Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

Υπάρχει… άλλος Τσίπρας;


Ήπιος, μειλίχιος, προσηνής, ευπροσήγορος, συγκαταβατικός. Χωρίς ίχνος υπεροψίας. Ούτε υποψία οίησης. Δίχως την παραμικρή αλαζονεία. Ένας, εξωτερικά τουλάχιστον, αγνώριστος Αλέξης Τσίπρας έκανε το βράδυ της Τρίτης την εμφάνισή του στα στούντιο της δημόσιας τηλεόρασης.
Η μεταμόρφωσή του, όπως αποτυπωνόταν και στο θλιμμένο ύφος που ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, υπήρξε αξιοπρόσεκτη. Σε βαθμό που νόμιζε κανείς ότι ο φιλοξενούμενος της ΕΡΤ δεν είχε καμία σχέση με τον πολιτικό ο οποίος μόλις λίγες μέρες πριν κραύγαζε από τα μπαλκόνια το χουλιγκανικής προέλευσης «άντε γεια» προς τους αντιπάλους του. Και ούτε θύμιζε εκείνον που πριν από λίγους μήνες απευθυνόταν στους βουλευτές και επιτακτικά απαιτούσε: «Καθίστε κάτω, τώρα θα τα ακούσετε, τώρα μιλάει ο πρωθυπουργός της χώρας».
Από μια πρώτη «ανάγνωση» της εικόνας του, ο τηλεθεατής έμενε με την εντύπωση ότι παρακολουθούσε στην οθόνη του έναν Ευρωπαίο πολιτικό, ο οποίος επιθυμούσε να κερδίσει το ακροατήριο του με τα επιχειρήματά του. Και, ως εκ τούτου, δεν χρειαζόταν να καταφύγει στην τοξική πόλωση και στον διχασμό του «ή αυτοί ή εμείς», «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», ούτε να κομπορρημονεί «δεν υπάρχει ούτε μια περίπτωση στο εκατομμύριο» να χάσουν ο ίδιος και ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές.
Ανοίγοντας, ωστόσο, τον ήχο και εμβαθύνοντας στα λεγόμενά του, εύκολα διέκρινε κανείς ότι η εικόνα ήταν παραπλανητική. Μπορεί αναφερόμενος στη συντριβή που υπέστη να προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις με το «ουδέν κακόν αμιγές καλού», πλην, όμως, το τριπλό πάθημα που υπέστη στις ισάριθμες –ευρωπαϊκές, περιφερειακές και δημοτικές- κάλπες δεν φάνηκε να του έγινε μάθημα.
Αντί της απαιτούμενης γενναίας παραδοχής των λαθών του ίδιου και της κυβέρνησής του, επέμεινε στο γνωστό λαϊκίστικο παιχνίδι με τους αριθμούς που απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν μπορούν να κάνουν σύνθετες σκέψεις και αρέσκονται να καταπίνουν αμάσητη την εύπεπτη προπαγάνδα που περικλείεται σε απλοϊκά σχήματα με τους «καλούς», που είναι πάντα οι «δικοί μας», και τους «κακούς» που είναι οι «άλλοι».
Ο κ. Τσίπρας, για παράδειγμα, επιχειρώντας να δικαιολογήσει την ηχηρή αποδοκιμασία της πολιτικής του από τη μεσαία τάξη  ισχυρίστηκε ότι το 83% της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσής της «επιβλήθηκε από αυτούς που σήμερα παρουσιάζονται ως δήθεν λυτρωτές της». Ακόμη, όμως, και αν ήταν τυπικά αληθής ο ισχυρισμός του, είναι θρασύτατη εξαπάτηση να υποστηρίζει κάποιος ότι το επιπλέον 17% μπορεί να συγκριθεί με το προηγούμενο 83%.
Διότι, δεν χρειάζεται καν να είσαι… μηχανικός, όπως θύμισε, χωρίς ειρωνική διάθεση, στον κ. Τσίπρα ο συνομιλητής του, για να αντιληφθείς ότι η νέα επιβάρυνση λειτουργεί απολύτως προσθετικά. Και, άρα, αν οι προηγούμενοι ευθύνονται, όντως, για το 83% της επιβάρυνσης, εκείνοι που τους διαδέχθηκαν ευθύνονται, αναμφίβολα, για το 100% που πληρώνουν τώρα τα φτωχοποιημένα μεσαία στρώματα.
Είναι το ίδιο ακριβώς που ισχύει με τις συντάξεις για τις οποίες οι ιθύνοντες της απερχόμενης κυβέρνησης προσπαθούν να αντικρούσουν την κριτική για τη συρρίκνωσή τους με τον ισχυρισμό «οι άλλοι τις είχαν κόψει δώδεκα φορές». Ακόμη και αν οι ίδιοι τις έκοψαν μόνον μια φορά, η ευθύνη που τους βαρύνει επεκτείνεται στις 13 περικοπές.
Δεν είναι, πάντως, μόνον το προπαγανδιστικό παιχνίδι με τους αριθμούς, το οποίο δείχνει ότι ο κ. Τσίπρας δεν πήρε τα μηνύματα της κοινωνίας. Και, εξ αυτού, μάλλον ματαίως θα περιμένει στην κάλπη της 7ης Ιουλίου το ένα εκατομμύριο των επιπλέον ψηφοφόρων που, με τη μέθοδο του «τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, έξι το λαδόξυδο», υπολογίζει να προσελκύσει: «600.000 που ψήφισαν στις εκλογές του 2015 τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν πήγαν στην κάλπη τώρα για να τον τιμωρήσουν», καθώς «και άλλες 400.000 από όσους επέλεξαν τώρα μικρότερα κόμματα».
Είναι, πολύ περισσότερο, που δεν θέλει και δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι μεταξύ εκείνων που πλήρωσε η κυβέρνησή του στις κάλπες ήταν ο ασελγής τρόπος με τον οποίο, προεξάρχοντος του ιδίου του κ. Τσίπρα, συμπεριφέρθηκαν –και εξακολουθούν να συμπεριφέρονται- τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προς τους θεσμούς της ελληνικής Δημοκρατίας.
Η εμμονική προσπάθεια ελέγχου και ποδηγέτησης της Δικαιοσύνης, ο διαρκής ευτελισμός του Κοινοβουλίου, η συνεχής καταρράκωση κάθε έννοιας αξιοκρατίας, η ακραία αποθέωση του ρουσφετολογικού νταλαβεριού, είναι μερικές μόνον από τις παθογένειες της ελληνικής δημόσιας ζωής, που μπορεί να ίσχυσαν σχεδόν σε όλες τις προηγούμενες περιόδους, ποτέ, όμως, σε τέτοια ένταση και με τόσο αναίσχυντο τρόπο.
Με πρωτοφανή τερτίπια, που τους καθιστούν καταγέλαστους στα μάτια της συντριπτικής πλειονότητας, παρέτειναν την προεκλογική περίοδο αποσκοπώντας αποκλειστικά και μόνο σε ρουσφετολογικές διευθετήσεις και αδιαφορώντας για το αποδεδειγμένα αρνητικό αποτέλεσμα που έχουν στην κάλπη τέτοιες ενέργειες.
Γι΄ αυτό και στο ερώτημα «υπάρχει άλλος Τσίπρας;» που ενδεχομένως να απασχόλησε όσους είδαν τη συνέντευξή του στο προστατευμένο περιβάλλον της ΕΡΤ, η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Όπως, εξάλλου, λέει η αγγλοσαξονική ρήση «Υou can't teach an old dog new tricks». Που ελληνιστί αποδίδεται με το «δεν μπορείς να μάθεις καινούργια κόλπα σε ένα γέρικο σκυλί».
Και, κακά τα ψέματα, όπως έδειξαν ευρύτερα η ετυμηγορία της κάλπης και ειδικότερα οι επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ στις νέες γενιές, ο Αλέξης Τσίπρας, παρά την ηλικία του, μοιάζει με ένα «γερασμένο σκυλί» της πολιτικής.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Δεν ψιχάλισε, κύριε Τσίπρα, την Κυριακή. Σας έφτυσαν!


Είναι, από μια άποψη, άκρως διασκεδαστικό να ακούει και να διαβάζει κανείς αυτές τις πρώτες μετεκλογικές ημέρες στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και… «ενσωματωμένους» δήθεν εμβριθείς αναλυτές από τον χώρο των μέσων ενημέρωσης, οι οποίοι μέχρι το απόγευμα της Κυριακής εκθείαζαν τη «μεγάλη πολιτική στόφα» του Αλέξη Τσίπρα, να προσπαθούν τώρα να βρουν έναν ή περισσότερους αποδιοπομπαίους τράγους για να τους φορτώσουν την ευθύνη για τη συντριβή στις ευρωκάλπες.
Ψάχνουν, με άλλα λόγια, θύματα ούτως ώστε να μείνει στο απυρόβλητο ο… «άχαστος» αρχηγός και να μη γίνει ούτε τώρα αντιληπτός ο σανός με τον οποίο τάιζαν επί τέσσερα και πλέον χρόνια το ακροατήριό τους, επιμένοντας, κόντρα στην πραγματικότητα, να αρνούνται την αλήθεια των αριθμών που έδειχναν ότι ο κ. Τσίπρας είχε χάσει προ πολλού την έξωθεν καλή μαρτυρία που είχε όσο ήταν στην αντιπολίτευση, αλλά και τον πρώτο καιρό της διακυβέρνησής του όταν επιδίδονταν σε λεονταρισμούς δήθεν αντίστασης προς τους δανειστές.
Από τις αρχές του 2016, οπότε εξελέγη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε ο πρώτος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης  που υποσκέλιζε τον εν ενεργεία πρωθυπουργό στο ερώτημα για το ποιος είναι καταλληλότερος για να αναλάβει το αξίωμα. Κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ποτέ νωρίτερα. Ούτε με τον Κώστα Καραμανλή, που δεν ξεπέρασε ποτέ τον Κώστα Σημίτη. Ούτε με τον Γιώργο Παπανδρέου, που ήταν σταθερά πίσω από τον Καραμανλή, ακόμη και όταν τον κέρδισε με 10 μονάδες. Ούτε με τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος θεωρείτο καταλληλότερος του κ. Τσίπρα μέχρι τη στιγμή που ηττήθηκε στην αναμέτρηση του Ιανουαρίου του 2015.
Κατά έναν παράδοξο τρόπο και σε πείσμα της αριθμητικής πραγματικότητας, η οποία μέχρις ενός χρονικού σημείου αποτυπωνόταν και στον φιλοκυβερνητικό Τύπο (η Αυγή και η Εφημερίδα Συντακτών δημοσίευαν τακτικά έρευνες, αλλά σταμάτησαν να το κάνουν αφότου όλα τα ευρήματα ήταν αρνητικά για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ), η περιρέουσα ατμόσφαιρα που εντέχνως δημιουργούνταν ήταν ότι «ο Αλέξης Τσίπρας “τον έχει” τον Κυριάκο Μητσοτάκη». Μέχρι που αποδείχθηκε το αντίθετο όταν άνοιξε η κάλπη της περασμένης Κυριακής και έγιναν καταγέλαστοι οι πολυποίκιλοι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί που αναμασούσαν όσα περιλαμβανόταν στα διαβόητα non paper των υπογείων του Μαξίμου.       
Οι ίδιοι, λοιπόν, οι οποίοι έλεγαν και έγραφαν συνεχώς και ακαταπαύστως ότι «ο πρωθυπουργός παίρνει πάνω του το παιχνίδι», ότι «κλείνει την ψαλίδα» και δεν «χάνει από τον Μητσοτάκη», εμφανίζονται πλέον ως να έχουν απωθήσει πλήρως από τη μνήμη τους τους δοξαστικούς ύμνους που ανέπεμπαν μέχρι χθες για τις ικανότητες του «ηγέτη». Και, αντ΄ αυτού, επιτίθενται στην «αυλή του Μαξίμου», στους «μηχανισμούς της Κουμουνδούρου», στον «αψύ» Παύλο Πολλάκη, στους «μουσαφίρηδες» παλαιοΠΑΣΟΚους που έπιασαν τα πόστα, στον Χριστόφορο Βερναρδάκη και στις εταιρίες που έδιναν λανθασμένη εικόνα για τις πραγματικές διαθέσεις της κοινής γνώμης.
Από που και έως που, όμως, είναι μόνος υπεύθυνος ο Βερναρδάκης για τη λανθασμένη εικόνα του κ. Τσίπρα; Δεν θα μείνουμε μόνον στο προφανές ερώτημα «ποιος διόρισε υφυπουργό τον Βερναρδάκη;», αλλά θα πάμε και ένα βήμα παραπάνω: Άλλα κανάλια πληροφόρησης δεν είχε ο πρωθυπουργός; Του έκρυβαν την πραγματικότητα; Ή απέστρεφε ο ίδιος το πρόσωπό του από την αληθινή εικόνα για να μη χαλάσει τις αυταπάτες του;
Το «Θέμα» την περασμένη Κυριακή κατέγραψε 21 διαφορετικές δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν και είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο δίμηνο. Ο μέσος όρος της διαφοράς ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ που προέκυπτε από τις μετρήσεις αυτές, που έγιναν από εννέα διαφορετικές εταιρίες, ήταν 7,5 μονάδες. Και με απλή αναγωγή της αδιευκρίνιστης ψήφου, εύκολα κατέληγε κανείς στο συμπέρασμα ότι το γαλάζιο προβάδισμα προσέγγιζε το 9%.
Η εφημερίδα κυκλοφόρησε το πρωί του Σαββάτου. Άραγε, μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής που άρχισαν να βγαίνουν τα στοιχεία από τα exit polls, δεν πέρασε κανένα φύλο στο Μέγαρο Μαξίμου για να προϊδεαστούν για την επερχόμενη ψυχρολουσία; Είναι δυνατόν να μη τα έβλεπε αυτά ο κ. Τσίπρας και, αντιθέτως, να πίστευε τα fake news που διακινούσε ο Ευάγγελος Αντώναρος ή τις «δημοσκοπήσεις των πρεσβειών» που ονειρευόταν το στέλεχος της Κουμουνδούρου που ακούει στο όνομα Σκορίνης;
Ας μην αυταπατώμεθα κι εμείς, όμως. Τα πράγματα είναι μάλλον απλά, ακόμη και μέσα στη φαινομενική πολυπλοκότητά τους. Τώρα, εξάλλου, διαθέτουμε απτά στοιχεία για να τεκμηριώσουμε όλα όσα υποστηρίζαμε τα τελευταία χρόνια για τον απερχόμενο πρωθυπουργό. Κακά τα ψέματα, ο Αλέξης Τσίπρας δεν εισέφερε τίποτε καινούργιο στην πολιτική ζωή της χώρας. Εκτός από το περισσό θράσος που τον χαρακτηρίζει και το οποίο αξιοποίησε στο έπακρο.
Θα περάσει στην ιστορία ως ο μακροβιότερος μνημονιακός πρωθυπουργός που πέτυχε αυτό το ρεκόρ για συγκυριακούς και μόνον λόγους: διατηρήθηκε στην εξουσία με ασύλληπτους εκμαυλισμούς και με πρωτοφανείς παλαιοκομματικές μεθοδεύσεις που μπροστά τους ωχριά η Αποστασία του 1965. Όλα αυτά τα χρόνια μηρύκαζε συνθήματα του παρελθόντος που ήταν σε ευθεία αντίθεση με την κυβερνητική πρακτική, αλλά και την προσωπική συμπεριφορά, που ακολουθούσε.
Διατυμπάνιζε ότι εκπροσωπούσε «την Ελλάδα των πολλών», ενώ είναι ο άνθρωπος που κατήργησε το ΕΚΑΣ. Αναπαρήγαγε συμπεριφορές καταδικασμένες στη συλλογική μνήμη, υβρίζοντας –απευθείας ή δια του… Πολάκη- σκαιότατα τους αντιπάλους του και όποιον άλλον ο ίδιος και η παρέα του κατέτασσαν σε αυτή την κατηγορία. Προσέβαλε χωρίς αιδώ τους Έλληνες, μοιράζοντάς τους προεκλογικά φιλοδωρήματα, καθώς δεν διέθετε ούτε την ιστορική γνώση, ούτε τη συναισθηματική νοημοσύνη, για να αντιληφθεί την έκταση και τις συνέπειες της προσβολής.  
Για όλα αυτά και για πολλά άλλα (για τα οποία αποφεύγουν να μιλούν όσοι πιστεύουν ότι έτσι προσφέρουν υπηρεσίες προστασίας στην εξουσία), αποδοκιμάστηκαν ο κ. Τσίπρας και το κόμμα του. Αντί, λοιπόν, να τα ρίχνουν στον Βερναρδάκη ή στον Μπίστη, στον Σκουρλέτη ή στον Ραγκούση, στη Σβίγκου ή στην Τασία Χριστοδουλοπούλου, η οποία –πιστή στο… δόγμα ΣΥΡΙΖΑ- «δεν βλέπει ήττα», ας πάρει κάποιος την ευθύνη και ας του πει αφτιασίδωτη την αλήθεια που περικλείεται σε ένδεκα λέξεις: Κύριε Τσίπρα, δεν ψιχάλισε την περασμένη Κυριακή. Οι πολίτες σας έφτυσαν!

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Ένα γράμμα από την εποχή που οι Έλληνες είχαν προσδοκίες από τον Αλέξη Τσίπρα


            Πριν από σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια και για την ακρίβεια όταν ο Αλέξης Τσίπρας όδευε πλησίστιος προς την εξουσία, ένας ενεργός πολίτης αυτής της χώρας ένοιωσε την ανάγκη να του γράψει ένα γράμμα. Ήταν ένα κείμενο με το οποίο ο αποστολέας του δεν υπέβαλε κανένα προσωπικό ή άλλο αίτημα. Ούτε διεκδικούσε κάτι για τον εαυτό του, την οικογένεια του, τον κοινωνικό ή τον επαγγελματικό του κύκλο.
            Επρόκειτο για ένα απολύτως ανυστερόβουλο κείμενο, στο οποίο ο συντάκτης του, ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος επιστήμονας με καλό εισόδημα και χωρίς εξάρτηση από το Κράτος, απέφευγε επιμελώς να πει τι θα ψήφιζε στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση της 25ης Ιανουαρίου 2015 που θα ακολουθούσε σε δύο εβδομάδες.
Μοναδικό του μέλημα υπήρξε, όπως εύκολα μπορεί να αποφανθεί ακόμη και όποιος διαβάσει τώρα το περί ού ο λόγος γράμμα προς τον κ. Τσίπρα, η βούλησή του να αποτυπώσει με λέξεις την ελπίδα της αλλαγής που είχε εμπνεύσει εκείνη την περίοδο σε πολλούς Έλληνες ο… εν αναμονή πρωθυπουργός.
Βούληση, η οποία υπερέβαινε τα μεγάλα λόγια για το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» ή τον τερματισμό των Μνημονίων με ένα άρθρο και με έναν νόμο. Και δεν επηρεαζόταν από υποσχέσεις για «σεισάχθεια», άμεση κατάργηση του ΕΝΦΙΑ ή πώληση των κυβερνητικών αεροπλάνων. 
            «Ο λαός έχει επενδύσει σε σας πολλές ελπίδες. Τις τελευταίες του… Και όχι μόνον αυτοί που το ομολογούν αλλά και οι υπόλοιποι, που πιθανόν να μην ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ», ήταν μια από τις καίριες επισημάνσεις που έκανε και μάλιστα κατά τρόπο προφητικό.
            Μπορεί, άλλωστε, στις πρώτες εκλογές του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ να έλαβε ποσοστό 36,34%, ο αρχηγός του και νεόκοπος πρωθυπουργός απολάμβανε το διάστημα που ακολούθησε τις νικηφόρες για εκείνον κάλπες μοναδική στα μεταπολιτευτικά χρονικά δημοφιλία.
            Σε δημοσκόπηση της Public Issue που διενεργήθηκε τον Μάιο του 2015 για λογαριασμό της… «Αυγής» (!) -ήταν βλέπετε η περίοδος που οι δημοσκόποι ήταν της αρεσκείας των ΣΥΡΙΖΑίων και τα ευρήματά τους θεωρούνταν αναμφισβήτητα θέσφατα- θετική γνώμη για τον Αλέξη Τσίπρα είχε το 77% των πολιτών, για τον Πάνο Καμμένο το 48%, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς ήταν καθηλωμένος στο 28% και ο… άμοιρος Ευάγγελος Βενιζέλος μόλις που ξεπερνούσε τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής και έφθανε σε ένα ισχνό 20%.
            Θέλετε και την καταλληλότητα για την πρωθυπουργία; Το 63% των Ελλήνων –ποσοστό δηλαδή σχεδόν ίσο με εκείνο όσων προτίμησαν το «Όχι» στο δημοψήφισμα της 6ης Ιουλίου 2015- ήθελε τον κ. Τσίπρα. Και μόλις το 20% νοσταλγούσε τον κ. Σαμαρά. Όσο για τα ποσοστά των κομμάτων, τα ευρήματα ήταν το ίδιο εντυπωσιακά: ο ΣΥΡΙΖΑ συγκέντρωσε 48,5%, η ΝΔ 21%, η Χρυσή Αυγή 6%, όσο και το ΚΚΕ, το Ποτάμι 5,5%, το ΠΑΣΟΚ 4% και οι ΑΝΕΛ 3,5%.
Αυτά, λοιπόν, που συνέβησαν τον Μάιο του 2015, ο επιστολογράφος του κ. Τσίπρα τα προδίκαζε τέσσερις μήνες νωρίτερα περιγράφοντας πρωθύστερα το κλίμα ευφορίας που είχε προκαλέσει στην ελληνική κοινωνία η προσδοκώμενη επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Θύμιζε, μάλιστα, στον μέλλοντα πρωθυπουργό το προηγούμενο του Γάλλου Προέδρου Φρανσουά Μιτεράν ο οποίος το 1981 όταν εξελέγη πρώτη φορά στο ύπατο αξίωμα της χώρας του απευθύνθηκε στους συμπατριώτες του ευχαριστώντας όχι μόνον εκείνους που τον ψήφισαν αλλά και όσους δεν τον ψήφισαν.
Ενώ, αφού επαναλάμβανε ότι ακόμη και οι «αντίπαλοι» του κ. Τσίπρα είχαν επενδύσει μεγάλες προσδοκίες στο πρόσωπό του, ο επιστολογράφος τον καλούσε να αποφύγει τη διχόνοια και τον διχασμό, φαινόμενα από τα οποία, όπως σημείωνε, η χώρα μας έχει ταλαιπωρηθεί και ζημιωθεί αφάνταστα. «Στις μέρες μας, πλέον, κάτι τέτοιο είναι “πολυτέλεια” που δεν μπορούμε να έχουμε…», του έγραφε.
«Πολύ σύντομα θα βρεθείτε αντιμέτωπος με την Ιστορία. Είστε νέος, έξυπνος και άφθαρτος. Προσπαθήστε να δώσετε τις σωστές προτεραιότητες. Όχι μόνον η Ελλάδα αλλά και όλη η Ευρώπη περιμένει από σας κάτι καινούργιο…», συμπλήρωνε.
Ο επιστολογράφος είναι βέβαιος ότι το γράμμα του έφθασε στον Αλέξη Τσίπρα. Εικάζει μάλιστα ότι μπορεί και να το διάβασε. Με την ύστερη, όμως, γνώση που έχει, αμφιβάλλει αν κατάλαβε κάτι από όσα του έγραψε. Και, πάντως, είναι πεπεισμένος ότι δεν εφάρμοσε καμία από τις επισημάνσεις του. Είτε γιατί δεν ήθελε, είτε γιατί δεν μπορούσε –μικρή σημασία έχει.
Κακά τα ψέματα, στα τεσσεράμισι χρόνια της διακυβέρνησής του, ο κ. Τσίπρας κινήθηκε στον αντίποδα της εθνικής ενότητας και συνεννόησης που απαιτούσαν οι καιροί που τον έφεραν στο πολιτικό προσκήνιο. Διέψευσε, αν όχι τις ελπίδες όσων τον ψήφισαν, σίγουρα τις (κρυφές;) προσδοκίες όσων δεν τον ψήφισαν.
Στην πραγματικότητα, επένδυσε στη διχόνοια και στον διχασμό. Και στο ίδιο μοτίβο εξακολουθεί να επενδύει. «Στην Ελλάδα τώρα θα διοικούν οι πολλοί και θα υπακούνε οι λίγοι», είπε πρόσφατα σε ένα προεκλογικό μπαλκόνι. Ενώ δεν περνάει μέρα και ώρα που να μην επιμείνει στον παλαιοκομματικό εκμαυλισμό και στη μικρομέγαλη οίηση που τον χαρακτηρίζει και η οποία μεγιστοποιήθηκε εξαιτίας της ευκολίας με την οποία αναρριχήθηκε στην εξουσία.
Γι΄ αυτό και οι περισσότεροι Έλληνες που στο παρελθόν είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στη νίκη του, τώρα έχουν άλλες προσδοκίες. Προσδοκίες που θα εκφραστούν ηχηρά στις κάλπες της Κυριακής. Και θα συνοδεύονται με την ελπίδα να μην διαψευστούν και πάλι.