πρόεδρος το διακήρυξε δημόσια, ενώ στην αναγκαιότητα “να γίνει κάτι” με το χρέος αναφέρθηκε, από την πλευρά του, και ο αντιπρόεδρος Πενς».
Έγινε κάτι; Όχι βέβαια. Αλλά αυτό, όπως μαθαίνουμε από το ίδιο δημοσίευμα, οδήγησε τον Αλέξη Τσίπρα στο να προσκαλέσει τον κ. Πενς «να ηγηθεί της αμερικανικής αποστολής στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του ’18, όπου τιμώμενη χώρα θα είναι οι ΗΠΑ».
Και ο αντιπρόεδρος; «Άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο, λέγοντας μάλιστα ότι μαζί με τη σύζυγο και τις κόρες του είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια και αναζητούσαν ευκαιρία να ξανάρθουν»,  μας γνωστοποιείται και πάλι από το ίδιο δημοσίευμα.
Όσο, όμως, αυταπάτη ήταν το «κούρεμα» που θα μας έκανε ο Ομπάμα, άλλο τόσο φαντασίωση αποδείχθηκε η ικανοποίηση του Τσίπρα από τον Τραμπ. Και πολύ περισσότερο ψευδαίσθηση ήταν και πάει και το πολυαναμενόμενο ταξίδι του Πενς στη Θεσσαλονίκη.
Απτόητοι, ωστόσο, οι κυβερνώντες δεν αφήνουν την… πεζή πραγματικότητα να τους χαλάσει το «αφήγημα» ότι μετά την Ευρώπη αλλάζουν και την Αμερική. Διότι μπορεί να μη μας καταδέχθηκε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, μπορούμε, όμως, να παρηγορηθούμε με τους πράκτορες του FBI, για την παρουσία των οποίων μας ενημέρωσε περιχαρής φιλοκυβερνητική εφημερίδα
Το περί ού ο λόγος επιφανές φερέφωνο της ΣΥΡΙΖΑϊκής εξουσίας, δυστυχώς, δεν μας διευκρίνισε αν πρόκειται για τους ίδιους πράκτορες του FBI από τους οποίους ανέμενε το κυβερνητικό παρακράτος να στείλουν στοιχεία για το σκάνδαλο Novartis ώστε να δικαιολογηθούν εκ των υστέρων οι διώξεις κατά των επικίνδυνων πολιτικών αντιπάλων που πρέπει να εξουδετερωθούν.
Αλλά και αν δεν είναι οι ίδιοι, δεν υπάρχει πρόβλημα για να διαφημιστεί η παρουσία τους στη χώρα μας. Καθότι, έτσι, μπορεί να φοβηθούν όσοι ετοιμάζονται να διαδηλώσουν στη Θεσσαλονίκη κατά της, εν γένει, κυβερνητικής πολιτικής αλλά και πιο συγκεκριμένα ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών στην οποία, ως γνωστόν, έχει τόσο πολύ επενδύσει ο αμερικανικός παράγων.
Τόσο που ο περιβόητος Μάθιου Νίμιτς, ο Αμερικανός διπλωμάτης ο οποίος ανάλωσε τη μισή του καριέρα για να λύσει το Σκοπιανό επ΄ ωφελεία των βόρειων γειτόνων μας, να φθάσει μέχρι του σημείου να εκβιάσει ανοικτά τους ψηφοφόρους της ΠΓΔΜ ότι αν δεν πουν «ναι» στο επικείμενο δημοψήφισμα της 30πης Σεπτεμβρίου, θα αλλάξει η κυβέρνηση στην Ελλάδα και –για φαντάσου!- θα χαθεί η ευκαιρία υλοποίησης της Συμφωνίας των Πρεσπών!
Το μόνο που μένει μετά ταύτα είναι στο σαββατιάτικο συλλαλητήριο οι διαδηλωτές να κάνουν τη Θεσσαλονίκη να δονείται από το σύνθημα: «Προστάτες των ΣΥΡΙΖΑίων Αμερικάνοι».
Βρίσκετε κάτι άλλο που να αντιπροσωπεύει καλύτερα τον μοναδικό πολιτικό σουρεαλισμό τον οποίο ζούμε; 

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Στας δυσμάς του βίου τους…



            Φανταστείτε λίγο το σκηνικό στο Μέγαρο Μαξίμου: Ο Αλέξης Τσίπρας κάθεται στην κορυφή του τραπεζιού συσκέψεων του πρωθυπουργικού γραφείου και ζητάει από τους συνεργάτες του να του προτείνουν πρόσωπα για τον ανασχηματισμό τη κυβέρνησης με τον οποίο θέλει να σηματοδοτήσει το «ιστορικό» πέρασμα από τη μνημονιακή στη μεταμνημονιακή Ελλάδα.
            «Την Κατερίνα Νοτοπούλου, πρόεδρε!», αναφωνεί πρώτος ο πιο θαρραλέος από τους συνεργάτες. «Είναι νέα, όμορφη και αριστερή», επιχειρηματολογεί. Ο Τσίπρας, όμως, δείχνει να μην πείθεται. Το ύφος του μαρτυρά ότι επιθυμεί κάτι πιο εντυπωσιακό. «Το βρήκα. Υπάρχει και άλλη Κατερίνα που μπορούμε να υπουργοποιήσουμε», πετάγεταινα πειάλλος πρωθυπουργικός συνεργάτης. «Δεν είναι τόσο νέα, αλλά η επιλογή της θα κάνει πάταγο…», εξηγεί ο ίδιος, προκαλώντας ενθουσιασμό στους παρευρισκόμενους μόλις τους «αποκάλυψε» ότι εννοούσε την… Κατερίνα Παπακώστα.
            Κάπως έτσι το γαϊτανάκι με τις φαεινές ιδέες του πρωθυπουργικού επιτελείου φαίνεται να έφθασε στην ανάσυρση της «χιλιοτραγουδισμένης» Μαριλίζας Ξενογιαννακοπούλου, στην ανακάλυψη της «ξεχωριστής οντότητας» που ακούει στο όνομα Μυρσίνη Ζορμπά, στην επανάκαμψη στο κυβερνητικό σχήμα της«πολυθρύλητης» Μαρίνας Χρυσοβελώνη και στην αναβάθμιση του χαρισματικούηγέτη Φώτη Κουβέλη. Μία προς μία και όλες μαζί «χρυσές εφεδρείες» της ελληνικής πολιτικής ζωής που αναλαμβάνουν το τιτάνιο έργο της  επιστροφής της χώρας στην κανονικότητα και της οικονομίας της στην απογειωτική ανάκαμψη.
            Ας μην παραπονούμεθα, όμως. Ο ίδιος, άλλωστε, ο κ. Τσίπραςμάς είχε προϊδεάσει για τις προθέσεις του με το περιβόητο διάγγελμα, με το οποίο κήρυξε την έξοδο της χώρας από τα Μνημόνια. «Η Ιθάκη είναι μόνον η αρχή», είχε –εν είδει… απειλής- ισχυριστεί. Τη συνέχεια τη βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Με έναν ανασχηματισμό παραλυτικών ισορροπιών, χωρίς κανένα απολύτως έρμα και δίχως την παραμικρή συνοχή που χαρακτηρίζουν το πολυπληθές συνονθύλευμα του οποίου ηγείται. Και το οποίο φαντάζει παντελώς ανίκανο να υπηρετήσει οποιοδήποτε αφήγημα: μεταμνημονιακό, αριστερό, σοσιαλδημοκρατικό ή ο,τι άλλο μπορεί να βγάζει νόημα.
            Γι΄ αυτό και ο δικαιολογημένος χλευασμόςμε τον οποίο υποδέχθηκετο πανελλήνιο –μια περιήγηση στα αμήχανα φιλοκυβερνητικά μέσα είναι αρκετή- τις ανούσιες αλλαγές που ανακοίνωσε ο κ. Τσίπρας. Η πολυήμερη προετοιμασία που υποτίθεται ότι έκαναν στο Μέγαρο Μαξίμου δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά μόνον την αύξηση του αριθμού των μελών του υπουργικού συμβουλίου, αφού ο πρωθυπουργός δείχνει πλέον «όμηρος» των λεπτών ισορροπιών που τον κρατούν στην εξουσία και αιχμάλωτος των επιλογών του σφιχταγκαλιάσματός του με τον Πάνο Καμμένο.
Είναι προφανές ότι δεν διαθέτει πλέον την ισχύ ή την εξουσία ούτε καν για να επιχειρήσει να ανακατέψει την εσωκομματική τράπουλα. Δεν μπορεί να μετακινήσει του βαρώνους του κόμματος του. Ούτε καταφέρνει να προσελκύσει κάποια σοβαρή προσωπικότητα από άλλον πολιτικό χώρο ή και εξωκομματικούς για να στελεχώσει την κυβέρνησή του. Μοιραία, λοιπόν, υποτάσσεται στην ανάγκη να αποφύγει την ανατροπή του από τον κ. Καμμένο ή οιονδήποτε άλλον. Και βολεύεται με τα περιτρίμματα που επιστρατεύει από τα αζήτητα της πολιτικής.
Η κατάληξη την οποία προοιωνίζεται ότι θα έχει αυτός ο χωρίς προηγούμενο αμοραλιστικός γάμος συμφέροντος ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ του κ. Τσίπρα και στους ΑΝΕΛ του κ. Καμμένου δεν πρέπει να εκπλήσσει. Και σίγουρα δεν εκπλήσσει όσους δεν γοητεύθηκαν από τις βερμπαλιστικές αρλούμπες των προηγούμενων χρόνων για «αριστερά πρόσημα» και άλλα τέτοια ηχηρά παρόμοια που ήταν σαφές ότι δεν τα πίστευαν ούτε εκείνοι που τα εκστόμιζαν.
Για να πούμε, όμως, και του στραβού το δίκιο, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο κ. Τσίπρας δεν πρωτοτυπεί ιδιαιτέρως. Όλες οι κυβερνήσεις του πρόσφατου και του απώτερου παρελθόντος όταν βρίσκονται «στας δυσμάς του βίου τους», λίγο ως πολύ, με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονται. «Ξύνουν τον πάτο του βαρελιού», επιστρατεύοντας όποιο απολειφάδι της πολιτικής θα μπορούσε να τους δώσει θεωρητικές ελπίδες για μακροημέρευση στην εξουσία.
Παρότι, όμως, αυξάνουν σε αριθμό ρεκόρ τα υπουργικά οφίτσια που μοιράζουν, όπως έκανε τώρα ο κ. Τσίπρας, σπάζοντας κάθε προηγούμενη επίδοση τουλάχιστον της μνημονιακής περιόδου, το αποτέλεσμα είναι το ακριβώς αντίθετο του αναμενομένου. Αντί να βελτιωθεί το κλίμα και να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος της ανάκαμψης, δυσχεραίνεται η ατμόσφαιρα και επιταχύνεται η πορεία προς την πτώση.
Το έργο το έχουμε δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές στο παρελθόν από πιο νουνεχείς πολιτικούς. Σκεφτείτε τι αναμένεται τώρα που έχουμε να κάνουμε με έναν ετερόκλητο θίασο του οποίου τα μέλη, με ελάχιστες εξαιρέσεις,διακρίνονται για τις φαντασιώσεις, τις ψευδαισθήσεις και τις ομολογημένες αυταπάτες τους. Αλίμονό μας!

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Τον Τσίπρα και αν τον «πλένεις»…



«Η Ιθάκη είναι μόνον η αρχή», ήταν η καταληκτική φράση στο διαβόητο «διάγγελμα» του Αλέξη Τσίπρα το οποίο θα περάσει στην Ιστορία ως απαράμιλλο μνημείο πόλωσης και διχασμού από έναν πολιτικό που δεν μπορεί να ξεπεράσει τις συνθήκες που τον έφεραν στην διακυβέρνηση μαζί με μια δράκα αμοραλιστών τους οποίους ο ελληνικός λαός επί δεκαετίες νωρίτερα κατέτασσε μονίμως στο περιθώριο της πολιτικής ζωής.
Δικαίως, λοιπόν, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι υποστήριξαν ότι αυτός ο… κούφιος δήθεν συμβολισμός στον οποίο κατέφυγε ο κ. Τσίπρας είχε περισσότερο χαρακτήρα… απειλής για τα όσα μας επιφυλάσσει η συνέχεια της παραμονής του ίδιου και της ομάδας που τον περιστοιχίζει στην άσκηση της διακυβέρνηση.
Άλλωστε, η μισαλλοδοξία, η εχθροπάθεια και η δαιμονοποίησηαπό την οποία διαπνεόταν από την αρχή ως το τέλος του το σχεδόν 8λεπτο πρωθυπουργικό μήνυμα που διαβάστηκε με φόντο τα ήρεμα νερά του Ιονίου ήταν μάλλον πιο τρομακτικά από τα ίδια τα επίμονα ψέματα και τους θρασείς ισχυρισμούς τουότι «δεν θα διαπράξουμε την ύβρη να αγνοήσουμε τα διδάγματα της Ελλάδας των μνημονίων».
Στεκόμενος απέναντι στον τηλεϋποβολέα (το autocue, για τους μυημένους με τα τηλεοπτικά), μιλούσε ως να βρισκόμαστε ακόμη στις αρχές του 2015,όταν ο ίδιος διέθετε ακόμη την… αντιμνημονιακή παρθενία. Εκτόξευε, χωρίς αιδώ, πολεμικές κραυγές όχι μόνον συλλήβδην κατά των προκατόχων του αλλά και κατά των συνοδοιπόρων του οι οποίοι τον εγκατέλειψαν για να μην τον ακολουθήσουν στην εξευτελιστικές κωλοτούμπες που έκανε τη μια μετά την άλλη. 
«Δεν θα αφήσουμε τη λήθη να μας παρασύρει.Δεν θα γίνουμε λωτοφάγοι.Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τις αιτίες και τα πρόσωπα που οδήγησαν τη χώρα στα μνημόνια», ισχυριζόταν. Και με ανυπέρβλητη θρασύτητα διέγραφε μονοκονδυλιά τις μοναδικές αυταπάτες τις απίστευτες φαντασιώσεις και τις χωρίς προηγούμενο ψευδαισθήσεις που στοίχισαν πανάκριβα τον ελληνικό λαό.
Στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως προσπάθησε να μας πείσει ο κ. Τσίπρας ότι είναι η λήξη του τρίτου κατά σειράν ευρωπαϊκού προγράμματος για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας, οι ηγέτες –διεθνείς και εγχώριοι- επιλέγουν την ενότητα και τη συμφιλίωση των πολιτικών δυνάμεων που αποτελούν προωθητικό παράγοντα προς την κατεύθυνση της οικονομικής ανάκαμψης.
Αυτή, για παράδειγμα, υπήρξε η επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή όταν έλαβε τη μεγάλη απόφαση, κόντρα στην οξεία αντίδραση της τότε αντιπολίτευσης, να προχωρήσει την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Έτσι πορεύτηκεστη συνέχεια ο Ανδρέας Παπανδρέου, αλλά και ο Κώστας Σημίτης που έβαλε τη χώρα στην ευρωζώνη σε πείσμα των αντιπάλων του που μιλούσαν για «τραβεστί οικονομία» και τον κατηγορούσαν για «δημιουργική λογιστική». Αν η Ελλάδα δεν ήταν στην Ευρωζώνη, ας μη σκεφτόμαστε καλύτερα ποια θα ήταν η τύχη της σήμερα….
Με τη βεβαιότητα ότι έκαναν το σωστό, οι πολιτικοί που έχουν περάσει στο πάνθεον των ηγετών, δεν ανάλωναν τον χρόνο τουςυβρίζονταςόσους τους ασκούσαν την κριτική. Και αυτή είναι η τεράστια διαφορά τους από τον κ. Τσίπρα, ο οποίος ξέρει ότι όλα όσα ισχυρίζεται δεν αντέχουν στην κοινή λογική. Γι΄ αυτό και καταφεύγει στην επίθεση κατά πάντων. Το κάνει, αφενός, διότι δεν ανέχεται την κριτική, αλλά κυρίως, επειδή, όπως έχει αποδείξει πολλές φορές, ξέρει ότι το «αφήγημά» του δεν έχει συνοχή και ειρμό.
Γι΄ αυτό και είναι ειλικρινά απορίας άξιον πως αισθάνθηκαν όλοι όσοι φιλοτεχνούν τελευταία το πορτρέτο του δήθεν «σοσιαλδημοκράτη Τσίπρα που λογικεύτηκε» και του τάχατες «κεντρώου ΣΥΡΙΖΑ που άφησε πίσω τις ριζοσπαστικές ακρότητες». Θεωρούν ότι έχει λογική η απόπειρα στοχοποίησης προσώπων όπως ο Λουκάς Παπαδήμος και ο Γιάννης Στουρνάρας που συνιστούσε ο ισχυρισμός ότι τα προηγούμενα χρόνια«η δημοκρατία ευτελίστηκε», επειδή «τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες»;
Συνάδουν με το ευρωπαϊκό δημοκρατικό κεκτημένο βερμπαλιστικές ακρότητες όπως οι παρακάτω: «Δεν θα ξεχάσουμε τίποτα από όσα ζήσαμε, γιατί δεν είναι απλά η ύλη για τους ιστορικούς του μέλλοντος.Αλλά είναι τα εφόδια μιας χώρας που γράφει τη νέα σελίδα της ιστορίας της, σε χρόνο ενεστώτα.Φτάσαμε στον προορισμό μας, βγήκαμε από τα μνημόνια, αλλά δεν τελειώσαμε εδώ.Νέες μάχες είναι τώρα μπροστά μας.Οι σύγχρονοι μνηστήρες είναι εδώ και στέκονται ακόμα απέναντι»;
Ας μην υπάρχουν, λοιπόν, αυταπάτες. Ο κ. Τσίπρας ήρθε στην εξουσία εκμεταλλευόμενος στο έπακρο το διχαστικό κλίμα που επικράτησε στην ελληνική κοινωνία όταν ξεκίνησε η κρίση που έκανε αναπόφευκτο το Μνημόνιο, δηλαδή το πρόγραμμα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας με τη χορήγηση φθηνού δανεισμού από τους εταίρους της χώρας. Αν δεν είχε υπάρξει το Μνημόνιο, θα ήταν αιωνίως στο περιθώριο, όπως είναι σχεδόν παντού οι ομοϊδεάτες του.
Παρότι έχει γίνει προ πολλού ο μνημονιακός πρωθυπουργός με τη μεγαλύτερη κυβερνητική θητεία, δεν μπορεί να λειτουργήσει εκτός πόλωσης και σε συνθήκες κανονικότητας. Δεν έχει καμία δυσκολία να αυτοαποθεώνεται για τη δική του μοναδική μνημονιακήπροσήλωση, ούτε να κατηγορεί εκείνους που μας έβαλαν στα Μνημόνια επειδή δεν τα τήρησαν με ευλάβεια. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση μιλά με μισαλλόδοξο πάθος και διάθεση εξόντωσης όποιου –προσώπου ή θεσμού- δεν υποτάσσεται στη βούλησή του.
Αυτός ήταν. Και ο ίδιος και απαράλλακτος παραμένει, όπωςαπέδειξε τόσο όταν καθύβριζε όσους τον Αύγουστο του 2015 τον συνέδραμαν στην ψήφιση του τρίτου και βαρύτερου Μνημονίου, όσο και με το «διάγγελμα» της Ιθάκης. Παραμένει σταθερά ανεπίδεκτος μαθήσεως στα μαθήματα της συναίνεσης και της τήρησης των κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού τους οποίους είναι δύσκολο να αποδεχτεί ένας πολιτικός που γαλουχήθηκε με το πνεύμα του «καταληψία» και είναι εκείνο από το οποίο εξακολουθεί να διακατέχεται.
Με άλλα λόγια, φαντάζει ότι είναι μάταιος κόπος να περιμένει κανείς να αλλάξει τώρα και να γίνει νουνεχής άνθρωπος της συνεννόησης και της καταλλαγής. Γι΄ αυτό και, παραφράζοντας μια γνωστή παροιμία, εύκολα μπορεί να αντιτείνει κανείς σε όσους βλέπουν «κανονικοποίηση» της σημερινής εξουσίας ότι «τον Τσίπρα και αν τον “πλένεις”…».

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Γιατί ο Τσίπρας παραχαράσσει τη μνημονιακή «Οδύσσεια»



Ό,τι και αν φαντασιώνονται διάφοροι ΣΥΡΙΖΑίοι αξιωματούχοι, δεν νομίζω να υπάρχει εχέφρων πολίτης αυτής της χώρας που να μην ευαρεστείται επειδή, έστω και με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για το τυπικό τέλος των προγραμμάτων διάσωσης της ελληνικής οικονομίας. Ου μην αλλά και της ελληνικής κοινωνίας η οποία, αν τα πράγματα κυλούσαν διαφορετικά, είναι πλέον ή βέβαιο ότι θα πλήρωνε ακόμη βαρύτερο τίμημα από το ήδη βαρύ που ήδη κατέβαλε στη διάρκεια της δεκαετούς μνημονιακής «Οδύσσειας».
Καθώς, όμως, ο μεγάλος αυτός κύκλος δείχνει να κλείνει, αφού τέταρτο χρηματοδοτικό πρόγραμμα δεν πρόκειται να μας δοθεί, το ζητούμενο δεν είναι –ή μάλλον δεν θα έπρεπε να είναι- αν θα στηθούν ή όχι πανηγύρια για να γιορτάσουμε κάτι για το οποίο μόνον μελαγχολικά συναισθήματα προκαλούνται στο συλλογικό κοινωνικό υποσυνείδητο, αφού, εκτός όλων των άλλων, υπάρχουν «ουρές» με επερχόμενα νέα επώδυνα μέτρα.  
Το μεγάλο ζητούμενο, αντιθέτως, είναι –ή θα έπρεπε να είναι- η αναζήτηση για το τι αφήνει πίσω του αυτός ο δεκαετής κύκλος της κρίσης. Με άλλα λόγια, το «ορόσημο» της 21ης Αυγούστου 2018 θα ήταν πιο χρήσιμο να αποτελέσει αφορμή όχι για τελετές και παρελάσεις, αλλά για αναστοχασμό των δεδομένων που μας οδήγησαν στα Μνημόνια και για αποτίμηση των λόγων που μας κράτησαν καθηλωμένους σε αυτά επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα.
Με ευθύνη πρωτίστως των κυβερνώντων, δυστυχώς, δεν διαφαίνεται καμία απολύτως τέτοια πρόθεση. Με τις ίδιες αυταπάτες, φαντασιώσεις και ψευδαισθήσεις που οδηγηθήκαμε στην κρίση, η οποία έφερε τα Μνημόνια, κινούμαστε και προς την υποτιθέμενη πορεία εξόδου. Άλλωστε, ακόμη και στην μάλλον αυτονόητη αλληλουχία των γεγονότων –η κρίση έφερε το Μνημόνιο ή το Μνημόνιο την κρίση;- δεν έχουμε καταφέρει να συνεννοηθούμε οι πολιτικές δυνάμεις και οι πολίτες σε αυτή τη χώρα.
Μια σημαντική μερίδα συμπατριωτών μας, που δεν αποκλείεται να αποτελεί και πλειονότητα, θεωρεί ακόμη και σήμερα ότι η ένταξη στα Μνημόνια δεν ήταν παρά «προϊόν συνωμοσίας από τις δυνάμεις του κακού» που η σύνθεσή τους ποικίλλει ανάλογα με τις δοξασίες ενός εκάστου: ορισμένοι αρκούνται στην απλοϊκή προσέγγιση ότι «συνεννοήθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου με το ΔΝΤ», άλλοι που διαθέτουν πιο οργιώδη φαντασία εμπλέκουν περισσότερους «δράκους» στο συνωμοσιολογικό παραμύθι που κυκλοφορεί σε δεκάδες εκδοχές.
Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να μην είναι ο πρώτος διδάξας τη «δαιμονοποίηση» της πραγματικότητας, καθώς υπήρχαν πριν από αυτόν και άλλοι που επεδίωξαν και -ως ένα βαθμό έκαναν- καριέρα ως «αντιμνημονιακοί», ωστόσο ο νυν πρωθυπουργός είναι εκείνος που χρεώνεται πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο το γεγονός ότι επί των ημερών του τερματίστηκε ο αμοραλιστικός λαϊκισμός εξαιτίας του οποίου η ελληνική κοινωνία εμποδίζεται να βγάλει σωστά συμπεράσματα ώστε να της γίνουν μαθήματα τα δεινά μνημονιακά παθήματα.
Όσες και όποιες δικαιολογίες και αν είχε παλαιότερα ο κ. Τσίπρας, όταν επικαλούνταν τις αυταπάτες που προέρχονταν από την απειρία του, η επιμονή του στις παραπλανητικές περιγραφές της κατάστασης στην οποία βρίσκει τη χώρα η λήξη του τρίτου και βαρύτερου (ολοδικού του) προγράμματος είναι απολύτως αναντίστοιχη με την πραγματικότητα αλλά και με τις προσδοκίες που έχει πλέον η κοινή γνώμη.
Κακά τα ψέματα, δεν χρειάζεται να είναι κάποιος -κατά τους χαρακτηρισμούς του συρμού- «φιλοΣΥΡΙΖΑ» ή «αντιΣΥΡΙΖΑ» για να παραδεχθεί ότι η Ελλάδα του σήμερα είναι φτωχότερη και πιο αδύναμη από ότι ήταν στο πρόσφατο παρελθόν. Είναι φτωχότερη και πιο αδύναμη όχι μόνον από την Ελλάδα του 2004, όταν έφτασε στο απώγειο της αμέριμνης ευημερίας, ή του 2008, όταν ξεκίνησε η ύφεση, αλλά και από την Ελλάδα του 2010, που άκουσε το… παρηγορητικό «kalo kouragio» του Όλι Ρεν, και του 2015 που επέλεξε να πειραματιστεί με τον ανεκδιήγητο Για(ν)νη Βαρουφάκη.
Το μεγαλύτερο δυστύχημα, όμως, είναι ότι η Ελλάδα έγινε φτωχότερη και πιο αδύναμη όχι μόνον οικονομικά. Έγινε φτωχότερη και πιο αδύναμη σε όλους τους τομείς. Οι θεσμοί της είναι σε μεγαλύτερη κρίση και το πελατειακό κράτος, που όλοι έδειχναν ως μια από τις βασικές πηγές των δεινών, αντί να συρρικνώνεται διευρύνεται. Οι νέοι και εν γένει οι δημιουργικές δυνάμεις του τόπου «παίρνουν των ομματιών τους» και αφήνουν το πεδίο ελεύθερο σε όσους βολεύονται με ρουσφέτια και ψιλοεπιδόματα.        
Γι΄ αυτό και θα περίμενε κανείς από έναν υπεύθυνο πρωθυπουργό, αντί να αναζητεί συμβολισμούς προς άγρα πρόσκαιρων επικοινωνιακών εντυπώσεων, να έβγαινε σε αυτή την συγκυρία και να έλεγε όλη την αλήθεια τόσο για την περίοδο πριν από το Μνημόνιο, όσο και για τα όσα έγιναν -ή θα μπορούσαν να αποφευχθούν- στη διάρκεια των μνημονιακών χρόνων, όπως και για τις πραγματικές –θετικές και αρνητικές- προοπτικές που διανοίγονται μπροστά μας.
Δεν πρόκειται, ωστόσο, να κάνει κάτι τέτοιο ο κ. Τσίπρας. Και δεν θα το κάνει για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, διότι δεν έχει μάθει να το κάνει, όπως έδειξαν οι προσωπικοί του χειρισμοί κατά την πρόσφατη τραγωδία στο Μάτι, όταν, αντί να καρατομήσει την ίδια νύχτα τους υπαίτιους για την εκατόμβη των θυμάτων που παραπλάνησαν και τον ίδιο, επέλεξε να τους καλύψει με επικοινωνιακά τερτίπια. Και δεύτερον, διότι οι κόλακες που τον περιστοιχίζουν –όπως συνήθως συμβαίνει σε όλες τις αυλές των ηγεμόνων- φαίνεται ότι τον έχουν πείσει ότι «δεν χάνεις εσύ από τον Μητσοτάκη».
Όπως και να έχει, δεν θα είναι ο πρώτος που θα πέσει θύμα αυτής της αυταπάτης. Πόσω μάλλον που μιλάμε για τον πρωθυπουργό που έκανε υπουργό Οικονομικών τον Βαρουφάκη επειδή τον θεωρούσε «asset»!

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Όταν τελειώνει η «ρέντα» ενός 44χρονου



Κακώς εκπλήσσονται, όσοι εκπλήσσονται, με τον ισχυρισμό περί της ηλικίας του πρωθυπουργού που προέβαλε ο στενός του συνεργάτης Χριστόφορος Βερναρδάκης για να υπερασπιστεί το… ακαταλόγιστο που (πρέπει να) έχει ο Αλέξης Τσίπρας για την εθνική τραγωδία στην οποία οδήγησαν οι ασυγχώρητες αστοχίες και τα εγκληματικά λάθη όσων είχαν την ευθύνη να αναχαιτίσουν την καταστροφική πυρκαγιά στο Μάτι και να περιορίσουν τις συνέπειες από την ανεξέλεγκτη επέκτασή της.
            «Να μην βάλλεται ένας άνθρωπος, ο οποίος είναι 44 ετών και έχει φορτωθεί όχι μόνο τις πολεοδομικές, χωροταξικές αδυναμίες της πολιτικής προστασίας, τις αδυναμίες πυρόσβεσης, αλλά και το οικονομικό έγκλημα που έχει συντελεστεί απέναντι στη χώρα, αλλά και το έγκλημα στο κοινωνικό κράτος», μας προέτρεψε ο ρέκτης υπουργός Επικρατείας δικαιολογώντας έτσι και τον ρόλο του υπεύθυνου για την στρατηγική της κυβέρνησης.
            Τα όσα είπε δημόσια ο κ. Βερναρδάκης είναι αποκαλυπτικά για τις νοοτροπίες που επικρατούν στον πρωθυπουργικό περίγυρο και για τις απόψεις που ενστερνίζονται όσοι συμβουλεύουν τον κ. Τσίπρα. Εξηγούν, ταυτόχρονα, πολλές από τις αποφάσεις που παίρνονται στον στενό πυρήνα του Μεγάρου Μαξίμου και που όλοι εμείς οι «απέξω» αδυνατούμε να αντιληφθούμε.
            Τίθεται, για παράδειγμα, αυτές τις μέρες από πολλές πλευρές –καλοπροαίρετα και μη- το ερώτημα: Είναι δυνατόν να ήξεραν για νεκρούς στη σύσκεψη, υπό τον πρωθυπουργό, που έγινε στο Συντονιστικό της Πυροσβεστικής τη νύκτα της «Μαύρης Δευτέρας» και να προσπάθησαν να τους κρύψουν; Η απάντηση είναι, δυστυχώς, καταφατική. Ναι, ήξεραν. Και, ναι, προσπάθησαν να το αποκρύψουν.
Καλοπροαίρετοι και μη, δικαίως επανέρχονται με το επόμενο ερώτημα που ευλόγως ακολουθεί είναι: Μα, γιατί να το κάνουν; Κρύβονται οι νεκροί; Η απάντηση είναι προφανής: Όχι, δεν κρύβονται. Μόνον, όμως, που πρόκειται για μια απάντηση που υπακούει στην κοινή λογική. Και η κοινή λογική είναι είδος εν ανεπαρκεία στον τρόπο που ασκούν την πολιτική οι νυν κυβερνώντες.
Μπορούν, για παράδειγμα, άνθρωποι που εμφορούνται από κοινή λογική να διατείνονται ότι αν πουν «όχι» στους ξένους, εκείνοι «θα μας παρακαλούν να μας δανείσουν»; Μπορούν να καλούν τους πολίτες σε δημοψήφισμα και αφού παίρνουν το αποτέλεσμα το οποίο ζητούν, να κάνουν αμέσως μετά το ακριβώς αντίθετο;
Επί σειρά ετών, και πάντως από την περίοδο που ήταν στην αντιπολίτευση, τα πρόσωπα τα οποία έχουν την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας επιδίδονται σε μια μάλλον συστηματική εξαπάτηση των πολιτών. Δεν υπάρχει τομέας της δημόσιας ζωής στον οποίο να μην είναι ανακόλουθοι με τις τερατώδεις υποσχέσεις που έδιναν ή που τα «έργα» τους να μην αναιρούν τα λόγια τους.
Τι να θυμηθεί και τι να ξεχάσει κανείς; Τα Μνημόνια που καταργούνται με ένα νόμο και ένα άρθρο; Τους αντιμνημονιακούς που μαζεύουν καλύτερα τα σκουπίδια; Τις αγορές που θα χορεύουν; Τις… σκοτεινές δυνάμεις που ήθελαν να εξαγοράσουν βουλευτές των ΑΝΕΛ; Τα παιδάκια που λιποθυμούσαν στα σχολεία; Τις ντιρεκτίβες του Ινστιτούτου Φλωρεντίας για να κλείσουν τα ενοχλητικά κανάλια; Τις περιβόητες «λίστες» με τους θησαυρούς στο εξωτερικό από τις οποίες θα είχαμε εισπράξεις μεγαλύτερες και από τη φαντασία του Σώρρα;
Eίναι ατελείωτος κατάλογος με τους ανούσιους βερμπαλισμούς, τις μπούρδες και τις σαχλαμάρες, που βαφτίζονταν «ευφυείς πολιτικές κινήσεις». Η καταγραφή τους θα χρειαζόταν, δίχως υπερβολή, τόμους ολόκληρους για να αποτυπωθεί στην ολότητά τους. Διότι και άλλοι πολιτικοί έχουν, αναμφίβολα, δώσει ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, πλην, όμως, τόσες ψευδαισθήσεις, αυταπάτες, φαντασιώσεις και ωμά ψέματα δεν έχει γνωρίσει η πολιτική ζωή όχι μόνον στη χώρα μας αλλά στον πλανήτη ολόκληρο.
Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ωστόσο, αρκετοί συνέλληνες έδειχναν μαγεμένοι από το ψέμα και εμφανίζονταν εθισμένοι στην εξαπάτηση την οποία υφίσταντο μπροστά στα μάτια τους. Όσο πιο υπερβολικές υποσχέσεις έδιναν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ –τα πετρέλαια που θα μας ξεχρέωναν δια μας, οι αγωγοί με τα ρούβλια ή οι γερμανικές επανορθώσεις που θα μας έκαναν πλούσιους, αρκεί να τις ζητούσε κάποιος από τη Μέρκελ-, τόσο περισσότεροι πείθονταν ότι τα πράγματα ήταν εύκολα. Ότι δεν χρειαζόταν καμία προσπάθεια, ούτε αλλαγές ή μεταρρυθμίσεις, όπως ζητούσαν οι ξένοι και τα εγχώρια… «μίσθαρνα όργανά» τους.
Ακριβώς αυτές, όμως, οι θέσεις, οι απόψεις και, κυρίως, οι νοοτροπίες που οδήγησαν στην εκλογική εκτίναξη των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ενείχαν και τον σπόρο της καταστροφής τους. Ήταν, με άλλα λόγια, η «αχίλλειος πτέρνα», που άργησε μεν να αποκαλυφθεί, αλλά όταν ήρθε η ώρα της αποκάλυψης, το αποτέλεσμα δεν μπορούσε παρά να είναι… θανατηφόρο.
Ο συνδυασμός κυνικότητας και αλαζονείας που μέχρι πρότινος φαινόταν να τους περιβάλει με τον μανδύα του άτρωτου, μετατρέπεται πλέον σε απόλυτο μειονέκτημα. Και ίσως να μη χρειαζόταν η εκτατόμβη των θυμάτων για να γίνει κοινό κτήμα και στους πλέον «άπιστους Θωμάδες» που δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι εξαρχής είχαμε να κάνουμε με ένα άτακτο σώμα ανίκανων πολιτικάντηδων οι οποίοι δεν είχαν και δεν απέκτησαν ποτέ καμία εμπειρία διοίκησης. 
Εκείνο που περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο καθίσταται σαφές μετά τα τελευταία δραματικά γεγονότα είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας και οι συνεργάτες του αποτελούν θύματα του ίδιου του εαυτού τους. Θύματα της ευκολίας με την οποία ανέλαβαν την εξουσία. Είναι όπως οι νεόπλουτοι και κυρίως όσοι εξ αυτών πλούτισαν κερδίζοντας στο λαχείο που έχουν εμπεδωμένη αντίληψη ότι η εύνοια της τύχης -η «ρέντα», κατά το κοινώς λεγόμενο- θα είναι παντοτινή. Και γι΄ αυτό πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται να κάνουν κάτι για να διαφυλάξουν τα κεκτημένα, παρά να συνεχίσουν να ρισκάρουν.
Επειδή, όμως, η τύχη δεν είναι αιώνια, υπάρχει ένα σημείο καμπής κατά το οποίο ακόμη και οι… 44χρονοι πρωθυπουργοί έρχονται αντιμέτωποι με την αμείλικτη πραγματικότητα. Εκεί βρισκόμαστε τώρα. Στη φάση που ο κ. Τσίπρας, ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του… αιώνιο νικητή, δεν μπορεί να αντιληφθεί πόσο σωτήριο θα ήταν αν άλλαζε τακτική και έλεγε από την αρχή όλη την αλήθεια για όσα δραματικά συνέβησαν στην Ανατολική Αττική. Στη φάση που δεν καταλαβαίνει πόσο λάθος να είναι να υποτάσσονται τα πάντα στους επικοινωνιακούς ελιγμούς, όπως τον έπεισαν οι… Βερναρδάκηκες που τον ανακήρυξαν σε… εξπέρ παγκόσμιας εμβέλειας.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο –με τη δική του ή όχι συναίνεση, λίγη σημασία έχει- έγινε η άθλια απόπειρα συγκάλυψη της πραγματικότητας στο Μάτι. Το έχουν κάνει –επιτυχώς, είναι η αλήθεια- εκατοντάδες φορές ως τώρα. Μόνον που δεν μπορεί να το κάνουν για πάντα. Και, πάντως, όχι με άλλοθι τη «ρέντα». Ούτε, φυσικά, την ηλικία.