Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Γιατί δεν βρίσκει υποψηφίους ο ΣΥΡΙΖΑ


Η δυστοκία που παρατηρείται στην αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ που θα κατέλθει στον Δήμο Αθηναίων δεν είναι παρά μόνον η «κορυφή του παγόβουνου» πίσω από την οποία δεν μπορεί να κρυφθεί η στελεχιακή γύμνια που χαρακτηρίζει το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Όσο και αν οι πολυπλόκαμοι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί που έχουν τεθεί στην υπηρεσία της κυβέρνησης πασχίζουν να πείσουν για το αντίθετο, γεγονός αναμφισβήτητο αποτελεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε μια περίκλειστη λέσχη στελεχών, η οποία, παρά τον εμπλουτισμό της από διάφορους θεσιθήρες που μετακινήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ την περίοδο του ανοδικού κύματος, δεν κατάφερε να αποκτήσει ερείσματα στο ευρύ κοινωνικό σώμα.
Παρά τις αναμφίβολες εκλογικές επιτυχίες τις οποίες είχε αρχικά στις δίδυμες κάλπες του 2012, που τον έφεραν στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και εν συνεχεία στις αναμετρήσεις του 2015, που του έδωσαν την διακυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να γίνει το μεγάλο και μαζικό κόμμα που θα υποκαθιστούσε το ΠΑΣΟΚ και θα αποτελούσε το αδιαφιλονίκητο «αντίπαλον δέος» απέναντι στη ΝΔ στο παραδοσιακό παιχνίδι της δικομματικής εναλλαγής.
Οι αυτοδιοικητικές εκλογές που διεξήχθησαν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, δηλαδή τον Μάιο του 2014, ήταν η πρώτη σοβαρή ένδειξη ότι το φουντωμένο δένδρο του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ρίζες στις τοπικές κοινωνίες. Η σχετικά άνετη επικράτησή του στην κάλπη των ευρωεκλογών, δεν είχε την ίδια εξέλιξη στις κάλπες για τους Δήμους και τις Περιφέρειες που έγιναν ταυτόχρονα.
Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι υποψήφιοι που είχαν το χρίσμα της Κουμουνδούρου κατέγραψαν χαμηλές έως πολύ χαμηλές επιδόσεις. Και έτσι στα δύο όργανα εκπροσώπησης των δύο αυτοδιοικητικών βαθμίδων, την ΚΕΔΕ και την ΕΝΠΕ, οι ΣΥΡΙΖΑίοι «τοπικοί άρχοντες» ήταν μειοψηφία.
Ένας από τους λόγους της αποτυχίας τους ήταν η αλαζονεία του μικρομεγαλισμού από τον οποίο διακατείχοντο τότε τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Αλαζονεία η οποία μαζί με το διχαστικό πνεύμα ήταν τα δύο κύρια χαρακτηριστικά με τα οποία εφόρμησαν για να πάρουν όλες τις εξουσίες: στην αυτοδιοίκηση, στον συνδικαλισμό, στη Βουλή και όπου αλλού –Δικαιοσύνη, ανεξάρτητες αρχές, μέσα ενημέρωσης και επιχειρήσεις- μπορούσαν να βάλουν πόδι με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα.
Κατά έναν πρωτοφανώς απαράδεκτο τρόπο, είχαν μοιράσει τους πολίτες σε «μνημονιακά μιάσματα» και «αντιμνημονιακούς οσίους». Όποιον κατέτασσαν στη δεύτερη κατηγορία, είχε καλώς. Όποιος, από την άλλη, υποστήριζε λογικά πράγματα, όπως αυτά που και οι ίδιοι υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν ενάμισι χρόνο αργότερα, ήταν δακτυλοδεικτούμενος, τον στοχοποιούσαν και, αν δεν έκανε δήλωση αντιμνημονιακής νομιμοφροσύνης, μέχρι και την… καλημέρα του έκοβαν.
Αυτά το 2014. Τότε που η σημερινή υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη Κατερίνα Παπακώστα ήταν για τα φίλα προσκείμενα στην Κουμουνδούρου μέσα ενημέρωσης η… «Ζαρούλια της ΝΔ». Τότε που είχε βγει απαγορευτικό συνεργασίας με στελέχη του ΠΑΣΟΚ που δεν έδιναν «γη και ύδωρ» στους επελαύνοντες προς την εξουσία παραγοντίσκους του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίοι είχαν μεθύσει από την ξαφνική έξοδό τους από το περιθώριο στο οποίο τους κατέτασσαν επί δεκαετίες οι ψηφοφόροι.
Τεσσεράμισι χρόνια αργότερα, αν εξαιρέσει κανείς τις ψευδεπίγραφες διακηρύξεις που εφευρίσκονται για να δικαιολογηθούν οι κωλοτούμπες, τίποτε άλλο δεν θυμίζει το παρελθόν. Οι άλλοτε «συφοριασμένοι» ΠΑΣΟΚοι έχουν γίνει… πολύφερνες νύφες. Σε Δήμους και Περιφέρειες όλης της επικράτειας, όποιος διαθέτει ακόμη και την παραμικρή προϋπηρεσία με «πράσινο» συνδυασμό, ή μπορεί να πάρει χρίσμα από το ΚΙΝΑΛ, βλέπει τους ΣΥΡΙΖΑίους να σπεύδουν αυτοβούλως να στοιχηθούν πίσω του.
Αντιστρέφοντας συνήθειες δεκαετιών έχουμε φθάσει στο απίστευτο σημείο αντί να ζητούν χρίσματα οι υποψήφιοι, αυτά να τους προσφέρονται από την Κουμουνδούρου, οι άνθρωποι της οποίας, επειδή στις περισσότερες περιοχές δεν βρίσκουν υποψηφίους, ψάχνουν να… κρυφτούν πίσω από προερχόμενους από το ΠΑΣΟΚ υποψηφίους.
Το αστείο, μάλιστα, είναι ότι προκειμένου να καλύψουν την αδυναμία τους και να αποφύγουν τη συντριπτική ήττα που όλα δείχνουν ότι περιμένει τους δικούς τους υποψηφίους, ισχυρίζονται πως δήθεν άλλαξαν τακτική και δεν θα δώσουν χρίσματα αυτοί που έχριζαν υποψηφίους ακόμη και όταν με το ζόρι περνούσαν το κατώφλι του 3% σε πανελλαδική βάση. 
«Δεν θα ακολουθήσουμε τη λογική των κομματικών χρισμάτων στις αυτοδιοικητικές», δηλώνει ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρλέτης. «Είναι μια λογική παλαιάς κοπής, που ακολουθεί ο κ. Μητσοτάκης», υποστήριξε από τη Θεσσαλονίκη, όπου βρέθηκε για να… χρίσει(!) υποψήφια για τον δεύτερο Δήμο της χώρας την υφυπουργό Κατερίνα Νοτοπούλου. Η τελευταία, άλλωστε, επιστρατεύθηκε για να καλύψει -εκούσα, άκουσα- το κενό που δημιούργησε η απόφαση του νυν δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη να μην διεκδικήσει νέα θητεία, παρά τη στήριξη που έλαβε από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα ο οποίος εγκαινίασε πρώτος την τακτική του «παίζουμε κρυφτούλι πίσω από τους ΠΑΣΟΚους».
Η επιλογή αυτή του κ. Τσίπρα δεν ήταν τυχαία. Είναι αποτέλεσμα μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας που έχει δημιουργηθεί εξαιτίας της ψυχρολουσίας που επεφύλαξε στους Έλληνες η διακυβέρνηση των τελευταίων χρόνων. Όπου στήνονται κάλπες, από τους φοιτητές ως τους τραπεζοϋπαλλήλους και από τους δικηγόρους και τους γιατρούς έως τους εκπαιδευτικούς και άλλους δημοσίους υπαλλήλους, οι ΣΥΡΙΖΑϊκές δυνάμεις υφίστανται καταποντισμό σε βαθμό που η Κουμουνδούρου κινδυνεύει να μείνει με μικρότερα ερείσματα στους μαζικούς χώρους από εκείνα που είχε όταν ήταν στο 3%.
Τα ρουσφέτια και οι κάθε είδους μικροεξυπηρετήσεις, η παρεοκρατία και ο νεποτισμός και γενικώς η αναπαραγωγή όλων των παλαιοκομματικών μεθόδων στην οποία επιδόθηκε η τετραετής διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν στάθηκαν ικανές συνθήκες για να αντιστρέψουν την πορεία. Η ανικανότητα και η αναποτελεσματικότητα ανεπάγγελτων, κατά βάση, ανθρώπων, οι οποίοι επί χρόνια το μόνο που είχαν μάθει ήταν να κάνουν κριτική, δεν μπορούσαν μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα να ανατραπούν.
Γι΄  αυτό δεν βρίσκουν υποψηφίους. Και γι΄ αυτό εκείνοι οι… τολμηροί, οι οποίοι μπορεί εν τέλει να βρεθούν, θα πρέπει να ετοιμάζονται για πολύ δυνατό… «μαύρισμα»!

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Η παράνοια της εξουσίας και οι…κρυφές μετρήσεις



            Σε όποιο λεξικό και αν αναζητήσει κανείς την ερμηνεία της λέξης «μεταστροφή» βρίσκει ότι ως τέτοια λογίζεται «οποιαδήποτε στροφή προς άλλη κατεύθυνση». Μάλιστα σε έναν από τους πιο δημοφιλείς ιστότοπους, την Βικιπαίδεια, επισημαίνεται ότι ως όρος η μεταστροφή είναι προσφιλής όταν αναφέρεται στην προπαγάνδα και αποτυπώνεται σε εκφράσεις όπως «μεταστροφή του λαϊκού φρονήματος».
Παρότι το σχετικό λήμμα είναι προγενέστερο των πρόσφατων δηλώσεων του Πάνου Σκουρλέτη με τις οποίες ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ επεχείρησε να αμφισβητήσει τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, τα λεγόμενά του μπορεί να θεωρηθούν ως κραυγαλέο παράδειγμα προπαγανδιστικής χρήσης της λέξης μεταστροφή. «Αυτό το οποίο είναι ορατότατο, πασιφανές, είναι ότι υπάρχει μεταστροφή του κόσμου, η οποία καταγράφεται», ισχυρίστηκε σε μια από τις συνεντεύξεις του.
Το εύλογο ερώτημα για το που και πως καταγράφεται αυτή η μεταστροφή, ο κ. Σκουρλέτης το άφησε να αιωρείται. Σε μια άλλη συνέντευξή του, μάλιστα, έκανε λόγο για δημοσκοπήσεις που υπάρχουν στα χέρια των κομμάτων, χωρίς να δημοσιοποιούνται και οι οποίες «δίνουν μια διαφορετική εικόνα από αυτή που μας παρουσιάζουν τα ΜΜΕ»!
Αν όντως υπάρχουν τέτοιες έρευνες «στα χέρια των κομμάτων», τότε ο πρώτος που τις έχει στα χέρια του είναι ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί, λοιπόν, δεν τις δίνει στη δημοσιότητα; Ποιος τον εμποδίζει; Η απάντηση είναι μάλλον απλή: Διότι δεν υπάρχουν. Όπως δεν υπήρχαν και οι δημοσκοπήσεις υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών τις οποίες επικαλείτο ο τέως υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, χωρίς ποτέ να τις δώσει στη δημοσιότητα, όπως… απειλούσε ότι θα έκανε.
Είναι αλήθεια ότι οι ΣΥΡΙΖΑίοι αξιωματούχοι δεν είναι οι πρώτοι διδάξαντες το παιχνίδι με την αμφισβήτηση των δημοσκοπήσεων. Πολλοί άλλοι κατά το παρελθόν, όταν δεν τους βόλευαν τα ευρήματα των μετρήσεων, κατέφευγαν σε ισχυρισμούς ότι «είναι φωτογραφίες της στιγμής» που «δεν πιάνουν τον σφυγμό της κοινωνίας».
Ωστόσο, ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχε διανοηθεί κάποιος να μιλήσει για… μεταστροφή προτού να παραδεχθεί ότι υπήρξε προγενέστερη στροφή. Γιατί, κακά τα ψέματα, για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρξε ποτέ… στροφή. Και πως αποδεικνύεται αυτό; Μα, από το γεγονός ότι τα -ουκ ολίγα- φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, όσο και το διάστημα που η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προπορεύονται δημοσκοπικά, έχουν πάψει να δημοσιεύουν σφυγμομετρήσεις.
Οπότε, το πιθανότερο είναι ότι οι άμοιροι αναγνώστες, ακροατές και θεατές τους, εφόσον δεν ρίχνουν… κλεφτές ματιές σε άλλα μέσα, μάλλον δεν έχουν πληροφορηθεί ποτέ τη… στροφή που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, κατά τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας σε όλες ανεξαιρέτως τις έρευνες που υπογράφονται από υπαρκτές εταιρίες μετρήσεων βλέπουν την πλάτη των αντιπάλων τους.
Γι΄  αυτό και δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι αν ο γραμματέας του κυβερνώντος κόμματος είχε όντως άλλες δημοσκοπήσεις που υπηρετούν το «αφήγημα» του Μαξίμου και της Κουμουνδούρου, ότι είναι δυνατή η ανατροπή του παγιωμένου σκηνικού που αποτυπώνεται στις μετρήσεις, όχι μόνον δεν θα τις κρατούσαν κρυφές, αλλά θα φωταγωγούνταν η Πλατείας Συντάγματος για την ειδική πανηγυρική τελετή που διοργανωνόταν για την παρουσίασή τους.
Τώρα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Με προφανή ψέματα – «έχουμε άλλες δημοσκοπήσεις»- ή μισές αλήθειες –«έλα μωρέ οι δημοσκοπήσεις, πέφτουν έξω»- προσπαθούν να αποσιωπηθούν τα ευρήματα των μετρήσεων που λίγο ως πολύ λένε τα ίδια πράγματα: ότι, δηλαδή, η Νέα Δημοκρατία έχει αποσπάσει διαφορά που σπανίως έχει καταγράψει άλλοτε αντιπολιτευόμενη δύναμη και ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πρώτος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που προηγείται του εν ενεργεία κατόχου του θώκου στις απαντήσεις για την καταλληλότητα στην πρωθυπουργία.
Η περίπτωση της εταιρίας Public Issue είναι αποκαλυπτική. Οι ιθύνοντες της, ακολουθώντας μια δική τους μεθοδολογία δημοσιεύουν χρόνια τώρα, την αποκαλούμενη «εκτίμηση εκλογικής επιρροής», με βάση την οποία διατυπώνουν πρόβλεψη για το τελικό εκλογικό ποσοστό με αναγωγή των αναποφασίστων και των λοιπών στοιχείων που άλλοι ομότεχνοί τους κατατάσσουν στη λεγόμενη «αδιευκρίνιστη ψήφο». Επί χρόνια πολλά τις μετρήσεις της οι ΣΥΡΙΖΑίοι τις είχαν… ευαγγέλιο. Πριν από τις εκλογές του 2015, μάλιστα, οι έρευνες της εύρισκαν φιλόξενη στέγη στο κομματικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ, την «Αυγή».
Η φιλοξενία, όμως, ίσχυσε για όσο οι προβλέψεις βόλευαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Τον Νοέμβριο, για παράδειγμα του 2014, που η Public Issue έδινε 27% στη ΝΔ και 38,5%, ποσοστά δηλαδή πολύ κοντά σε αυτά που βγήκαν δύο μήνες μετά στην κάλπη, ήταν όλα καλά. Όπως όλα καλά ήταν όταν τον Φεβρουάριο του 2015, που απογειώθηκε η εξαπάτηση του ελληνικού λαού με τις υποσχέσεις ότι «δεν θα ψηφίσουμε ποτέ νέο Μνημόνιο», ο ΣΥΡΙΖΑ εκτινασσόταν στο… 54% και η ΝΔ υποχωρούσε στο 16%.
Το ίδιο και στις δεύτερες εκλογές του 2015, που κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν με τα ποσοστά που του έδινε η Public Issue. Όπως και λίγους μήνες μετά που, καθώς αποκαλυπτόταν η μνημονιακή μετάλλαξη των κυβερνώντων, η ΝΔ στην αρχή ισορρόπησε το παιχνίδι και μετά άρχισε από τους πρώτους μήνες του 2016 που απέκτησε καινούργια ηγεσία να παίρνει κεφάλι. Εκεί κάπου έπαψε και η συνεργασία της Αυγής με την Public Issue, η οποία, μη έχοντας άλλο δίαυλο, αναγκάστηκε τις έρευνες που εξακολουθεί να διενεργεί να τις δημοσιοποιεί πλέον μόνον μέσω Διαδικτύου.
Βλέπετε, το προβάδισμα υπέρ της ΝΔ το οποίο υπολογίζει είναι θηριώδες: έφθασε στις 24 μονάδες τον Οκτώβριο του 2016 και ήταν 16,5% στην πλέον πρόσφατη μέτρηση. Και δεν είναι μόνον αυτό: το 2014 είχε βρει ότι ο Αντώνης Σαμαράς ήταν μπροστά με 13 μονάδες στην καταλληλόλητα ως πρωθυπουργός, ενώ τώρα ο αρχηγός της ΝΔ προηγείται με 18 μονάδες του εν ενεργεία πρωθυπουργού. Πριν από τέσσερα χρόνια, επίσης, το 26% θεωρούσε καταλληλότερη την κυβέρνηση Σαμαρά (έναντι 28% του Αλέξη Τσίπρα), ενώ τώρα μόνον 18% προτιμάει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση και 36% τη ΝΔ.
Με αυτά και με αυτά δεν προκαλεί ίσως ιδιαίτερη εντύπωση που τα φιλοκυβερνητικά μέσα δεν κάνουν πλέον ούτε την παραμικρή μνεία στα ευρήματα της Public Issue. Περιμένουν ίσως τις… αόρατες δημοσκοπήσεις που έχει αλλά κρατάει… κρυφές ο κ. Σκουρλέτης. Εδώ ο Αλέξης Τσίπρας δεν βλέπει τις κλούβες των ΜΑΤ που τον φυλάνε στο σιδερόφρακτο Μαξίμου, τις μετρήσεις θα δουν; Η παράνοια της εξουσίας φαίνεται ότι τις κάνει κι αυτές αόρατες….

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

«Παύλος» ή «φαύλος»;



            Ο χειρισμός τον οποίο ακολούθησε η κυβέρνηση στο Εκκλησιαστικό ίσως δεν πρέπει να εκπλήσσει, καθώς δεν απέχει από τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται όλα τα θέματα: μικρά και μεγάλα.
Στην πραγματικότητα είδαμε να εκτυλίσσεται ένας χειρισμός σχεδόν πανομοιότυπος με πολλούς προηγούμενους: από την αλλαγή πλεύσης το ίδιο βράδυ που οι Έλληνες κλήθηκαν να ψηφίσουν «Όχι» στο πιο ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα όλων των εποχών έως τη «περήφανη» 17ωρη διαπραγμάτευση που οδήγησε στο τρίτο και πλέον επώδυνο Μνημόνιο και από τη… σωτηρία των συντάξεων που επέφερε ο νόμος Κατρούγκαλου έως τη χορήγηση αναδρομικών και την προοπτική μείωσης των εισφορών που προβάλλονται τώρα ως φιλολαϊκές παροχές προς τους βαρύτατα φορολογούμενους Έλληνες πολίτες.
Στο Εκκλησιαστικό συμποσούνται όλα τα χαρακτηριστικά της φαυλότητας που συνθέτουν τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: ιδεοληπτικού τύπου βερμπαλισμοί και μεγαλοστομίες αναντίστοιχες με το μέτρο των πραγμάτων, μικροκομματικοί υπολογισμοί με σταθερή επιδίωξη να προσποριστούν επικοινωνιακά οφέλη και να εκτεθεί η αντιπολίτευση, διαστροφή της πραγματικότητας και επινίκιες ιαχές ακόμη όταν το «Βατερλό» χάσκει μπροστά στα μάτια όλων.
Μην ξεχνάμε ότι στην προκειμένη περίπτωση όλα ξεκίνησαν με τον δήθεν μεγαλεπήβολο στόχο να υλοποιηθεί η παραδοσιακή θέση της Αριστεράς για χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, θέση η οποία συχνά – πυκνά βρίσκει υποστήριξη και από μετριοπαθείς δυνάμεις του Κέντρου και της Δεξιάς. Η αφορμή ήταν, υποτίθεται, η αρξάμενη συνταγματική Αναθεώρηση, στο πλαίσιο της οποίας αναμενόταν η ανακίνηση των ζητημάτων που σχετίζονται με τη διευθέτηση των σχέσεων της Πολιτείας με τους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας και εν γένει τους θρησκευτικούς λειτουργούς.
Ακολουθώντας, όμως, την πεπατημένη, σύμφωνα με την οποία κάθε φορά που προετοιμάζει μια κωλοτούμπα καταφεύγει σε ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα για να την καλύψει, όπως έκανε με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος για να αποπροσανατολίσει από την διάθεσή του να συμβιβαστεί, ο Αλέξης Τσίπρας κάλεσε στο πρωθυπουργικό γραφείο τον Αρχιεπίσκοπο για να ανακοινώσει μια «Ιστορική συμφωνία» που, όπως αποδείχθηκε, ούτε «ιστορική» ήταν, ούτε «συμφωνία».
Από την πρώτη στιγμή διαφάνηκε ότι εκείνο που ουσιαστικά ήθελε ο κ. Τσίπρας ήταν να δικαιολογήσει την απόφασή του να μην προχωρήσει ο χωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος επειδή αυτό θα ήταν εκλογικά επώδυνο για τον ΣΥΡΙΖΑ που ψαρεύει πλέον σε κάθε είδους νερά. Για να το πετύχει, ωστόσο, χρειαζόταν έναν αντιπερισπασμό που θα έστρεφε αλλού το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και θα καταλάμβανε εξ απήνης την αντιπολίτευση.
Έτσι, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προχωρήσει σε μια μικροδιευθέτηση σχετικά με τον τρόπο πληρωμής των κληρικών οι οποίοι δεν θα εισέπρατταν πλέον τον μισθό τους απευθείας από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών, αλλά εφεξής το Δημόσιο θα έδινε ισόποση με τους μισθούς τους επιδότηση (άγνωστο σε ποιον…), επειδή δεν θα νοούνται πλέον δημόσιοι υπάλληλοι.
Παραδόξως η αντιπολίτευση -ή τουλάχιστον ένα μέρος της- παραπλανήθηκε. Ίσως γιατί δεν τους έχουν γίνει μαθήματα τα άπειρα παθήματα που τους επιφυλάσσει όλα αυτά τα χρόνια ο κ. Τσίπρας. Όπως όταν τους λοιδωρούσε ενώ έδιναν ψήφο στο δικό του Μνημόνιο. Ή όταν θέτει στο σκανδαλοθηρικό στόχαστρό του όποιο στέλεχος της αντιπολίτευσης μπαίνει εμπόδιο στα σχέδια του ίδιου και της παρέας του να πάρουν εκτός από την κυβέρνηση και όλες τις εξουσίες. 
Δυστυχώς, όμως, για την κυβέρνηση, δεν παραπλανήθηκαν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, δηλαδή η πλειονότητα των κατώτερων και ανώτερων κληρικών που αντέδρασαν εντόνως στους προεκλογικού χαρακτήρα κυβερνητικούς σχεδιασμούς τους οποίους –ηθελημένα ή αθέλητα- διευκόλυνε ο Αρχιεπίσκοπος αποδεχόμενος έστω και ως πρόθεση συμφωνίας τα 15 σημεία του κοινού ανακοινωθέντος της 6ης Νοεμβρίου που κατέτειναν ουσιαστικά σε ένα και μόνο σημείο:  στην «απελευθέρωση», σύμφωνα με την έκφραση του κυβερνητικού εκπροσώπου, θέσεων για νέους διορισμούς στο δημόσιο.
Ο κ. Ιερώνυμος, αν πιστέψουμε τις διαρροές από το αλληλοσπαρασσόμενο περιβάλλον του, δικαιολογήθηκε στους άλλους Ιεράρχες λέγοντας ότι αντιμετώπισε τον Αλέξη Τσίπρα σαν τον άπιστο και απηνή διώκτη των Χριστιανών Σαούλ ο οποίος ανένηψε όταν, στην πορεία από τα Ιεροσόλυμα προς τη Δαμασκό, τού εμφανίστηκε ο Ιησούς και, αφού ασπάστηκε τη νέα πίστη, έγινε, ως Απόστολος Παύλος, πλέον, διαπρύσιος κήρυκας της.
Παρά, εξάλλου, την ευχέρεια των ελιγμών που αναμφισβήτητα διαθέτει ο κ. Τσίπρας, ο ρόλος του «θαυματοποιού» που υποδύθηκε δεν του βγήκε. Όπως δεν του βγαίνουν οι περισσότερες πρωτοβουλίες τώρα που βρίσκεται σε πορεία εξόδου. Τον πρόδωσε και η υπερβολική σπουδή με την οποία έσπευσε να εκμεταλλευθεί την κατ΄ αρχήν αρχιεπισκοπική ευλογία, όπως και την ήπια στάση που τήρησε αρχικά η αξιωματική αντιπολίτευση.
Το… ψευτοθαύμα της υποσχόμενης πρόσληψης 10.000 νέων δημοσίων υπαλλήλων στη θέση των ιερέων οι οποίοι θα εξακολουθούσαν να πληρώνονται μεν από το δημόσιο ταμείο, αλλά με μια μη αποσαφηνισμένη μέθοδο, αποκαλύφθηκε. Και μαζί αποκαλύφθηκε ότι ο κ. Τσίπρας δεν έγινε -και ούτε θα μπορούσε να γίνει ποτέ του- ο… νέος Απόστολος Παύλος.
Στο τέλος – τέλος όταν ξεκινάς με υψιπετείς διακηρύξεις ότι δήθεν θέλεις να χωρίσεις την Εκκλησία από το Κράτος και, αντ΄ αυτού, καταλήγεις σε μεγαλύτερη σύσφιξη, με την διαιώνιση, αφενός, της πληρωμής των μισθών των ιερωμένων από τον δημόσιο κορβανά και, αφετέρου, με ενεργοποίηση της κοινής εταιρίας για αξιοποίηση της αμφισβητούμενης περιουσίας, δεν μεταμορφώνεσαι σε… Παύλο.
Το μόνο που αποδεικνύεις, έτσι, είναι πόσο φαύλος πολιτικός είσαι, αφού το ενδιαφέρον σου και οι πολιτικές που ασκείς περιορίζονται στον στενό ρουσφετολογικό ορίζοντα της επερχόμενης κάλπης.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Η προβιά του πολιτικού που «δεν ξέρει να χάνει»


Ο…. σοσιαλδημοκρατικός οίστρος με τον οποίο φαίνεται να επέστρεψε ο Αλέξης Τσίπρας από το πρόσφατο ταξίδι του στο Βερολίνο, όπου πήγε για να μιλήσει για το «καθαρό μυαλό» του στους άλλοτε… επάρατους SPDέδες, τους οποίους όλα τα προηγούμενα χρόνια καταχέριαζε από τις συγκεντρώσεις των Die Linke, διήρκεσε όσο και η πρωτολογία του στη συζήτηση στη Βουλή για τη συνταγματική αναθεώρηση.  
Μόλις αντελήφθη ότι όχι μόνον δεν του πήγαινε η «προβιά» του συναινετικού που αίφνης φόρεσε και κυρίως μόλις έγινε σαφές ότι κανέναν δεν κατάφερε να ξεγελάσει με αυτή τη μεταμόρφωσή του, αποκαλύφθηκε βγάζοντας από μέσα του τον καταπιεσμένο αριστερό που, όπως θα έλεγε κι ο ίδιος, «δεν ξέρει να χάνει».
Μπορεί η φράση αυτή να του αποδίδεται για τον υποψήφιο δήμαρχο Αθηναίων που θέλει –αλλά δεν μπορεί ακόμη- να βρει για λογαριασμό του ΣΥΡΙΖΑ, στην πραγματικότητα, όμως, είναι αποκαλυπτική της νοοτροπίας ενός αμοραλιστή πολιτικού που δεν μπορεί να τηρήσει ούτε τους στοιχειώδεις κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού.
Και το έδειξε όταν, προκειμένου να αποποιηθεί τον πρόσκαιρα συναινετικό εαυτό του, δεν δίστασε να κάνει -με την ανοχή του Προέδρου της Βουλής- λάστιχο τον Κανονισμό των κοινοβουλευτικών διαδικασιών ώστε να έχει τον τελευταίο λόγο και να λοιδορεί τους αντιπάλους του στερώντας τους το δικαίωμα της ανταπάντησης.
Έτσι, αφού σε συνεννόηση με το Προεδρείο έστησε το παιχνίδι για να παγιδεύσει τους άλλους αρχηγούς, ξεκίνησε με μελίρρυτες αναφορές που δεν πίστευε κανείς ότι εκστόμιζε ο πολιτικός που χρόνια τώρα πολιτεύεται με το δόγμα «ή εμείς ή αυτοί, ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», «ξεμπερδεύουμε με το παλιό» και άλλα τέτοια ηχηρά παρόμοια.   
«Είναι ώρα το ελληνικό Κοινοβούλιο να πάρει ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες, να υπερβεί μικροπολιτικές σκοπιμότητες και τακτικισμούς, για να δώσει απαντήσεις που δεν αφορούν στο σήμερα, αλλά στο αύριο», είπε ο πολιτικός που έχει ανεβάσει τη μικροπολιτική σκοπιμότητα σε ανυπέρβλητα ύψη.
«Να αρθεί στο ύψος των προσδοκιών και των απαιτήσεων των πολιτών και να αναζητήσει συναινέσεις εκεί όπου αυτές είναι εφικτό να αναζητηθούν», συμπλήρωσε ο αρχηγός ο οποίος έχει μετατρέψει σε καθημερινή πραγματικότητα τον διχασμό και τη μισαλλοδοξία, όπως μαρτυρούν τα υβριστικά non paper που εκδίδονται σωρηδόν από το πρωθυπουργικό γραφείο όταν δεν προλαβαίνει να υβρίσει μέσα από τα social media το alter ego του που ακούει στο όνομα Παύλος Πολάκης.
Ανομολόγητος στόχος του ήταν να… πιάσει στον ύπνο τους άλλους αρχηγούς οι οποίοι, αν έπεφταν στην παγίδα το και ακολουθούσαν σε αυτό τον σκοπό, θα τον έβλεπαν να τους την «πέφτει» στη δευτερολογία που σκόπευε να κάνει μόνον εκείνος, αποκλείοντας όλους τους άλλους. Ναι, όσο και αν μοιάζει τόσο απίστευτα μικροπρεπές, αυτό ήταν το σχέδιο του… μεγάλου ηγέτη που τον έχει πείσει ο περίγυρος του ότι «έχει το πάνω χέρι» στη Βουλή.
Η εποχή, ωστόσο, που ο κ. Τσίπρας μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει με το θράσος του παλαιού καταληψία φαίνεται ότι έχει παρέλθει, μάλλον ανεπιστρεπτί. Γιατί τα κόμματα της αντιπολίτευσης και πρωτίστως η ΝΔ διαμήνυσαν στο προεδρείο της Βουλής ότι δεν θα ανεχτούν το… στήσιμο που επιχειρήθηκε και διεκδίκησαν κι εκείνοι το δικαίωμα στον αντίλογο που ήθελε να τους στερήσει ο κ. Τσίπρας.
Γι΄ αυτό και ήδη από τις πρωτολογίες τους, ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ούτε η Φώφη Γεννηματά, του χαρίστηκαν. Τον αντιμετώπισαν στα ίσα, δείχνοντάς του ότι δεν εμπιστεύονται τίποτε από όλα όσα λέει. Και τον υποχρέωσαν να πετάξει τη μάσκα του συναινετικού στη δευτερολογία και να αποκαλυφθεί με τις προκάτ επιθέσεις που είχε στις σημειώσεις του.
Διότι προκάτ ήταν ο χαρακτηρισμός «πρόεδρος του Εδεσσαϊκού» που απέδωσε στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας. Προκάτ ήταν και η… απειλή που εκτόξευσε κατά της προέδρου του Κινήματος Αλλαγής ότι «αν συνεχίσετε έτσι, θα είναι ο ελληνικός λαός που θα σας δώσει απόφαση για μόνιμη έξωση από το πολιτικό στερέωμα».
Όπως στη ζωή, έτσι και στην πολιτική, εκείνο που ανυψώνει τους ανθρώπους και τους καθιστά άξιους δεν είναι αποκλειστικά και μόνον οι νίκες. Είναι και οι ήττες. Και πρωτίστως η διαχείρισή τους. Να ξέρει, δηλαδή, κανείς να χάνει. Και να χάνει με αξιοπρέπεια. Αργά ή γρήγορα –μάλλον το δεύτερο- θα χάσει και ο κ. Τσίπρας. Όπως έχασαν κάποια στιγμή και άλλοι πολύ πιο σπουδαίοι πολιτικοί από εκείνον.
Τότε ίσως αντιληφθεί και το ουσιαστικό και βαθύ νόημα της φράσης «η Ιστορία δεν γράφεται από τους περιστασιακούς ένοικους της εκτελεστικής εξουσίας» την οποία χρησιμοποίησε ο Κώστας Σημίτης για να αποκρούσει την εις βάρος του συκοφαντία που ενορχήστρωσαν οι διάφοροι «Ρασπούτιν» που είχαν θρονιαστεί πίσω από τον κ. Τσίπρα.
Φράση την οποία ο σημερινός πρωθυπουργός προσπάθησε να διαστρέψει, πιθανότατα επειδή η οίηση της εξουσίας που τον διακατέχει δεν του επιτρέπει να αντιληφθεί ότι τα αξιώματα έρχονται και παρέρχονται. Και ότι μόνον η αξιοπρέπεια και η αποτελεσματικότητα είναι εκείνα που μένουν στην Ιστορία.