Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Ο «τρώσας και ιάσεται» τη ζημιά στην αξιοπιστία της χώρας


Η μικρή Σοφία, παιδί μεικτού γάμου, απάντησε καταφατικά και με πολύ καμάρι, όταν συμμαθητής της σε σχολείο του εξωτερικού τη ρώτησε αν «είναι μισή Ελληνίδα». Ίσως γιατί δεν περίμενε το σχόλιο «τώρα, δηλαδή, είσαι φτωχή…» που ακολούθησε.
Η πραγματική αυτή ιστορία που συνέβη αυτές τις μέρες σε χώρα της κεντρικής Ευρώπης, που θεωρείται από τις πλουσιότερες, είναι, νομίζω, άκρως ενδεικτική της τεράστιας ζημιάς που έχει προκληθεί από τη σχεδόν διετή έκθεση των ελληνικών οικονομικών προβλημάτων στο μεγεθυντικό φακό των πρωτοσέλιδων του διεθνούς τύπου και των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων παγκοσμίως.
Το «κούρεμα» που υπέστη όλο αυτό το διάστημα η αξιοπιστία της χώρας είναι μάλλον μεγαλύτερο, ή, καλύτερα, «βαθύτερο», κατά την φρασεολογία του «συρμού», από την επικείμενη απομείωση των τίτλων του ελληνικού δημοσίου που αναμένεται να ανακοινωθεί αύριο στις Βρυξέλλες και οι οικονομικές συνέπειες της οποίας παραμένουν «αχαρτογράφητες».
Οι απόψεις, ειδικών και μη, για τα θετικά και τα αρνητικά της αναδιάρθρωσης που είναι αναγκαίο να γίνει στο δυσθεώρητο δημόσιο χρέος διίστανται. Οι λιγότεροι τόκοι, που θα απαιτείται να πληρώνουμε για την εξυπηρέτηση των δανείων τα οποία θα συνεχίσουν να «τρέχουν», είναι σίγουρα κάτι θετικό. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι η χώρα δεν θα συνεχίσει να παράγει νέα ελλείμματα, ώστε να έχει ανάγκη για νέο δανεισμό.
Από την άλλη, εφόσον το «κούρεμα» περιλάβει αυτή τη φορά και τους τίτλους του ελληνικού δημοσίου που κατέχουν τα ασφαλιστικά μας ταμεία, τα οποία είχαν εξαιρεθεί από την θνησιγενή, όπως αποδείχθηκε, λύση του περασμένου Ιουλίου, η ανάγκη για νέα χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό που μοιραία θα προκύψει, είναι πολύ πιθανό να συντηρήσει το «φαύλο κύκλο» της υπερχρέωσης, αφού δυνατότητες για νέες περικοπές στις συντάξεις και στις παροχές που χορηγούν τα Ταμεία δεν υπάρχουν.
Αδιευκρίνιστες είναι, βεβαίως, οι επιπτώσεις για τις ελληνικές τράπεζες, και, ακόμη κι αν δεν είμαστε μεταξύ εκείνων που θα… κλάψουν για όσα θα υποστούν, δεν μπορεί, ωστόσο, να μας αφήνει αδιάφορους το γεγονός ότι τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα ή θα ενισχυθούν και πάλι από το ελληνικό δημόσιο ή θα περάσουν σε «ξένα χέρια», εναλλακτικές λύσεις που και οι δύο δεν είναι χωρίς συνέπειες για την δοκιμαζόμενη –και εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας- ελληνική οικονομία.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αν τα ερωτήματα για το τι μέλει γενέσθαι με τους κατόχους των τίτλων του χρέους, δηλαδή τα Ταμεία και τις τράπεζες, παραμένουν ακόμη αναπάντητα, εκείνο που, κατά την άποψή μου, ισχύει χωρίς αμφιβολία είναι ότι η εικόνα της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα έχει πληγεί σχεδόν ανεπανόρθωτα, όπως καταδεικνύει η μικρή ιστορία που σας διηγήθηκα στην αρχή αυτού του σημειώματος.
Εστιάζω την προσοχή μου στην καταβαράθρωση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, όχι με όρους επικοινωνίας, αλλά με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα, για την προσέλκυση των αναγκαίων για την επανεκκίνηση της οικονομίας μας ξένων επενδύσεων, αλλά -ακόμη, ακόμη- και για την έλευση τουριστών. 
Για όλα αυτά, όμως, ας μην αναζητούμε το εύκολο άλλοθι της συνωμοσιολογικής προσέγγισης που θέλει ότι όλα αυτά μας συμβαίνουν επειδή τάχατες «μας μισούν» κάποιοι κακοί ξένοι. Με κίνδυνο να γίνω μονότονος θα επιμείνω για πολλοστή φορά ότι η υιοθέτηση τέτοιων απόψεων, το μόνο στο οποίο οδηγεί είναι στη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης παραλυσίας που επικρατεί σχεδόν από άκρου εις άκρον της χώρας.
Εξίσου, παραλυτική είναι, κατά γνώμη μου, και η «επένδυση», υπό την μορφή «πανάκειας», στην κυβερνητική αλλαγή, η οποία, θα το επαναλάβω, αργά ή γρήγορα, θα επέλθει. Αν, όμως, δεν συνοδευτεί από αλλαγή νοοτροπίας, τίποτε δεν πρόκειται να γίνει. Οι κυβερνήσεις, άλλωστε, έρχονται και παρέρχονται, αλλά εμείς οι πολίτες είμαστε και θα είμαστε εδώ.
Γι΄ αυτό και πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι νοοτροπίες που πλειοψηφικά επικράτησαν στην ελληνική κοινωνία, ακόμη, αν θέλετε, και με τον τρόπο που επιλέγαμε κυβερνήσεις, είναι αυτές που κυρίως μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση. Οπότε, δεν μένει, κατά την πεποίθησή μου, παρά να ενστερνιστούμε το ρητό «ο τρώσας και ιάσεται».

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Πορτογαλία: σαν σκηνές από (ελληνική) ταινία προσεχώς


Παρακολουθώ, αν και στην, πνιγμένη από πολλών ειδών σκουπίδια, εγχώρια επικαιρότητα, δεν τους δίνονται και ιδιαίτερη σημασία, τα όσα διαδραματίζονται στην –από πολλές απόψεις- πολύ κοντινή μας Πορτογαλία και βρίσκω να μοιάζουν σαν σκηνές από (ελληνική) ταινία προσεχώς.  
Θυμίζω ότι τον περασμένο Ιούνιο στην Πορτογαλία, που αντιμετώπιζε, ανάλογη με την ελληνική, οικονομική κρίση, άλλαξαν κυβέρνηση. Ο αρχηγός της κεντροδεξιάς αντιπολίτευσης Πέδρο Κοέλιο, υποχρέωσε τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό Ζοζέ Σόκρατες, που είχε οδηγήσει τη χρεοκοπημένη χώρα του στο μηχανισμό στήριξης της «τρόικας», σε παραίτηση και, αφού μεσολάβησαν εκλογές, ανέλαβε εκείνος το τιμόνι της χώρας.
Νωρίτερα και παρά τις έντονες πιέσεις που του άσκησαν ομοϊδεάτες του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, όπως η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, ο Κοέλιο είχε αρνηθεί να συνεργαστεί με τον πρωθυπουργό Σόκρατες, ο οποίος, αφού ήπιε μόνος το «πικρό ποτήρι» των πρώτων μέτρων λιτότητας, ουσιαστικά παρέδωσε την εξουσία, αφού, με την πολιτική που είχε υποχρεωθεί να ακολουθήσει, εκλογικό χαΐρι δεν επρόκειτο να δει στις πρόωρες κάλπες που αναγκάστηκε να στήσει.
Ο κεντροδεξιός Κοέλιο διεκήρυττε προεκλογικά ότι θα «επαναδιαπραγματευόταν το μνημόνιο» και θα άλλαζε το «μείγμα πολιτικής» του προκατόχου του, σκορπίζοντας μεγαλύτερα ρίγη συγκίνησης στα πέριξ της αθηναϊκής λεωφόρου Συγγρού από ότι στο κέντρο της Λισαβόνας. Στους τέσσερις μήνες, όμως, που είναι στην εξουσία, όχι μόνον επαναδιαπραγμάτευση δεν μπόρεσε να κάνει, αλλά ήδη έχει λάβει ως τώρα δύο «πακέτα» μέτρων λιτότητας.
Στα τέλη Ιουλίου ανακοίνωσε, με το πρώτο «πακέτο», μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης (μέτρο στο οποίο στα καθ΄ ημάς τον είχε προλάβει ο Ανδρέας Λοβέρδος) και κατάργηση ή συγχώνευση δημοσίων φορέων -μεταξύ των οποίων και ένα τηλεοπτικό κανάλι- (όπως πολλάκις έχει ανακοινωθεί κι εδώ, αλλά ακόμη «παλεύεται» το ζήτημα). Στόχος, όπως είχε εξαγγελθεί, ήταν να περιοριστεί το έλλειμμα στο 5,9% στο τέλος του έτους και να λάβει η χώρα τις επόμενες δόσεις του δανείου των 78 δισ. ευρώ από την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ.
Ο περιορισμός, όμως, του ελλείμματος στο προβλεπόμενο επίπεδο αποδείχθηκε «άπιαστο όνειρο», αφού αυτό εκτινάχθηκε κοντά στο 8%,  με αποτέλεσμα «τρύπα» 3 δισ. ευρώ στον φετινό προϋπολογισμό, που οι «τροϊκανοί» απαίτησαν από τον… «εθνικά υπερήφανο» κ. Κοέλιο  να το καλύψει άμεσα, αν θέλει επόμενη δόση.
Έτσι, την περασμένη εβδομάδα ο Πορτογάλος πρωθυπουργός, μαζί με τον προϋπολογισμό του 2012, ανακοίνωσε το δεύτερο «πακέτο» λιτότητας της θητείας του, με ακόμα πιο έντονο «ελληνικό χρώμα», αφού προβλέπει περικοπές σε μισθούς και «δώρα» όσων αμείβονται με μισθό πάνω από 1.000 ευρώ, καθώς και αύξηση του ΦΠΑ σε πολλά προϊόντα από το 13% στο 23%, όπως ακριβώς, δηλαδή, έγινε και στην Ελλάδα...
«Ζούμε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης», είπε σε τηλεοπτικό διάγγελμά του ο Κοέλιο, ο οποίος –άκουσον, άκουσον!- δέχθηκε πυρά από την αντιπολίτευση ότι θα βουλιάξει ακόμη περισσότερο την πορτογαλική οικονομία στην ύφεση. Ύφεση, η οποία για φέτος προβλεπόταν στο 1,9%, αλλά θα ξεπεράσει το 2%, ενώ υπολογίζεται στο 2,2% για το 2012, έναντι θετικής ανάπτυξης 1,4% το 2010, χρονιά κατά την οποία –μην ξεχνάμε- ότι για την Ελλάδα ήταν η τρίτη συνεχόμενη με ύφεση, καθώς, με βάση τα νεότερα στοιχεία, χτύπησε πρώτη φορά την πόρτα μας το 2008.
Ένοιωσα την υποχρέωση να τα θυμίσω όλα αυτά, όχι για να (υπο-)στηρίξω την κυβέρνηση, που είναι φανερό, άλλωστε, πως έχει χάσει τον «μπούσουλα», αλλά γιατί ενοχλούμαι από «τυφλές» -δήθεν συνδικαλιστικές- κινητοποιήσεις, με στόχο να προκληθούν άμεσες πολιτικές εξελίξεις και, συνάμα,  επειδή θυμώνω με όσους δείχνουν να μη διδάχτηκαν τίποτε από τη γενικευμένη κρίση που ζούμε και εξακολουθούν να υπόσχονται «λαγούς με πετραχήλια», εξαγγέλλοντας μείωση φορολογικών συντελεστών, ως αντίδοτο στη φοροδιαφυγή και κλείνοντας το μάτι σε κάθε είδους και κάθε μορφής διεκδίκηση.
Δεν έχω κανέναν δισταγμό να αναγνωρίσω –και με τη δέσμευση του γραπτού λόγου- ότι αργά ή γρήγορα η σημερινή κυβέρνηση θα αποτελέσει παρελθόν, υπό το βάρος των μέτρων που υποχρεώθηκε να λάβει και τα οποία βρίσκονται σε διάσταση με τις ιδεολογικές επιλογές της, ενώ έρχονται σε αντίθεση με όσα προεκλογικά διεκήρυττε, αγνοώντας ή παραβλέποντας –μικρή σημασία ίσως έχει, πλέον, ποιο από τα δύο ίσχυε- την «ωρολογιακή βόμβα» που καλούνταν να παραλάβει πριν από δύο χρόνια.
Για αρκετούς, μάλιστα, φίλους της κυβερνητικής παράταξης, η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων, θα λειτουργήσει «λυτρωτικά» για τον πολιτικό τους χώρο. Ενστερνίζομαι, εν πολλοίς, την άποψη τους, αλλά διστάζω να την υιοθετήσω, επειδή δεν είμαι βέβαιος ότι αποτελεί, τούτη τουλάχιστον την κρίσιμη ώρα, την καλύτερη λύση για τη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.     

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Τα… «αυγά και τα πασχάλια» της κυβερνητικής επικοινωνίας

Επί δύο συνεχείς εβδομάδες ένας από τους μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, αλλά κι ένας ακόμη που το κύριο αντικείμενο, ακόμη και των δελτίων ειδήσεων του, είναι το αποκαλούμενο life style, που συμβαίνει και οι δύο να ελέγχονται από τον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο, έχουν επιδοθεί σε έναν ανελέητο πόλεμο φθοράς κατά του υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Μπεγλίτη, με αφορμή, δήθεν, απόφασή του με την οποία δόθηκε η δυνατότητα στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων να επικοινωνούν απευθείας με την πολιτική ηγεσία.
Σε καθημερινή βάση οι οθόνες των συγκεκριμένων σταθμών κατακλύζονται από δηλώσεις κάθε λογής αποστράτων που σε υψηλότατους τόνους «κατακεραυνώνουν» τον υπουργό Άμυνας που, κατά την άποψή τους, καταλύει την ιεραρχία του στρατεύματος και, έμπλεοι ανησυχιών, κορυβαντιούν για τις συνέπειες που θα επέλθουν στην πειθαρχία των στρατιωτικών.
Ορισμένοι, μάλιστα, από αυτούς τους σφόδρα ανησυχούντες είναι οι ίδιοι που, αν δεν πρωταγωνίστησαν στα πρόσφατα επεισόδια στο «Πεντάγωνο», παρέσχον πλήρη κάλυψη στους συναδέλφους τους που κατέστρεψαν τις πύλες εισόδου του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και εισέβαλαν στον προαύλιο χώρο κατά τη διάρκεια  διαμαρτυρίας για τη μείωση των συντάξεων τους. Και έδειξαν τέτοιο σεβασμό στην ιεραρχία που απαίτησαν από τους εν ενεργεία ηγήτορες του στρατεύματος να κατέβουν από τα επιτελεία τους για να παραλάβουν το ψήφισμα τους.
Η κυβέρνηση αντιμετώπισε το όλο ζήτημα με… ολύμπια ψυχραιμία και, αν εξαιρέσει κανείς το τελεσίγραφο που έστειλε ο κ. Μπεγλίτης από τη Βουλή, όπου βρισκόταν, να αποχωρήσουν οι απόστρατοι από το εσωτερικό του υπουργείου γιατί αλλιώς θα απομακρυνόταν βιαίως, κανείς άλλος ούτε από τα άλλα κόμματα, ούτε από το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν ένοιωσε την ανάγκη να πει μια κουβέντα καταδίκης τόσο των επεισοδίων όσο και της διπλής τηλεοπτικής καμπάνιας κατά του υπουργού που γίνεται από τα μέσα του επιχειρηματικού ομίλου που, είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι δεκαετίες τώρα, διατηρεί «εκλεκτικές συγγένειες» με τις ένοπλες δυνάμεις.
Και αν τα άλλα κόμματα το είδαν με κοντόθωρο ωφελιμισμό, εκπλήσσει η σιωπή της κυβέρνησης, η οποία παγιδευμένη στα λάθη, στις παλινωδίες και στις ανακολουθίες της, αλλά και στη λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», που έχει επικρατήσει τόσο στο υπουργικό συμβούλιο, όσο και στην κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος, μοιάζει να… έχει παραδώσει το πνεύμα της στο επικοινωνιακό πεδίο.         
Οι κυβερνώντες ανέχονται, επί παραδείγματι, αφήνοντας αναπάντητη, την «οβιδιακή» εναλλαγή ρόλων από τους ιεροκήρυκες της τηλοψίας, οι οποίοι τη μια μέρα εμφανίζονται διαπρύσιοι συνήγοροι της τρόικας, εγκαλώντας την κυβέρνηση και συλλήβδην το πολιτικό σύστημα που δεν συμφωνούν να πάρουν δια μιας όλα τα μέτρα που ζητούν οι δανειστές μας, ενώ την αμέσως επομένη μέρα, όταν τα μέτρα λαμβάνονται, μεταμορφώνονται σε σφοδρούς κατηγόρους, στηλιτεύοντας την αναλγησία των μεν και των δε και φθάνοντας μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζονται, ακόμη και από σοβαροφανείς σχολιαστές, «καραγκιόζηδες» τα στελέχη της τρόικας.
Παρακολουθούν, επίσης, αμήχανα την καταστροφολογική διαστροφή των πραγμάτων, όταν ακόμη και θετικές προοπτικές παρουσιάζονται μόνον με την αρνητική τους χροιά, όπως, επί παραδείγματι, η γερμανική πρόταση για βαθύτερο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, η οποία μέχρι πρότινος προβαλλόταν ως αναγκαιότητα, αφού «ο λογαριασμός του χρέους δεν βγαίνει με τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου», αλλά τώρα εμφανίζεται ως κάτι το πολύ κακό, γιατί μπορεί να επηρεάσει τις ελληνικές τράπεζες, από τις οποίες εξαρτώνται αμέσως ή εμμέσως και πάντως απολύτως τα καταχρεωμένα –έντυπα και ηλεκτρονικά- μέσα ενημέρωσης.
Δεν βρίσκεται, δυστυχώς, κανείς να εγκαλέσει όλους αυτούς που βάλουν μονομερώς κατά των πολιτικών και των (υπαρκτών και ανύπαρκτων) προνομίων τους, υποδεικνύοντάς τους να «κοιταχθούν στον καθρέφτη» για να δουν τα υπερπρονόμια που οι ίδιοι απόλαυσαν τα προηγούμενα χρόνια, οδηγώντας τις ίδιες της επιχειρήσεις τους σε οικονομική εκτροπή πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των δημόσιων οικονομικών, από τα οποία, εν πολλοίς, σιτίζονταν και οι ίδιοι.
Ο ισοπεδωτικός λαϊκισμός που ξεχειλίζει ολημερίς και ολονυκτίς από τις οθόνες, δίνοντας δίκιο σε όποιον κάθε φορά φωνάζει πιο δυνατά, παραλύει το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, καθώς το «προϊόν» που εκπέμπεται δεν έχει καμία σχέση με την επιβαλλόμενη κριτική που, μαζί με την πληροφόρηση, αποτελεί την βασική αποστολή των ειδησεογραφικών μέσων ενημέρωσης.
Θα ήμουν ο τελευταίος πολίτης σε αυτή τη χώρα που –και για επαγγελματικούς λόγους, θα αρνιόμουν την υποχρέωση των μέσων ενημέρωσης και των ανθρώπων που τα λειτουργούν να ασκούν την πιο σκληρή κριτική προς την όποια εξουσία. Ενοχλούμαι, ωστόσο, αφάνταστα από τον διαγκωνισμό «μαυρίλας», για λόγους τηλεθέασης, που συνδυάζεται με σκοπιμότητες, αλλά και με την ημιμάθεια και την επιδερμικότητα των σχολιασμών και αναλύσεων πολλών από τους πρωινούς και βραδινούς βαρύγδουπους κήνσορες.
Όλα αυτά, βεβαίως, δεν συμβαίνουν τυχαία. Συμβαίνουν επειδή η κυβέρνηση, αλλά και ολόκληρο το πολιτικό σύστημα (ποιος θα φανταζόταν, μέχρι πρότινος, στελέχη της ανανεωτικής αριστεράς σε πάνελ κουτσομπολίστικης εκπομπής του Star;), έχουν υποταχθεί πλήρως στη λεγόμενη «τέταρτη εξουσία», καθώς, υπό το βάρος των πελατειακών  ανομιών του παρελθόντος, έχουν καταρρεύσει πλήρως, χάνοντας, όπως λέει ο λαός μας, «τ΄ αυγά και τα πασχάλια».  

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com. 

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Η κοινωνική αλληλεγγύηστην «πυρά» των εκκαθαριστικών

Nα αρνηθούν να καταβάλουν την έκτακτη εισφορά για τα ακίνητα, κάλεσε τα στελέχη του κόμματός του ο πρόεδρος του Συνασπισμού και επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια άρνηση είναι «πράξη πολιτική», «πράξη αλληλεγγύης» και με τον τρόπο αυτό, όπως είπε, «συμβολικά να τεθούμε στο πλευρό των ανθρώπων που δεν έχουν να πληρώσουν, ακόμα κι αν εμείς έχουμε να πληρώσουμε».
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι αρκετοί συμπολίτες μας, άνεργοι, μικροσυνταξιούχοι και άλλοι, αδυνατούν πραγματικά ή καιδυσκολεύονται να ανταποκριθούν σ το νέο αυτό «χαράτσι», γιατί πραγματικά δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για να πληρώσουν τη μικρότερη, έστω, συμμετοχή τους.
Αναρωτιέμαι, όμως, ειλικρινά τι είδους «αλληλεγγύη» είναι αυτή που μπορεί να εκφραστεί από τους έχοντες και τους κατέχοντες –εκείνους, δηλαδή, που έχουν να πληρώσουν- προς τους οικονομικά αδύνατους, αν ούτε αυτοί περάσουν από το δημόσιο ταμείο για να πληρώσουν τις δικές τους υποχρεώσεις.
Πολλώ δε μάλλον απορώ τι είδους πολιτική πράξη συνιστά η γενικευμένη πρόσκληση,που απευθύνεται από έναν ηγέτη, ο οποίος οραματίζεται ένα «νέο συνασπισμό εξουσίας», προς όλους τους πολίτες –είτε έχουν τα μέσα είτε όχι, είτε έχουν φοροδιαφύγει είτε όχι- να μην ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους έναντι του δημοσίου.
Παντού στον κόσμο και σε όλα τα οικονομικά εγχειρίδια η φορολογία θεωρείται μηχανισμός αναδιανομής των εισοδημάτων και έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης των οικονομικά ισχυρών προς τους αδυνάτους. Γι΄ αυτό καιμια από τις κεντρικές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις προοδευτικές και στις συντηρητικές - νεοφιλελεύθερες πολιτικές αποτελεί η μόνιμη διελκυστίνδα για την αύξηση ή μη της φορολογίας, σε συνδυασμό με τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών.
Οι προοδευτικοί πολιτικοί είναι εκείνοι που, ανά την υφήλιο, υποστηρίζουν τηνκατανομή των βαρών ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα του καθενός, αλλά και την αύξηση της φορολογίας εισοδημάτων και περιουσίας, έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργήσει το κράτος και να προσφέρει τα δημόσια αγαθά και τις λοιπές υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο.
Αντιθέτως οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις είναι εκείνες που διεθνώς, όπως είδαμε πρόσφατα στις ΗΠΑ, με την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Πρόεδρο Ομπάμα και τους υπερσυντηρητικούς του «TeaParty», θέλουν την ελαχιστοποίηση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία και γι΄ αυτό κάνουν κεντρικό πρόγραμμα της πολιτικής τους πλατφόρμας τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, κάτι, άλλωστε που υπαινίσσεται και το πρόγραμμα της ΝΔ για μείωση της φορολογίας.
Επιστρέφοντας στα δικά μας, δεν έχω καμία δυσκολία να αναγνωρίσω -θα εθελοτυφλούσα, άλλωστε, αν ισχυριζόμουν το αντίθετο- ότι το φορολογικό μας σύστημα είναι ένα από τα πιο άδικα παγκοσμίως, εξαιτίας, κυρίως, της εκτεταμένης φοροδιαφυγής και της ανικανότητας των ελεγκτικών μηχανισμών που και σε αυτόν τον τομέα, όπως και σε πολλούς άλλους, αδυνατούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά.
Υπό αυτή την έννοια θα κατανοούσαως πράξη αλληλεγγύης, το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πρότεινε στα στελέχη του ο κ. Τσίπρας. Θα περίμενα, δηλαδή, από μια πολιτική δύναμη, που θέλει να θεωρείται προοδευτική, να καλούσετους έχοντες να καλύψουν και τη συνεισφορά των μη εχόντων απολύτως. Και, παράλληλα, να πρωταγωνιστούσε σε μια καμπάνια υπέρ της δίκαιης κατανομής των φόρων, της απαίτησηςγια πάταξη της φοροδιαφυγής και της επιμονής στην ανάγκη για άμεση αναδιάρθρωση των φοροεισπρακτικώνμηχανισμών, ώστε να ανταποκριθούν στο ρόλο τους.
Μου φαίνεται, έτσι, αδιανόητο και μόνον ως απόλυτη έκφραση λαϊκισμού μπορώ να το ερμηνεύσω,  να καλούνται οι πάντες και αδιακρίτως-ανέστιοι ομού και φοροφυγάδες- να ρίξουν στην πυρά τα εκκαθαριστικά της εφορίας και, εν τέλει, να μην πληρώσει κανείς τους φόρους που του αναλογούν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις άμεσες υποχρεώσεις του δημοσίου σε πληρωμές μισθών και συντάξεων, λειτουργία υπηρεσιών, σχολείων, κλπ.
Ποιος άραγε τιμωρείται με αυτού του είδους τους ακτιβισμούς; Αν όλοι οι πολίτες ενστερνιστούν την άποψη του κ. Τσίπρα ποιος θα πληρώσει το τίμημα; Η κυβέρνηση και η τρόικα;  Δε νομίζω. Πιο πιθανό είναι να πληγούν έτι περαιτέρω οι οικονομικά ανίσχυροι που θα έβλεπαν το ήδη υποβαθμισμένο επίπεδο κοινωνικής προστασίας να κατέρρεε πλήρως.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.