Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Στην αυλή του γείτονα!

          Διίστανται οι απόψεις για το αν έπρεπε ή όχι η Ελληνίδα Επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, ειρήσθω εν παρόδω, εμπειρότατη πολιτικός Μαρία Δαμανάκη να προβεί στη δραματική επισήμανση ότι το καταστροφικό σενάριο της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη βρίσκεται στο τραπέζι. Οι επικριτές της, κάνοντας κυρίως δίκη προθέσεων, της καταμαρτύρησαν ότι μίλησε από τη βολή της εξασφάλισης που της παρέχει το καλοπληρωμένο αξίωμα που κατέχει, ενώ άλλοι υποστήριξαν ότι λειτούργησε ως προπομπός -”λαγός”, κατά το κοινώς λεγόμενο- της κυβέρνησης.
          Δυστυχώς, όμως, στην ουσία των λεγομένων της λίγοι στάθηκαν. Όπως λίγοι είχαν στα σταθεί στις αντίστοιχες προειδοποιήσεις που είχε απευθύνει, το Δεκέμβριο του 2008, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης που είχε μιλήσει από το επίσημο βήμα της Βουλής για το σενάριο της υπαγωγής της Ελλάδας στο -άγνωστο τότε στο ευρύ κοινό- Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
          Το ΔΝΤ είναι πλέον εδώ, αλλά, δυστυχώς, εδώ είναι και η αμεριμνησία με την οποία πολιτικό σύστημα, όπως και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, τοποθετούνται απέναντι στα μεγάλα προβλήματα που μας ταλανίζουν, είτε πρόκειται για τα ακραιφνώς οικονομικά, είτε αφορούν άλλα κοινωνικά ζητήματα. Από πού να ξεκινήσει και που να τελειώσει κανείς;
          Ας πάρουμε για παράδειγμα το θέμα των σκουπιδιών και την πολύμηνη περιπέτεια της Κερατέας. Τοπικοί παράγοντες, εν εξάλλω, ιερωμένοι μεσολαβητές και άβουλες πολιτικές ηγεσίες κατάφεραν να σταματήσουν τις εργασίες για τη δημιουργία ΧΥΤΥ και μαζί προφανώς θα σταματήσει και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Που θα πάνε τα σκουπίδια της Αττικής; Προφανώς στην αυλή του γείτονα.
          Αντίστοιχη κατάσταση στο άλλο μεγάλο κοινωνικό θέμα με τους μετανάστες. Μετά την εύκολη λύση με το κλείσιμο του λιμανιού της Ηγουμενίτσας (που καταφέραμε να στείλουμε παντού το λάθος μήνυμα ότι η πόλη είναι υπό κλοιό), τώρα που ήρθε η ώρα να λειτουργήσει ο νόμος για τα κέντρα υποδοχής και ασύλου, άρχισαν οι παραλυτικοί μαξιμαλισμοί.
Κανείς τοπάρχης δεν δείχνει διατεθειμένος να συμβάλει στην εξεύρεση λύσης. Ο δήμαρχος Ζίτσας ξεσηκώθηκε μόλις έγινε γνωστό ότι υπήρχε πιθανότητα να λειτουργήσει το παλαιό στρατόπεδο της Βροσίνας. Η περιφέρεια Ηπείρου, όπως και στα περισσότερα από τα μεγάλα ζητήματα του τόπου μας, σφυρίζει αδιάφορα, υποστηρίζοντας, γενικώς και αορίστως, να μη λειτουργήσει στη δική μας περιφέρεια.
Στην ίδια ρότα και η περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, που, λόγω του λιμανιού της Πάτρας, αντιμετωπίζει επίσης τη μεγάλη πίεση των transit μεταναστών που δίνουν μάχη για μια θέση στα πλοία της φυγής προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Η πλειοψηφία του εκεί Περιφερειακού Συμβούλιου απέρριψε την πρόταση να δημιουργηθεί κέντρο υποδοχής σε παλαιό στρατόπεδο στο Στάνο Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο είναι στο μέσον της διαδρομής Πάτρα – Ηγουμενίτσα και άρα μπορεί να φιλοξενήσει μετανάστες και από τους συνωστιζόμενους στα δύο λιμάνια.
Διάβασα ότι αντιπροτάθηκε οι συλλαμβανόμενοι μετανάστες να πάνε στην κεντρική Ελλάδα και ειδικότερα στη Θεσσαλία, έτσι ώστε να μην υπάρχει εύκολη πρόσβαση προς τις πύλες εξόδου της χώρας. Ποιος, όμως, μας εγγυάται ότι οι γείτονες θα δεχθούν στην αυλή τους το πρόβλημα και δεν θα ξεσηκωθούν και εκείνοι με τη σειρά τους; Φυσικά κανείς, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η σημερινή κατάσταση.
Γράφοντας όλα αυτά, μου έρχεται κατά νου η μεγάλη πανθεσπρωτική και πρωτοπόρα για την εποχή της κινητοποίηση του τέλους της δεκαετίας του ΄80 για την προστασία του ποταμού Καλαμά από την ανεξέλεγκτη ρύπανσή του από τα λύματα της πόλης των Ιωαννίνων.
Ορισμένοι νουνεχείς είχαν τότε προτείνει ο έλεγχος της ποιότητας των υδάτων που διοχετεύονταν από το βιολογικό καθορισμό στο ποτάμι μας να περάσει στην ευθύνη των θεσπρωτικών αρχών. Η πρόταση προσέκρουσε στην πεισματική άρνηση της δική μας πλευράς και είκοσι και πλέον χρόνια μετά το αποτέλεσμα είναι γνωστό σε όλους μας: οι γείτονες μας Γιαννιώτες δεν έχασαν την ευκαιρία να φορτώσουν το πρόβλημα στη δική μας αυλή.
Στο εύλογο ερώτημα «τι σχέση έχουν όλα αυτά με την οικονομική κρίση;», η απάντηση είναι πολύ απλή: όσο διακατεχόμαστε από τέτοιες νοοτροπίες, δεν ανασκουμπωνόμαστε και συνεχίζουμε αμέριμνοι, μεταθέτοντας το δικό μας πρόβλημα στους γείτονες (τους ευρωπαίους εταίρους μας, εν προκειμένω), η κρίση δεν πρόκειται να ξεπεραστεί.

            *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.
(Δημοσιεύτηκε στη "Θεσπρωτική" στις 51.5.2011)

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Από το "δόξα τω Θεώ" στο "βοήθα Παναγιά μου"

         Μια ακόμα κρίσιμη εβδομάδα ξεκίνησε χθες και ήρθε να προστεθεί στο αργό και βασανιστικό γαϊτανάκι, στο οποίο έχουμε μπει εδώ και περισσότερο από ενάμισι χρόνο, με τις αγωνιώδεις προσπάθειες να αποτραπεί η οριστική χρεοκοπία της Ελλάδας, η οποία, αναμφίβολα, θα πλήξει βαρύτερα τα πλέον αδύνατα στρώματα της κοινωνίας μας: τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους και, εν γένει, τους μη έχοντες και κατέχοντες.
          Εκεί που πάει να φανεί ότι το μακρόσυρτο "μαρτύριο της σταγόνας", στο οποίο υποβαλλόμαστε, βαίνει προς το τέλος του και ετοιμαζόμαστε να πούμε το "δόξα τω Θεώ", οι εξελίξεις ανατρέπουν τα δεδομένα και ξαναγυρίζουμε στο μοιρολατρικό "βοήθα Παναγιά μου", αφού η περίφημη "επανεκκίνηση", για την οποία, πλέον, μιλούν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, καθυστερεί να έρθει.
          Ο κόμπος, όμως, έχει φθάσει πια στο χτένι και η παρατεταμένη αβεβαιότητα είναι ανάγκη να τελειώσει. Και να τελειώσει το γρηγορότερο δυνατόν. Γιατί, όσο συνεχίζεται, η βλάβη που προκαλείται στην οικονομία και, κατ΄ επέκταση, στην κοινωνία, η οποία δέχεται απανωτά πλήγματα, με πρώτιστο την ολοένα αυξανόμενη ανεργία, είναι μεγαλύτερη και από τα ενδεχομένως νέα σκληρά μέτρα που είναι ανάγκη να ληφθούν.
         Μια εύκολη καταφυγή πολλών συμπατριωτών μας -απλών ανθρώπων, αλλά και πολιτικών ταγών- είναι ότι για το συνεχιζόμενο... χάλι μας και, πιο συγκεκριμένα, για την παρατεταμένη αγωνία που βιώνουμε, "φταίνε οι ξένοι" και κυρίως οι ευρωπαίοι εταίροι μας, που δεν δείχνουν την απαραίτητη αλληλεγγύη για να ξεφύγουμε από τη δυσχερέστατη θέση, στην οποία έχουμε βρεθεί.
         Πόσο βάσιμος, όμως, μπορεί να είναι ένας τέτοιος ισχυρισμός, όταν μετά από τόσα και τόσα μέτρα, όπως οι οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων και οι αυξήσεις των έμμεσων φόρων, δεν έχουμε καταφέρει ακόμη όχι να δημιουργήσουμε πλεονάσματα για να ξεπληρώσουμε τα παλαιά συσσωρευμένα χρέη, αλλά δεν μπορούμε ούτε καν να καλύψουμε τα τρέχοντα έξοδα μας, χωρίς επιπλέον δανεικά;
         Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ακόμη και αν κηρύσσαμε στάση πληρωμών προς τους δανειστές μας και παίρναμε εμείς ή οι άλλοι την -άφρονα, δίχως αμφιβολία- απόφαση να εγκαταλείψουμε το ευρώ και να επιστρέψουμε στη δραχμή, την επόμενη μέρα, αλλά και πάμπολλες μέρες μετά, στο δημόσιο ταμείο δεν θα υπήρχαν κανενός είδους χρήματα για να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη λειτουργία των σχολείων, των νοσοκομείων, της αστυνομίας, της δικαιοσύνης και τόσων άλλων λειτουργιών του κράτους.
         Ταυτοχρόνως, οι ανάγκες μας για εισαγωγές είναι πιθανό ότι θα εξακολουθούσαν να είναι μεγαλύτερες από την αξία των προϊόντων που εξάγουμε, συμπεριλαμβανομένων και των εισπράξεων από το τουριστικό συνάλλαγμα.
         Όσο, λοιπόν, δεν περιορίζεται η ανάγκη μας για νέα δανεικά, δεν μας αρκεί καμία στάση πληρωμών. Ο μόνος τρόπος για να υπερβούμε τη δυσχερή θέση είναι να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις και να αποφασίσουμε να κάνουμε επιτέλους όσα αναβάλλουμε διαρκώς να κάνουμε.
         Έχει ειπωθεί πολλές φορές και από πολλές πλευρές ότι βρισκόμαστε σε συνθήκες πολέμου, αλλά η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύεται να δει κανείς γύρω μας αρκετούς πολεμιστές, είτε πρόκειται για την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα, είτε για το ευρύτερο κοινωνικό σώμα που εκφράζεται με πολλές ιδιότητες, όπως του δημοσίου υπαλλήλου, του φορολογουμένου, του επιχειρηματία.
         Όπως και να έχει, πάντως, η κυβέρνηση είναι αυτή την περίοδο, περισσότερο από ποτέ, προ των ευθυνών της. Έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στη Βουλή ένα ολοκληρωμένο –αλλά, προ πάντων, τελικό!- σχέδιο για την οριστική έξοδο από την κρίση. Να συζητήσει, βεβαίως, με την αντιπολίτευση και να αποδεχτεί όποια θετική πρόταση διατυπωθεί από την πλευρά της. Η -πολυσυζητημένη, τελευταία- συναίνεση της αντιπολίτευσης είναι ζητούμενο και, αν δοθεί, θα είναι καλοδεχούμενη. Θα εκτιμηθεί, όπως και το αντίθετό της, από τον ελληνικό λαό. Η συναίνεση, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί προαπαιτούμενο, όπως θέλουν διάφοροι εγχώριοι αλλά και ευρωπαϊκοί κύκλοι που με ιταμό τρόπο παρεμβαίνουν απροκάλυπτα στην εσωτερική πολιτική σκηνή της χώρας.
         Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι είτε δεν διαθέτει τις -πολιτικές- δυνάμεις να τα βγάλει πέρα, είτε ότι υπονομεύεται η προσπάθεια της, η λύση που έχει ενώπιόν της είναι μία και ξεκάθαρη: προσφυγή στο λαό, με αίτημα την έγκριση ή την απόρριψη του σχεδίου της για τη διάσωση της χώρας.
       
                *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.
(Δημοσιεύτηκε στη "Θεσπρωτική" στις 24.5.2011)

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Μόνον η Πολιτική μπορεί να δώσει λύσεις


«Λύση υπάρχει και είναι πολιτική», διεκήρυξε την περασμένη Κυριακή από το Διδυμότειχο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας. «Αρκεί να αρθούμε όλοι πάνω από τα μικρά και να προσηλωθούμε στα μεγάλα», πρόσθεσε ο πρώτος πολίτης της χώρας σε μια ακόμη εύστοχη παρέμβασή του στα δημόσια πράγματα. «Βρισκόμαστε», τόνισε, «στη μέση μιας δύσκολης διαδρομής. Το πρόβλημα μας είναι η διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και της κοινωνικής συνοχής».
Η ευστοχία της προεδρικής παρέμβασης έγκειται, κατά την άποψή μου, στο γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα έχει γίνει «του συρμού» μαζί με τους πολιτικούς που συλλήβδην στοχοποιούνται για τη δυσχερή οικονομική κατάσταση που βιώνουν η χώρα και αρκετοί συμπολίτες μας, φαίνεται να «παίρνει η μπάλα» και την ίδια την Πολιτική που τίθεται στο στόχαστρο με διάφορους τρόπους και από πολλές πλευρές.
Ακούς, αίφνης, το γλαφυρό σύνθημα «να καεί, να καεί, το μπ... η Βουλή», που κάποτε το εκστόμιζαν μόνον οι «αναρχοαυτόνομοι», να «λανσάρεται» από μέσα ενημέρωσης, αλλά και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και να έχει... πέραση ακόμη και σε αστικά σαλόνια, όπου, κατά τεκμήριο, κατοικοεδρεύουν άνθρωποι που, στην πλειονότητά τους, συμμετείχαν στο μεγάλο «φαγοπότι» από τα δανεικά που γινόταν εδώ και κάποιες δεκαετίες στη χώρα.
Γιατί δεν πιστεύω ότι μπορεί κάποιος εχέφρων να υποστηρίξει βάσιμα ότι τα 500 τόσα δισεκατομμύρια ευρώ του συσσωρευμένου δημόσιου χρέους πήγαν στο σύνολό τους σε «μίζες» πολιτικών.
Ένα μέρος –μικρό σε κάθε περίπτωση- αυτού του υπέρογκου ποσού, μπορεί, πράγματι, να πήγε σε «τσέπες» υπουργών, διοικητών οργανισμών, στελεχών της διοίκησης, ή ακόμη και σε κομματικά ταμεία, φαινόμενο, αναντίρρητα κατακριτέο, το οποίο, όμως, –μην ξεχνάμε- έχει καταγραφεί και σε άλλες χώρες και ίσως αυτό που το κάνει να διαφέρει στην Ελλάδα είναι η αίσθηση της ατιμωρησίας που είχε επικρατήσει τα προηγούμενα χρόνια.
Κακά τα ψέματα, όμως, το μεγαλύτερο μέρος των βαρών του παρελθόντος, που μας κρατούν τώρα καθηλωμένους στην ύφεση και στην ανεργία, σπαταλήθηκαν σε «πελατειακές σχέσεις» και «βόλεμα ημετέρων», ενώ σίγουρα δεν θα είχαμε φθάσει εδώ που φθάσαμε αν όλοι οι Έλληνες πλήρωναν τους φόρους τους και κατέβαλαν τις εισφορές τους.
Οι αναμφίβολες ευθύνες για όλα αυτά, με τις οποίες βαρύνονται αρκετοί πολιτικοί ταγοί, οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο άσκησαν εξουσία, δεν δικαιολογούν το κλίμα που τείνει να δημιουργηθεί στην κοινή γνώμη κατά της Πολιτικής και εκδηλώνεται είτε με ακραία συνθήματα του τύπου «να κρεμάσουμε και τους 300 της Βουλής», είτε με κηρύγματα υπέρ της αποχής και της ιδιώτευσης.
Δεν είναι μόνον που τους συγκεκριμένους πολιτικούς εμείς τους επιλέξαμε και την πλειονότητά τους, μάλιστα, όχι μόνον μια φορά. Ούτε που αν... «κρεμάγαμε» τους συγκεκριμένους «300», τίποτε δεν θα άλλαζε, καθώς θα επιλέγαμε κάποιους άλλους. Είναι, κυρίως, που από αρχαιοτάτων χρόνων δεν έχει εφευρεθεί πουθενά στον κόσμο άλλος τρόπος για να διευθετηθούν οι δημόσιες υποθέσεις, αλλά και να προστατευθούν τα ιδιωτικά συμφέροντα, κυρίως των αδυνάτων, πέρα από την Πολιτική.
Δεν είναι λίγοι, εξάλλου, εκείνοι που, δικαιολογημένα κατά τη δική μου προαίρεση, αποδίδουν την τρέχουσα διεθνή οικονομική κρίση στην υποχώρηση της Πολιτικής και στην ενδοτικότητα της παγκόσμιας πολιτικής τάξης έναντι της οικονομικής εξουσίας, η οποία πήρε τα σκήπτρα και επέβαλε την απορρύθμιση των αγορών κεφαλαίου και εργασίας, δίνοντας την πρωτοκαθεδρία στον αδηφάγο χρηματοπιστωτικό τομέα.
Γι΄ αυτό ας είμαστε, τουλάχιστον, δύσπιστοι έναντι όλων εκείνων που, γενικεύοντας την κριτική τους προς τους πολιτικούς, εξακοντίζουν τα βέλη τους κατά της Πολιτικής, επιχειρώντας να μας πείσουν ότι τάχατες υπάρχουν άλλες «σωτήριες» λύσεις. Πρόκειται κυρίως για κύκλους και πρόσωπα που αν κατέβαιναν στην πολιτική κονίστρα θα αποτύγχαναν και την σίγουρη αυτή αποτυχία τους την εμφανίζουν με αντι-πολιτικό μανδύα που παίρνει διάφορες μορφές: κυβέρνηση τεχνοκρατών, «οικουμενική» και άλλα τέτοια.
            Η κυβέρνηση για να εκπληρώνει το ρόλο της πρέπει να είναι πολιτική, όπως πολιτικές είναι και οι λύσεις των προβλημάτων. Αν, π.χ., δεν μας ικανοποιεί η σημερινή κυβέρνηση και οι λύσεις που αυτή προωθεί, θα έρθει η ώρα που θα την αλλάξουμε και την θέση της θα πάρει μια άλλη κυβέρνηση, εφόσον πείσει ότι διαθέτει ότι έχει πρόγραμμα που οδηγεί σε καλύτερες λύσεις για την κοινωνική ειρήνη και την κοινωνική συνοχή, που σωστά προέταξε στην παρούσα συγκυρία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

     *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.
(Δημοσιεύτηκε στη "Θεσπρωτική" στις 17.5.2011)

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Ο Αλέκος, ο Μέτο(ς) και ο… αιώνιος Μπερίσα

             Την ευκαιρία να αναφερθώ σε ένα εξαιρετικό βιβλίο για τις ελληνοαλβανικές σχέσεις στην μετα-Χότζα εποχή, μου έδωσαν οι δημοτικές εκλογές που διεξήχθησαν την περασμένη Κυριακή στη γειτονική Αλβανία. «Στον αστερισμό του εθνικισμού», είναι ο τίτλος του  και το υπογράφει ο συντοπίτης μας –από τον Αυλότοπο Σουλίου- διακεκριμένος δημοσιογράφος Σταύρος Τζίμας, ο οποίος παρέχει στον αναγνώστη ανεκτίμητα εργαλεία για να κατανοήσει το πολιτικό παιχνίδι που παίζεται στη γείτονα με την πολιτική ένταση, ανάμεσα στις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις των Τιράνων, όπως και να βρει εξηγήσεις για τη διασπασμένη ελληνική μειονότητα. 
          Το βιβλίο είναι η «προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα για τα δραματικά γεγονότα στη μετακομμουνιστική Αλβανία», «ένα εκτενές ρεπορτάζ του αυτόπτη δημοσιογράφου», όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο, «ένα διαχρονικό οδοιπορικό στο οποίο καταθέτει όσα έζησε επί τόπου, όσα πληροφορήθηκε στα παρασκήνια και όλα αυτά που του αφηγήθηκαν οι πρωταγωνιστές» μιας περιόδου μεστής από εξελίξεις στην ταραγμένη βαλκανική γειτονιά μας.
          Στις σελίδες του βιβλίου, που διαβάζεται και ως πολιτικό θρίλερ, καταγράφονται η επόμενη μέρα της πτώσης του Χότζα, η επικίνδυνη ένταση στις ελληνοαλβανικές σχέσεις την περίοδο 1993-1995, η κατάρρευση της Αλβανίας, το 1997, και οι διώξεις εις βάρος της ελληνικής μειονότητας.
Αποκαλύπτονται, επίσης, τα παρασκήνια αλυτρωτικών σχεδίων και συνωμοτικών δράσεων για τη Βόρειο Ήπειρο από εθνικιστικούς κύκλους στην Ελλάδα και μυστικές υπηρεσίες, ένθεν κακείθεν των συνόρων. Όπως και το μεγάλο «φαγοπότι» στο οποίο επιδόθηκαν ορισμένοι υπερπατριώτες, μέσω των μυστικών κονδυλίων του υπουργείου Εξωτερικών και της ΕΥΠ, αλλά και με την «ανθρωπιστική» βοήθεια του αλήστου μνήμης Ιδρύματος Παλιννοστούντων.
          Ο Σταύρος Τζίμας φέρνει στο φως ενδιαφέροντα στοιχεία για το ρόλο που διαδραμάτισαν στο προσκήνιο και το παρασκήνιο διάφορα πρόσωπα στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην Αλβανία, αλλά και στις σχέσεις της με την Ελλάδα: Από τον μακαριστό μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανό και τον –ακόμα ενεργό, όπως επιμένουν δημοσιογραφικές εκτιμήσεις- συντοπίτη μας, επίσης, Νίκολας Γκέητζ (Γκατζογιάννη) έως τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Αντώνη Σαμαρά που ήταν στην εξουσία όταν κατέρρευσε το τελευταίο περίκλειστο καθεστώς της Ευρώπης.
          Εδώ θέλω να προσθέσω την προσωπική μου μαρτυρία για την «ψυχρολουσία» που επεφύλαξε το καθεστώς Ραμίζ Αλία στους κκ. Μητσοτάκη και Σαμαρά, όταν, τον Ιανουάριο του 1991, επισκεπτόμενοι τα Τίρανα, ως πρωθυπουργός ο ένας και ως υπουργός Εξωτερικών ο άλλος, τέθηκε για πρώτη φορά επισήμως «θέμα Τσάμηδων». Η αντίδρασή τους ήταν να επιχειρήσουν να βγάλουν… «παράφρονες» τους Έλληνες δημοσιογράφους που τους συνοδεύαμε, ισχυριζόμενοι ότι ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης των Τιράνων που μας είχε ενημερώσει για την ανακίνηση του ζητήματος στις επίσημες συνομιλίες, δεν ήταν αυτό που εμείς... νομίζαμε!
          Από τις πολλές αποκαλύψεις του βιβλίου, βρήκα ως πλέον ενδιαφέρουσα την περιγραφή του παρασκηνίου που εκτυλίχθηκε εδώ στα μέρη μας και αφορά τις προσπάθειες της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου να βρεθεί λύση στο περίπλοκο κουβάρι των σχέσεων που είχε δημιουργηθεί το 1994 μετά τη δολοφονία Αλβανών στρατιωτικών στο αλβανικό φυλάκιο της Επισκοπής και τις διώξεις που ακολούθησαν κατά στελεχών της ελληνικής μειονοτικής οργάνωσης «Ομόνοια».
          «Με πρωτοβουλία και έγκριση του Ανδρέα Παπανδρέου, ο τότε υπουργός Οικονομικών και άριστος γνώστης των ελληνοαλβανικών Αλέκος Παπαδόπουλος, προσέγγισε έναν Ελληνοαμερικανό, Τσάμη, από τους Φιλιάτες Θεσπρωτίας, ονόματι Λάγια», γράφει ο Σταύρος Τζίμας.
Επισημαίνει ότι «ο Λάγια δεν ήταν τυχαίος» και δίνοντας το προφίλ του αναφέρει ότι υπήρξε «πράκτορας της αμερικανικής DEA στον πόλεμο του Βιετνάμ και με πολλά λεφτά, διατηρούσε σχέσεις με τον Μπερίσα, η γυναίκα του ήταν Ελληνίδα και ο ίδιος κατείχε και ελληνικό διαβατήριο». Να προσθέσω εδώ ότι πρόκειται για τον ιδρυτή των Κλωστηρίων Φιλιατών (και, όπως έγραψα προ εβδομάδων στη στήλη, την πρώτη Jaguar που κυκλοφόρησε στους λασπωμένους δρόμους του Φιλιατιού τη δεκαετία του 70, την οδηγούσε ο «Μέτος», όπως τον έλεγαν οι ντόπιοι).
Οι επαφές των δύο… Θεσπρωτών δεν έφεραν αποτέλεσμα, παρά το ότι, όπως αποκαλύπτεται στο βιβλίο, «ο Αλέκος Παπαδόπουλος και ο Λάγια συναντήθηκαν δυο φορές μυστικά στο κότερο του τελευταίου, τη μια στις Γούβες της Κέρκυρας και την άλλη στα Σύβοτα Θεσπρωτίας». Και αυτό γιατί ο Μπερίσα, ο οποίος –μη ξεχνάμε- πρωταγωνιστεί ακόμη στην πολιτική κονίστρα της γείτονος, «ήταν αμετάπειστος, δεν ήθελε να αφήσει την ευκαιρία να εκθέσει την Ελλάδα ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα της περιοχής».
Το περιστατικό αυτό, όπως και πολλά άλλα άγνωστα στην ευρεία κοινή γνώμη, που έρχονται στο φως μέσα από το βιβλίο του Σταύρου Τζίμα (το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Επίκεντρο» της Θεσσαλονίκης, όπου δραστηριοποιείται επαγγελματικά και με επιτυχία ο συγγραφέας), είναι νομίζω άκρως διδακτικά για όλους όσοι αντιμετωπίζουν τις διακρατικές σχέσεις χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς της εθνικιστικής παραφιλολογίας.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.
(Δημοσιεύτηκε στη "Θεσπρωτική" στις 10.5.2011)

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Μακάρι να είχαν κάνει απογραφή!


Άκρως αποκαλυπτική αποδεικνύεται η «βραδυφλεγής» αντίδραση της ηγετικής ομάδας της αξιωματικής αντιπολίτευσης έναντι της περιώνυμης δημοσιονομικής (δήθεν) απογραφής που (υποτίθεται ότι) έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση του κ. Κ. Καραμανλή και τώρα επιχειρείται να «φορτωθεί» στον εκτός νυμφώνος τότε υπουργό Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφη.
Φαίνεται ότι οι νέοι ένοικοι της λεωφόρου Συγγρού δεν συμμερίζονται την αποδιδόμενη στον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό ρήση, σύμφωνα με την οποία «εθνικόν ό,τι το αληθές» και, αντιθέτως, δείχνουν να υιοθετούν την κοντόφθαλμη και καταστροφική, όπως διαχρονικά έχει καταδειχθεί, θεώρηση των διακρατικών – διεθνών σχέσεων που θέλει τους «καταφερτζήδες Έλληνες» να «πιάνουν κορόιδο τους κουτόφραγκους».
Όσο δίκιο, όμως, κι αν έχει ο άλλοτε «τσάρος» της οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη πολιτική αποτελούσε προεκλογική εξαγγελία και προγραμματική δέσμευση της ΝΔ και αναδείχθηκε, κατόπιν, σε κεντρικό ζήτημα του μετεκλογικού κυβερνητικού σχεδιασμού της αυτοαποκαλούμενης «νέας διακυβέρνησης», δεν είναι αυτό το μείζον ζήτημα που ανακύπτει με την «γαλάζια» (υποτιθέμενη) απογραφή.
Το μείζον ζήτημα είναι ότι η κυβέρνηση Καραμανλή (συλλογικά και, αναντίρρητα, όχι μόνος του ο κ. Αλογοσκούφης) δεν έκανε πραγματική απογραφή, όπως οφείλει να κάνει κάθε σοβαρή κυβέρνηση που θέλει να ξέρει τι παρέλαβε. Στην πραγματικότητα το μόνο που επεχείρησαν ήταν να δικαιολογήσουν τα όσα –θυμάστε αλήθεια;- περί «τραβεστί οικονομίας» έλεγαν την περίοδο που η Ελλάδα εντασσόταν στην ευρωζώνη.
Στόχος τους, δυστυχώς, δεν ήταν να καταγράψουν την πραγματικότητα, αλλά να αμφισβητήσουν τους προκατόχους τους και να καλυφθούν από τις προεκλογικές υπερβολές, στις οποίες είχαν καταφύγει για να επιταχύνουν την έλευση τους στην εξουσία. Όπως, δηλαδή, κάνουν και τώρα, υποσχόμενοι έξοδο από το μνημόνιο σε λίγους μήνες και μάλιστα με ταυτόχρονη –γενναία- μείωση της φορολογίας.
Γι΄ αυτό και το 2004 περιορίστηκαν σε απλή αλλαγή των κανόνων καταγραφής των –υπέρογκων, είν΄ αλήθεια- αμυντικών δαπανών στο έλλειμμα των προηγούμενων χρόνων, ρισκάροντας, έτσι,  την ευρωπαϊκή επιτήρηση, στην οποία τέθηκε τότε η ελληνική οικονομία και δημιουργώντας την πεποίθηση στους εταίρους μας ότι εδώ γίνονται «μαγειρέματα» στους αριθμούς και στις στατιστικές, για τα οποία πληρώσαμε αργότερα και εξακολουθούμε να πληρώνουμε βαρύτατο τίμημα, καθώς δεν γινόμαστε, πλέον, πιστευτοί ούτε από τους εταίρους μας, ούτε, πολύ περισσότερο, από τις αδυσώπητες αγορές.
Την ίδια ώρα άφηναν άπειρους «σκελετούς στα ντουλάπια», όπως τα συσσωρευμένα χρέη και η κατασπατάληση πόρων από ΔΕΚΟ, νοσοκομεία, δήμους, νομαρχίες και άλλους λυμεώνες του δημοσίου χρήματος, που «σκάνε» τώρα και κάνουν δύσκολη τη ζωή ακόμη και στους πολίτες που δεν συμμετείχαν στο «πάρτι» των πελατειακών σχέσεων το οποίο επί χρόνια είχε στηθεί και έφθασε στο απόγειό του, ακριβώς την περίοδο που ήταν στην εξουσία η προηγούμενη κυβέρνηση.  
Είναι απορίας άξιον, για παράδειγμα, πως μπορεί να γίνεται σοβαρός λόγος για «απογραφή», όπως επίσης και για την εξίσου περιβόητη «επανίδρυση του κράτους», που ήταν η δεύτερη… «μεγάλη ιδέα», με την οποία πορεύθηκε η «γαλάζια» διακυβέρνηση, όταν ούτε τον αριθμό των μισθοδοτούμενων από τον κρατικό κορβανά δεν κατάφεραν να καταγράψουν στα πεντέμισι χρόνια που είχαν τις τύχες του τόπου στα χέρια τους.  
Ας μην κοροϊδευόμαστε όμως. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι η, ούτω καλούμενη, απογραφή υπεύθυνη για τη δίνη στην οποία έχει βρεθεί η ελληνική οικονομία από το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, το φθινόπωρο του 2008, και παραμένει έκτοτε σε μια διαρκή περιδίνηση, καθώς ήρθαν στην επιφάνεια χρόνιες παθογένειες που της κρύβαμε, αντί να τις αντιμετωπίσουμε κατάματα και να προσπαθήσουμε να τις αλλάξουμε.
Είναι το περιβόητο «άσ΄ το για αργότερα», το οποίο αποτελούσε τη μόνιμη επωδό του κ. Καραμανλή, που μας έφερε εδώ. Γιατί, χωρίς αμφιβολία, αν είχε γίνει τότε πραγματική δημοσιονομική απογραφή, θα είχαμε αποφύγει τον πλήρη εκτροχιασμό που ακολούθησε και θα είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα και υπό πολύ καλύτερες συνθήκες η αντιμετώπιση των προβλημάτων. Χωρίς τον ασφυκτικό «κορσέ» του μνημονίου και τις απειλητικές ορέξεις δανειστών και κερδοσκόπων.
Υ.Γ.:  Μια και τούτο το σημείωμα επισημαίνει μόνον… άτοπα, ας του δώσουμε και μια διάσταση από τα… τοπικά μας, θέτοντας το ακόλουθο (ρητορικό ίσως, περισσότερο) ερώτημα:  Λέτε να αποκηρύσσει την υποτιθέμενη «απογραφή» Αλογοσκούφη και ο συντοπίτης μας, πρώην υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Αντ. Μπέζας; Θα έχει ενδιαφέρον, νομίζω, να ακούγαμε την άποψή του επ΄ αυτού.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.
(Δημοσιεύτηκε στη "Θεσπρωτική" στις 3.5.2011)