Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

«Δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα στις αγορές»


Οι αναμφίβολα ανακουφιστικές αποφάσεις που ελήφθησαν την περασμένη εβδομάδα στη σύνοδο κορυφής της ευρωζώνης για τη μείωση του δυσθεώρητου ελληνικού χρέους, σίγουρα δεν αφήνουν περιθώρια για πανηγυρισμούς στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Ταυτοχρόνως, όμως, δεν δίνουν και το δικαίωμα στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης να επιδίδονται στην συνήθη καταστροφολογία.
Σε πείσμα όλων όσοι εδώ στη χώρα μας έβλεπαν τα πράγματα με την απλοϊκή μονοδιάστατη προσέγγιση του «εμείς», δηλαδή οι Έλληνες, που, ως γνωστόν, «είμεθα έθνος ανάδελφον», και οι «άλλοι», δηλαδή οι… κακοί, οι ξένοι που «όταν εμείς κτίζαμε Παρθενώνες, αυτοί έτρωγαν βελανίδια» -και γι΄ αυτό, προφανώς, μας επιβουλεύονται και θέλουν να μας… πάρουν την Ακρόπολη-, οι αποφάσεις των Βρυξελλών έδειξαν ότι, έστω και καθυστερημένα, έστω και στο «παρά πέντε», όπως γράφει ο διεθνής τύπος, οι Ευρωπαίοι ηγέτες, αποφάσισαν να λειτουργήσουν πολιτικά και να αρθούν πάνω από τις αδυσώπητες αγορές.
Προσωπικά δεν τρέφω αυταπάτες ότι, εάν δεν απειλούνταν η παγκόσμια οικονομική σταθερότητα από την υπερχρέωση της Ελλάδας και τον συνακόλουθο κίνδυνο να οδηγηθεί η χώρα, μοιραία κάποια στιγμή, σε στάση πληρωμών, η λεγόμενη «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» που μας έφερε το νέο «πακέτο βοήθειας», δεν θα εκδηλωνόταν ποτέ και θα μας άφηναν στην τύχη μας.
Με άλλα λόγια οι εταίροι μας και κυρίως το γερμανικό «διευθυντήριο, αφού, όλους τους προηγούμενους μήνες, μέτρησαν κέρδη και κέρδη από μια ενδεχόμενη επισημοποίηση της χρεοκοπίας της Ελλάδας –που, ας μη γελιόμαστε, έχει ουσιαστικά επέλθει από πέρυσι τον Μάιο, όταν μπήκαμε στο μηχανισμό στήριξης, επειδή δεν μπορούσαμε πλέον να δανειστούμε από τις αγορές- κατέληξαν ότι η διάσωση της χώρας είναι λιγότερο βλαπτική για τα συμφέροντά τους.   
Το παιχνίδι, άλλωστε, των διεθνών σχέσεων και, πολύ περισσότερο, των οικονομικών δοσοληψιών ανάμεσα στα κράτη, πάντα έτσι παιζόταν. Το αμοιβαίο συμφέρον ήταν, είναι και θα είναι αυτό που κινητοποιεί τους συνεταιρισμούς μεταξύ των χωρών, όπως, καλ΄ ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη, που, ό,τι και αν λένε διάφοροι επικριτές τους, η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτούς τους θεσμούς, την διατηρεί στις 25 με 30 πλουσιότερες χώρες όλης της υφηλίου.  
Αντιθέτως, η επιβολή επαχθών οικονομικών όρων σε ένα έθνος, όπως π.χ. συνέβη με τη Γερμανία με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οδηγεί σε ακραίες καταστάσεις, όπως η άνοδος του χιτλερισμού, που οι συνέπειές τους, ιδιαίτερα στην εποχή μας που η αλληλοεξάρτηση του κεφαλαίου βρίσκεται στο ζενίθ και έχει καταλύσει τα εθνικά σύνορα, μπορεί να συμπαρασύρουν τους πάντες.
Ο επαπειλούμενος κίνδυνος της μετάδοσης της ελληνικής κρίσης χρέους σε άλλες χώρες της Ευρώπης, αλλά και όλου του κόσμου, ήταν που κινητοποίησε την ηγεσία ολόκληρου του πλανήτη, από τον Αμερικανό Πρόεδρο Ομπάμα, που αντιμετωπίζει και ο ίδιος στη χώρα του μεγάλο πρόβλημα με τον δημόσιο υπερδανεισμό, ως την Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ, η οποία αντιστάθηκε επί μήνες, αλλά στο τέλος υποχώρησε, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν μόνο η μικρή και υπερχρεωμένη Ελλάδα που απειλούνταν με άμεση οικονομική κατάρρευση.           
Όμως, οι πρόσφατες, σημαντικές, από άποψη, αποφάσεις της ευρωσυνόδου για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, μέσω της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής των δανείων και της μείωσης των επιτοκίων, δεν απαλλάσσει τη χώρα μας από την υποχρέωση να προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα και να αφήσει πίσω της το παρελθόν της αμεριμνησίας, της σπατάλης και των ελλειμμάτων.
Μπορεί να λύσαμε το πρόβλημα του (αναγκαίου) νέου δανεισμού για τα επόμενα χρόνια και να ξεφύγαμε από την απειλή της ολοκληρωτικής στάσης πληρωμών του δημοσίου, αλλά η βαθιά ύφεση στην οποία έχει βυθιστεί η ελληνική οικονομία, εκτοξεύοντας στα ύψη την ανεργία, είναι εδώ και δεν ξεπερνιέται με μόνο τα νέα δανεικά που εξασφαλίσαμε. Απαιτεί γενικό ανασκούμπωμα, συνειδητοποίηση της κατάστασης, αλλά των αιτιών της, όπως και εντατικοποίηση των προσπαθειών. 
Ένα αγαπημένο, άλλωστε, ρητό των οικονομολόγων, και κυρίως όσων εξ αυτών ασπάζονται το κυρίαρχο στις μέρες μας «δόγμα» του νεοφιλευθερισμού, είναι ότι, στις αγορές και, εν γένει, στην οικονομία, «δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα».
Είτε μας αρέσει είτε όχι, το πνεύμα αυτής της κυνικής ρήσης, ας την έχουμε υπόψη μας, τόσο οι ταγοί, όσο και όλοι εμείς οι πολίτες αυτής της χώρας, η οποία μοιάζει να έχει ξεχάσει να παράγει ιδέες, αλλά, πρωτίστως, υπηρεσίες και προϊόντα, που είναι ο μόνος αποφασιστικός παράγων που θα μας βγάλει από την κρίση.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Οι «προφεσόροι» του Μπίσμαρκ και το νοσοκομείο Φιλιατών

Ακούγοντας από υπεύθυνα χείλη ότι τρεις διαφορετικές επιστημονικές ομάδες πρότειναν τρία διαφορετικά πράγματα για τον υγειονομικό χάρτη της Ηπείρου, ένα από τα οποία προβλέπει την διοικητική ενοποίηση του νοσοκομείου Φιλιατών με το νοσοκομείο Χατζηκώστα των Ιωαννίνων, μου ήρθε κατά νου η αξιομνημόνευτη ρήση του Όττο Μπίσμαρκ «drei professoren, vaterland verloren». Σε ελεύθερη απόδοση, ο Πρώσος (Γερμανός) καγκελάριος του τέλους του 19ου αιώνα ήθελε να πει με τη φράση αυτή, που έμεινε στην ιστορία, ότι, αν ανατεθούν οι υποθέσεις του κράτους σε τρεις καθηγητές, η πατρίδα χάθηκε.
Βρίσκω να ταιριάζει γάντι η ρήση του Μπίσμαρκ στην υπόθεση με τον υγειονομικό χάρτη της Ηπείρου, γιατί πραγματικά δεν βρήκα ούτε έναν άνθρωπο που να διαθέτει κοινό νου για να μου παραθέσει ένα επιχείρημα υπέρ της ενοποίησης δύο νοσοκομείων που και απέχουν μεταξύ τους και το ένα δεν έχει τίποτε να προσφέρει στο άλλο.
Σέβομαι απεριόριστα τους ειδικούς, στον επιστημονικό τομέα που έκαστος διακονεί, θαυμάζω τους ερευνητές που ανοίγουν νέους δρόμους στην επιστήμη τους, διατηρώ ο ίδιος σχέσεις με πανεπιστημιακούς δασκάλους και συχνά καταφεύγω στη σοφία τους, είτε δια ζώσης, είτε μέσα από τα κείμενά τους.
Πιστεύω, όμως, ακράδαντα -και το έχω επισημάνει από αυτή τη στήλη, με αφορμή τις συζητήσεις για κυβερνητικές λύσεις τεχνοκρατών- ότι τις λύσεις στα μικρά και μεγάλα κοινωνικά προβλήματα τις δίνουν οι πολιτικές ηγεσίες, ο ρόλος των οποίων είναι να ζυγιάζουν τις θέσεις και τις αντιθέσεις και να καταλήγουν στις βέλτιστες αποφάσεις.
Τα γράφω αυτά, γιατί έχω εδραία την πεποίθηση ότι κανένας γραφειοκράτης από τη βολή του γραφείου του, κανένας τεχνοκράτης, όσες έρευνες και αν έχει κάνει κλεισμένος στο εργαστήριο του, και κανένας αξιότιμος καθηγητής, όσα διπλώματα και αν έχει συλλέξει, δεν μπορεί να εισηγείται αξιόπιστες και κοινωνικά αποδεκτές προτάσεις, αν δεν έχει την ολοκληρωμένη εικόνα για τις επιπτώσεις της εισήγησής του, την οποία, κατά τεκμήριο, διαθέτουν οι πολιτικές ηγεσίες.
Προλαβαίνω τον αντίλογο για τα πελατειακά δίκτυα ανάδειξης των πολιτικών ηγεσιών, κυρίως σε τοπικό επίπεδο, που μπορεί να αντιπαραβληθεί στην πιο πάνω άποψή μου. Είμαι, άλλωστε, εξ εκείνων που σε κάθε ευκαιρία στηλιτεύω τέτοια φαινόμενα. Αυτό, ωστόσο, δεν με εμποδίζει να επισημάνω ότι παντού στον κόσμο, όπου υπάρχουν δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες, σε αυτές ανήκει η αρμοδιότητα να αποφασίζουν, κυρίως διότι είναι αυτές που έχουν αίσθηση του κοινωνικού γίγνεσθαι και είναι υπόλογες στην κοινωνική λογοδοσία.
Ας μην θεωρητικολογήσω, όμως, άλλο και ας έρθω στο κυρίως θέμα, που είναι το νοσοκομείο Φιλιατών, τη σημασία της αυτονομίας του οποίου δεν μπορεί να την αντιληφθεί κανένας τεχνοκράτης που κατασκευάζει σχεδιαγράμματα με οικονομικούς ή άλλους δείκτες, χωρίς επίγνωση του παρελθόντος και του παρόντος της ευρύτερης περιοχής, αλλά και ενσυναίσθηση του μέλλοντός της.
Ολόκληρη η παλαιά επαρχία Φιλιατών, που από την αρχή του χρόνου αποτελεί τον ομώνυμο «Καλλικρατικό» δήμο,  μετά το προ ετών κλείσιμο των Κλωστηρίων που λειτούργησαν για λίγα χρόνια στην περιοχή, «αναπνέει» αναπτυξιακά με έναν και μοναδικό «πνεύμονα», που είναι το νομαρχιακό νοσοκομείο της Θεσπρωτίας, το οποίο για λόγους ιστορικούς -που είναι της παρούσης να αναλυθούν- εδρεύει από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στο Φιλιάτι.
Με αυτό το δεδομένο, το οποίο είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε κανένα επιστημονικό σύγγραμμα διοίκησης μονάδων υγείας, τυχόν υποβάθμιση ή συρρίκνωση του νοσοκομείου Φιλιατών -για κλείσιμο ας μην γίνεται λόγος, αφού δεν υπάρχει ανάγκη να υιοθετούμε ανυπόστατα κινδυνολογικά σενάρια, όταν, μάλιστα, εντάχθηκε λίαν προσφάτως στο ΕΣΠΑ το πρόγραμμα επέκτασης του, που ξεπερνά τα 10 εκατ. ευρώ - συνιστά θανατική καταδίκη ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής.
Μια άλλη, εξίσου σημαντική διάσταση της ανάγκης ύπαρξης του συγκεκριμένου νοσηλευτικού ιδρύματος, που επίσης δεν καταγράφεται στις ασκήσεις επί χάρτου που καταρτίζουν ξεκομμένοι από την πραγματικότητα «προφεσόροι», είναι το -οικονομικά ανυπολόγιστο- αίσθημα ασφαλείας που δημιουργεί στον γηρασμένο πληθυσμό της επαρχίας Φιλιατών, ακόμη και όταν δεν έχει άμεση ανάγκη χρήσης των υπηρεσιών του, γεγονός που επιπλέον λειτουργεί ως κίνητρο για πολύμηνες επισκέψεις αποδήμων, αλλά και για την παραμονή στις πατρογονικές εστίες νεώτερων ανθρώπων.
Στο πλαίσιο αυτό και μόνον η -ούτως ή άλλως ανώφελη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη- συζήτηση που άνοιξε για ενοποίηση με το νοσοκομείο Χατζηκώστα, προκαλεί μεγάλη ζημιά στην περιοχή. Γι΄ αυτό και δικαίως ξεσηκώθηκαν φορείς και κάτοικοι των Φιλιατών, έστω και αν κάποιοι το «είδαν» ως αφορμή για να εκφράσουν τα αντικυβερνητικά τους αισθήματα. Νοερά ήμουν κι εγώ μαζί τους, παρόλο που δεν με βρίσκει σύμφωνο το, έστω και συμβολικό, κλείσιμο του λιμανιού της Ηγουμενίτσας που φαίνεται ότι τείνει να γίνει... του συρμού και σε λίγο καθένας που έχει ένα δίκαιο ή άδικο αίτημα, θα πηγαίνει και θα κλείνει το λιμάνι, αδιαφορώντας για τη ζημιά που αυτό μπορεί να προκαλέσει στον τουρισμό που είναι ο βασικός αναπτυξιακός αιμοδότης της Θεσπρωτίας.



 *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Οι τοπάρχες, πρωταγωνιστές στην υποθήκευση του μέλλοντος

          Η ιστορία με τους δύο Δήμους της Αττικής (Αχαρνών και Ζωγράφου) που είχαν συνάψει, χωρίς να τηρήσουν τις νόμιμες προϋποθέσεις, δάνεια από το εξωτερικό,που αποκαλύφθηκαν τώρα, καθώς, εξαιτίας της θεσμικής αδυναμίας να αποπληρωθούν, παρά λίγο να τορπιλιστεί η εκταμίευση της πέμπτης δόσης του δανεισμού του ελληνικού δημοσίου από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είναι, νομίζω, άκρως αποκαλυπτική για το τι συνέβαινε όλα τα προηγούμενα χρόνια σε αυτή τη χώρα.
Ταυτοχρόνως, όμως, είναι και απολύτως επεξηγηματική για το πώς φθάσαμε στη δυσχερή θέση να απαιτείται να εκποιήσουμε τα «ασημικά» για να ξεπληρώσουμε το δυσθεώρητο χρέος που επισωρεύτηκε στις πλάτες των επόμενων γενιών, με αποφάσεις στις οποίες τον πρωταγωνιστικό ρόλο δεν είχαν, τις περισσότερες φορές, οι «300» της Βουλής, οι οποίοι έχουν γίνει, συλλήβδην, ο «σάκος του μποξ» για την -δικαιολογημένη, ως ένα βαθμό- κοινωνική οργή και αγανάκτηση.

Το φαινόμενο της υπερχρέωσης, που έχει υποθηκεύσει το μέλλον μας για πολλά-πολλά χρόνια, δεν αποτελεί, δυστυχώς, «προνόμιο» του κεντρικού Κράτους, αλλά επεκτείνεται από άκρου εις άκρον της χώρας, καθώς οι τοπάρχες των Αχαρνών και του Ζωγράφου -που, μην έχετε αμφιβολία, ανήκαν σε διαφορετικά κόμματα- δεν αποτελούν την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα στην άφρονα οικονομική διαχείριση, που άσκησε η μεγάλη πλειονότητα των δημάρχων και νομαρχών, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης.

Τα «χαΐρια» των δικών μας Δήμων εδώ στη Θεσπρωτία είναι γνωστά, τα ξέρουμε και τα μαθαίνουμε με όσα εξακολουθούν να αποκαλύπτονται, ενώ και στο επίπεδο της Περιφέρειας Ηπείρου, όπως ξανάγραψε η στήλη, όταν πριν από λίγους μήνες ψηφίστηκε ο προϋπολογισμός για του 2011, η κατάσταση είναι ίδια και χειρότερη.

Μπήκαμε στον έβδομο μήνα αφότου ανέλαβε η νέα διοίκηση της Περιφέρειας και ακόμη δεν έχει αποσαφηνιστεί ποιο είναι το ακριβές ύψος των οφειλών που κληροδότησαν στο νέο θεσμό οι τέσσερις πρώην νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις Ιωαννίνων, Άρτας, Πρέβεζας και Θεσπρωτίας.

Στην τελευταία συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, που συνήλθε στις 4 Ιουλίου, ήρθε -επιτέλους!- ως θέμα ο προγραμματισμός των έργων της Περιφέρειας και, έτσι, πήραμε μια «γεύση» από το εύρος του «ανοίγματος», που σε τάξη μεγέθους είναι δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, από τις απλήρωτες οφειλές που αφορούν έργα, τα οποία, σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν ολοκληρωθεί από ετών.

Το διαπίστωσα έκπληκτος όταν είδα να περιλαμβάνεται στον κατάλογο ένα -αρκούντως υπερκοστολογημένο- μικροέργο στο χωριό μου, υπό τον τίτλο «αποπεράτωση δρόμου Τσατσουλέικα - Κοκκινιά και των σχετικών παρακαμπτηρίων», που δεν ξεπερνά τα 300 με 400 μέτρα ασφάλτου και χρεώθηκε με 110 χιλιάδες ευρώ. Το έργο είναι έτοιμο εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια, αλλά, κατά τα φαινόμενα, δεν αποπληρώθηκε ακόμη και, έτσι, ένα υπόλοιπο 22 χιλιάδων ευρώ που οφείλονται στον εργολάβο, κληροδοτήθηκε στην Περιφέρεια.

Ενδεικτικά και μόνο για την Περιφερειακή Ενότητα Θεσπρωτίας, από τα 99 έργα που εμφανίζονται στον κατάλογο, τα 76 -και τα πλέον δαπανηρά εξ αυτών- είναι παλαιοτέρων ετών, για τα οποία έχει καταβληθεί στους εργολήπτες σχεδόν το ήμισυ των συμβατικών τιμημάτων, με ό,τι σημαίνει αυτό το «φέσι» για την αγορά, αλλά και με ό,τι υποκρύπτει το γεγονός ότι αρκετά από τα έργα ξεκίνησαν εν μέσω της τελευταίας προεκλογικής περιόδου.

Η σκληρή μάχη που δώσαμε στο Συμβούλιο, ως μείζων αντιπολίτευση, μπορεί να μην απέφερε το επιδιωκόμενο, που ήταν να πληροφορηθούμε το ύψος των συνολικών οφειλών της Περιφέρειας, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η Θεσπρωτία είναι το 1/7 της Ηπείρου, υπήρξε, ωστόσο, αποδοτική, καθώς απεκάλυψε τις προθέσεις του τέως νομάρχη Ιωαννίνων και νυν περιφερειάρχη Ηπείρου Αλέκου Καχριμάνη.

Ο κ. Καχριμάνης, αμυνόμενος, εξακόντισε τα βέλη του κατά της αντιπολίτευσης στην τέως Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, επειδή δεν συνηγόρησε στη σύναψη δανείου που σχεδίαζε κατά την προγηγούμενη αυτοδιοικητική περίοδο. Βέβαια, όπως προέκυψε από τη συζήτηση, ο πραγματικός λόγος που δεν έλαβε το δάνειο, που ήθελε να συνάψει ως νομάρχης, ήταν επειδή ο νόμος, τότε, δεν επέτρεπε δανειοδότηση για χρηματοδότηση παρελθόντων έργων. Έργα, τα οποία είχε σπεύσει ο ίδιος να δρομολογήσει, με προφορικές δεσμεύσεις της τότε κυβέρνησης Καραμανλή και ειδικότερα του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ Γιώργου Σουφλιά για πρόσθετη χρηματοδότηση, που αποδείχθηκαν «έπεα πτερόεντα».

Ο περιφερειάρχης μάς προϊδέασε ότι αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει τότε, επειδή το απαγόρευε ο Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, θα επιδιώξει να το κάνει τώρα που η νομοθεσία δεν είναι περιοριστική, συνάπτοντας δάνειο για την αποπληρωμή των παλαιών οφειλών. Ελπίζουμε να μην το κάνει όπως ο... δήμαρχος Ζωγράφου και θα είμαστε εκεί για να τον ελέγξουμε.


*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτόν τον πλανήτη

                «Ξέρεις η Ελλάδα είναι μικρή χώρα, αλλά αρκετά μεγαλύτερη από την πλατεία που εσύ βλέπεις να επικρατεί πολεμική ατμόσφαιρα.», απάντησε, με το βρετανικό φλέγμα που τον χαρακτηρίζει, επισκέπτης της χώρας μας που δέχθηκε αγωνιώδες τηλεφώνημα από φίλο του στο εξωτερικό, την περασμένη Τετάρτη, όταν όλα τα ξένα ειδησεογραφικά τηλεοπτικά δίκτυα ήταν σε απευθείας σύνδεση με την Αθήνα και μετέδιδαν σκηνές από τη «φλεγόμενη» Πλατεία Συντάγματος.
   Παρακολουθώντας από επαγγελματική υποχρέωση σε καθημερινή βάση τα αναγραφόμενα και αναμεταδιδόμενα για τη χώρα μας στα διεθνή μέσα, δεν βρίσκω άλλη περίοδο της ιστορίας μας που να έχουμε βρεθεί, τόσο πολύ και για τόσο μεγάλη διάρκεια, στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Συνάδελφός μου που είχε εκπονήσει μελέτη για την παρουσία της Ελλάδας στα διεθνή μέσα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄80, μου εξηγούσε πόσο σπάνιες ήταν οι αναφορές που μπόρεσε να εντοπίσει, σε βαθμό που σου έδινε την εντύπωση ότι είμαστε για εκείνους από αδιάφοροι έως... ανύπαρκτοι.

   Το δυστύχημα, όμως, είναι ότι τώρα που έχουμε γίνει το επίκεντρο, η πλειονότητα των -ων ουκ έστιν αριθμός- δημοσιευμάτων που αναφέρονται στη χώρα μας, είναι, όπως εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς, αρνητικά και κάθε άλλο παρά τιμητικές είναι οι, σε αρκετές περιπτώσεις υπερβολικές και άδικες, αναφορές στη χώρα μας και στους πολίτες της.

   Σε πολλούς συμπατριώτες μας, αυτή η αρνητική δημοσιότητα ίσως να μη λέει και πολλά και γι΄ αυτό εμφανίζονται να αδιαφορούν για το πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Καλυμμένοι πίσω από ιδεολογήματα του τύπου «είμαστε έθνος ανάδελφον» ή «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, αυτοί έτρωγαν βαλανίδια», αδυνατούν να αντιληφθούν τη σημασία που έχει η διεθνής εικόνα της χώρας για την εσωτερική μας ευημερία.

   Όποιος έχει στοιχειώδη αίσθηση της παγκόσμιας ιστορίας, εύκολα αντιλαμβάνεται ότι οι εξωστρεφείς χώρες ήταν εκείνες που, στο διάβα των αιώνων, άκμασαν και οικονομικά και πολιτισμικά. Από την ελληνική αρχαιότητα ως τις μέρες μας τα παραδείγματα που το καταδεικνύουν είναι πάμπολλα.

   Αντιθέτως, οι κλειστές και φοβικές κοινωνίες, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη γειτονική μας Αλβανία, το μόνο που πέτυχαν ήταν να συντηρούν την υπανάπτυξη και τη μιζέρια, που στην εποχή μας δεν μπορούν να γίνουν και δεν γίνονται ανεκτές, ιδίως σε μια χώρα που η μόνη «βαριά βιομηχανία» που διαθέτει ο τουρισμός.

   Όλα αυτά ισχύουν πολύ περισσότερο σήμερα που η παγκοσμιοποίηση, κυρίως στον τομέα της διακίνησης των πληροφοριών, έχει μετατρέψει τον πλανήτη, όπως λένε παραστατικά οι ειδικοί της επικοινωνίας, σε ένα «παγκόσμιο χωριό», στο οποίο σχεδόν τα πάντα μαθαίνονται και μαθαίνονται πολύ γρήγορα.

   Και όσο και αν μας κακοφαίνεται πολλές φορές από τις επανειλημμένες κακόβουλες αναφορές πουν συντηρούν στα μάτια των βόρειων εταίρων μας το στερεότυπο για τους «τεμπέληδες του νότου», ας έχουμε υπόψη μας ότι, τα περισσότερα τέτοια αρνητικά δημοσιεύματα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας στα ξένα μέσα ενημέρωσης, δεν είναι παρά αναδημοσιεύσεις από τον ελληνικό τύπο. 

   Πέρα από αυτό, όμως, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου μας να συμπεριφέρονται με απολύτως αντιφατικό τρόπο που δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από τους εταίρους μας στο εξωτερικό. Πάρτε για παράδειγμα την πρόσφατη ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου στη Βουλή των Ελλήνων και τη στάση που τήρησαν όχι μόνον οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες, αλλά και τα ελληνικά κόμματα.

   Από τους συντηρητικούς του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που πίεσαν ασφυκτικά τον Πρόεδρο της ΝΔ Αντώνη Σαμαρά να συναινέσει, ως τους Οικολόγους Πράσινους που η ηγεσία τους στις Βρυξέλλες χαιρέτισαν την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης, την ίδια ώρα που οι ομοϊδεάτες τους στην Αθήνα ζητούσαν την καταψήφιση του Προγράμματος, οι ευρωπαϊκές πολιτικές οικογένειες, στις οποίες ανήκουν οι εγχώριες πολιτικές δυνάμεις, προσέγγισαν το ζήτημα της οικονομικής «διάσωσης» της Ελλάδας με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εκείνον με τον οποίον τοποθετούνταν τα περισσότερα κόμματα της εσωτερικής αντιπολίτευσης.

   Εκείνο, λοιπόν, που νομίζω ότι χρειάζεται να αντιληφθούμε -πολιτική τάξη και πολίτες- είναι ότι δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτόν τον πλανήτη και η περιχαράκωση στην εθνική μας αυταρέσκεια, όχι μόνον δεν είναι αποδοτική, αλλά στο μόνο που οδηγεί είναι στην επιδείνωση της δυσμενούς θέσης στην οποία έχουμε βρεθεί.



  *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.