Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Ο... τροχονόμος και τα προεκλογικά επιχειρήματα

Ορισμένοι συμπολίτες μας, όταν βλέπουν τροχονόμο σε ένα σημείο με μεγάλη κίνηση οχημάτων, σπεύδουν να βγάλουν το εύκολο συμπέρασμα ότι για το μποτιλιάρισμα και την επακόλουθη καθυστέρηση, ευθύνεται η παρουσία του οργάνου που ρυθμίζει την κυκλοφορία. Πρόκειται για κλασσική περίπτωση σύγχυσης ανάμεσα στο αίτιο και στο αιτιατό, που μαρτυρά αδυναμία αντίληψης του γεγονότος ότι, αν δεν υπήρξε πρόβλημα, δεν θα χρειαζόταν η παρουσία του τροχονόμου, αφού η κίνηση θα διεξαγόταν ομαλά.
Κάπως έτσι θεωρώ ότι έχουν τα πράγματα με την προπαγανδιστική τακτική που ακολουθούν αρκετοί από τους αντιμνημονιακούς κήνσορες, τόσο τους πρώιμους, προερχόμενους από το χώρο της ΝΔ, και τώρα «μεταμεληθέντες», όσο και τους διαχρονικούς αρνητές της υπαρκτής ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας.  Και οι μεν και οι δε, επιχειρώντας να συνδέουν την υπογραφή του μνημονίου και την έλευση της τρόικας στην Ελλάδα με την δεινή οικονομική κρίση που βιώνουμε, οδηγούνται στο πρόχειρο συμπέρασμα ότι η τελευταία είναι το αποτέλεσμα και όχι το αίτιο για την εδώ παρουσία των εκπροσώπων των δανειστών.
 Δεν θέλει, νομίζω, μεγάλη φιλοσοφία για να αντιληφθεί κανείς πόσο απολύτως λανθασμένο είναι ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αρκεί να ρίξει μια ματιά στα οικονομικά στοιχεία, όπως αυτά διαμορφώθηκαν, τουλάχιστον, κατά την τελευταία δεκαετία. Την περίοδο αυτή, η Ελλάδα βρέθηκε να έχει καταρρίψει, ταυτοχρόνως, όλα τα ευρωπαϊκά, αν όχι και παγκόσμια,  ρεκόρ στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, στην εκτίναξη του δημοσίου χρέους και –κυρίως- στο έλλειμμα του εμπορικού της ισοζυγίου. Και άλλες χώρες είχαν προβλήματα, αλλά καμία δεν τα είχε όλα μαζί και σε αυτή την έκταση.
Με αφορμή την Εξεταστική Επιτροπή για τα στατιστικά στοιχεία του ελλείμματος που έχει συγκροτηθεί στη Βουλή, χωρίς τη συμμετοχή της ΝΔ, παρακολουθώ με ενδιαφέρον τις «φιλότιμες» προσπάθειες που καταβάλουν για να υπερασπιστούν τη θητεία τους στελέχη της «γαλάζιας» διακυβέρνησης, όπως ο τελευταίος υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών της Γιάννης Παπαθανασίου. Και, κυρίως, την εμμονή τους να αποποιούνται των ευθυνών τους για το γεγονός ότι, παρά τον υπερβολικό δανεισμό στον οποίο κατέφυγαν και τις συνακόλουθα υψηλές δημόσιες δαπάνες, η ελληνική οικονομία είχε ήδη εισέλθει, από το 2008, στη φάση της ύφεσης.
Κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν, πως με αυτό το δεδομένο, μοιραία, στη συνέχεια, από το 2009 και έπειτα, η ύφεση εκτινάχθηκε, αφού τα δανεικά των προηγούμενων χρόνων δεν πήγαν σε παραγωγικές επενδύσεις, που θα ενίσχυαν την αναγκαία εξωστρέφεια της οικονομίας, αλλά σπαταλήθηκαν σε προεκλογικές παροχές, όπως –ποιος ξεχνά αλήθεια;-  τα μέτρα για την ενθάρρυνση, μέσω επιδότησης (!), της αγοράς εισαγόμενων κλιματιστικών και μεγάλου κυβισμού αυτοκίνητων, τα οποία τώρα βγαίνουν μαζικά «στο σφυρί».
Με τέτοια οικονομική πολιτική, όμως, δε μπορούσε παρά οι στρόφιγγες του δανεισμού κάποια στιγμή να έκλειναν, αφού οι δανειστές, αργά ή γρήγορα, θα αντιλαμβανόταν ότι οι πιθανότητες να πάρουν τα χρήματά τους πίσω μειωνόταν. Όπως και έγινε, αφού η χώρα, ακόμη και αν δεν ήταν ήδη σε ύφεση, που σήμαινε απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά και εισοδημάτων, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα χωρίς νέα δανεικά, όταν μόνον το 2009 το δημοσιονομικό έλλειμμα, δηλαδή η απόκλιση εισπράξεων και πληρωμών του δημοσίου, ήταν πάνω από 32 δισ. ευρώ.  
Οι ισχυρισμοί πως δήθεν η κυβέρνηση που ανέλαβε τις τύχες της χώρας τον Οκτώβριο του 2009, «φούσκωσε» το έλλειμμα, τάχατες «για να πάμε στο μνημόνιο», δεν νομίζω ότι αντέχουν στην κοινή λογική. Ξέρετε εσείς καμία κυβέρνηση που να μη θέλει να μοιράζει λεφτά και να γίνεται ευχάριστη; Και, δυστυχώς, από αυτό το «αμάρτημα» δεν ξέφυγε ούτε η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, η οποία, ας μην ξεχνάμε, δύο μήνες μετά την έλευση στην εξουσία, μοίρασε –το μισό από το νομοθετικά θεσπισμένο, γιατί μετά προσγειώθηκε ανώμαλα στην πραγματικότητα- επίδομα αλληλεγγύης, αδιακρίτως και χωρίς κανένα έλεγχο κριτηρίων.
Επιστρατεύθηκε, πρόσφατα, μέχρι και ο ανεκδιήγητος πρώην επικεφαλής της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, που είχε γίνει διεθνώς περίγελως με τη «φαεινή ιδέα» που είχε συλλάβει, εισηγούμενος, επί της υπουργίας του Γιώργου Αλογοσκούφη, να αυξηθεί το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), με συνυπολογισμό σε αυτό και των εσόδων από τη φοροδιαφυγή των εκδιδόμενων γυναικών (!), προκειμένου να στηριχθεί η απάτη με τα πλαστά στατιστικά στοιχεία, που ορισμένοι θέλουν να μας πείσουν ότι θα μπορούσε να διαιωνισθεί.     
Μόνον ως αστειότητες μπορούν, εξάλλου, να αντιμετωπιστούν οι ισχυρισμοί ότι δεν υπήρξε πρόνοια να επαναληφθεί το προηγούμενο του «εμπροσθοβαρούς» δανεισμού που έκανε η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, για να αποφευχθεί η προσφυγή στο ΔΝΤ. Ακόμη και αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, αυτό που θα συνέβαινε θα ήταν η παράταση λίγων μηνών, αν όχι λίγων εβδομάδων και η περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, λόγω της συνεχιζόμενης αμεριμνησίας.
Το γεγονός ότι, παρά την πρόσφατη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, το περίφημο PSI, μέσω του οποίου διεγράφησαν περισσότερα από 100 δισ. ευρώ, εξακολουθούμε και είμαστε μια από τις πλέον υπερδανεισμένες χώρες στην Ευρώπη, αρκεί, νομίζω, για να αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε διαθέτει κοινή λογική ότι το μόνο που δεν χρειαζόταν η Ελλάδα στο τέλος του 2009 και στις αρχές του 2010 , ήταν ο επιπλέον δανεισμός.
Υπό άλλες συνθήκες, όλα αυτά μπορεί, ίσως, να είχαν μόνον ιστορική αξία και να μην μας απασχολούσαν στην παρούσα συγκυρία που το ζητούμενο είναι να ανασκουμπωθούμε και να δώσουμε τη μάχη για να ξεφύγουμε από την παγίδα της ύφεσης. Τα θέτω, όμως, με τούτο το σημείωμα, επειδή πιθανολογώ ότι θα βρεθούν στο επίκεντρο της προεκλογικής περιόδου που διανύουμε και πιστεύω ότι χρειάζεται να αποκρουστεί, ως επικίνδυνη, η επιχειρηματολογία που συγχέει, είτε σκόπιμα, είτε αθέλητα, τις αιτίες με τα αποτελέσματα.
 *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Τα μηνύματα της εσωκομματικής κάλπης

Οι χιλιάδες -πικραμένοι, στην πλειονότητά τους- πολίτες που συμμετείχαν στην εσωκομματική διαδικασία του ΠΑΣΟΚ, την περασμένη Κυριακή, απέδειξαν στην πράξη τις βαθιές ρίζες που διαθέτει στην ελληνική κοινωνία η μεγάλη δημοκρατική παράταξη, η οποία έδειξε τη δύναμή της και διέψευσε, για μια ακόμη φορά, όσους την είχαν «ξεγραμμένη».
Οι άνθρωποι, οι οποίοι –κατά τα ψέματα, από τη μέση ηλικία και πάνω οι περισσότεροι- άφησαν τους καναπέδες τους και προσήλθαν στην κάλπη, δεν ήταν ενθουσιασμένοι. Ήταν, αντιθέτως, πολύ προβληματισμένοι. Και στα πρόσωπά τους είχαν ζωγραφισμένη την αγωνία που τους διακατέχει για το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους, για την προοπτική του τόπου τους, για το «αύριο» της πατρίδας. Ανήκαν, ωστόσο, στη «σιωπηλή πλειοψηφία» που είχε ανάγκη να μιλήσει.
Ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος σωστά, κατά την άποψή μου, χαρακτήρισε το όλο εγχείρημα ως «άσκηση πολιτικής και οργανωτικής ετοιμότητας», κατά την οποία «οι ίδιοι οι πολίτες μάς είπαν ότι η δημοκρατική προοδευτική  παράταξη βρίσκεται και θα βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής».
Αναμφίβολα, με εξαίρεση αυτή καθεαυτή τη συμμετοχή, μεγάλος νικητής δεν υπήρξε από αυτή τη διαδικασία. Υπήρξαν, ωστόσο, μεγάλοι ηττημένοι. Ηττήθηκαν οι ρηχές αναλύσεις με τα «εσχατολογικά» σενάρια για το «τέλος της ιστορίας», οι «επιδερμικές» προσεγγίσεις για τις πολιτικές μετατοπίσεις και η υπερεκτίμηση των πρόσκαιρων εντυπώσεων από τις «ανατροφοδοτούμενες» δημοσκοπικές –δήθεν- έρευνες.
Το φαινόμενο της, τηρουμένων των αναλογιών, μαζικής συμμετοχής των φίλων της δημοκρατικής παράταξης, σίγουρα δεν επιδέχεται διθυραμβικές ερμηνείες από τη νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, η οποία απαιτείται να μελετήσει σοβαρά τα «μηνύματα» της κάλπης, να λάβει σοβαρά υπόψη της τις οργανωτικές αδυναμίες και την κοινωνική -κυρίως δε την ηλικιακή- διαστρωμάτωση όσων συμμετείχαν, αλλά και εκείνων που απείχαν.
Μεγάλο μέρος των πολιτών που υφίστανται στο πετσί τους τις βαριές συνέπειες της κρίσης, εξακολουθούν να εναποθέτουν τις ελπίδες τους για την οικονομική ανάκαμψη και την αναγκαία επανεκκίνηση της ελληνικής κοινωνίας προς την πρόοδο και την ευημερία στη δημοκρατική παράταξη, που υπήρξε πάντοτε παράγων αλλαγής και, με όλα τα λάθη και τις παραλείψεις των στελεχών της, παραμένει η σταθερά που εμπνέει, που καθοδηγεί και δημιουργεί την ελπίδα για έξοδο από την κρίση. 
«Ο λαός θέλει να ξέρει την αλήθεια. Να υπάρχει ειλικρινής και καθαρή πολιτική γραμμή», διεκήρυξε ο κ. Βενιζέλος, προσθέτοντας: «Ο λαός θέλει ισχυρή προοδευτική διακυβέρνηση, ικανή να διαχειριστεί την κρίση, να διαπραγματεύεται με επιτυχία στην Ευρώπη, να οργανώσει το μέλλον της πατρίδας μέσα από την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την πολιτική σταθερότητα».
Ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανέλαβε, κατά τα λεγόμενά του, την ευθύνη να ηγηθεί «μιας συλλογικής προσπάθειας που δεν αφήνει απ' έξω κανέναν, κανέναν πρόθυμο, έτοιμο και ικανό να βοηθήσει στην ριζική ανανέωση, στην αναγέννηση της παράταξης και στο Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης και Ανόρθωσης της Ελλάδας» που προτίθεται να καταρτίσει με τους συνεργάτες του.
Απαλλαγμένος, πλέον, από τα κυβερνητικά καθήκοντα του, στη διάρκεια των οποίων έφερε σε πέρας το μεγάλο ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, της νέας δανειακής σύμβασης και του οικονομικού προγράμματος, ο κ. Βενιζέλος έχει μπροστά του το μεγάλο καθήκον να ξανακάνει το ΠΑΣΟΚ αξιόμαχο, να το «θωρακίσει» τόσο οργανωτικά, όσο και προγραμματικά.
Ο χρόνος που έχει στη διάθεσή του είναι ελάχιστος και αρκετά πιεστικός. Οι εκλογές που θα γίνουν σε λίγες εβδομάδες απαιτούν υπεύθυνη ηγεσία και ένα συνεκτικό και εφαρμόσιμο σχέδιο. Ένα σχέδιο που θα εγγυάται ότι η συνέχιση των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων, ο αγώνας για την πάταξη της διαφθοράς και η προσπάθεια για την αναδιάρθρωση του δημοσίου, θα συμβαδίζουν με μέτρα και πολιτικές για την ανακοπή της ύφεσης, την καταπολέμηση της ανεργίας και την καθιέρωση ενός «διχτυού» προστασίας των πραγματικά αδυνάτων.
Μόνον αν οι πολίτες πειστούν ότι υπάρχει τέτοιο σχέδιο, θα δικαιωθούν όσοι πίστεψαν στη δυναμική που δημιουργεί η αλλαγή στην ηγεσία της δημοκρατικής παράταξης και θα διατηρήσει το ΠΑΣΟΚ τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό μας σύστημα.
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Κάλπες εκτόνωσης, αλλά και ευθύνης

Με την ανακήρυξη του Ευάγγελου Βενιζέλου ως μοναδικού υποψηφίου για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ και την επικύρωση της ανάδειξής του στην ηγεσία που ακολουθεί, την προσεχή Κυριακή, με το τυπικό στήσιμο της κάλπης στις οργανώσεις του Κινήματος, ανοίγει ο δρόμος για τις βουλευτικές εκλογές, στις οποίες οδηγούμαστε πλησίστιοι.
Υπό άλλες συνθήκες και με δεδομένη τη συνεχιζόμενη μεγάλη ύφεση, που κατατρώει τα σωθικά της ισχνής μας οικονομίας, όπως και την συνακόλουθη τεράστια ανεργία, που αποσυνθέτει τον κοινωνικό ιστό, το μόνο που δεν θα έπρεπε να απασχολεί μια χώρα που βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού και, βαρύτατα τραυματισμένη, διεσώθη την τελευταία στιγμή από την καταστροφή της άτακτης και πλήρους χρεοκοπίας, οι κάλπες θα έμοιαζαν με «αυτοκτονικό ιδεασμό».
Με κορυφαίο, άλλωστε, παράδειγμα τις εκλογές του 1920, όταν, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, προκηρύχθηκαν εκλογές, στις οποίες ηττήθηκε ο «δημιουργός της Ελλάδος των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων» Ελευθέριος Βενιζέλος, έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι, σε περιόδους μεγάλων κρίσεων, η λαϊκή ετυμηγορία δεν διακρίνεται για τη νηφαλιότητα των αποφάσεων στις οποίες οδηγείται και την ψυχραιμία των επιλογών τις οποίες κάνει.
Παρά ταύτα, εκτός από μάταιο, είναι και πολύ δύσκολο να επιχειρηματολογήσει, πλέον, κανείς πειστικά κατά της διεξαγωγής των επερχόμενων εκλογών από τη στιγμή που αυτές έχουν δρομολογηθεί με τρόπο τέτοιο, μάλιστα, που η καθυστέρησή τους, πλέον, μάλλον επιτείνει, αντί να αμβλύνει, το πολιτικό πρόβλημα που δημιουργείται από την παράταση του βίου της σημερινής Βουλής.
Ο κατακερματισμός των κοινοβουλευτικών ομάδων των κομμάτων, στον οποίο οδήγησαν οι σκληρές αποφάσεις που κλήθηκε να λάβει το Κοινοβούλιο, προκειμένου να καταρτισθεί το νέο οικονομικό πρόγραμμα και να μειωθεί το δημόσιο χρέος με το περιβόητο «κούρεμα» των ομολόγων, είναι το ένα από τα κεντρικά ζητήματα που καθιστούν τις εκλογές αναπόφευκτες, αν όχι και επιβεβλημένες.
Από την άλλη, σε κοινωνικό επίπεδο έχουν δημιουργηθεί τόσο έντονες συνθήκες αμφισβήτησης και απονομιμοποίησης του υφιστάμενου πολιτικού προσωπικού, που επιβάλλουν την ανανέωση της λαϊκής εντολής. Ανανέωση αναγκαία, ώστε, αφενός, να υπάρξει εκτόνωση του κοινωνικού «ηφαιστείου» που έχει προκληθεί και, αφετέρου, να δοθεί η δυνατότητα στη νέα κοινοβουλευτική σύνθεση να λάβει απρόσκοπτα και σε κλίμα πολιτικής ηρεμίας τις αποφάσεις που θα επανατροχιοδρομήσουν την ελληνική οικονομία στις ράγες της ανάκαμψης.
Υπό αυτή την έννοια, η προεκλογική περίοδος που ήδη ξεκίνησε και οι κάλπες που θα στηθούν εντός των επόμενων εβδομάδων δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσουν μόνον μια διαδικασία απλής εκτόνωσης του συσσωρευμένου θυμού που επικρατεί σε μεγάλη μερίδα των πολιτών για τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, τα λουκέτα και την ανεργία, όπως επιθυμούν οι δυνάμεις του λαϊκισμού και της «ευκολίας», είτε βρέθηκαν είτε όχι σε θέσεις ευθύνης κατά την προηγούμενη περίοδο της αμεριμνησίας.
Εκείνο που κυρίως έχει ανάγκη ο τόπος σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία είναι ο προβληματισμός, αλλά και η έκφραση της ευθύνης των πολιτών για το παρόν και το μέλλον. Χωρίς να παραγνωρίζουμε το παρελθόν –ίσα, ίσα που πρέπει να μας απασχολεί για να αποφύγουμε την επανάληψη λαθών και παραλείψεων που μας ταλανίζουν-, είναι ανάγκη να εστιάσουμε τις προσπάθειες μας στο να βελτιώσουμε το σήμερα και να οργανωθούμε για ένα καλύτερο αύριο.
Γιατί, μπορεί με την τελική έγκριση και υπογραφή της δανειακής συμφωνίας, προς το τέλος της επόμενης εβδομάδας, να «ξεφεύγουμε από την κινούμενη άμμο των τελευταίων μηνών», όπως σωστά, κατά την άποψή μου, παρατήρησε ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, και να «πατάμε πια σε στέρεο έδαφος», πλην, όμως, «συνεχίζουμε να έχουμε μπροστά μας μια μεγάλη ανηφόρα».
Σε αυτή την ανηφόρα, λοιπόν, χρειαζόμαστε στιβαρή ηγεσία και αποφασιστικούς πολιτικούς που δεν προτάσσουν το κομματικό ή το προσωπικό συμφέρον τους, δεν ενδίδουν στις σειρήνες του λαϊκισμού, δεν οργανώνουν πελατειακά δίκτυα και δεν μας καλούν να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στις μεταφυσικές δυνάμεις και να επικαλούμαστε τον... Θεό και την Παναγία. Έχουμε ανάγκη από πολιτικούς που σέβονται το δημόσιο χρήμα, που λένε θαρρετά τις απόψεις τους, που αναλαμβάνουν ευθύνες, που παλεύουν ανυστερόβουλα για τις ιδέες τους και μας ζητούν να πιστέψουμε στις δυνάμεις μας.
Ζώντας σε μια ανοικτή δημοκρατική κοινωνία, θα έχουμε στις εκλογές που έρχονται πολλές επιλογές και σε κόμματα και σε πρόσωπα. Ας προβληματιστούμε και ας επιλέξουμε με αίσθημα ευθύνης τους καλύτερους. Εκείνους που κρίνουμε ότι θα αγωνιστούν πραγματικά για να αλλάξουν την οικονομία μας και για να κρατήσουν όρθια την κοινωνία μας.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Τα «κρυμμένα μυστικά» της Ηπείρου

Με μια “πικρόξινη” γεύση έφυγα την περασμένη Τρίτη από τη Βουλή, όπου βρέθηκα για να παρακολουθήσω από κοντά τη -σχεδόν τετράωρης διάρκειας- συζήτηση στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Περιφερειών του Κοινοβουλίου με αντικείμενο την ανάπτυξη της Ηπείρου στους τομείς των συγκοινωνιακών έργων, του τουρισμού, των υπηρεσιών υγείας και του περιβάλλοντος.
Μου άρεσε που, ανοίγοντας τη συνεδρίαση, η πρόεδρος της Επιτροπής Άντζελα Γκερέκου στην εισαγωγική της ομιλία είχε να πει καλά λόγια για την πατρίδα μας. Η Ήπειρος «είναι από πολλές απόψεις ένα ιδιαίτερο μέρος, με μοναδική μορφολογία, απίστευτα φυσικά τοπία, τεράστιο παρελθόν και μεγάλες, αλλά μάλλον ανεκμετάλλευτες, δυνατότητες», ανέφερε και συμπλήρωσε: «Η Ήπειρος για πολύ καιρό υπήρξε ένα από τα καλά κρυμμένα μυστικά της Ελλάδος».
Δεν ήταν, ωστόσο, καθόλου ικανοποιητική η συμμετοχή των βουλευτών –και το έθεσε πρώτος ο δήμαρχος Ηγουμενίτσας Γιώργος Κάτσινος-, αφού, με εξαίρεση τους Ηπειρώτες, ελάχιστοι άλλοι έδωσαν το παρών τους, ενώ… έλαμψαν δια της απουσίας τους οι αρμόδιοι υπουργοί, που είχαν μεν την δικαιολογία ότι συνέπεσε να συνεδριάζει την ίδια ώρα το υπουργικό Συμβούλιο, πλην, όμως, αμφιβάλλω αν τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά χωρίς αυτή τη σύμπτωση.
Δεν μπορώ να πω ότι έγινα σοφότερος από όσα άκουσα στη συνεδρίαση, αφού η θεματολογία αφορούσε ζητήματα γνωστά σε όλους τους Ηπειρώτες και ανεπίλυτα, που, κατ΄ επανάληψη, μας έχουν απασχολήσει στο Περιφερειακό Συμβούλιο. Άξιζε, ωστόσο, τον κόπο, γιατί υπήρξαν αξιόλογες εισηγήσεις από αρκετούς από τους προσκεκλημένους της Επιτροπής, έστω και αν αυτές έγιναν για τα πρακτικά και τον… ιστορικό του μέλλοντος.
Δεν θα σταθώ στη μάλλον ειδυλλιακή εικόνα που παρουσίασε ο περιφερειάρχης Αλέκος Καχριμάνης, ο οποίος, δικαιολογημένα ίσως, εστίασε τη διεκδικητική του διάθεση στους ημιτελείς μεγάλους οδικούς άξονες, την Ιόνια Οδό, τον Ε 65 και την ολοκλήρωση της Εγνατίας με τους κάθετους άξονες, την οποία, όμως, εξακολουθεί να προσεγγίζει ως νομάρχης Ιωαννίνων, παραλείποντας για μια ακόμη φορά να αναφερθεί στη σύνδεση της Ηγουμενίτσας με τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ούτε θα σχολιάσω τις (αφελείς;) θεωρίες του για την προσέλκυση τουριστικού ρεύματος από τους απογόνους των κυνηγημένων του Αλή Πασά που κατέφυγαν πριν από δύο και πλέον αιώνες στα Σκόπια και στα ευρύτερα Βαλκάνια!
Θέλω περισσότερο να αναδείξω κάποιες ενδιαφέρουσες επισημάνσεις που έγιναν για ζητήματα που αφορούν εμάς τους ίδιους και πρέπει να μας απασχολήσουν, καθώς συνιστούν  παθογένειες που δεν σχετίζονται με την γεωγραφική απομόνωσή της και ίσα – ίσα που, οψέποτε αυτή αρθεί, τα πράγματα μπορεί να γίνουν χειρότερα, αφού, όπως σωστά επισημάνθηκε στη συνεδρίαση, οι μεγάλοι οδικοί άξονες, εκτός από δρόμοι εισροής,  μπορεί να γίνουν και οδοί διαφυγής του τοπικού πλούτου.
Θα ξεκινήσω με τον δήμαρχο Άρταίων Γιάννη Παπαλέξη, ο οποίος σχολιάζοντας τις επισημάνσεις για την ανάγκη να συνδυαστεί η ανάπτυξη του πρωτογενούς (αγροτικού) τομέα με τον δευτερογενή (μεταποίηση), και τον τριτογενή (τουρισμός) αναρωτήθηκε: «Τι μπορεί να πει κάποιος όταν είσαι σε ξενοδοχεία πολυτελείας μέσα στο κέντρο της πεδιάδας της Άρτας, απέξω βλέπεις τις πορτοκαλιές με τα πορτοκάλια που έχουν βιταμίνη  C και μέσα σου προσφέρουν χυμό, ο οποίος είναι από παγοκολόνα από τη Βραζιλία;».
Στο ίδιο πλαίσιο,  ο δημοτικός σύμβουλος Ιωαννίνων Δημήτρης Παπαδόπουλος διεκτραγώδησε την κατάσταση με το παράδειγμα του γιαννιώτικου μπακλαβά, ο οποίος, στη διαδικασία πιστοποίησής του, βρέθηκε να διαφέρει από τον τουρκικό, επειδή γίνεται με αμύγδαλο και καρύδι, αντί του φυστικιού που χρησιμοποιούν στη γείτονα. Μόνον, όμως, που, όπως είπε, «το καρύδι τώρα το εισάγουμε από τη Βουλγαρία, τη Μολδαβία και την Τουρκία!».
Ανάλογης σημασίας ήταν και η καταγγελία του προέδρου του Επιμελητηρίου Άρτας Χρήστου Παπάζογλου ότι το Τμήμα Φυτικής Παραγωγής του ΤΕΙ Άρτας «αγοράζει λουλούδια απ΄ έξω» για την εκπαίδευση των φοιτητών του, αντί να παράγει το ίδιο και να εξασφαλίζει ένα μέρος των εσόδων του. Αν είναι, έτσι, «βεβαίως και να κλείσει», είπε με έκδηλη αγανάκτηση ο ομιλητής, γιατί «δεν θέλουμε να συντηρούμε δημοσίους υπαλλήλους, χωρίς να έχουν αντικείμενο».
Μαζί, λοιπόν, με τα «κρυμμένα μυστικά» της φυσικής μας ομορφιάς, που πρέπει να αναδείξουμε για να ξεπεράσουμε τη χρόνια υπανάπτυξη που μαστίζει την περιοχή μας, πρέπει να αποκαλύψουμε και να βγάλουμε στο φως αυτούς «τους σκελετούς από τις ντουλάπες μας», αν θέλουμε να πορευτούμε στο δρόμο μιας αναπτυξιακής διαδικασίας που θα μας διαφοροποιεί από αυτό που γίνεται σε πολλές άλλες περιοχές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό που έχουν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα την ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού, με τα γνωστά –θετικά, αλλά και αρνητικά- αποτελέσματα.
Όπως σωστά, κατά την άποψή μου, συνόψισε ο πρόεδρος του ΤΕΕ Ηπείρου Χρήστος Παπαβρανούσης «κάθε προσπάθεια ανάπτυξης της Ηπείρου πρέπει να εντάσσεται στη λογική της ισόρροπης ανάπτυξης και των τριών παραγωγικών τομέων». Γι΄ αυτό, και παραθέτοντας «το τρανό παράδειγμα της Κέρκυρας», συμπλήρωσε πως «πρέπει να αποφευχθεί η μονομερής ανάπτυξη, εστιάζοντας σε έναν μόνο και παραμελώντας τους υπόλοιπους, που μαθηματικά οδηγεί σε αστοχία».
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com