Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

«Ο Φλεβάρης και αν φλεβίσει…»

Τελευταία μέρα σήμερα του –δίσεκτου φετινού- Φλεβάρη και, σύμφωνα με το τυπικό ημερολόγιο, τελευταία μέρα του χειμώνα. Ενός χειμώνα που, κατά γενική ομολογία, υπήρξε ο πιο δύσκολος από όσους έζησαν οι μεταπολεμικές γενιές στη χώρα μας. Ξεχασμένες στα βάθη της μνήμης των παλαιότερων γενιών καταστάσεις, όπως η παρατεταμένη ύφεση, η μαζική ανεργία και τα συσσίτια, τις είδαμε να εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας.
Από τη θυμοσοφία των παλαιότερων που πίστευαν πως οι δυσκολίες του χειμώνα είναι παροδικές και το εξέφραζαν με το παροιμιώδες απόφθεγμα «ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει», δανείζομαι τον τίτλο τούτου του σημειώματος. Γιατί έχω εδραία την πεποίθηση ότι, όπως δεν είναι μόνιμη, η χειμωνιάτικη κακοκαιρία, που μας κλείνει στα σπίτια μας, έτσι και η κρίση δεν θα είναι πάντα εδώ.
Σαν τις ανθισμένες αμυγδαλιές που προαναγγέλλουν μέσα στον χιονιά τον ερχομό της άνοιξης, νομίζω ότι τα πρώτα ανοιξιάτικα «σπαράγματα» προβάλλουν ήδη στον ορίζοντα. Οι επώδυνες αποφάσεις που λήφθηκαν το τελευταίο διάστημα, κάτι σαν πρόωρος «Μάρτης, γδάρτης και καλός παλουκοκάφτης», μας προετοιμάζουν, πιστεύω, για μια δύσκολη μεν, πλην, όμως, ελπιδοφόρα ανοιξιάτικη συνέχεια.
Όπως οι παλαιότεροι προετοιμάζονταν για την επερχόμενη άνοιξη της ανθοφορίας  και το καλοκαίρι του θερισμού, έτσι κι εμείς  πρέπει να προετοιμαστούμε  κατάλληλα. Η προσεχής υλοποίηση, άλλωστε, των αποφάσεων που μας αφορούν, δεν είναι το τέλος των προσπαθειών που χρειάζεται να καταβάλουμε για να ξεφύγουμε από τη μέγγενη της ύφεσης, στην οποία είμαστε παγιδευμένοι  για πέμπτη συνεχή χρονιά. Είναι το μέσον ενός μαραθωνίου που απλώς έγινε, πλέον, πιο βατός και δημιουργεί τις συνθήκες για να συνεχίσουμε να πορευόμαστε.
Με το «κούρεμα» του χρέους και τη μείωση των επιτοκίων «κερδίσαμε χρόνο και πήραμε μια βαθιά ανάσα», για να χρησιμοποιήσω μια φράση του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Αντώνη Σαμαρά, που έχει την αξία της, συγκρινόμενη με την προηγούμενη στάση του, αλλά και με τις θέσεις που διατυπώνουν πολλά στελέχη του χώρου του, που, μάλλον σκόπιμα,  παραγνωρίζουν ότι οι αποφάσεις αυτές λήφθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο την παραμονή της αντικατάστασης της προηγούμενης κυβέρνησης.
Όσοι, άλλωστε, δεν αρέσκονται στην ισοπέδωση των πάντων, αναγνωρίζουν ότι την τελευταία διετία, μαζί με τα πολλά αρνητικά που μας συνέβησαν, έγιναν και αρκετά θετικά  που θα βοηθήσουν στη συνέχιση των προσπαθειών. Μπορεί, δικαιολογημένα, για τον καθένα από μας το κυρίαρχο να είναι η περικοπή του μισθού ή της σύνταξής του, η αναδουλειά, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα, έγιναν, όμως, την ίδια περίοδο  και γίνονται αλλαγές που μπορεί να περιορίσουν πολλές από τις αρνητικές συνέπειες που βιώνουμε.
Ποιος, για παράδειγμα, μπορεί να διαφωνήσει ότι, παρά την κινδυνολογία στην οποία έχουν επιδοθεί οι συνδικαλιστικές ηγεσίες γιατρών και φαρμακοποιών, ο περιορισμός της φαρμακευτικής δαπάνης, στην οποία η χώρα μας, υπήρξε παγκόσμια πρωταθλήτρια, θα αποβεί, εν τέλει υπέρ του κοινωνικού συνόλου, το οποίο «επιδοτούσε» τα κέρδη των φαρμακευτικών εταιριών που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας και την καλοπέραση γιατρών που υπερσυνταγογραφούσαν;
Ποιος, επίσης, μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη να γίνουν παρεμβάσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, όταν αποτελεί διαπιστωμένη πραγματικότητα η εκτεταμένη ανομίας και αρνησιδικία,  από τα ελληνικά δικαστήρια, τα οποία ασχολούνται με δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, όπως η έκδοση διαζυγίων, την ίδια ώρα που ο αδικημένος πολίτης συνωστίζεται στις δικαστικές αίθουσες, αντιμέτωπος με συνεχείς αναβολές και που, αν σταθεί τυχερός και εκδικαστεί η υπόθεσή του, πριν από την παραγραφή, περιμένει μήνες για να μάθει την ετυμηγορία;
Ποιος, εξάλλου, μπορεί να μην επικροτήσει  την απαρχή της πάταξης χρόνιων παθογενειών και φαινομένων, όπως οι ανάπηροι «μαϊμού» που στερούν πόρους από τους συνανθρώπους μας που έχουν πραγματική ανάγκη από την κοινωνική αλληλεγγύη, ή η προκλητική φοροδιαφυγή συγκεκριμένων επαγγελματικών κατηγοριών που μεταθέτουν τα βάρη τους στους ειλικρινείς φορολογούμενους και τα συνήθη υποζύγια που είναι οι μισθωτοί;
Είναι βέβαιο ότι, αν κινήσεις αυτού του είδους είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, θα είχαμε αποφύγει ένα, τουλάχιστον, μέρος από τις επώδυνες οριζόντιες περικοπές, οι οποίες αδίκως πλήττουν τη μερίδα εκείνη των συμπολιτών μας που δεν συμμετείχε στο πολύχρονο «πάρτι» της κατασπατάλησης των δανεικών με προμήθειες και μίζες. Και επίσης η χώρα μας θα διέθετε μεγαλύτερη ευχέρεια χρόνου για να κάνει τις μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που βιαίως μας επιβάλλονται από τους δανειστές μας, οι οποίοι αδυνατούν να αντιληφθούν πολλά από όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και μας συμπεριφέρονται με τρόπο που προσβάλει την εθνική μας αξιοπρέπεια μας.
Ας μη μείνουμε, όμως, πίσω. Ας κοιτάξουμε μπροστά στην αισιόδοξη προοπτική της αρχής του χειμωνιάτικου τέλους. Και ας προετοιμαστούμε για να ευοδωθούν οι ελπίδες και οι προσδοκίες που δημιουργούνται από την επερχόμενη άνοιξη.
          *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Η ελληνική «Βαϊμάρη» και η αέναη αναζήτηση του νέου

Ακόμη και αν το δει κανείς από τη σκοπιά της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας», για όλους εκείνους που επί χρόνια προφήτευαν την κατάρρευση του δικομματισμού, αποτελεί, πλέον, γεγονός αναμφισβήτητο ότι ένα νέο πολιτικό τοπίο δημιουργείται στη χώρα, η οποία φαίνεται να ζει τη δική της, χρονικά συμπυκνωμένη, «Βαϊμάρη».
Μόνον οι ανιστόρητες και δογματικά προσηλωμένες στις νεοφιλελεύθερες ιδεολογικές εμμονές τους, ευρωπαϊκές ηγεσίες, δείχνουν να αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η γενικευμένη, όσο και παρατεταμένη, κρίση που βιώνει η Ελλάδα, την τελευταία διετία, δεν θα μπορούσε παρά να βρει την αντανάκλασή της στο πολιτικό επίπεδο, όπως, κατ’ αναλογία συνέβη με το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και την επιβολή στην ηττημένη προσβλητικών και ανεφάρμοστων όρων.  
Έτσι, και χωρίς τα δημοσκοπικά ευρήματα, που, ούτως ή άλλως, καταγράφουν εντυπώσεις της στιγμής και τα οποία, μάλιστα, πολλές φορές, ικανοποιούν άλλες σκοπιμότητες, εύκολα διακρίνει κανείς ότι στην ελληνική πραγματικότητα οι δυνάμεις της υπευθυνότητας, της ηπιότητας, της καταλλαγής, της συνεννόησης, της συνεργασίας και της διαπραγμάτευσης βρίσκονται σε φάση υποχώρησης.
Εξίσου ευδιάκριτο είναι πως,  την ίδια ώρα και παρά τον μεγάλο κατακερματισμό που παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία, οι δυνάμεις που κερδίζουν έδαφος είναι αυτές που ομνύουν όρκους πίστης στον εθνικό απομονωτισμό, που κάνουν χρήση της υπερβολής και του λαϊκισμού, που καταφεύγουν στις ακρότητες και στις κραυγές, που ενστερνίζονται τη λογική της σύγκρουσης, έστω και αν αυτή επιδιώκεται με, εν πολλοίς, «κατασκευασμένους» εχθρούς.
Η απολύτως δικαιολογημένη τιμωρητική διάθεση που εκφράζεται από την πλειονότητα των  πολιτών κατά όσων οδήγησαν την Ελλάδα στην έσχατη απαξίωση που βρίσκεται αυτή την περίοδο, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια εκτονωτική διαδικασία, τα οφέλη της οποίας συνωστίζονται για να τα καρπωθούν δυνάμεις και πρόσωπα που εμφορούνται από τις ίδιες νοοτροπίες που είχαν όσοι μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.  
Όποιος, όμως, σηκώνει την ευκαιριακή σημαία του «αντιμνημονιακού» δεν είναι κατ΄ ανάγκην αθώος του αίματος που κύλησε από το έγκλημα που επί χρόνια εξελισσόταν κατά της χώρας. Όπως, επίσης, δεν μπορεί να εκφράζεται το «νέο» από όσους πρωταγωνίστησαν στο «χθες», ούτε, πολύ περισσότερο, από εκείνους που τα πρότυπά τους μάς οδηγούν σε ένα καταδικασμένο παρελθόν, στη συνείδηση, τουλάχιστον όσων διαθέτουν στοιχειώδη μνήμη.  
Η καθολική αντίθεση των πολιτών στο μνημόνιο, δεν συνιστά τη νέα διαχωριστική γραμμή που θέλουν ορισμένοι να ορίσουν. Γιατί, με εξαίρεση, ενδεχομένως, κάποιους ελάχιστους «ταλιμπάν» του νεοφιλελευθερισμού, κανείς δεν επιθυμούσε την επιβολή του ασφυκτικού μνημονιακού κορσέ για να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές και να υπερνικηθεί η σωρεία των εμποδίων που κρατούσαν καθηλωμένη τη χώρα και την καθιστούσαν αντιπαραγωγική.
Τα πελατειακά δίκτυα, οι «μαϊμού» συνταξιούχοι, η γραφειοκρατική παραφροσύνη, οι μίζες και τα φακελάκια, η φοροδιαφυγή, τα «πανωγραψίματα», η σπατάλη του δημοσίου χρήματος και τα προκλητικά προνόμια ορισμένων επαγγελματικών κλάδων ή και προσώπων που είχαν τον τρόπο τους, είναι φαινόμενα, από τα οποία απαιτείτο να απαλλαγούμε πολύ πριν μας επιβληθεί το μνημόνιο.    
Δεν βλέπω, ωστόσο, πολλούς από τους όσους υποδύονται τους «αντιμνημονιακούς» ηγήτορες να θέτουν αυτά τα ζητήματα στη δημόσια συζήτηση και να ζητούν την απαλλαγή της κοινωνίας μας από αυτού του είδους τις κακοδαιμονίες, που, αν τις περιορίζαμε δραστικά, θα ελπίζαμε να απαλλαγούμε μια ώρα αρχύτερα από τον μνημονιακό κορσέ, ώστε να πάρουμε, ως Έθνος, τις τύχες μας στα χέρια μας.
  Δεν το κάνουν, όμως, ίσως επειδή αρκετοί από τους εν λόγω ηγήτορες περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων που «σιτίζονται από το Πρυτανείο». Έχω, μάλιστα, υπόψη μου ορισμένους που εξακολουθούν να σιτίζονται πλουσιοπάροχα από τον κρατικό «μπεζαχτά» και, την ίδια ώρα, εμφανίζονται στις τηλεοπτικές οθόνες να χύνουν κροκοδείλια δάκρυα υπέρ του φτωχού συνταξιούχου και του άμοιρου ιδιωτικού υπαλλήλου που βλέπουν τους μισθούς και τις συντάξεις τους να μπαίνουν στην «προκρούστεια κλίνη» των οριζόντιων περικοπών.
Αναμφίβολα, η πάλη του νέου με το παλαιό είναι αέναη, με ζητούμενο, κάθε φορά, ποιο θα επικρατήσει. Σε συνθήκες, όμως, κρίσης χρειάζεται περισσότερη αναζήτηση για το τι είναι πράγματι «παλαιό» και τι εμφανίζεται ως «νέο». Και επειδή «παρθενογένεση» δεν υπάρχει, ας προσέξουμε, τουλάχιστον, να αποφύγουμε τις επικίνδυνες παγίδες που κρύβουν τα πισωγυρίσματα.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Οι «τζάμπα μάγκες» και οι «φίλοι του... κοσμάκη»

Δεν παρακολουθώ συστηματικά τα λεγόμενα «πρωινάδικα» της τηλεόρασης. Για την ενημέρωσή μου, το πρωί, προτιμώ το ραδιόφωνο, που είναι πιο χαλαρό μέσο και οι περισσότεροι άνθρωποι που το υπηρετούν είναι πιο ψύχραιμοι, επειδή, προφανώς, δεν έχουν το άγχος να κραυγάσουν για λίγες περισσότερες μονάδες τηλεθέασης, τις οποίες θα καταγράψουν αν δείξουν ότι είναι περισσότερο «φίλοι του κοσμάκη» από τους ανταγωνιστές τους στον «απέναντι» τηλεοπτικό δίαυλο.
Την εμπεδωμένη αυτή άποψή μου επιβεβαίωσε ένας από τους γνωστούς συντελεστές πρωινάδικου, ο Δημήτρης Καμπουράκης του Mega, ο οποίος στο ιστολόγιο «protagon.gr» συνέδεσε τον τίτλο «Α, να χαθούν(μ)ε», που είχε η ανάρτησή του, με το εξής σχόλιο: «Πόσο ταιριάζει με όλους εμάς τους υποκριτές ενημερωτάνθρωπους, που αφού εκφράσουμε μέσα στα γραφεία μας την ανησυχία μας μήπως δεν περάσουν τα μέτρα, βγαίνουμε στο γυαλί και σκίζουμε τα ιμάτια μας για τον κοσμάκη που οδηγείται σε αργό θάνατο».
Εκείνοι που υποδύονται τους «φίλους του κοσμάκη», δεν είναι, δυστυχώς, εγκατεστημένοι μόνον στα «πρωινάδικα». Τους συναντά κανείς, καθ΄ όλο το εικοσιτετράωρο και σε όλους τους τηλεοπτικούς διαύλους, συμπεριλαμβανόμενου του καναλιού της Βουλής που μεταδίδει τις εργασίες του Κοινοβουλίου. Τους βρίσκεις, και αυτό είναι το χειρότερο, συχνά στα κοινοβουλευτικά έδρανα, όπου κάθονται αρκετοί που άλλα παραδέχονται όταν είναι εκτός αιθούσης και άλλα λένε όταν βρεθούν στο βήμα ή ενώπιον ενός μικροφώνου.
Δεν είναι στις προθέσεις μου να «δαιμονοποιήσω» τις απόψεις όλων όσοι καταψήφισαν την Κυριακή το επιβληθέν από τους δανειστές μας σκληρότατο οικονομικό πρόγραμμα. Ιδίως δε όσους ήταν συνεπείς με προηγούμενες τοποθετήσεις τους. Δεν μπορώ, όμως, να μην στηλιτεύσω εκείνους που ψήφισαν, χωρίς να αντιπαραβάλλουν εναλλακτική πρόταση στον ξαφνικό θάνατο της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας. Και κινήθηκαν με μόνο γνώμονα είτε την επανεκλογή τους, είτε την προσωπική τους διάσωση, αγνοώντας τα πραγματικά δεδομένα της οικονομικής κρίσης και παραβλέποντας τα υπαρκτά διακυβεύματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα, αλλά και ο κάθε πολίτης χωριστά.
Σε αντίθεση με τον «κάθε τυχάρπαστο που έχει βρει ένα μικρόφωνο, για να λέει ό,τι του κατέβει», κατά την έκφραση του Γιώργου Παπανδρέου, οι βουλευτές, ιδίως σε αυτές τις κρίσιμες ώρες, απαιτείται να είναι υπεύθυνοι. Και δεν πρέπει να επηρεάζονται, επειδή «επίδοξοι πολιτευτές, προσπαθούν να (τους) υπερκεράσουν σε αντιμνημονιακή ρητορεία», όπως, αν και καθυστερημένα, σωστά επεσήμανε ο Αντώνης Σαμαράς, αποδοκιμάζοντας όσους «ανεύθυνα και ανέξοδα παριστάνουν τους "βασιλικότερους του βασιλέως"» και δεσμευόμενος πως «ούτε τζάμπα επαναστάτες, ούτε τζάμπα μάγκες θέλω για υποψηφίους».
Αν εξαιρέσει κανείς εκείνους που αρέσκονται στις θεωρίες του τύπου «μεγάλη αναστάτωση, ωραία κατάσταση», είναι βέβαιο πως οι περισσότεροι από τους αρνητές, προεξοφλούσαν ότι δεν θα επέλθει η επαπειλούμενη ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, επειδή κάποιοι άλλοι θα αναλάμβαναν  το βάρος να την αποτρέψουν. Γι΄ αυτό και «τζόγαραν» και εξακολουθούν να «τζογάρουν» με το «όχι» που ακούγεται ευχάριστα σε πολλά αυτιά απογοητευμένων, αγανακτισμένων και οργισμένων συμπατριωτών μας που είδαν τις ζωές τους να αναστατώνονται και την αβεβαιότητα να μην έχει τέλος.
Δικαιολογημένα, μάλλον, πολλοί συμπολίτες μας, βοηθούσης και της εκτεταμένης παραπληροφόρησης που εκπέμπεται από πολλές πλευρές, δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν τις πραγματικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης χρεοκοπίας. Βλέπετε, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στις θετικές, οι κοινωνικές επιστήμες, όπως είναι τα οικονομικά και, φυσικά, η πολιτική επιστήμη, δεν μπορούν να αναπτυχθούν σε συνθήκες εργαστηρίου, ούτε να γίνουν πειράματα πριν από τις εφαρμογές των διαφόρων θεωριών που «συλλαμβάνονται» από ειδικούς και μη.
Στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, για να κριθεί αν μια θεωρία είναι καλή ή κακή, πρέπει πρώτα να εφαρμοστεί στην πράξη. Επίσης, ακόμη και σε παρόμοιες καταστάσεις, ο παράγων άνθρωπος, που βρίσκεται το επίκεντρο της πολιτικής και της οικονομίας, δεν επιτρέπει να εκδίδονται ασφαλή συμπεράσματα για τις συμπεριφορές. Πόσω μάλλον όταν δεν υπάρχουν ανάλογες συνθήκες και, εν προκειμένω, το πρόβλημα της Ελλάδας, μιας υπερχρεωμένης χώρας χωρίς δικό της νόμισμα, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.
Μοιραία, λοιπόν, για να ξέρουμε τα πραγματικά δεδομένα της χρεοκοπίας, θα πρέπει να ζήσουμε. Ζώντας την, όμως, δεν υπάρχει επιστροφή. Γι΄  αυτό και θεωρώ πως είχε δίκιο ο Γιώργος Παπανδρέου, επισημαίνοντας στην ομιλία του στην ΚΟ του ΠΑΣΟΚ πως «είναι πολιτικά άχαρο να προλαβαίνεις μια πολεμική σύγκρουση, γιατί κανένας δεν το αναγνωρίζει, αφού η σύγκρουση ποτέ δεν υπήρξε, ενώ εκείνοι που λύνουν συγκρούσεις, παίρνουν και Νόμπελ», εις βάρος, προφανώς, εκείνων που υπέστησαν τις συνέπειες της πολεμικής σύρραξης.
Εξίσου εύστοχη βρήκα την επισήμανση του Αντώνη Σαμαρά, προς τους βουλευτές της ΝΔ, ότι «την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία δεν την επιλέγεις, σού 'ρχεται. Δεν την κάνεις εσύ, σου επιβάλλεται. Μπορεί να μην είναι εφικτό να μας βγάλουν από το ευρώ, αλλά μπορούν να μας υποχρεώσουν μόνοι μας να ζητήσουμε να φύγουμε. Και τότε πια είναι πολύ πιθανό να συμβούν και τα δύο πράγματα που πρέπει να αποφύγουμε: και η λεηλασία της χώρας και η διάλυση της κοινωνικής συνοχής».   
Δεν μου αρέσει να πηγαίνω πίσω, ούτε να περιαυτολογώ, αλλά, αισθάνομαι την ανάγκη να πω ότι παραμένουν επίκαιρα πολλά από όσα είχα περιγράψει σε ένα προηγούμενο σημείωμα της στήλης με τίτλο «Τι μας επιφυλάσσουν οι "δραχμολάγνοι"»  («Θεσπρωτική» 28/12/2011 ή στο http://topikakaiatopa.blogspot.com/2011/12/blog-post_28.html). Το μόνο που μπορώ να προσθέσω, ενάμισι μήνα μετά, είναι ότι είμαι ανοιχτός σε όλες τις απόψεις, αλλά παραμένω «κουμπωμένος» όταν έχω να αντιμετωπίσω «τζάμπα μάγκες» που παριστάνουν τους «φίλους του κοσμάκη».  

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Για την Ιόνια Οδό και τον Ε 65

 
Εισήγηση του περιφερειακού συμβούλου Θεσπρωτίας, με την παράταξη «Ήπειρος, Τόπος Να Ζεις», Γρηγόρη Τζιοβάρα στη συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2012 για την Ιόνια Οδό και τον Ε 65

«Αν κάπου γίνεται απολύτως απτή η βαθιά οικονομική κρίση είναι στο θέμα που απασχολεί τη συνεδρίαση μας, στο μεγάλο ζήτημα με το παρατεταμένο «βάλτωμα» της Ιόνιας Οδού και της Ε 65.
Είναι στα επικίνδυνα πρόχειρα διαχωριστικά κολονάκια της υποτιθέμενης εθνικής οδού που μας συνδέει με τη Νότια Ελλάδα, το ταξίδι προς την οποία, εκτός από πανάκριβο, λόγω των συνεχών διοδίων, είναι και επικίνδυνο.
Είναι στις μισοκατασκευασμένες γέφυρες που χάσκουν και που επειδή έχουν σκουριάσει νομίζει κανείς ότι είναι μισοκαταστραμένες ως αποτέλεσμα βομβαρδισμού.
Είναι, πολύ περισσότερο, στη διαπίστωση πως όλοι εκείνοι που μέχρι πέρυσι εργαζόταν εκεί, βιώνουν το δράμα της ανεργίας και της ανέχειας, που ως μολυσματική ασθένεια μεταδίδεται στο σύνολο του οικονομικού και κοινωνικού φάσματος, αφανίζοντας επιχειρήσεις, καταστρέφοντας καριέρες και ανατρέποντας ζωές.
Τη σημασία αυτών των δύο οδικών αξόνων, την τονίζει η, έστω ανολοκλήρωτη στην περιφέρεια μας, Εγνατία Οδός, τα οφέλη της οποίας είναι λίγα μεν, πλην, όμως, εμφανή σε τομείς της αναπτυξιακής δραστηριότητας της Ηπείρου, όπως ο τουρισμός στα παράλια της Θεσπρωτίας.
Με την ευκαιρία αυτή, θέλω να επαναφέρω για μια ακόμη φορά στο Περιφερειακό Συμβούλιο το καίριο αίτημα της απομονωμένης επαρχίας Φιλιατών να εκπληρωθεί η δέσμευση από την Εγνατία Οδός Α.Ε. και να ξεκινήσει άμεσα η εκπόνηση μελέτης για τη σύνδεση της Ηγουμενίτσας με το Μαυρομάτι Σαγιάδας και τα ελληνοαλβανικά σύνορα.
Λόγω του γεγονότος, όμως, ότι οι οικονομικές αναπτυξιακές ανάγκες της Ηπείρου είναι στραμμένες προς το Νότο, η προώθηση της Ιόνιας Οδού και του Ε 65 είναι εκείνη που θα αναδείξει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής μας.
Οι δικαιολογίες που προβάλλονται από το αρμόδιο υπουργείο, πως το πρόβλημα της εγκατάλειψης των εγκατεστημένων εργοταξίων έχει να κάνει με τα προβλήματα ρευστότητας των τραπεζών και την προσπάθεια τους να απεμπλακούν από τις υποχρεώσεις τους, καθώς προεξοφλούν ότι τα έργα δεν είναι βιώσιμα, δεν μας πείθουν.
Όπως δεν μας πείθουν τα λεγόμενα αρμοδίων παραγόντων του υπουργείου, ότι εξετάζεται εναλλακτική πρόταση, ώστε να καλυφθεί η χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους, καθώς οι κατά καιρούς δοθείσες υποσχέσεις για επανέναρξη των έργων, έχουν πολλάκις διαψευσθεί.
Εμείς θεωρούμε ότι η Περιφέρεια Ηπείρου, σε συνεργασία με τις άλλες περιφέρειες από τις οποίες διέρχονται η Ιόνια Οδός και η Ε 65,  πρέπει να εμπλακεί άμεσα στο ζήτημα του ξεβαλτώματος των δύο αυτών έργων και να μην περιοριστεί στην έκδοση ενός ακόμη ατελέσφορου ψηφίσματος». 

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Εμείς «θα βγάλουμε τα κάστανα από τη φωτιά»

Χρειάστηκε να φθάσει ο «κόσμος στο χτένι» για να ακούσουμε από επίσημα αρχηγικά χείλη –έστω και κατά προσχηματικό τρόπο- πως «για πρώτη φορά γίνεται διαπραγμάτευση» και να δούμε –έστω και για το θεαθήναι- έκτακτες συνεδριάσεις «ξεχασμένων» κομματικών οργάνων , προκειμένου να υπάρξει ευρύτερη συναίνεση για το υπό κατάρτιση σκληρό οικονομικό πρόγραμμα που απαιτούν οι πιστωτές μας, ως προϋπόθεση για να συνεχίσουν να μας χρηματοδοτούν.
Είναι και αυτή μια από τις μεγάλες παθογένειες που ανέδειξε η πρόσφατη γενικευμένη κρίση που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία. Αναφέρομαι στην απουσία πνεύματος συνεργασίας και διαλόγου, ουσιαστικής διαβούλευσης και, κυρίως, διάθεσης για συλλογική δράση έναντι των μεγάλων προταγμάτων που ξεπερνούν τα κατακερματισμένα ατομικά και κλαδικά αιτήματα.
Από τη λειτουργία των κομματικών σχηματισμών έως την καθημερινότητα των μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων –με αποκορύφωμα την πρόσφατη διαπίστωση της αδυναμίας δύο μεγάλων τραπεζικών ομίλων να ισχυροποιήσουν τη θέση τους, ενώνοντας τις δυνάμεις τους-, παρατηρεί κανείς την επικράτηση «μεσσιανικών» συνδρόμων του τύπου «ό,τι πει ο μεγάλος αρχηγός», αλλά και των νοοτροπιών που κατατείνουν στη λογική «κάποιος άλλος να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά».
Κατά τη γνώμη μου, σ΄ αυτό το έδαφος γονιμοποιήθηκαν και θέριεψαν η διαπλοκή, η διαφθορά, τα πελατειακά δίκτυα, ο νεποτισμός, η αυθαιρεσία των ισχυρών, η εκτεταμένη αδιαφάνεια, φαινόμενα που συνέβαλαν καθοριστικά στην απομύζηση του δημοσίου πλούτου, είτε μέσω της κατασπατάλησης των πόρων, είτε μέσω της λαφυραγώγησής τους από δυναμικές μειοψηφίες.
Το φαινόμενο, λοιπόν, μπορεί να μην είναι καινούργιο, αλλά η πολυπλοκότητα της τρέχουσας  κρίσης το έχει διευρύνει, καθώς σε τέτοιες περιόδους αντηχούν πιο εύηχα στα αυτιά των ανθρώπων, που δοκιμάζονται από την ανεργία, τη φτώχεια και την ανέχεια, βαρύγδουπες απλοϊκότητες και εύκολες συνταγές που θέλουν «να πετάξουμε έξω τους μουσαφίρηδες». Καμία αντίρρηση, αλλά μήπως οι «νοικοκυραίοι» δεν είναι έτοιμοι να διαχειριστούν τις τύχες τους και γι΄ αυτό κάλεσαν τους «μουσαφίρηδες»;
Ποιος, για παράδειγμα, δεν θυμάται τις… ηρωικές δηλώσεις σημερινών υπουργών «δεν θα δεχθώ μπάστακες στο υπουργείο μου»; Δηλώσεις που έρχονται από το παρελθόν, όταν κάποιοι εξακόντιζαν βέλη κατά των «χαμηλόβαθμων υπαλλήλων» των Βρυξελλών και κατόπιν, βάζοντας «την ουρά στα σκέλια», νομοθετούσαν στη Βουλή κατά τις επιταγές τους, αλλάζοντας νόμους που οι ίδιοι είχαν ψηφίσει. 
Αποτέλεσμα όλων αυτών, θεωρώ πως είναι η διαχρονική αδυναμία που παρατηρείται για την κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την έξοδο από την κρίση. Γι΄ αυτό και είμαστε «έρμαια» των πιστωτών μας, οι οποίοι, ευρισκόμενοι αντιμέτωποι με αυτή την πραγματικότητα, γίνονται όλο και πιο απαιτητικοί.
Είναι βέβαιο ότι κανείς δεν κατέχει τη μοναδική «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια και, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, η έλλειψη ανοιχτού δημοκρατικού διαλόγου, αφήνει πεδίο δράσης για φαινόμενα ενός ιδιότυπου πολιτικού «χουλιγκανισμού», όπως αυτά που παρατηρούμε γύρω μας και εκφράζονται με τα διχαστικά συνθήματα που εκπέμπονται από πολλές πλευρές.  
Αν οι πολιτικές δυνάμεις δεν αρχίσουν να ασκούνται, πρωτίστως στο εσωτερικό τους, στον εξαντλητικό διάλογο, κανένα πρόγραμμα, που θα επιβληθεί έξωθεν, δεν πρόκειται να αποδειχθεί αποτελεσματικό, όταν εκείνοι που θα κληθούν να το εφαρμόσουν δεν έχουν πιστέψει σε αυτό. Η λογική του να «μας ρίξει κάποιος στη θάλασσα για να μάθουμε κολύμπι» αποδείχθηκε ότι δεν αποδίδει.
Η πολυετής, άλλωστε, συμμετοχή μας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, που ξεκίνησε με τέτοιους όρους, ελάχιστα φαίνεται να συνέβαλε στην αποβολή των βαλκανικών συνδρόμων που μας κατατρύχουν, γεγονός που ίσως εξηγεί τους λόγους για τους οποίους είμαστε «ουραγοί» στα επιτεύγματα και «πρωταθλητές» στις αρνητικές επιδόσεις.  
            Αν η κρίση, λοιπόν, είναι ευκαιρία, ας την αδράξουμε, ξεκινώντας από τον διάλογο, την απαίτηση για λογοδοσία και συνάμα τη διεκδίκηση της συμμετοχής στις αποφάσεις. Εμείς, άλλωστε, θα είμαστε εκείνοι που θα κληθούμε να «βγάλουμε τα κάστανα από τη φωτιά».

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.