Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

«Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω…»

          «Η κρίση έπληξε και πλήττει καθημερινά εκατοντάδες επιχειρήσεις, άλλες κλείνουν, άλλες συρρικνώνονται. Ο “902” προσπαθεί να διατηρηθεί ζωντανός καταφεύγοντας σε απολύσεις, όχι για να σωθούν τα κέρδη κάποιων μετόχων –τέτοιοι ασφαλώς δεν υπάρχουν- αλλά για να συνεχίσει να προβάλλει τις θέσεις του ΚΚΕ και τους αγώνες των εργαζομένων, να αποκαλύπτει την ουσία της αντιλαϊκής πολιτικής».
          Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με τις επισημάνσεις αυτές που προέρχονται από άρθρο που δημοσιεύτηκε προ ημερών (16/9) στον «Ριζοσπάστη» για να δικαιολογηθούν οι απολύσεις στις οποίες υποχρεώθηκε να κάνει το κόμμα στον ραδιοτηλεοπτικό του σταθμό, τον «902», ο οποίος, όπως σχεδόν το σύνολο των, ανά το πανελλήνιο, μέσων ενημέρωσης, έχει βρεθεί σε δυσχερή θέση;
«Ο οικονομικός αιμοδότης του σταθμού, το ΚΚΕ, έχει υποστεί μεγάλη συρρίκνωση των οικονομικών του. Η δυνατότητα χρηματοδότησης του σταθμού έχει μειωθεί δραστικά και το κόστος λειτουργίας έχει αυξηθεί. Οι απολύσεις είναι αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης και όχι ομοιότητα του ΚΚΕ με την καπιταλιστική εργοδοσία», προσθέτει ο αρθρογράφος του «Ριζοσπάστη» που είναι κι ο ίδιος εργαζόμενος στον «902».
  Δεν μπορώ να διακρίνω που σταματούν, όπως λέει ο αρθρογράφος, οι ομοιότητες της δύσκολης κατάστασης, στην οποία περιήλθε ο «902», με την κρίση που χτύπησε τις άλλες επιχειρήσεις και ειδικά αυτές των μέσων ενημέρωσης, αλλά, με αυτή την αφορμή, μου δίνεται η ευκαιρία να διατυπώσω μια απορία που από καιρό έχω.
Πόσο, αλήθεια, αξιόπιστη μπορεί να είναι η οξύτατη κριτική που ασκούν όλοι αυτοί που εξακοντίζουν τα δηλητηριώδη βέλη τους αποκλειστικά και μόνο κατά της σημερινής κυβέρνησης ή και του λεγόμενου «δικομματισμού» για τη δυσχερή οικονομική θέση στην οποία έχει οδηγηθεί η χώρα;
Είναι πολύ εύκολο να εκτονώνεται κανείς και, ταυτοχρόνως, να ικανοποιεί το ακροατήριό του, χαϊδεύοντας τους τ΄ αυτιά, με το να καθυβρίζει τους «300» της σημερινής Βουλής ή έστω τους 250 εξ αυτών που τα κόμματα τους κυβέρνησαν τη χώρα. Χρήσιμο, όμως, θα ήταν, μετά την εκτόνωση, να μας υποδείκνυε και το «πρότυπο» που θα έπρεπε να είχαμε ακολουθήσει.
Έχω αναρωτηθεί, για παράδειγμα, πολλές φορές πόσο καλύτερα διαμορφώθηκαν τα πράγματα σε συνδικαλιστικές οργανώσεις ή σε αυτοδιοικητικές μονάδες που δεν ήταν πάντα προνομιακός χώρος των κομμάτων εξουσίας και τη διοίκησή τους, κατά καιρούς, την ανέλαβαν πρόσωπα από άλλους πολιτικούς χώρους. Με ειλικρινή λύπη, όμως, διαπιστώνω ότι, δυστυχώς, δεν τους κατέστησαν «οάσεις».  
Προφανώς και δεν απαλλάσσω τους κατά καιρούς κυβερνώντες από τις βαρύτατες ευθύνες που πρωτίστως εκείνοι φέρουν. Θέλω, όμως, να εστιάσω στη μονομέρεια της κριτικής που ασκείται. Και το κάνω όχι τόσο επειδή πιστεύω ότι είναι άδικη –το αντίθετο, ισχύει-, αλλά επειδή θεωρώ ότι είναι αναποτελεσματική και δεν οδηγεί σε σωστά συμπεράσματα, τέτοια που θα μπορούσαν να μας βγάλουν από την τρέχουσα γενικευμένη κρίση που διέρχεται η ελληνική κοινωνία.
Πιστεύω ότι είναι τουλάχιστον αποπροσανατολιστικό να ακούς από τα χείλη «χρυσοκάνθαρων» της τηλοψίας ή να διαβάζεις από τη γραφίδα τους κηρύγματα απαξίωσης των πολιτικών και υπόθαλψης των τραμπουκισμών και της ανομίας του «δεν πληρώνω», χωρίς την ίδια στιγμή ο λόγος τους να περιέχει ίχνος αυτοκριτικής για τους κρατικοδίαιτους γίγαντες με τα πήλινα πόδια που δημιουργήθηκαν την τελευταία εικοσαετία στον χώρο των μέσων ενημέρωσης, στον οποίο διοχετεύθηκαν αρκετά από τα δανειακά με τα οποία επιβαρύνθηκε το ελληνικό δημόσιο.
Παρότι κι ο ίδιος προσωπικά επωφελήθηκα από αυτή την κατάσταση, εργαζόμενος, ωστόσο, σχεδόν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα και ποτέ αργόμισθος, δεν νοιώθω καμία δυσκολία να επαναλάβω τη φράση του Ιησού Χριστού: «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω».
Διότι έχω την άποψη και την έχω επαναλάβει αρκετές φορές από τούτη τη στήλη πως αν δεν συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά μας έφερε εδώ που βρισκόμαστε, το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να αυτοϊκανοποιούμαστε, επιμηκύνοντας την καθήλωσή μας.
 
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Με πόσες, άραγε, προσευχές, γλυτώνουμε τον Αρμαγεδδώνα;

            «Θα τα καταφέρουμε με τη βοήθεια του Θεού! Γιατί βρισκόμαστε όλοι σήμερα σε πόλεμο επιβίωσης. Κι όπως ξέρετε, στα χαρακώματα δεν υπάρχουν άθεοι. Όλοι προσεύχονται!». Αντιγράφω αυτολεξεί την αποστροφή αυτή από την ομιλία του προέδρου της ΝΔ Αντώνη Σαμαρά στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, επειδή με εντυπωσίασε όσο τίποτε άλλο από όσα είπε.
Ακούγοντάς τον, σκέφθηκα, προς στιγμήν, το ανέκδοτο που λέει «καλός είναι ο αγιασμός, αλλά ας πάρουμε και καμία γάτα». Αναλογιζόμενος, όμως, ότι η κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί λίγες ώρες νωρίτερα, με την ακύρωση του ταξιδιού του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου στις ΗΠΑ, μετά τις δραματικές εξελίξεις στη σύνοδο των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών στην Πολωνία, κατέληξα ότι δεν ήταν ώρα για χιούμορ.
Με δεδομένη, άλλωστε, την αντιμετώπιση, την οποία είχε, από τους εταίρους μας, ο αντιπρόεδρος Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος είχε προκαλέσει την άρον – άρον αποχώρηση από την Ελλάδα των εκπροσώπων των δανειστών μας, όταν, προ δύο εβδομάδων, ζήτησε «πολιτική διαπραγμάτευση», είναι να απορεί κανείς πως θα μπορούσε να πειστεί η τρόικα να επιστρέψει για να δώσει το «πράσινο φως» εκταμίευσης της απαραίτητης, για την πληρωμή μισθών και συντάξεων, δόσης, αν κάποιος τους έλεγε ότι στην Ελλάδα το έχουμε… ρίξει στην προσευχή.  
Η απορία συνδέεται ευθέως με το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν άμεση προσφυγή στις κάλπες, από τις οποίες η πιθανότερη εξέλιξη είναι πως τις τύχες της χώρας θα αναλάβει το κόμμα του κ. Σαμαρά. Ακόμη και φίλοι της κυβερνώσας παράταξης θεωρούν ότι η παρούσα κυβέρνηση δεν πρέπει να επωμιστεί ολόκληρο το βάρος από τα επώδυνα μέτρα που είναι αναγκαίο να ληφθούν για να αποφευχθεί η επισημοποίηση της χρεοκοπίας.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι «ούτως ή άλλως η σημερινή κυβέρνηση δεν διαθέτει την πολιτική νομιμοποίηση για να ασκήσει την πολιτική που υποχρεώνεται να ακολουθεί, καθώς δεν ψηφίστηκε γι΄ αυτά από τον ελληνικό λαό». Άλλοι επιστρατεύουν το επιχείρημα «ας πάρει την απασφαλισμένη χειροβομβίδα ο κ. Σαμαράς, ο οποίος δεν μπορεί να συνεχίζει να κερδοσκοπεί πολιτικά, υποσχόμενος φοροαπαλλαγές και κλείνοντας το μάτι σε κάθε –δικαίως ή αδίκως- διαμαρτυρόμενο»  
Σε όλα αυτά αντιπαρατάσσεται ο αντίλογος, σύμφωνα με τον οποίο «η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν μπορεί να φυγομαχήσει σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, αποποιούμενη των ευθυνών της απέναντι στη χώρα και ακολουθώντας την τακτική της προηγούμενης κυβέρνησης, η οποία μόλις είδε τα δύσκολα που είχε μπροστά της, πήγε στις πρόωρες εκλογές του φθινοπώρου 2009».
Δυσκολεύομαι, ειλικρινά, να ενστερνισθώ την μια ή την άλλη άποψη, καθώς θεωρώ ότι και οι δυο εστιάζονται στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο και αγνοούν τον διεθνή παράγοντα που, είτε το θέλουμε, είτε όχι, είναι ο πλέον καθοριστικός για τι «μέλλει γενέσθαι», είτε εδώ στηθούν κάλπες, είτε όχι.
Όταν πανίσχυρες χώρες, όπως οι ΗΠΑ ή η Γαλλία, κλυδωνίζονται και μοιάζουν αδύναμες να αντιδράσουν στα κελεύσματα των αδηφάγων αγορών, δεν μπορεί να μην αναρωτιέται κανείς ποια περιθώρια ελιγμών μπορεί να έχει η υπερχρεωμένη Ελλάδα, η οποία, επιπροσθέτως, έχει βρεθεί στο διεθνές στόχαστρο όχι μόνον ως ο «αδύναμος κρίκος» της ευρωζώνης, αλλά και ως δακτυλοδειχτούμενη, επειδή δεν τηρεί τις δεσμεύσεις της.
Η στήλη έχει επισημάνει και κατά το παρελθόν ότι η βασική αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης είναι ότι –καλώς ή κακώς- δεν έχει καταφέρει να πείσει το ευρύ κοινωνικό σώμα για την πραγματική διάσταση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα και τα οποία εστιάζονται στην ψευδή ευημερία που δημιούργησαν τα ελλείμματα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας.
Όσο, λοιπόν, δεν συνειδητοποιείται αυτή η απλή αλήθεια, θα αφήνεται το πεδίο ελεύθερο σε κάθε λογής πολιτικούς κερδοσκόπους που βάζουν την καρέκλα τους πάνω από το συλλογικό κοινωνικό συμφέρον, αλλά και στα κάθε είδους συμφέροντα που, ας μη γελιόμαστε, θα επωφεληθούν από την χρεοκοπία της χώρας.
Γι΄ αυτό –θεοσεβούμενοι και… άθεοι- ας είμαστε τουλάχιστον «κουμπωμένοι» απέναντι σε όσους μας ζητούν προσευχή για να αποφύγουμε τον επερχόμενο Αρμαγεδδώνα.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Και… Ρεχάγκελ να γίνει ο Σόιμπλε, το γκολ εμείς πρέπει να το βάλουμε

           Παραφράζοντας την παιγνιώδη και παροιμιώδη ρήση του Άγγλου ποδοσφαιριστή Γκάρι Λίνεκερ, σύμφωνα με την οποία «το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι στο οποίο 22 άνθρωποι κυνηγούν μια μπάλα και στο τέλος… κερδίζει η Γερμανία», στην τρέχουσα επικαιρότητα θα μπορούσε άνετα να ισχυριστεί κανείς ότι «η ευρωζώνη είναι μια νομισματική ένωση 17 χωρών που έγινε για… να κερδίζει η Γερμανία».
Το 2004, ωστόσο, που, από πολλές απόψεις, υπήρξε η χρονιά της εθνικής μας απογείωσης, η Ελλάδα… διέψευσε τον Λίνεκερ και βρέθηκε στην κορυφή της ποδοσφαιρικής Ευρώπης. Το μοναδικό αυτό επίτευγμα συνδέθηκε, τότε, από πολλούς με την παρουσία στον ελληνικό πάγκο ενός Γερμανού, του Όττο Ρεχάγκελ, ο οποίος με την πρωσική οργάνωση κατάφερε να αναδείξει το ταλέντο, να τιθασεύσει τον μεσογειακό ενθουσιασμό και να μετουσιώσει το πάθος των Ελλήνων παικτών για διάκριση σε νικηφόρο αποτέλεσμα.
Η υιοθέτηση του ευρώ και η συμμετοχή μας στην ευρωζώνη που, αναμφίβολα, συνέβαλαν τα μέγιστα στην οικονομική ανάπτυξη και στην –έστω δάνεια- ευημερία που γνώρισε η χώρα μας την προηγούμενη δεκαετία, με τη συνεχή άνοδο των πραγματικών εισοδημάτων της πλειονότητας του πληθυσμού, σήμερα μοιάζει να έχει μεταβληθεί σε ένα βρόχο στο λαιμό όλων μας που μας καθηλώνει και μας οδηγεί στην πιο βαθιά ύφεση που γνώρισε η ελληνική οικονομία σε ειρηνικές περιόδους.
Κακά τα ψέματα, όμως, δεν είναι το ευρώ που μας έφερε στην τωρινή δυσχερή θέση. Είναι, κυρίως, επειδή το «πάρτι» που ξεκίνησε μετά την εισαγωγή μας στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, συνεχίστηκε μετά το 2004, τη χρονιά ορόσημο που επιβαλλόταν να γίνουν οι διορθωτικές κινήσεις για να τιθασευτεί το δημόσιο χρέος που έχει επισωρευτεί από τους πολυδάπανους Ολυμπιακούς Αγώνες και να συγκρατηθούν τα ελλείμματα τόσο στη δημοσιονομική διαχείριση όσο, πολύ περισσότερο, στο εμπορικό ισοζύγιο της  χώρας, που επιδεινώνονταν χρόνο με το χρόνο. 
Δεν είμαι από εκείνους που θα ισχυριστούν ότι όλα τα δεινά που μας βρήκαν από το 2008 και ύστερα, είναι προϊόν μόνον της πολιτικής του «άσ΄ το γι΄ αργότερα» της καραμανλικής διακυβέρνησης. Τα προβλήματα στην ελληνική οικονομία έχουν βαθύτερες ρίζες και πιστεύω ότι η ιστορία, μαζί με τα πολλά θετικά που θα πιστώσει, θα επιμερίσει ευθύνες και στην προηγούμενη κατάσταση, για την ατολμία της να δώσει λύσεις σε προβλήματα όπως το ασφαλιστικό, ο υπερδανεισμός των ΔΕΚΟ, αλλά και για τη στόχευση της μισθολογικής σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη, από την οποία μας χώριζαν χάσματα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας.
Όλα αυτά, βεβαίως, επιδεινώθηκαν τη «μοιραία πενταετία 2004-2009» , για να δανειστώ τον τίτλο σχετικού βιβλίου του καθηγητή Γιάννη Βούλγαρη, που περιγράφει την «πολιτική της αδράνειας», η οποία, κατά τη δική μου προαίρεση, έφθασε μέχρι του σημείου να μετατρέψει σε κεντρικά προεκλογικά συνθήματα, αλλά, κυρίως, σε μετεκλογικές πολιτικές την κατάργηση του ΣΔΟΕ και του ΛΑΦΚΑ, τη μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων, την καθιέρωση της συνέντευξης για την πρόσληψη στο δημόσιο και τα «ρουσφέτια» των stage.
Όταν η εγχώρια διακυβέρνηση είχε αυτού του είδους τα προτάγματα, η γερμανική πολιτική τάξη εκμεταλλευόταν στο έπακρο τα θετικά του ευρώ και έπαιρνε έγκαιρα –ήδη από την εποχή που ήταν καγκελάριος ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος εφάρμοσε την περίφημη «Ατζέντα 2010», όπως έχει επισημανθεί και Πάλι από αυτή τη στήλη- μέτρα για την ανάταξη της δικής τους οικονομίας, με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας.
Τους καρπούς αυτών των μέτρων, αλλά κυρίως της έγκαιρης προετοιμασίας της για το μέλλον, απολαμβάνει σήμερα η Γερμανία, η οποία, εξ ου, ακόμη και σε αυτή την δύσκολη φάση που η ευρωζώνη κλυδωνίζεται, αποκομίζει οφέλη, αφού δανείζεται φθηνότερα, καθώς τα ομόλογα που εκδίδει το γερμανικό δημόσιο θεωρούνται τα πλέον ασφαλή, αποκτώντας, έτσι, πλεονέκτημα έναντι των εταίρων και ανταγωνιστών της.
Γι΄ αυτό και η ευρισκόμενη σε πολιτικά δύσκολη θέση καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, που πιέζεται από τους νεοφιλελεύθερους κυβερνητικούς συμμάχους της, αλλά και τον λαϊκίστικο γερμανικό Τύπο, την περασμένη Τετάρτη που τέθηκε προς συζήτηση στη γερμανική Βουλή το ζήτημα της νέας βοήθειας προς την Ελλάδα, δήλωσε πως «αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει η Ευρώπη».
Η Γερμανία, λοιπόν, που κατέχει την πολιτική και οικονομική πρωτοκαθεδρία της Ευρώπης –τη δεύτερη μπορεί να την αποκτήσει και τυπικά, αν, όπως λέγεται, αναλάβει στην αρχή του νέου χρόνου την προεδρία της ευρωζώνης ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε- ξέρει ότι η αποπομπή της Ελλάδας ή άλλης χώρας από την ευρωζώνη, εκτός του ότι δεν προβλέπεται θεσμικά, δεν συμφέρει πολιτικά  και δεν αποδίδει οικονομικά για την ίδια.
Αυτό, ωστόσο, δε σημαίνει ότι εμείς πρέπει να μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα, εφόσον θέλουμε να αποφύγουμε τον ρόλο του μόνιμου Ευρωπαίου «παρία», ρόλο που δεν λίγοι εκείνοι που, εντός και εκτός Ελλάδας, πιστεύουν ότι θα αποφύγουμε ενστερνιζόμενοι τις κατευθύνσεις της Μέρκελ και του Σόιμπλε με την ίδια ζέση που οι Έλληνες ποδοσφαιριστές ακολούθησαν  τις οδηγίες του Ρεχάγκελ το… μακρινό 2004.  Έτσι ή αλλιώς το γκολ εμείς πρέπει να το βάλουμε!

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Οφειλόμενη απάντηση για τον ορθολογισμό και το νοσοκομείο

Τις πιο ευαίσθητες χορδές μού χτύπησε το πρόσφατο άρθρο στη «Θεσπρωτική» της 27ης/28ης Αυγούστου με τίτλο: «”Τοπικά & Α-τοπα” ή ορίζοντας την έννοια του ανορθολογικού τοπικισμού», που υπογράφει ο (συντοπίτης) καθηγητής στο Πάντειο Δονάτος Παπαγιάννης, ο οποίος  πήρε, όπως ο ίδιος αναφέρει, ως αφορμή προηγούμενο σημείωμα τούτης εδώ της στήλης για το νοσοκομείο Φιλιατών. 
Ο τίτλος περισσότερο, αλλά, ως ένα βαθμό, και το περιεχόμενο του άρθρου, με υποχρεώνουν σε μια προσωπική εξομολόγηση: Όταν πριν από ένα χρόνο -τέτοιες μέρες ήταν, θυμάμαι, αρχές Σεπτεμβρίου-  κατέληξα να αποδεχθώ να εκτεθώ ως υποψήφιος στις περιφερειακές εκλογές, στην απόφασή μου βάρυνε αφενός η προτροπή φίλων μου που κατέτεινε στην επιγραμματική φράση «δεν μπορείς να μιλάς, μένοντας πάντοτε έξω από το χορό» και αφετέρου η (αυτο)δέσμευσή μου ότι «δεν θα πουλήσω την ψυχή μου στο διάβολο», ενδίδοντας στις Σειρήνες της ψηφοθηρίας.
Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, καταχρώμενος τον χαρακτήρα της στήλης, να επισημάνω ότι, κάνοντας έναν πρώτο εσωτερικό απολογισμό του ενός χρόνου της έκθεσής μου στα κοινά της Θεσπρωτίας, οδηγός της δράσης μου, ακόμη και στη δίνη της προεκλογικής περιόδου, υπήρξε και παραμένει η ορθολογική προσέγγιση των ζητημάτων, με τα οποία βρεθήκαμε αντιμέτωποι ο υποφαινόμενος, αλλά και το συλλογικό μόρφωμα, η περιφερειακή, δηλαδή, παράταξη «Ήπειρος, Τόπος Να Ζεις», με επικεφαλής τον Βαγγέλη Αργύρη, στο οποίο συμμετέχω.
Πηγαίνοντας αρκετές φορές κόντρα στο ρεύμα και αποφεύγοντας την «πεπατημένη» του -ας μου επιτραπεί η όχι και τόσο «πολιτικά ορθή» έκφραση, δεν βρίσκω, όμως, καλύτερη- «βλαχοδημαρχισμού», δεν ενδώσαμε, ούτε προεκλογικά, ούτε μετεκλογικά, στον παραλυτικό λαϊκισμό. Πήραμε, και σε κάθε ευκαιρία παίρνουμε, σαφείς θέσεις, σε καίρια ζητήματα της Ηπείρου και της Θεσπρωτίας, είτε πρόκειται για τον αγωγό φυσικού αερίου και τους μετανάστες, είτε για τη «Δωδώνη» και τη διαχείριση των σκουπιδιών, με γνώμονα, πάντα, το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον και χωρίς στείρους τοπικιστικούς ανταγωνισμούς.
Το ίδιο κάναμε και στο προκείμενο ζήτημα, που απετέλεσε το έναυσμα για το άρθρο του συντοπίτη καθηγητή, δηλαδή, τον υγειονομικό «χάρτη» της Περιφέρειας Ηπείρου, για τον οποίο, ήδη από την προεκλογική περίοδο, τοποθετηθήκαμε με σαφήνεια. Επισημάναμε τον πρότυπο αναπτυξιακό χαρακτήρα που μπορεί, λόγω της παρουσίας της Ιατρικής Σχολής και του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, να προσλάβει, διαχέοντας τα οφέλη από το συγκριτικό αυτό πλεονέκτημα σε όλο το εύρος της Ηπείρου, μέσω της διασύνδεσης των επιμέρους υγειονομικών μονάδων της περιφέρειας.
Στο πλαίσιο αυτό, προκρίναμε και προτείναμε την ενιαία διοίκηση όλων των μονάδων της Ηπείρου, ώστε να επιτευχθούν οι απαραίτητες οικονομίες κλίμακας, μέσω της ορθολογικής κατανομής του ιατρικού, παραϊατρικού και διοικητικού προσωπικού,  αλλά και της αποφυγής της σπατάλης πόρων, στην οποία οδηγούν τόσο ο κατακερματισμός, όσο και η απολύτως ανορθολογική συνένωση, όπως αυτή που επιχειρήθηκε αρχικώς ανάμεσα στα νοσοκομεία Φιλιατών και Χατζηκώστα  Ιωαννίνων.
Επιμένω, λοιπόν, ότι «μεσοβέζικες» λύσεις –και τέτοια είναι και αυτή που, εν τέλει, δόθηκε με την νέα, κάπως βελτιωμένη, απόφαση για συνένωση μόνον του νοσοκομείου Φιλιατών με το Πανεπιστημιακό-  δεν υπηρετούν τον «κοινό νου», όπως διατείνεται ο αρθρογράφος, διότι, στην πράξη δεν εξοικονομούν ούτε το ένα ευρώ που θα συμφωνήσω ότι σε εποχές πτώχευσης –οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής- είναι απαραίτητο να εξοικονομηθεί.
Αντιθέτως το «σήμα» που στέλνουν στο κοινωνικό σώμα, τέτοιες απαράσκευες, για να μην πω τίποτε χειρότερο, αποφάσεις, επιτείνει την πτώχευση, όχι μόνον στην οικονομική διάσταση της έννοιας  που συνίσταται στο ότι στη θέση ενός διοικητή, ορίστηκε απλώς ένας υποδιοικητής, δηλαδή, επί της ουσίας, έγινε αυτό που λέμε μια «τρύπα στο νερό».     
Γι΄ αυτό και, χωρίς ίχνος τοπικιστικής διάθεσης, επαναλαμβάνω στην άποψη μου για το οικονομικά ανυπολόγιστο κόστος που προκαλεί η ανακίνηση του όλου ζητήματος σε ένα κρίσιμο μέγεθος που είναι το αίσθημα ασφαλείας που δημιουργεί η ύπαρξη του νοσοκομείου στον γηρασμένο πληθυσμό της επαρχίας Φιλιατών, ακόμη και όταν δεν έχει άμεση ανάγκη χρήσης των υπηρεσιών του, καθώς λειτουργεί ως κίνητρο για πολύμηνες επισκέψεις αποδήμων, αλλά και για την παραμονή στις πατρογονικές εστίες νεώτερων ανθρώπων.
Θα προσθέσω δε, ευκαιρίας δοθείσης, και το εύλογο ερώτημα που –με δικαιολογημένο αίσθημα αδικίας- θέτουν πολλοί Φιλιαταίοι, γιατί από όλες τις υγειονομικές μονάδες επιλέχθηκε να συνενωθεί μόνον η συγκεκριμένη, χωρίς, μάλιστα, μέχρι στιγμής, να έχει εξηγηθεί πειστικά από κανέναν αρμόδιο ποια θα είναι η σχέση κόστους/οφέλους από τη συγκεκριμένη απόφαση.
Προσυπογράφοντας αρκετές από τις υπόλοιπες επισημάνσεις του κ. Παπαγιάννη, λέω, λοιπόν, ναι στον ορθολογισμό, αρκεί, όμως, να είναι τέτοιος και, πολύ περισσότερο, να συνοδεύεται με πειστικά επιχειρήματα, που, δυστυχώς, στην περίπτωση του υγειονομικού «χάρτη» δεν συνέβη.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.