Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Είναι από «άλλο υλικό» και γι΄ αυτό τα ψηφίζουν όλα


«Εμείς είμαστε από άλλο υλικό, δεν τρομάζουμε…», είχε υποστηρίξει από το βήμα της Βουλής πριν από λίγο καιρό ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Ήταν η εποχή που στηνόταν η σκευωρία με το σκάνδαλο Novartis το οποίο πήγε στη Βουλή μόνον και μόνον για να επιχειρηθεί ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» με τους πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης που ασκούσαν την εντονότερη κριτική.
Μερικούς μήνες μετά και ενώ το σκάνδαλο Novartis έχει -στην πολιτική διάστασή του, τουλάχιστον- καταρρεύσει, αποδεικνύεται ότι ο κ. Τσίπρας είχε δίκιο όταν περιέγραφε κατ΄ αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του και όσους τον πλαισιώνουν. Διότι, κακά τα ψέματα, οι άνθρωποι που έχουν καταλάβει και ασκούν την εξουσία κατά την τελευταία τριετία όντως «είναι από άλλο υλικό».
Θυμάμαι τις μεγάλες αμφιταλαντεύσεις των βουλευτών που απάρτιζαν την κοινοβουλευτική πλειονότητα την πενταετία 2010 - 2014 και δεν μπορώ να ξεχάσω τον πραγματικό «πόνο της ψυχής» με τον οποίο αρκετοί εξ αυτών αντιμετώπιζαν τα διλήμματα των ψηφοφοριών για την έγκριση μνημονιακών μέτρων.
Για να μιλήσω για πρόσωπα που γνώρισα από κοντά και μου εξομολογούνταν τις αγωνίες τους, πρέπει να πω ότι πολιτικοί όπως ο Χρήστος Κατσούρας, ο Μιχάλης Κασής, ο Παύλος Στασινός και αρκετοί άλλοι που βρέθηκαν στη Βουλή τα πρώτα μνημονιακά χρόνια «περνούσαν ένα δράμα» κάθε φορά που έπρεπε να αποφασίσουν για να κοπούν οι συντάξεις ή να μειωθούν οι δαπάνες για κοινωνικές παροχές.
Προβληματίζονταν για το αν στήριζαν ή όχι την κυβέρνηση ακόμη και ήσσονος σημασίας ζητήματα όπως η… επιμήκυνση της διάρκειας κατανάλωσης του γάλακτος που χρειαζόταν διαβουλεύσεις επί διαβουλεύσεων για να γίνουν δεκτά από τους κυβερνητικούς βουλευτές.
Τίποτε από όλα αυτά δεν ισχύει από τον Σεπτέμβριο του 2015 και έπειτα. Τα μνημονιακά μέτρα, όσα σκληρά και αν είναι, περνούν από τη Βουλή «εν ριπή οφθαλμού» και οι βουλευτές των κυβερνητικών κομμάτων συντάσσονται πειθήνια με ό,τι τους ζητηθεί να ψηφίσουν. Και το κάνουν ακόμη και όταν έρχονται αντιμέτωποι με όσα οι ίδιοι διακήρυσσαν περί του αντιθέτου.
Περισσότερο από κάθε άλλη φορά το είδαμε αυτές τις μέρες με την θετική ψήφο που έδωσαν σύσσωμοι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αρχικώς στα σκληρά μέτρα του Μεσοπρόθεσμου για τη νέα περικοπή των συντάξεων, την περαιτέρω περιστολή του ΕΚΑΣ, όπως και τη μείωση του αφορολόγητου και εν συνεχεία με τη συμφωνία για το Μακεδονικό, ταυτιζόμενοι πότε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και πότε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, χωρίς, την ίδια ώρα, να τους θεωρούν υπαίτιους επειδή τους… καληρονόμησαν το πρόβλημα με την ΠΓΔΜ.      
Αναρωτιούνται πολλοί γιατί συμβαίνει αυτό. Η εξήγηση είναι νομίζω απλή και πρέπει να χρησιμοποιείται ως ερμηνευτικό εργαλείο για να αναλύσει κάποιος τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύονται οι σημερινοί κυβερνώντες. Εκείνο που απαιτείται να υπολογίζει κανείς είναι η πολιτική προέλευση και ο τρόπος που γαλουχήθηκαν όλοι όσοι συναποτελούν τη σημερινή εξουσία.
Η σημερινή εξουσία αποτελείται κατά βάση από τρεις συνιστώσες: τους ΣΥΡΙΖΑίους που οι περισσότεροι είναι από τη μειοψηφική «ομάδα Μπανιά» του ΚΚΕ εσωτ., τους ΠΑΣΟΚογενείς που οι περισσότεροι δεν είχαν ελπίδες μεγάλης ανέλιξης στο άλλοτε κραταιό Κίνημα, καθώς και τους ΑΝΕΛίτες που επίσης ήταν πολύ χαμηλά στην νεοδημοκρατική ιεραρχία, αν λάβει κανείς υπόψη τους ότι ο αρχηγός τους μέχρι υφυπουργός Ναυτιλίας έφθασε στην κυβέρνηση Καραμανλή.
Με άλλα λόγια, κοινή συνισταμένη όλων αυτών που κάθονται σήμερα στις καρέκλες της εξουσίας είναι το πολιτικό περιθώριο από το οποίο τους έβγαλαν οι αντιμνημονιακές ακρότητες που εκστόμιζαν, χωρίς να πιστεύουν τίποτε από όσα διακήρυσσαν, όπως αποδεικνύεται τώρα που με τόσο μεγάλη άνεση και χωρίς την παραμικρή αμφιταλάντευση ψηφίζουν όλα όσα τους ζητούνται από τους εγχώριους ή τους διεθνείς μηχανισμούς εξουσίας.
Είναι από «άλλο υλικό». Και το δείχνουν. Είτε ψηφίζοντας δυο – δυο τα Μνημόνια, είτε εγκρίνοντας στο «άψε σβήσε» τη συμφωνία για το «Μακεδονικό» κόντρα στη βούληση της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων. Το γεγονός ότι η στάση τους αυτή είναι βέβαιο ότι θα τους οδηγήσει πίσω στο περιθώριο από το οποίο βγήκαν, δεν δείχνει να τους απασχολεί ιδιαίτερα. 
Είναι προφανείς ότι εκείνο το οποίο κυρίως τους ενδιαφέρει είναι να παρατείνουν την παραμονή τους στις καρέκλες που τόσο αναπάντεχα βρέθηκαν να κάθονται και που ξέρουν ότι αν τις χάσουν θα τις αποχαιρετίσουν για πάντα. Μέχρι τότε, όμως, είναι διατεθειμένοι να μείνουν όσο περισσότερο γίνεται.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Αφού είναι «νίκη», γιατί δεν ερωτάται ούτε η Βουλή ούτε ο λαός;



Εν τη ρύμη του λόγου του ο Αλέξης Τσίπρας στη συνέντευξη που παραχώρησε στην  ΕΡΤ για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους συνομολόγησε τη συμφωνία με τον ΖόρανΖάεφ για το Μακεδονικό, αναρωτήθηκε:«Ποιο είναι το εθνικό συμφέρον; Να κλείσουμε ένα θέμα ή να το αφήσουμε ανοικτό;».
Στη φράση αυτή που μάλλον αυθόρμητα ξεστόμισε και πιο συγκεκριμένα στο ρήμα «κλείσουμε» περιέχεται όλη η ουσία των κυβερνητικών επιδιώξεων και των χειρισμών που προηγήθηκαν της συμφωνίας για την οποία κάποια στιγμή θα ερωτηθεί το ελληνικό Κοινοβούλιο.
Με άλλα λόγια ο κ. Τσίπρας ομολόγησε ότι στις προθέσεις του δεν ήταν να επιλύσει αλλά να «κλείσει» το ζήτημα με την ονομασία του κράτους των βόρειων γειτόνων μας οι οποίοι δεν θέλουν απλώς να λέγονται «Μακεδόνες» αλλά –κι εδώ ακριβώς είναι το επίδικο- επιδιώκουν συνάμα να εμφανίζονται ως κληρονόμοι της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, αρνούμενοι την αδιαμφισβήτητη σλαβική εθνική τους καταγωγή.
Κατόπιν τούτου, μάλλον δεν πρέπει να προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η κατηγορηματική ευκολία με την οποία ο Έλληνας πρωθυπουργός απέρριψε κάθε ενδεχόμενο να ερωτηθεί η Βουλή για το αν διαθέτει η κυβέρνησή του την απαραίτητη πολιτική νομιμοποίηση να δεσμεύσει τη χώρα σε ένα τόσο κρίσιμης σημασίας ζήτημα.
Θα ανέμενε κανείς ότι αν επρόκειτο για «μεγάλη διπλωματική νίκη», όπως ο ίδιος έσπευσε να χαρακτηρίσει το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης την οποία έκανε, να ήταν δική του η πρωτοβουλία για να πάει η συμφωνία στη Βουλή και να εισπράξει τα εύσημα για την υποτιθέμενη επιτυχή κατάληξη.
Παραδόξως, όμως, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Αντί να είναι ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του οι επισπεύδοντες για την πανηγυρική επικύρωση της συμφωνίας από το Κοινοβούλιο, διαβλέπει κανείς μια προσπάθεια να παρακαμφθεί ο θεσμός του Κοινοβουλίου και να δημιουργηθούν τετελεσμένα με μόνη την υπογραφή του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά.
«Δεν βλέπω κανένα λόγο να βάλουμε εμπόδια στον εαυτό μας…», ισχυρίστηκε, εξάλλου, ο κ. Τσίπρας όταν ρωτήθηκε τόσο για την άρνησή του να ζητήσει κοινοβουλευτική έγκριση, όσο και για την πιθανότητα να ζητηθείηέκφρασητης λαϊκής ετυμηγορίας με την  προκήρυξη δημοψηφίσματος, όπως αντιστοίχως προτίθενται να κάνουν στην άλλη πλευρά των συνόρων.
Η προσχηματική επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται είναι οι συνταγματικοί τύποι. «Δεν προβλέπεται τέτοια διαδικασία και ο υπουργός των Εξωτερικών διαθέτει την εξουσία και την αρμοδιότητα να υπογράφει διακρατικές συμφωνίες», είναι ο αντίλογος. Αντίλογος που δεν λαμβάνει υπόψιν του ότι πέραν των τύπων, υπάρχει και η ουσία.
Η ουσία στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν δεσμεύτηκε η χώρα για κάτι τόσο σημαντικό χωρίς να ερωτηθεί η Βουλή των Ελλήνων. Και αυτή την ουσία δεν μπορεί να την παρακάμψει ο κ. Τσίπρας για να καλύψει τον κυβερνητικό εταίρο του Πάνο Καμμένο με τον οποίο έχουν «δέσει»τις πολιτικές τους τύχες.
Ο αμοραλισμός, ο οποίος αναδύεται από τη προφανή μεθόδευση που έχει επιλέξει η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για να έχει «την πίττα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο», ας προβληματίσει όλους όσοι -από ωφελιμισμό ή αυταπάτη;- σπεύδουν να δώσουν άλλοθι στα παιδαριώδη πολιτικά παιχνίδια των κυβερνώντων που έχουν μοναδικό γνώμονα την –πάση θυσία- μακροημέρευση στην εξουσία.
Κακά τα ψέματα αυτή η συμφωνία δεν ήρθε για να επιλύσει το Μακεδονικό. Ήρθε για να επιχειρηθεί η διαβόητη αναδιάρθρωσητου πολιτικού σκηνικού, όπως ομολογείται από παράγοντες του κυβερνητικού χώρου. Ακόμη και ο ίδιος ο Τσίπρας, που είχε κάνει «παντιέρα» προ τριετίας τον όρο «αργυρώνητοι βουλευτές», τώρα επικαλείται εξασφαλισμένη πλειοψηφία υπέρ του αποτελέσματος της διαπραγμάτευσής του, χωρίς, ωστόσο, να επιζητεί την έκφρασή της.
Στην αξιωματική αντιπολίτευση αντελήφθησαν εγκαίρως τις σκοπιμότητες πίσω από τις κινήσεις των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έλαβε τα μέτρα του, ξεκαθαρίζοντας εξαρχής τη θέση του με το «Όχι»στη συμφωνία Τσίπρα - Ζάεφ. Στο Κίνημα Αλλαγής φαίνεται να αδυνατούν να αντιληφθούν ακόμη και τα προφανή. Και μάλλον θα χρειαστεί να δουν ξανά και ξανά το βίντεο με τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στην ΕΡΤ για να αποφασίσουν τι θα κάνουν…

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Εθνικές παραχωρήσεις για ένα… πινάκιο χρέους;


            Είναι παντελώς ακατανόητη η σπουδή με την οποία ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτώ επιμένουν στις προαναγγελίες για επερχόμενη λύση στο Σκοπιανό. Κατά έναν πολύ περίεργο τρόπο η ελληνική πλευρά εμφανίζεται ως να είμαστε εμείς οι επισπεύδοντες που πρέπει να βιαστούμε να συμβιβαστούμε με τους βόρειους γείτονες για «να μη χαθεί η ευκαιρία».
            Ποια «ευκαιρία», όμως, είναι αυτή; Και από πού ως πού επειγόμαστε εμείς να μη χαθεί; Η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιούν οι θιασώτες του δόγματος «λύση εδώ και τώρα» είναι σαθρή και μόνον με όρους πολιτικής εμμονής μπορεί να δικαιολογηθεί, αφού εκείνοι που την προωθούν προέρχονται κατά βάση από τις τάξεις όλων εκείνων που εδώ και χρόνια διατείνονταν ότι «δεν έχουμε να χάσουμε τίποτε ακόμη και αν τους αναγνωρίσουμε ως σκέτη “Μακεδονία”».
            Για όποιον δεν τρέφει αυταπάτες, κατά τα 27 χρόνια τα οποία πέρασαν από τότε που, με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, επανήλθε στο προσκήνιο το μείζον ζήτημα της ονομασίας που θα λάβει το κρατίδιο των Σκοπίων, απεδείχθη ότι είχαν δίκιο όλοι όσοι από την πρώτη στιγμή επέμεναν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να συναινέσει στην ψευδεπίγραφη ονομασία που διεκδικούν οι γείτονες μας.
            Πως απεδείχθη; Με τις προ καιρού αποφάσεις του νυν πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ να αποσύρει τα αγάλματα που παρέπεμπαν στον Μεγαλέξανδρο και στην κλεψίτυπη ιστορία των αρχαίων Μακεδόνων και να αλλάξει ονόματα στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας του και στον αυτοκινητόδρομο που οδηγεί στα ελληνικά σύνορα.
Αν η Αθήνα, για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα, δεν είχε απαρέγκλιτα επιμείνει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει συμβιβασμός αποτελεί η αφαίρεση όλων των ανιστόρητων και αλυτρωτικών συμβόλων, είναι βέβαιο ότι οι Σκοπιανοί θα συνέχιζαν να εμφανίζονται ως αποκλειστικοί κληρονόμοι των Μακεδόνων βασιλέων, ενώ και στα κυβερνητικά κτίρια των Σκοπίων θα κυμάτιζε ακόμη η εμβληματική σημαία της Βεργίνας που κατέβηκε μετά την ενδιάμεση συμφωνία του 1995.
Οι ισχυρισμοί ότι τάχατες η χώρα μας όλα αυτά τα χρόνια «απώλεσε διπλωματικό κεφάλαιο» είναι παντελώς ανυπόστατοι. Κανένα διπλωματικό κεφάλαιο δεν απωλέσαμε ακόμη και όταν η επιμονή μας να χρησιμοποιείται διεθνώς η προσωρινή ονομασία FYROM προσέκρουε είτε σε κουτοπονηριές των γειτόνων μας είτε σε έλλειψη κατανόησης ή επίδειξη αδιαφορίας από ορισμένους (εντός ή εκτός εισαγωγικών) συμμάχους μας.
Το γεγονός ότι τα Σκόπια δεν μπήκαν στο ΝΑΤΟ το 2008, όπως διακαώς επιθυμούσαν υπερατλαντικοί παράγοντες, εξαιτίας της απειλής μας για «βέτο» δείχνει ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρά διπλωματικά όπλα για να υπερασπιστεί τα ιστορικά της δίκαια. Το ίδιο ισχύει και για τον ευρωπαϊκό δρόμο των γειτόνων μας οι οποίοι πρέπει να καταλάβουν ότι η διαδρομή τους προς τις Βρυξέλλες περνάει υποχρεωτικά από την Αθήνα.
Άνευ αντικρίσματος είναι, εξάλλου, οι ισχυρισμοί ότι η μη εξεύρεση λύσης, όπως αυτής που θέλουν οι Σκοπιανοί –να τους λέμε εμείς όπως θέλουμε και αυτοί να έχουν διεθνώς άλλη ονομασία- διευκολύνει δήθεν την διείσδυση της ερντογανικής Τουρκίας στα Βαλκάνια. Αν, δηλαδή εμείς, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση, δεχθούμε να μπει ο προσδιορισμός «Βόρεια» (Servena), «Άνω» (Gorna) ή «Νέα» (Nova) πριν από τη λέξη «Μακεδονία» σε τί θα εμποδίσουμε την Άγκυρα να προσεγγίσει με τα Σκόπια;
Εξίσου έωλο είναι επίσης και το δήθεν επιχείρημα ότι εξαιτίας της εκκρεμότητας με το όνομα πλήττονται τα οικονομικά μας συμφέροντα επειδή δεν αναπτύσσονται οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών. Οι πάμπολλες ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη γείτονα, όπως και το σπίτι που έχει αποκτήσει ο πρωθυπουργός τους για να κάνει τα μπάνια του στη Χαλκιδική, συνιστούν αψευδείς μαρτυρίες ότι η εκκρεμότητα της ονομασίας δεν βλάπτει τα εθνικά συμφέροντα, όπως διατείνονται ορισμένοι.
Αλλά και αν δεχθούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση μπλέκονται τα εθνικά με τα οικονομικά συμφέροντα, ουδείς μπορεί να αρνηθεί ότι οι οικονομικές επιπτώσεις οιουδήποτε γεγονότος είναι συνήθως πρόσκαιρες και αφορούν -στην χειρότερη περίπτωση- μια γενιά, ενώ οι εθνικές παραχωρήσεις μπορεί να αποδειχθούν αιώνιες και ανεπίστρεπτες.
Η τελευταία αυτή επισήμανση αποκτά ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας του γεγονότος ότι η δικαιολογία η οποία παρασκηνιακά διακινείται για τη σπουδή του Μεγάρου Μαξίμου να συμβιβαστεί με τον Ζόραν Ζάεφ είναι ότι έχουν ληφθεί υποσχέσεις σύμφωνα με τις οποίες διεθνείς παράγοντες –από την Ευρώπη, αλλά και υπερατλαντικά- θα επιδείξουν μεγαλύτερη «γενναιοδωρία» στη διευθέτηση του χρέους, εάν και εφόσον εμείς «τα βρούμε» με τα Σκόπια.
Φημολογίες τέτοιου είδους, ωστόσο, είτε προέρχονται από την ίδια μήτρα που γέννησε τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες των νυν κυβερνώντων, τις οποίες βιώσαμε τόσο επώδυνα το 2015, είτε διαθέτουν ψήγματα αληθείας, δεν πρόκειται να γίνουν ανεκτές από τον ελληνικό λαό.
Είναι πασιφανές τόσο από το σύνολο των μετρήσεων της κοινής γνώμης που έχουν γίνει το τελευταίο διάστημα όσο και από τη μαζικότητα των συλλαλητηρίων που διεξήχθησαν ότι οι Έλληνες πολίτες μπορεί, εκόντες άκοντες, να ανέχτηκαν τη φτωχοποίηση που τους επεβλήθη, δεν είναι όμως διατεθειμένοι να ανεχτούν και το εθνικό ξεπούλημα για ένα… πινάκιο χρέους.
Ας το λάβουν σοβαρά υπόψη τους οι κυβερνώντες. Και φυσικά όσοι τους σιγοντάρουν.

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Ο Ματαρέλα ίσως τους γλιτώσει από τα πανάκριβα δίδακτρα



            Η Ιταλία υπήρξε ανέκαθεν μια πολιτικά παράδοξη χώρα. Οι συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων είναι το κύριο χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής ιστορίας της χώρας. Όπως και το γεγονός ότι οι πολίτες της ψήφιζαν  και έστελναν στα κοινοβουλευτικά έδρανα ιδιόρρυθμες προσωπικότητες. Σαν την ουγγρικής καταγωγής πορνοστάρ Ιλόνα Στάλερ, γνωστότερη ως Τσιτσιολίνα, η οποία εξελέγη βουλευτής το 1987 με το «Ριζοσπαστικό Κόμμα» του αντισυμβατικού πολιτικού Μάρκο Πανέλα.
            Στις προηγούμενες ευρωεκλογές, τον Μάιο του 2014, στη γείτονα κατέβηκε ψηφοδέλτιο με την ονομασία «Η Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα». Ναι, καλά διαβάσατε, πήρε μέρος στις κάλπες σχηματισμός που είχε στον τίτλο του το όνομα του Έλληνα νυν πρωθυπουργού και, τότε, αρχηγού, του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος διεκδικούσε το αξίωμα του προέδρου της Κομισιόν απέναντι στον δεξιό Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, τον σοσιαλδημοκράτη Μάρτιν Σουλτς και την πράσινη Σκα Κέλερ.
Το «ψηφοδέλτιο Τσίπρα» πήρε σε όλη την ιταλική επικράτεια 4,03% ή 1,1 εκατομμύρια ψήφους και εξέλεξε 3 ευρωβουλευτές, καταγράφοντας 8,91% στη Φλωρεντία, 8,89% στην Μπολόνια, 6,16% στη Ρώμη, 6,57% στο Τορίνο, 6,48% στο Μιλάνο, 6,05% στο Μπάρι, 5,83% στη Βενετία, 5,67% στη Νάπολη και 5,34% στο Παλέρμο.
Στην προ τετραετίας αυτή εκλογική αναμέτρηση νικητής είχε αναδειχθεί το Δημοκρατικό Κόμμα του Ματέο Ρέντσι που με ποσοστό 40,81% είχε καταγράψει δεκαπλάσια δύναμη από τη «λίστα Τσίπρα». Το λαϊκίστικο «Κίνημα των Πέντε Αστέρων» του κωμικού Μπέπε Γκρίλο που ήταν η ανερχόμενη δύναμη είχε φθάσει στο 21,15%, ενώ η ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά είχε περιοριστεί στο 6,15%.
Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές που έγιναν τον περασμένο Μάρτιο ήρθαν τα πάνω κάτω. Η Κεντροαριστερά του Ρέντσι κατέρρευσε, αφήνοντάς μας με την απορία για το που να κατέληξαν οι πάνω από ένα εκατομμύριοιταλοί… «τσιπριστές» του 2014, αφού η χώρα στράφηκε προς τα δεξιά. Νικητές από την κάλπη αναδείχθηκαν οι λαϊκιστές του Γκρίλο που έφθασαν στο 32,61% και η Λέγκα που εκτινάχθηκε στο 18,71%.
Με μόνη κοινή συνισταμένη την αντιευρωπαϊκή ατζέντα τους, οι «πεντάστεροι» λαϊκιστές και οι πάλαι ποτέ αποσχιστές του ιταλικού Βορρά αποφάσισαν να συνασπιστούν συγκροτώντας κυβέρνηση με υπουργό Οικονομικών έναν υπέργηρο εξωκοινοβουλευτικό αρνητή του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Η φαεινή τους, όμως, αυτή ιδέα προσέκρουσε στο βέτο του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα, ενός, κατά τα φαινόμενα, νουνεχή πολιτικού.
Η πρωτοβουλία του Ματαρέλαπροκάλεσε διαμαρτυρίες, αλλά ο ίδιος δεν κάμφθηκε. «Έχω την υποχρέωση, βάσει του Συντάγματος, να προστατέψω τις αποταμιεύσεις των Ιταλών», είπε σε δραματικό διάγγελμα που εκφώνησε. «Με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνεται η ιταλική κυριαρχία, ενώ στέλνουμε πίσω απαράδεκτες κρίσεις για τη χώρα μας που διαβάσαμε στον Τύπο άλλης ευρωπαϊκής χώρας», συμπλήρωσε.
«Έκανα ό,τι μπορούσα για να σχηματισθεί πολιτική κυβέρνηση, αλλά υπερασπίζομαι το Σύνταγμα», τόνισε απευθυνόμενος στους συμπατριώτες του. «Η συμμετοχή στο ευρώ είναι βασική για τη χώρα μας και την προοπτική των νέων μας. Αν κάποιος θέλει να το συζητήσει, χρειάζεται σαφής εμβάθυνση», συνέχισε υπερασπιζόμενος το βέτο του το οποίο, όπως διευκρίνισε, αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τον διορισμό στο υπουργείο Οικονομικών ενός εξωκοινοβουλευτικού οικονομολόγου.
Η συμπεριφορά του ιταλού Προέδρου σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως τόσο στην ίδια τη χώρα του, όσο και διεθνώς. Οι επικριτές του κ. Ματαρέλα επιστράτευσαν όλα τα συνωμοσιολογικά σενάρια για τη «δικτατορία των αγορών και του… Σόρος» ή την «τυραννία των Βρυξελλών και του Βερολίνου» τα οποία εμείς εδώ στη χώρα μας τα έχουμε ακούσει τόσες και τόσες φορές. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν αστείο να ακούς όσους κατάπιαν το δημοψηφισματικό «όχι» που έγινε «ναι» να θέτουν ζήτημα «πολιτικής νομιμοποίησης» του προεδρικού βέτο και να ζητούν σεβασμό στη λαϊκή ετυμηγορία.   
Οι υπερασπιστές του, από την άλλη, αντέτειναν την «ελληνική περιπέτεια» του 2015 και το βαρύτατο τίμημα που πληρώσαμε –και ακόμη πληρώνουμε- εξαιτίας της απίθανης, δήθεν, διαπραγμάτευσης που, τάχατες, διεξήγαγε ο αλήστου μνήμης Γιάνης Βαρουφάκης, περιδιαβαίνοντας τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με τα παρδαλά πουκάμισα έξω από το παντελόνι.
Είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός-και παραδεκτό ακόμη και από τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος τον αποκαλούσε «asset» της κυβέρνησης του, πριν αντιληφθεί ότι είχε να κάνει με «ανόητο»- ότι αν κάποιος είχε βάλει φρένο στον Βαρουφάκη πριν οδηγηθούμε στο ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, ίσως να είχαμε γλιτώσει τα capital controls και να μη χρειαζόταν να καταβάλουμε τόσο ακριβά δίδακτρα για να μάθουμε ότι η παραμονή στο ευρώ είναι όρος επιβίωσης για τη χώρα και τον λαό.
Ο Σέρτζιο Ματαρέλα έδειξε να συνειδητοποιεί ότι το δικό μας πάθημα μπορεί να γίνει σε κάποιους μάθημα. Μένει τώρα να πειστούν και οι συμπατριώτες του ότι η πρόθεσή του είναι να τους γλιτώσει από το να πληρώσουν και εκείνοι πανάκριβα δίδακτρα όπως αυτά που καταβάλαμε εμείς. Αν το αντιληφθούν -οι ιταλοί πολιτικοί κατ΄ αρχήν και εν συνεχεία οι πολίτες- έχει καλώς. Αν όχι, τότε «με τις υγείες τους», όπως θα έλεγε και ο μεταμεληθείς –μετά την καταβολή των διδάκτρων- Αλέξης Τσίπρας.