Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

«Εθνικό σπορ» το… «Ράδιο Αρβύλα»

            «Μάλλιασε» η γλώσσα μου τους τελευταίους δώδεκα, δεκατρείς μήνες να προσπαθώ να πείσω μια πλειάδα από γνωστούς και αγνώστους μου, σχετικούς και άσχετους, έχοντες και μη έχοντες, ότι δεν παρίστατο ανάγκη να μετακινήσουν τις καταθέσεις τους από τις ελληνικές τράπεζες και ότι, τέλος πάντων, ο κίνδυνος που αντιμετώπιζαν ήταν πολλαπλώς μεγαλύτερος αν είχαν τα χρήματά τους κάτω από το στρώμα ή… θαμμένα στον κήπο.
Δεν σας κρύβω ότι ακόμη και στη ματιά ορισμένων από όσους φάνηκε να πείθονται από  τα επιχειρήματά μου, που δεν ήταν… ηθικοπατριωτικού, αλλά απολύτως ορθολογικού, περιεχόμενου, διέκρινα μια αίσθηση καχυποψίας. «Μα, έμαθα ότι και υπουργοί έχουν βγάλει έξω τα λεφτά τους», ήταν ο πιο συνήθης… αντίλογος, με βάση τον οποίο η φετινή 25η Μαρτίου, όπως, άλλωστε, και η περυσινή, είχαν αναχθεί σε… «Ημέρα της Κρίσεως», επειδή συνέπιπταν με τις ευρωπαϊκές Συνόδους Κορυφής, οι αποφάσεις των οποίων, ωστόσο, για την ελληνική οικονομία ήταν ήδη σε μεγάλο βαθμό προειλημμένες.
Έχοντας θητεύσει περισσότερο από δυόμισι δεκαετίες στα μέσα ενημέρωσης, έχω επίγνωση ότι τα «κακά νέα» περνούν στον πολύ κόσμο, ο οποίος «μαγνητίζεται» από την… τρομοφοβία, πολύ πιο εύκολα από τα «καλά νέα».
Δεν μπορώ, ωστόσο, να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι έχει αναδειχθεί σε «εθνικό σπορ» μας το… «Ράδιο Αρβύλα». Όχι, βεβαίως η ομώνυμη, πολύ πετυχημένη, τηλεοπτική εκπομπή, αλλά οι ασύστατες διαδόσεις και φημολογίες που κυκλοφορούν για διάφορα κοινωνικά, πολιτικά, ακόμη και ακραιφνώς επιστημονικά ζητήματα και βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στις αχανείς εκτάσεις της ημιμάθειας.
 Ούτε μπορώ να…  χωνέψω πως είναι δυνατόν στις μέρες μας να έχουν ακόμη τόσο μεγάλη απήχηση οι κάθε είδους «τσαρλατάνοι» και «αγύρτες» που γίνονται πιστευτοί, διαδίδοντας ό,τι πιο απίθανο και τερατώδες φαντασιώνονται, χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους, εκτός από την αοριστία του τύπου… «κάποιος που ξέρει μου είπε».
Ο μικρός μας τόπος, φυσικά, δεν αποτελεί εξαίρεση, όπως με θλίψη διαπίστωσα για μια ακόμη φορά την περασμένη Τετάρτη, όταν συνεδρίαζαν ταυτόχρονα τα δημοτικά συμβούλια της Ηγουμενίτσας και των Φιλιατών, έχοντας, μάλιστα, στην ατζέντα τους συναφές θέμα που αφορούσε  επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες όλοι συμφωνούμε ότι, πέρα από τον τουρισμό, είναι ο μόνος τομέας που μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας στην περιοχή μας.
 Παρακολούθησα απευθείας από το διαδίκτυο το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης που έγινε  στο Δημοτικό Συμβούλιο της Ηγουμενίτσας για τον ελληνοϊταλικό αγωγό φυσικού αερίου που σχεδιάζεται να περάσει  από το νομό μας, ο οποίος θα μπορούσε , όπως και όλη η Ήπειρος, με έξυπνες διαπραγματεύσεις και διεκδικητική διάθεση να επωφεληθούν από μια τέτοια επένδυση, που, αν δεν γίνει στον τόπο μας, θα μετακινηθεί προς την Αλβανία.
Απογοητεύθηκα από το επίπεδο των επιχειρημάτων που επιστράτευαν όσοι αντιτίθενται σε αυτό το εθνικής σημασίας έργο, αλλά και από το κλίμα που επικράτησε στη συνεδρίαση και που δεν επέτρεψε στις ψύχραιμες φωνές και στις νουνεχείς απόψεις να ακουστούν με, τουλάχιστον, την ίδια ένταση που εκστομίζονταν οι κινδυνολογίες για τον επερχόμενο… Αρμαγεδδώνα που θα «σαρώσει», δήθεν, τον τουρισμό της Πέρδικας, ακόμη και της Πάργας και των Συβότων!
  Την ίδια ώρα ήμουν σε «ανοιχτή γραμμή» με το Φιλιάτι, όπου συζητείτο στο Δημοτικό Συμβούλιο ένα –τηρουμένων των αναλογιών- μικρό έργο, όπως είναι η εγκατάσταση μιας μονάδας ανεμογεννητριών στο βουνό που βρίσκεται πάνω από το χωριό μου, στην Κοκκινιά.
 Οι αντίστοιχες με τις προηγούμενες  «τερατολογίες»  που ακούστηκαν κι εδώ, (όπως –αν είναι δυνατόν!- ότι μπορεί να πληγούμε από… ραδιενέργεια), ευτυχώς υπήρξαν μειοψηφικές και η πλειοψηφία του Συμβουλίου έδωσε «πράσινο φως» στην επένδυση που, αν μη τι άλλο, μπορεί να κρατήσει στην περιοχή επτά με οκτώ οικογένειες, όσες είναι και οι θέσεις εργασίας που προβλέπεται να δημιουργηθούν όταν με το καλό φυσήξει ο αέρας του Άι Λια στη φτερωτή των ανεμογεννητριών.
 Σε αντίθεση με την Πέρδικα, το «Ράδιο Αρβύλα» ηττήθηκε στην περίπτωση της Κοκκινιάς, αλλά, φοβάμαι πως  για να πάψει να αποτελεί το «εθνικό σπορ» μας, χρειάζεται πολλή, μα πάρα πολλή δουλειά ακόμη….
 Υ.Γ.: Στον τακτικό αναγνώστη της στήλης, ο οποίος μου υπενθύμισε το ερώτημα «είναι λύση οι εκλογές;», που διατύπωνα πριν από πέντε εβδομάδες, επισημαίνοντάς μου ότι είχα γράψει ότι μπορεί να απαντηθεί μετά την 25η Μαρτίου, οφείλω να πω ότι παραμένει αναπάντητο για λόγους, τους οποίους μάλλον θα χρειαστεί να επανέλθω για να τους αναλύσω. 

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Να κάνουμε και… «Kάτι για το Φιλιάτι»

Πέρασα μια γλυκιά νοσταλγική νύχτα με το βιβλίο «Κάτι για το Φιλιάτι» που μόλις κυκλοφόρησε με την υπογραφή του παλαιού και καλού μου φίλου Γιώργου Κώτση, εκδότη της εφημερίδας «Τα Νέα των Φιλιατών». Ξενύχτησα το πρώτο βράδυ που το έλαβα, αλλά χαλάλι του. Μού ξύπνησε μνήμες παιδικές, μού θύμισε γεγονότα και ανθρώπους, μού έμαθε πράγματα που αγνοούσα και έπρεπε να ξέρω. Μα, πάνω από όλα, με προβλημάτισε. Και αυτούς τους προβληματισμούς θέλω κυρίως να εκμυστηρευθώ.
Οι Φιλιάτες, όπως προκύπτει ανάγλυφα μέσα από το πλούσιο ιστορικό υλικό που παρατίθεται στο βιβλίο, δημιουργήθηκαν πριν από περίπου τρεις αιώνες και αποτέλεσαν έκτοτε το κέντρο της ευρύτερης περιοχής πέρα από τον Καλαμά, για ένα και μόνο ουσιαστικό λόγο: διότι ήταν ένα επίκαιρο σημείο στη διαδρομή του εμπορικού δρόμου που οδηγούσε από το λιμάνι της Σαγιάδας στο τότε -και τώρα- κέντρο της Ηπείρου, στα Γιάννενα.
Συνέβη, δηλαδή, με το Φιλιάτι, που πήρε το όνομά του από τον πρώτο οικιστή του, ονόματι Φίλια, ό,τι και με τη δημιουργία των άλλων πόλεων και κωμοπόλεων που αποδίδεται ιστορικά στους δρόμους και στα κέντρα εμπορίου που, όταν είναι ενεργοί, δημιουργούν ανάπτυξη και, όταν παύουν να έχουν σημασία, οδηγούν σε παρακμή. 
Κάπως έτσι, λοιπόν, σχηματίστηκε ο οθωμανικός «Καζάς των Φιλιατών», που εκτείνονταν και πέρα από τα όρια του σημερινού διευρυμένου Δήμου και προσήλκυσε το ενδιαφέρον αρκετών ξένων περιηγητών τον 18ο και 19ο αιώνα. Τους δύο αυτούς αιώνες συγκεντρώθηκε κι ο πληθυσμός της κώμης από μουσουλμάνους και -εξισλαμισθέντες και μη- χριστιανούς κατοίκους, όπως μαρτυρούν τα αρκετά κοινά επώνυμα των δύο σύνοικων κοινοτήτων, οι οποίες έζησαν μαζί, άλλοτε αρμονικά και άλλοτε με αντιπαλότητες, ως το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.    
  Ο μεταπολεμικός, ωστόσο, οικονομικός καταμερισμός της Ελλάδας άλλαξε τις ισορροπίες της περιοχής, καθώς μετατοπίστηκαν νοτιότερα οι δρόμοι του εμπορίου, για λόγους που σχετίζονταν και με τις γεωπολιτικές ισορροπίες της εποχής. Με αποτέλεσμα το Φιλιάτι και η ενδοχώρα του με τα δεκάδες χωριά που έσφυζαν από ζωή, προτού να πληγούν καίρια από τη μαζική μετανάστευση, η οποία ξεκίνησε ήδη από την ένταξη στο νεοελληνικό κράτος και συνεχίστηκε έκτοτε αμείωτη, σιγά-σιγά να «περιθωριοποιηθούν».
Επί έναν ολόκληρο αιώνα, οι ουσιαστικά μεγάλες αναπτυξιακές «ανάσες» της περιοχής υπήρξαν μόλις δύο: Αρχικά το νοσοκομείο, δημιούργημα των αναγκών του Εμφυλίου, σύμφωνα με το βιβλίο, αλλά και ταγών του τόπου που έβλεπαν μπροστά. Και κατόπιν το «εργοστάσιο», χωρίς περαιτέρω προσδιορισμούς, καθώς ήταν ένα και μοναδικό, δημιούργημα, μάλιστα, ενός αμερικανοθρεμμένου Φιλιαταίου από τη διωγμένη μουσουλμανική κοινότητα, του Μέτο Λάγια (που θυμάμαι σαν τώρα την πολυτελή Jaguar του να κυκλοφορεί στους λασπωμένους φιλιατιώτικους δρόμους της δεκαετίας του ΄70).
Τα τελευταία χρόνια η παρακμή της περιοχής έφτασε στο… απόγειο της. Οι ευκαιρίες που δημιούργησε το άνοιγμα των συνόρων με τη γειτονική Αλβανία και θα μπορούσαν να μας βγάλουν από την μετεμφυλιακή απομόνωση, παρήλθαν ανεκμετάλλευτες. Οι πόροι -λιγοστοί, ούτως ή άλλως, αφού δεν υπήρξε διεκδικητική διάθεση και προετοιμασία-, αντί να κατευθυνθούν σε μικρά ή μεγαλύτερα αναπτυξιακά έργα, «ιδιοποιήθηκαν» και σπαταλήθηκαν στη διευθέτηση «πελατειακών» υποχρεώσεων.
Οι σημερινοί ιθύνοντες του νέου Δήμου Φιλιατών, ο δήμαρχος Μηνάς Παπάς και οι συνεργάτες του, φαίνεται να έχουν καλή διάθεση και όρεξη για δουλειά. Αυτά είναι μια καλή αρχή που όμως, δεν αρκεί. Χρειάζεται, πάνω από όλα, σχέδιο και οργανωμένη δουλειά. Για να ξέρουμε τι θέλουμε και τι μπορούμε. Χωρίς κλαυθμυρισμούς για το… ένδοξο παρελθόν ή μεμψιμοιρίες για το δυσοίωνο παρόν, αλλά και δίχως ηττοπάθεια ή μαξιμαλισμούς για «το μέλλον», το οποίο, όπως λέει και η περιώνυμη ρήση, «ανήκει σε εκείνους που το προετοιμάζουν».
 Ο Γιώργος Κώτσης, όπως, βεβαίως, και ο Παύλος Μαντέλος, που από την Αμερική συνέγραψε το δεύτερο μέρος του βιβλίου με τις «Φιλιατιώτικες αναμνήσεις», έκαναν το χρέος τους. Συγκέντρωσαν όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για το παρελθόν και το παρόν του Φιλιατιού και τις απέδωσαν στις σημερινές και στις αυριανές γενιές.
 Οι τελευταίες, όμως, για να έχει «κάτι» να τους «πει» αυτή η πολύτιμη έκδοση πρέπει να μπορούν να ζήσουν στο Φιλιάτι. Να νοιώσουν, έστω, ότι εκεί είναι η ρίζα τους. Όπως νοιώθουμε όλοι εμείς που μπορεί να αναγκαστήκαμε να φύγουμε, άλλος για λίγο κι άλλος για περισσότερο, αλλά αισθανόμαστε ότι είμαστε πάντα εκεί.  
Δεν αρκεί, λοιπόν, το.. «διηγώντας τα να κλαις» που νιώθει κανείς πολλές φορές διαβάζοντας το βιβλίο. Χρειάζεται να κάνουμε και… «Kάτι για το Φιλιάτι».        

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου .Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

«Τ΄ αγαθά κόποις κτώνται»

Όποιος έχει μελετήσει την ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ξέρει ότι είναι μια συνεχής αλυσίδα συμβιβασμών της τελευταίας στιγμής. Από την δεκαετία του ΄50, που ξεκίνησαν οι διεργασίες δημιουργίας της ΕΟΚ, όλες οι μεγάλες αποφάσεις για τη μετεξέλιξη της Ευρώπης από μια ήπειρο αλληλοσπαρασσόμενων εθνών σε μια Ένωση με εναρμονισμένες πολιτικές, κοινούς θεσμούς και ενιαίο νόμισμα, λήφθηκαν την τελευταία στιγμή και δεν ήταν παρά συμβιβασμοί με αμοιβαίες υποχωρήσεις από όλες τις πλευρές.
Ο κανόνας αυτός ίσχυσε και στις πρόσφατες αποφάσεις που λήφθηκαν στις Βρυξέλλες για το ελληνικό χρέος και, εν γένει, το μέλλον της ευρωζώνης. Κατά την προσφιλή τακτική των ευρωπαίων ηγετών, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ έβαλε, στο «παρά πέντε», λίγο «νερό στο κρασί» της, εμείς, με τη σκληρή διαπραγμάτευση που έκανε ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, πήραμε λίγο λιγότερα από όσα επιδιώκαμε και, όπως λέμε σε τέτοιες περιπτώσεις, η ζωή συνεχίζεται…
Υπό αυτό το πρίσμα, για όσους δεν τρέφουν αυταπάτες για το πώς διαμορφώνονται οι διακρατικές σχέσεις, ούτε ερμηνεύουν τα τεκταινόμενα με τους παραμορφωτικούς φακούς της συνωμοσιολογίας, αυτό που συνέβη ήταν, εν πολλοίς, το αναμενόμενο.
Οι ευρωπαίοι εταίροι δεν μπορούσαν να αφήσουν την Ελλάδα να πτωχεύσει. Και δεν την άφησαν, διότι αυτό δεν ήταν προς το συμφέρον ούτε των ιδίων των χωρών τους και του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, αλλά ούτε και της σταθερότητας του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Κάπως έτσι, λοιπόν, φθάσαμε στη… χαλάρωση του μνημονιακού «κορσέ» με την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους μας και τη μείωση του επιτοκίου, δύο μέτρα που η ελληνική οικονομία τα είχε άμεση ανάγκη, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, η στάση πληρωμών ήταν ζήτημα λίγου χρόνου.
Κακά τα ψέματα, όμως. Οι αποφάσεις των Βρυξελλών, που θα επικυρωθούν το άλλο Σαββατοκύριακο στη νέα Ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής, δεν είναι το τέλος ούτε της περιπέτειας, στην οποία έχει περιέλθει, εδώ και πολύ καιρό, η ελληνική οικονομία, ούτε της δοκιμασίας, που βιώνει μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας είναι μακρύς και δύσβατος. Και όσα «δεκανίκια» και αν αναζητήσουμε και μας δοθούν απ΄ έξω, πάντα με το… αζημίωτο φυσικά, πρέπει να αντιληφθούμε ότι, εν τέλει, -«κουτσά, στραβά» ή με αυτοπεποίθηση- μόνοι μας θα τον διαβούμε.
Γι΄ αυτό το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να είμαστε προετοιμασμένοι για τα επερχόμενα. Να συνειδητοποιήσουμε, πρώτ’ απ΄ όλα, ότι η εποχή της αμεριμνησίας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Να συνηθίσουμε, κατόπιν, στην ιδέα ότι δεν υπάρχουν εύκολες και ανώδυνες λύσεις σε χρόνια προβλήματα, όπως αυτά με τα οποία είμαστε αντιμέτωποι.
Ας μην είμαστε, λοιπόν, εύπιστοι απέναντι σε εκείνους τους εγχώριους… φωστήρες που μας υπόσχονται «μαγικές συνταγές». Όπως, εξίσου, χρειάζεται να είμαστε δύσπιστοι προς όσους μας καλούν να καταθέσουμε τα όπλα, επειδή, δήθεν, έρχεται το… τέλος του κόσμου.
Όσοι, εξάλλου, έχουμε μεγαλώσει σε τούτα τα χώματα, είμαστε απολύτως εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι όλα γίνονται με προσπάθεια και τίποτε δε χαρίζεται. Η ιστορία, άλλωστε, της ανθρωπότητας, το παρελθόν της Ελλάδας και η παράδοση της περιοχής μας, μας διδάσκουν ότι, κατά την αρχαιοελληνική ρήση, «τ΄ αγαθά κόποις κτώνται». 
Υ.Γ.: «Habemus Papam» (ελληνιστί: «Έχουμε Πάπα»), “αναφωνήσαμε” την περασμένη Τετάρτη στο Περιφερειακό Συμβούλιο, καθώς καταφέραμε στη δεύτερη ψηφοφορία να εκλέξουμε «Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης» τον δικηγόρο Απόστολο Οικονόμου, ο οποίος εκπληρώνει απολύτως τις προϋποθέσεις του νόμου που θέλει, όπως αναλυτικότερα έγραψα στο προηγούμενο σημείωμα, την κάλυψη της θέσης από «προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και ανεξαρτησίας». Είθε, το συναινετικό πνεύμα που επικράτησε στο Συμβούλιο –και στο οποίο ίσως συνέβαλε ελάχιστα και τούτη η στήλη, απορρίπτοντας λύσεις τύπου «γουρούνι στο σακί»- να έχει συνέχεια…     
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

«Συμπαραστάτης του Πολίτη» ή… «γουρούνι στα σακί»;

«Κάνετε τίποτε εκεί στα Γιάννενα;», είναι το πιο συχνό ερώτημα που δέχομαι από αρκετούς συμπατριώτες που συναντώ, καθώς πηγαινοέρχομαι στις συνεδριάσεις του Περιφερειακού Συμβουλίου Ηπείρου. Παρότι μπήκαμε στον τρίτο μήνα από την ενεργοποίηση των νέων οργάνων, δε μπορώ να κρύψω τη δυσκολία που νοιώθω για να δώσω μια ευθεία απάντηση στο ερώτημα που μου τίθεται.
Μια καλοπροαίρετη προσέγγιση, την οποία, ως ένα βαθμό, ασπάζομαι προσωπικά, λέει πως είναι ακόμη αρκετά νωρίς για να αποφανθεί κανείς τελεσίδικα, καθώς «κάθε αρχή και δύσκολη» και στην προκειμένη περίπτωση της βαθιάς οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα μας τα πράγματα διαμορφώνονται ακόμη δυσκολότερα.  
            Από την άλλη, όμως, υπάρχει και η ρήση, σύμφωνα με την οποία «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός», που σημαίνει ότι το νεοσύστατο των θεσμών, όπως και η οικονομική κρίση, δεν μπορεί να αποτελούν μόνιμο άλλοθι για κάθε είδους απραξία και αδράνεια. Με προβληματίζουν όλα αυτά, καθώς είναι «νωπή» στη μνήμη μου η διαπίστωση της αδυναμίας του Περιφερειακού Συμβουλίου μας να επιλέξει προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους για τη θέση του «Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης».
Ο «Συμπαραστάτης» είναι ένας νέος θεσμός, ανάλογος με τον «Συνήγορο του Πολίτη», που καθιερώθηκε με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» και προβλέπεται για όλους τους Δήμους και τις Περιφέρειες, με στόχο την καταπολέμηση των φαινομένων κακοδιοίκησης. Αποστολή του είναι επιπλέον, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη, να διασφαλίζει την αμεροληψία των αρχών, να συμβάλει στη βελτίωση της εξυπηρέτησης των πολιτών και των επιχειρήσεων, όπως και στην αποσυμφόρηση των αιρετών οργάνων από τη συσσώρευση αιτημάτων και παραπόνων των πολιτών.
Ειδικά, για τις Περιφέρειες που «είναι μεγαλύτερες διοικητικές μονάδες με σημαντικές αδειοδοτικές, ελεγκτικές και αναπτυξιακές αρμοδιότητες, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική η αναγκαιότητα για την ανάληψη της θέσης από προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και ανεξαρτησίας», τονίζεται στη ίδια τη εισηγητική έκθεση του νόμου με τον οποία καθιερώθηκε ο νέος θεσμός.
Στην περίπτωση της Περιφέρειας Ηπείρου επιλέχθηκε μια διαδικασία που –αν μη τι άλλο- μαρτυρά έλλειψη πίστης στο θεσμό, αφού οι υποψηφιότητες κατατίθεντο ως την ώρα που ξεκινούσε η συνεδρίαση του Συμβουλίου, στην οποία έπρεπε να ψηφίσουμε, δίχως να είχε προβλεφθεί να είναι παρόντες οι υποψήφιοι για να τους γνωρίσουμε, να ακούσουμε τις απόψεις και τις θέσεις τους και να διαμορφώσουμε γνώμη για το ποιον θα έπρεπε να επιλέξουμε ή να απορρίψουμε.
Εν ολίγοις καλούμαστε να κάνουμε αυτό που στην απλή γλώσσα λέμε «πήρα γουρούνι στο σακί», που από τη μια ευτέλιζε τον ίδιο θεσμό και από την άλλη προσέβαλε βάναυσα την πλειονότητα των δέκα συμπατριωτών μας –όλοι Γιαννιώτες, τυχαίο; Δε νομίζω!- που είχαν μπει στον κόπο να υποβάλουν αιτήσεις υποψηφιοτήτων, αφού, αν γινόταν, υπό αυτές τις συνθήκες εκλογή, αποκτούσαν πλεονέκτημα όσοι είχαν δράσει παρασκηνιακά, είτε οι ίδιοι, είτε υποστηρικτές της υποψηφιότητάς τους. 
Το ζήτημα που ανέκυπτε αφορούσε όλους τους συμβούλους, αλλά πολύ περισσότερο εμάς από τη μείζονα μειοψηφία που επιλέξαμε εν τέλει να ψηφίσουμε «λευκό» στην πρώτη και μόνη, μέχρι στιγμής, ψηφοφορία για να διαμαρτυρηθούμε, έτσι, για τη φαλκίδευση της μοναδικής ίσως προνομίας που δίνει στη μειοψηφία ο «Καλλικράτης», ορίζοντας ότι η επιλογή του «Συμπαραστάτη» γίνεται με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 των μελών του Περιφερειακού Συμβουλίου και περιορίζοντας, με τον τρόπο αυτό, τη δυνατότητα της περιφερειακής αρχής να επιβάλει τον –όποιο- «εκλεκτό» της.         
Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η αδυναμία συναίνεσης παρατηρήθηκε στη μεγάλη πλειονότητα των Δήμων και μόνον δύο από τις δεκατρείς έχουν μέχρι στιγμής επιλέξει «Συμπαραστάτη». Εκείνο που με προβληματίζει είναι η προχειρότητα με την οποία οργανώθηκαν οι διαδικασίες στη δική μας Περιφέρειας, προχειρότητα που, δυστυχώς, είναι διάχυτη στο συνολικό τρόπο λειτουργίας της περιφερειακής αρχής Ηπείρου, ακόμη και σε θέματα, -όπως, άλλωστε, ήταν το προκείμενο-, που δεν σχετίζονται με την εν γένει οικονομική κατάσταση.
Δεν προτρέχω, πάντως, καθώς έχουμε 40 μήνες θητείας μπροστά μας. Και, ειλικρινά, μακάρι να αποδειχθεί πρόωρος ο προβληματισμός που ένοιωσα την ανάγκη να εκμυστηρευθώ, με αφορμή το συχνότερο, όπως γράφω στην αρχή, ερώτημα που δέχομαι.
Υ.Γ.: Μόνον ανεγκέφαλοι θα μπορούσαν να εκλάβουν την αναφορά μου την προηγούμενη εβδομάδα στα νοσοκομεία όλης της χώρας ως αφορμή για άθλια κινδυνολογία εις βάρος του Νοσοκομείου Φιλιατών. Την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους του Ν.Φ. –ιατρικό, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό- την επιδεικνύω εμπράκτως, έχοντας εκεί νοσηλευόμενο μέλος της οικογενείας μου. Ντροπή και καταισχύνη, λοιπόν, σε όσους «παίζουν» με το αίσθημα ασφάλειας των ασθενών στο όνομα μιας (δήθεν) «δημοσιογραφίας». Θα χρειαστεί, μάλλον, να επανέλθω επί του θέματος.  

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Χρειάζονται πολλές... Ιουλίες

                  Δυο όψεις είχαν οι πανελλαδικής κλίμακας  απεργιακές κινητοποιήσεις της περασμένης Τετάρτης.  Από τη μια, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι διατράνωσαν με ειρηνικό τρόπο την αντίθεσή τους στις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και στη μείωση των θέσεων εργασίας που ταΐζουν το Μινώταυρο της ανεργίας και των «λουκέτων» στην αγορά.
        Από την άλλη, όμως, διέψευσαν τις φρούδες ελπίδες ορισμένων «σεχταριστών» (για να θυμηθούμε την παλαιά φρασεολογία της Αριστεράς με την οποία περιγραφόταν οι ομάδες που διακρίνονται, σύμφωνα με την λεξικογραφική έννοια του όρου, για  «τη στενότητα πνεύματος και την έλλειψη ανεκτικότητας»), οι οποίοι, στην προκειμένη περίπτωση, φαντασιωνόταν να μετατρέψουν την Πλατεία Συντάγματος σε... Πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου.
         Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι κανένας Έλληνας δεν είναι ικανοποιημένος  που η χώρα μας χρειάστηκε να καταφύγει σε επαχθή ξένο δανεισμό για να μπορέσει να καλύψει τους -έστω «κουτσουρεμένους»- μισθούς και τις συντάξεις, επειδή όλα τα προηγούμενα χρόνια ένα μέρος του πληθυσμού (μικρότερο ή μεγαλύτερο, λίγη σημασία έχει για το αποτέλεσμα της υπερχρέωσης του ελληνικού δημοσίου) ζούσε πέρα από τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες του τόπου μας.
          Με την ίδια βεβαιότητα, ωστόσο, θεωρώ προσωπικά πως «θα τρίζουν τα κόκκαλα» των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, που, αντιμέτωποι με πραγματικούς κατακτητές, βγήκαν στο βουνό και θυσίασαν την ίδια τους τη ζωή, ακούγοντας τις ανιστόρητες -ας μου επιτραπεί να γράψω- μπουρδολογίες που εκφωνούνται από τηλεοράσεως ή λέγονται μέσα στη Βουλή για την υποτιθέμενη... «κατοχή της χώρας από τις δυνάμεις του Μνημονίου και της τρόικας».
          Αναρωτιέμαι, αλήθεια, αν όλοι όσοι εκστομίζουν τέτοιες βαρύγδουπες μεγαλοστομίες, έχουν συναίσθηση των ιστορικών αναλογιών ή αν συνειδητά χρησιμοποιούν «παχιά λόγια» για να δημιουργήσουν -σε ποιους άραγε;- ψευδείς εντυπώσεις.
           Γνωρίζουν αλήθεια πολλές... κατεχόμενες ή δικτατορικά κυβερνώμενες χώρες, στον αραβικό κόσμο ή στην -πάλαι ποτέ- κομμουνιστική Ανατολική Ευρώπη, στις οποίες οι αρχηγοί των «ανταρτών», όπως καμώνονται οι ίδιοι πως είναι, να έχουν στη διάθεσή τους το βήμα του εθνικού Κοινοβουλίου για να αναπτύσσουν κάθε είδους συνωμοσιολογικές θεωρίες για «σκόπιμη υποδούλωση της χώρας»;
           Για να έρθουμε, όμως, λίγο και στα δικά μας, θέλω να εξομολογηθώ ότι μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η αντίδραση της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ στα όντως εντυπωσιακά στοιχεία για την οικονομική διαχείριση του Νοσοκομείου Φιλιατών που ανακοίνωσε πρόσφατα η διοικήτρια κυρία Ιουλία Μαρκούλα.
           Η μείωση, κατά 37, 64%, τον περασμένο χρόνο των εξόδων του Νοσοκομείου για φάρμακα, χημικά αντιδραστήρια, υγειονομικό και ορθοπεδικό υλικό, αποδίδεται από την οργάνωση του ΚΚΕ στη Θεσπρωτία στις «συνέπειες της πολιτικής εμπορευματοποίησης της υγείας». Την ίδια ώρα δεν βρίσκεται -στην, κατά τα άλλα, μακροσκελή ανακοίνωση που εξέδωσε- ούτε μια λέξη καταδίκης για το «πάρτι των προμηθειών», τις άσκοπες δαπάνες, τις «μίζες», τα «φακελάκια» και τα τόσα άλλα θλιβερά που συνέβαιναν τα προηγούμενα χρόνια -και πιθανόν συμβαίνουν ακόμη- (και) στα νοσοκομεία όλης της χώρας, υπονομεύοντας το δημόσιο χαρακτήρα του Εθνικού Συστήματος Υγείας.         
           Πάει πολύ να περιμένει κανείς από ένα κόμμα της αντιπολίτευσης να επαινέσει, όπως, κατά τη δική μου προαίρεση, αξίζει, εν προκειμένω, το αποτέλεσμα της προσπάθεια της διοικήτριας του νοσοκομείου και των συνεργατών της στο Νοσοκομείο Φιλιατών, αλλά είναι τουλάχιστον μεμψιμοιρία να επικρίνεται κιόλας για το νοικοκύρεμα που πέτυχε.
           Ένα νοικοκύρεμα που αν επεκτεινόταν παντού, όπου παρατηρούνται φαινόμενα ανορθολογισμού, κακοδιαχείρισης και σπατάλης, θα μπορούσαμε και καλύτερη ποιότητα υπηρεσιών να απολαύσουμε, αλλά και να απαλλαγούμε μια ώρα αρχύτερα από τους επαχθείς όρους του μνημονίου που επέβαλαν  οι δανειστές μας.
           Επειδή, όμως, ένας «κούκος δεν φέρνει την άνοιξη», χρειαζόμαστε πολλές... Ιουλίες.

           *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου.
(Δημοσιεύθηκε στη "Θεσπρωτική" την 1η Μαρτίου 2011)