Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Καλοί οι Φρανσουά, αλλά, πρωτίστως, για τη Γαλλία

Δεν είχα κλείσει τα είκοσι,  τον Μάιο του 1981, που έγινε η κυβερνητική αλλαγή στη Γαλλία. Με την νεανική ορμή, αλλά και με το κλίμα της περιόδου εκείνης, πανηγύρισα δεόντως, όπως, άλλωστε, και πολλοί άλλοι  Έλληνες, την εκλογή του σοσιαλιστή –θρύλου, για μας τους νέους της εποχής- Φρανσουά Μιτεράν στη γαλλική προεδρία, την οποία –δικαίως- θεωρήσαμε ως προπομπό της επερχόμενης ιστορικής αλλαγής στη χώρα μας.
Τριάντα ένα χρόνια μετά, χαίρομαι που ένας άλλος σοσιαλιστής, ο Φρανσουά -και αυτός- Ολάντ, πήρε προβάδισμα στον προχθεσινό πρώτο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών και είναι πολύ πιθανόν ότι θα καταφέρει να εκθρονίσει τον Νικολά Σαρκοζί από τα Ηλύσια Πεδία στον δεύτερο γύρο που θα γίνει στις 6 Μαΐου, την μέρα που και εμείς εδώ θα ψηφίζουμε για τη δική μας διακυβέρνηση.
Χωρίς διάθεση να υποτιμήσω την αυταπόδεικτη σημασία μιας ενδεχόμενης κυβερνητικής αλλαγής στην Γαλλία, που όλοι αναγνωρίζουν ότι μπορεί να επηρεάσει τους υφισταμένους συντηρητικούς συσχετισμούς που επικρατούν στην Ευρώπη, θέλω να εξομολογηθώ ότι δεν νιώθω να με διακατέχει ο ενθουσιασμός που με είχε συνεπάρει όταν εξελέγη ο Μιτεράν.
Δεν ξέρω αν είναι τα (δικά μου) χρόνια που πέρασαν ή η εποχή που διανύουμε, αλλά αισθάνομαι πολύ συγκρατημένος απέναντι στις προσδοκίες που μπορεί -δικαιολογημένα, ως έναν βαθμό- να προκαλεί, ακόμη και σε συντηρητικά στρώματα του εγχώριου πολιτικού δυναμικού, η πιθανολογούμενη μετατροπή του σημερινού ευρωπαϊκού διδύμου κορυφής από «Μερκοζί» σε «Μερκολάντ».
Είναι γνωστό ότι ο σοσιαλιστής υποψήφιος υποσχέθηκε προεκλογικά ότι θα θέσει βέτο στην επικύρωση του περίφημου συμφώνου δημοσιονομικής πειθαρχίας, που καθιερώνει τον λεγόμενο «χρυσό κανόνα», ο οποίος απαγορεύει το έλλειμμα στους εθνικούς προϋπολογισμούς, και  με περισσή επιμονή επέβαλε σε όλη την Ευρώπη η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ.
«Αν το Σύμφωνο δεν περιέχει μέτρα για την ανάπτυξη , δεν θα υποστηρίξω την επικύρωσή του από την Εθνοσυνέλευση. Αυτή την υπόσχεση έχω δώσει στους Γάλλους και θα την τηρήσω», δήλωσε ο κ. Ολάντ, ο οποίος πρόσθεσε ότι δεν αισθάνεται ότι θα βρεθεί «απομονωμένος στην Ευρώπη», στην οποία, ως γνωστόν, τον τόνο δίνει η κ. Μέρκελ και η πλειοψηφία των συντηρητικών κυβερνήσεων.
Υπό άλλες, βεβαίως, συνθήκες, ο Φρανσουά Μιτεράν πριν από τρεις δεκαετίες επεχείρησε στην αρχή της προεδρικής θητείας του να εφαρμόσει στη Γαλλία «κεϊνσιανές» πολιτικές. Γρήγορα, όμως, υποχρεώθηκε να τις εγκαταλείψει, καθώς οι αδυσώπητες –ακόμη και τότε που δεν υπήρχε το σημερινό επίπεδο παγκοσμιοποίησης- αγορές, αντέδρασαν με βίαιο τρόπο, προκαλώντας υποχώρηση του φράγκου, φυγή κεφαλαίων, επενδυτική άπνοια και εκτίναξη της ανεργίας.
Στον σημερινό, απείρως πιο πολύπλοκο, κόσμο, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα και τα περιθώρια για τον Φρανσουά Ολάντ πολύ πιο στενά. Η παγκοσμιοποίηση των αγορών, η κρίση δημοσίου χρέους που βαρύνει το σύνολο, σχεδόν, της Ευρώπης και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, περιορίζουν τη μονομερή εφαρμογή μέτρων οικονομικής πολιτικής. Σε βαθμό τέτοιο που διακηρύξεις, όπως αυτές του πολιτικού του προπάτορα Φρανσουά Μιτεράν για «σοσιαλισμό σε μια χώρα», να μοιάζουν ως απόλυτη ουτοπία.
Επιπλέον, θέλω να υπενθυμίσω, για να μην τρέφουμε αυταπάτες, ότι ο γαλλογερμανικός άξονας βρίσκει δεκαετίες τώρα πεδίο συνεννόησης και συμβιβασμού, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής κατεύθυνσης που έχουν οι ένοικοι των Ηλυσίων Πεδίων  και της καγκελαρίας. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω από κοντά, το 1995, μια από τις τελευταίες ομιλίες του Φρανσουά Μιτεράν, έμπλεη με τα ευρωπαϊκά του οράματα, αλλά εκείνο που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια ήταν οι επιταγές του Μάαστριχτ που είχαν συνυπογράψει με τον Χέλμουτ Κολ. 
Όπως, επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα πολεμικά αεροσκάφη Μιράζ που παραγγείλαμε στη δεκαετία του ΄80, στη, σωστή, προσπάθεια που κατέβαλε η τότε ελληνική κυβέρνηση, να μην εξαρτώμεθα μόνον από τις ΗΠΑ στην προμήθεια αμυντικού υλικού, τα πληρώσαμε κανονικά και δεν μας έγινε καμία ειδική έκπτωση, επειδή οι κυβερνήσεις των δύο χωρών είχαν τους ίδιους θεωρητικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς. 
Έτσι, σε κάθε περίπτωση, όπως η εκλογή του Φ. Μιτεράν ήταν, πρωτίστως, καλή –ή, ίσως κατ΄ άλλους, κακή- για την Γαλλία και, δευτερευόντως, για την υπόλοιπη Ευρώπη, το ίδιο, πιστεύω, ότι ισχύει και για το νέο πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας. Εφόσον θα είναι ο Φρανσουά Ολάντ, δημιουργούνται, αναμφισβήτητα, ελπίδες για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον απέναντι στη χώρα μας. Αλλά, όπως επανειλημμένα έχω επισημάνει από αυτή τη στήλη, τα βασικά προβλήματα της Ελλάδας η εγχώρια πολιτική τάξη θα κληθεί να τα αντιμετωπίσει.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Αλήθεια ή... κοβάλτιο;


          Μέσα σε ένα πολλαπλώς νεφελώδες τοπίο οδηγούμαστε στις κάλπες της 6ης Μαΐου, οι οποίες, σύμφωνα με το στερεότυπο του... συρμού, συνιστούν την πλέον κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση της μεταπολιτευτικής περιόδου.
          Προσπερνώντας, ωστόσο, τα συνήθη κλισέ που χρησιμοποιούν στη δική τους αργκό οι πολιτικοί αναλυτές περί της κρισιμότητας της επιλογής των πολιτών, αν υπάρχει, κατά τη δική του προαίρεση, ένα διαφοροποιό στοιχείο σε αυτή την αναμέτρηση, δεν είναι άλλο από το τέλος της μεγάλης αυταπάτης που θα επέλθει την επαύριο αυτών των εκλογών.
          Όποια και αν είναι, εν τέλει, η επικείμενη λαϊκή ετυμηγορία, το μόνο βέβαιο είναι ότι στις 7 Μαΐου, ο τόπος θα πρέπει να κυβερνηθεί. Και βασική προτεραιότητα της κυβέρνησης που θα επιλέξει ο ελληνικός λαός θα έχει την ομαλή προσγείωση στην πραγματικότητα μιας δυσμενούς κατάστασης. Μια πραγματικότητας που το πρώτο βήμα για να αρχίζει να αλλάζει είναι η αναγνώριση και η συλλογική συνειδητοποίησή της. Να την κοιτάξουμε, δηλαδή, κατάματα και χωρίς παραμορφωτικούς -κομματικούς ή άλλους- φακούς.
          Δυστυχώς, όμως, αυτή την αναγκαιότητα, υπάρχουν ακόμη πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που -ηθελημένα ή αθέλητα- αρνούνται να την παραδεχτούν, πιστεύοντας, ή παριστάνοντας ότι πιστεύουν, πως τα τελευταία δυο χρόνια ζούμε απλώς ένα κακό όνειρο, έναν εφιάλτη από τον οποίο θα ξυπνήσουμε και, αίφνης, θα επιστρέψουμε στην προ του 2008 κατάσταση, απαλλαγμένοι δια μιας από τις βασανιστικές επιπτώσεις της πενταετούς εξουθενωτικής ύφεσης.
          Σε αυτού του είδους τις ψευδαισθήσεις αποφασιστικά συμβάλλει ο πολιτικός λόγος της ευκολίας που από πολλές πλευρές εκπέμπεται (και) σε αυτή την προεκλογική περίοδο από κόμματα και πολιτικούς που εξακολουθούν να πολιτεύονται με τον παραδοσιακό τρόπο της υπεσχεσιολογίας και της καλλιέργειας ψευδών εντυπώσεων τόσο για τα αίτια της κρίσης όσο και για το τι απαιτείται να γίνει για να την ξεπεράσουμε.
          Αναρωτιέμαι, ειλικρινά, πως μπορει να συνειδητοποιηθεί η πραγματική κατάσταση και να αρχίσει η περιβόητη επανεκκίνηση,  όταν, για παράδειγμα, πολιτικός ηγέτης που φιλοδοξεί να ηγηθεί του επόμενου κυβερνητικού σχήματος, απειλώντας, μάλιστα, ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε επαναλαμβανόμενες εκλογικές αναμετρήσεις αν οι πολίτες δεν του δώσουν άμεσα την ευκαιρία, δηλώνει ότι η λύση για την οικονομική υπανάπτυξη θα έρθει μέσα από την εξόρυξη πετρελαίου, χρυσού και κοβαλτίου...
          Το ζήτημα των πιθανών πλουτοπαραγωγικών πηγών που, ενδεχομένως, κρύβει το υπέδαφος της χώρας, είναι από τις χαρακτηριστικότερες αυταπάτες που καλλιεργούνται από τις δυνάμεις του λαϊκισμού και της ευκολίας, οι οποίες κλείνουν πονηρά  το μάτι στους πολίτες, αφήνοντας να εννοηθεί πως όλα θα είναι εύκολα όταν θα έρθουν οι ίδιοι στην εξουσία.
          Ενώ είναι γνωστό ότι οι εικασίες αυτές διαθέτουν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη επιστημονική βάση, και, σε κάθε περίπτωση, είναι ζητήματα που για να αποδώσουν χρειάζονται χρόνο και κεφάλαια, έχουν λάβει μυθικές διαστάσεις, τροφοδοτώντας τη φαντασία κυρίως των συμπολιτών μας που αρέσκονται στις θεωρίες συνωμοσίας. Και, το τελευταίο διάστημα, υπό την επήρεια της δημιουργίας νέων σχηματισμών με ακραίο λαϊκιστικό χαρακτήρα, έχουν γίνει αντικείμενο εντονότατου ανταγωνισμού για τη διεκδίκηση της λαϊκής ψήφου.
          Το μεγάλο δυστύχημα είναι ότι αυτού του είδους οι εικοτολογίες, είτε αφορούν τα (υποτιθέμενα) πλούσια κοιτάσματα κοβαλτίου, όπως, άλλωστε και χρυσού, που, ως γνωστόν, όπου και αν ξεκίνησαν επενδύσεις, συνοδεύτηκαν από αντιδράσεις εκπροσώπων τοπικών κοινωνιών, είτε σχετίζονται με την, ακόμη πιο μυθολογικών διαστάσεων, υπόθεση της δικεδίκησης των γερμανικών επανορθώσεων, υιοθετούνται από δυνάμεις όχι μόνον του θεωρούμενου, έως πρόσφατα τουλάχιστον, πολιτικού περιθωρίου, αλλά και του λεγόμενου κυβερνητικού τόξου που θα κληθούν αύριο να αποτελέσουν μέρος της διακυβέρνησης.
          Με αυτά και με άλλα ηχηρά παρόμοια, όπως η αντιμνημονιακή υστερία που καλλιεργήθηκε επί ενάμισι χρόνο πριν από τον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου, οι σκεπτόμενοι πολίτες αποστρέφονται την πολιτική, ενώ και εκείνοι που εξακολουθούν να τείνουν ευήκοον ους είναι βέβαιο ότι εκπαιδεύονται με τρόπον τέτοιον που απογοτευμένοι θα δυσκολευθούν να προσαρμοστούν στη δύσκολη μετεκλογική πραγματικότητα.
          Γι' αυτό και θεωρώ πως τα κόμματα που έχουν πραγματικό ενδιαφέρον για την διακυβέρνηση, πρώτιστο καθήκον στο διάστημα που απομένει έως τις εκλογές έχουν να πουν την αλήθεια για τα μεγάλα προβλήματα οργάνωσης που αντιμετωπίζει η χώρα τόσο σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα όσο και στον ιδιωτικό τομέα παραγωγής. Και, βεβαίως, να παρουσιάσουν εφικτές λύσεις για την αντιμετώπισή τους. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το διακύβευμα αυτών των εκλογών και έτσι νομίζω ότι πρέπει ο καθένας μας να σταθμίσει την επιλογή του απέναντι και σε κόμματα και σε πρόσωπα.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Η προεκλογική μπουρδολογία και οι μονοεδρικές

Το χρονικό διάστημα πριν από τις εκλογές υπήρξε ανέκαθεν στη χώρα μας περίοδος ασύστολης υποσχεσιολογίας, άκρατης εντυπωσιοθηρίας και, συχνά, μέγιστης πολιτικής μπουρδολογίας. Οι… αμελέτητες προτάσεις, οι ατεκμηρίωτες θέσεις και η εξυπνακίστικη συνθηματολογία διάνθιζαν, παραδοσιακά, τον προεκλογικό λόγο πολλών κομμάτων και ακόμα περισσότερων υποψηφίων που διεκδίκησαν τα προηγούμενα χρόνια την ψήφο μας.
Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς, το παλαιό αυτό φαινόμενο, που σχεδόν, κατά γενική ομολογία, είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες, που, λειτουργώντας σωρευτικά, μας οδήγησε στην τωρινή παρατεταμένη κρίση, ότι θα περιοριζόταν. Πολύ περισσότερο που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία για τα αισθήματα γενικευμένης απαξίωσης που εκδηλώνεται σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας έναντι του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος και δεν περιορίζεται, όπως επιχειρούν να μας πείσουν ορισμένοι, στον αποκαλούμενο «δικομματισμό».
Τα σκέπτομαι όλα αυτά, καθώς διαβάζω σε πρωτοσέλιδο κυριακάτικης εφημερίδας την… περισπούδαστη πρόταση που διατυπώνει, μέσω συνέντευξής του, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας για τις μονοεδρικές περιφέρειες (μια από τις οποίες, ως γνωστόν, είναι και η Θεσπρωτία, που, μαζί με τη Φωκίδα, προστέθηκαν το 2004 στις περιφέρειες Γρεβενών, Ευρυτανίας, Ζακύνθου, Λευκάδας, Κεφαλονιάς και Σάμου, που είχαν από παλαιότερα έναν βουλευτή). «Είναι οκτώ έδρες, ας μην τις χαρίσουμε ούτε στο ΠΑΣΟΚ ούτε στη ΝΔ», δηλώνει ο κ. Τσίπρας, ισχυριζόμενος πως «μια σύμπραξη, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΔΗΜΑΡ, Οικολόγων στις μονοεδρικές μπορεί να είναι πρώτη δύναμη στις μονοεδρικές και να αφαιρέσουν έστω οκτώ έδρες από τα κόμματα του μνημονίου».
Διαβάζοντας τη συνέντευξη, δυσκολεύτηκα να αποφασίσω ποιο είναι το χειρότερο με τη… «γαλαντόμα» πρόταση του κ. Τσίπρα, ο οποίος, λέει ότι, θέλει για το δικό του κόμμα του μόνον μια μονοεδρική και «χαρίζει» στους άλλους σχηματισμούς τις άλλες επτά έδρες. Συνιστά, άραγε, απλώς, έναν από τους συνήθεις προεκλογικούς ελιγμούς που στόχο έχει να εκθέσει τα άλλα κόμματα, στα οποία υποτίθεται ότι απευθύνεται η πρόσκληση για σύμπραξη, κατά το γνωστό «τζόγος να γίνεται»; Ή, όπερ και το πιθανότερο, καταδεικνύει, απλώς, το απροσμέτρητο βάθος της άγνοιας ενός πολιτικού αρχηγού για βασικά στοιχεία της ισχύουσας εκλογικής νομοθεσίας;
Είναι αλήθεια ότι, σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο -το Προεδρικό Διάταγμα υπ΄  αριθμ. 26 (ΦΕΚ Α' 57/15/03/2012), για όποιον έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον-, «η έδρα των μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών καταλαμβάνεται από τον εκλογικό σχηματισμό που συμμετέχει στην κατανομή των βουλευτικών εδρών (...) και έχει λάβει τα περισσότερα έγκυρα ψηφοδέλτια στην εκλογική αυτή περιφέρεια».
Με αυτό το δεδομένο, μπορούν, πράγματι, σε απολύτως θεωρητική βάση, κάποια κόμματα να μην κατεβάσουν ψηφοδέλτια σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες - τις μονοεδρικές, εν προκειμένω-  και να καλέσουν τους ψηφοφόρους τους να ψηφίσουν το συνδυασμό που θα έχει εκεί ένα άλλο κόμμα. Να ακολουθηθεί, δηλαδή, μια παραλλαγή της κοινής καθόδου με «ανεξάρτητα» ψηφοδέλτια στις μονοεδρικές που έκαναν το Νοέμβριο του 1989 και τον Απρίλιο του 1990 το ΠΑΣΟΚ και ο ενιαίος, τότε, Συνασπισμός για να εμποδίσουν την αυτοδυναμία της ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Ακόμη, όμως, και αν αντιπαρέλθει κανείς την πολιτική παραδοξότητα να βρεθούν οπαδοί του ΚΚΕ να ρίχνουν στην κάλπη το ψηφοδέλτιο των Οικολόγων ή, ακόμη χειρότερα, του κόμματος του Φώτη Κουβέλη, με πιθανό υποψήφιο έναν πρώην βουλευτή του ΠΑΣΟΚ (!), η ετερόκλητη αυτή «σύμπραξη» δεν πρόκειται να επιφέρει κανένα εκλογικό κέρδος στους ευκαιριακούς συμμάχους, αν δεν τους προκαλέσει και συνολική ζημιά.
Ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε το 2004 από τον, τότε, υπουργό Εσωτερικών Κώστα Σκανδαλίδη και εφαρμόστηκε στις εκλογές του 2007 και του 2009, είναι από τους απλούστερους που υπήρξαν ποτέ και με μια τροποποίηση που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ –με την οποία αυξήθηκε, επί υπουργίας Προκόπη Παυλόπουλου, το «μπόνους» προς το πρώτο κόμμα από 40 σε 50 έδρες- θα εφαρμοστεί και στις επερχόμενες εκλογές. Και, πάντως, το σύστημα κατανομής των εδρών που προνοεί δεν έχει καμία σχέση με το προαναφερόμενο της περιόδου 89-90, οπότε ίσχυε εντελώς διαφορετικός εκλογικός νόμος.
Με τον ισχύοντα νόμο, λοιπόν, «για τον καθορισμό των εδρών που δικαιούται κάθε εκλογικός σχηματισμός», που θα ξεπεράσει το 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων πανελλαδικά, «το σύνολο των ψήφων που συγκέντρωσε στην Επικράτεια πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 250». Κατόπιν «το γινόμενο τους διαιρείται με το άθροισμα των έγκυρων ψηφοδελτίων που συγκέντρωσαν στην Επικράτεια όσοι σχηματισμοί συμμετέχουν στην κατανομή των εδρών» και «οι έδρες που δικαιούται κάθε σχηματισμός στην Επικράτεια είναι το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης».
Με άλλα λόγια, οι 250 από τις 300 έδρες του ελληνικού Κοινοβουλίου μοιράζονται κατά απόλυτο αναλογικό τρόπο στα κόμματα που ξεπερνούν το 3%. Έτσι, ο τελικός αριθμός των βουλευτικών εδρών που θα έχει κάθε κόμμα στη νέα Βουλή, δεν επηρεάζεται από τον αριθμό των μονοεδρικών, στις οποίες θα έρθει πρώτο, καθώς οι έδρες αυτές, όπως και εκείνες του ψηφοδελτίου Επικρατείας, προσμετρούνται στο σύνολο των βουλευτών που θα εκλέξει.
Υπό αυτή την έννοια, δεν υφίσταται η έννοια της «χαμένης ψήφου», που υπονοεί η πρόταση Τσίπρα, αφού, εξαιρουμένου του (όντως «καλπονοθευτικού», αλλά σημαντικού για να προκύψει κυβερνητική λύση) «μπόνους» των 50 εδρών,  κάθε ψηφοδέλτιο σε κόμμα που παίρνει το «εισιτήριο» για τη Βουλή είναι απολύτως ισοδύναμο και μετρά το ίδιο σε όποια εκλογική περιφέρεια και αν δοθεί. Γιατί, τότε, υποβάλλει ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ τη συγκεκριμένη πρόταση; Ε, για τον ίδιο λόγο και με την ίδια… μελέτη που λέει όλα τα υπόλοιπα…

 *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Από την απραξία στους… «γιαλαντζί Σαρκοζί»


Στις αρχές του 2011, το ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε, με σχετικά σύντομες διαδικασίες, έναν ακόμη νόμο και συγκεκριμένα τον ν. 3907, με τον οποίο εναρμονίστηκε το ελληνικό δίκαιο με τις προβλέψεις ευρωπαϊκής οδηγίας του 2008 που καθιέρωσε «κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη – μέλη της ΕΕ για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών».
Ήταν η περίοδος που το οξύ μεταναστευτικό πρόβλημα, που αντιμετωπίζει εδώ και δύο δεκαετίες η χώρα μας, όπως και όλος ο ευρωπαϊκός νότος που συνορεύει με την Ασία και την Αφρική, βρισκόταν σε έξαρση, τόσο στις πύλες εξόδου προς την Ευρώπη, δηλαδή στα λιμάνια της Πάτρας και της Ηγουμενίτσας, όσο και στο κέντρο της Αθήνας, με τις συγκρούσεις ακραίων ομάδων στον Άγιο Παντελεήμονα, αλλά και τις προκλητικές πρωτοβουλίες μεταφοράς μεταναστών χωρίς νόμιμα έγγραφα σε χώρους πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.
Με αφορμή την κατάσταση στην Ηγουμενίτσα και σε συνεννόηση με την παράταξή μου, προκάλεσα, στις 9 Φεβρουαρίου 2011, συζήτηση στο νεοσύστατο, τότε, Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου, υποβάλλοντας πολύ συγκεκριμένες προτάσεις, μια από τις οποίες ήταν ότι «η Περιφέρεια Ηπείρου, μέσω κυρίως της Κοινωνικής Επιτροπής, αλλά όχι μόνον, πρέπει να προετοιμαστεί άμεσα και να πιέσει προς κάθε κατεύθυνση για την έγκαιρη ενεργοποίηση του νόμου που ψηφίστηκε τις προηγούμενες εβδομάδες από τη Βουλή».
Εξήγησα, απευθυνόμενος στο Συμβούλιο, ότι «ο νόμος αυτός, μεταξύ άλλων, προβλέπει τη δημιουργία Περιφερειακών Επιτροπών Ασύλου, μια από τις οποίες θα λειτουργήσει εδώ στην έδρα μας, όπως και Κέντρων Υποδοχής, για τα οποία θα πρέπει να έχει άποψη η Περιφέρεια και να υποδείξει –εφόσον θεωρηθεί αναγκαίο- άμεσα κατάλληλους χώρους», τονίζοντας, καταληκτικά, πως «αν θέλουμε να δικαιώσουμε το ρόλο μας, το μόνο που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να μένουμε θεατές των εξελίξεων».
Όπως ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί, παρακολουθώντας την τρέχουσα ειδησεογραφία, σχεδόν δεκαπέντε μήνες δεν έγινε απολύτως τίποτε. Με αποτέλεσμα ένας ακόμη νόμος του ελληνικού κράτους να παραμένει, μέχρι σήμερα, στα χαρτιά, αφού -για να είμαι δίκαιος- δεν είναι μόνον η Περιφέρεια Ηπείρου που δεν προετοιμάστηκε και μόλις την περασμένη εβδομάδα αποδέχθηκε την περυσινή πρόταση μας. Είναι το αρμόδιο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη που δεν προώθησε την εφαρμογή της νομοθεσίας που το ίδιο ψήφισε και δεν οργάνωσε τις υπηρεσίες που προβλέπονται τόσο για την παροχή ασύλου σε όσους το δικαιούνται, όσο και για την κράτηση και την επαναπροώθηση όσων εισέρχονται στην Ελλάδα για οικονομικούς και μόνον λόγους.
Όλως αιφνιδίως, τις δύο τελευταίες εβδομάδες, το τεράστιο αυτό ζήτημα, επανήλθε στο προσκήνιο, με την απαίτηση του αρμόδιου υπουργού Μιχάλη Χρυσοχοΐδη να υποδειχτούν άμεσα χώροι στην ηπειρωτική Ελλάδα για την λειτουργία κέντρων κράτησης – φιλοξενίας όσων αλλοδαπών βρίσκονται παράνομα στη χώρα και οι οποίοι, στην πλειονότητά τους, βιώνουν απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, περιφερόμενοι στους δρόμους πόλεων και χωριών, αναζητώντας τροφή σε κάδους απορριμμάτων και στέγη σε άθλιες τρώγλες.
Η ανακίνηση του ζητήματος έφερε επίσης στο τηλεοπτικό προσκήνιο αρκετούς από τους πολιτικούς κερδοσκόπους που εμφανίζονται ως «γιαλαντζί» Σαρκοζί, ενώ συνοδεύτηκε και από διαφόρων ειδών ενστάσεις. Κάποιες βάσιμες και υπαρκτές. Οι περισσότερες, όμως, απολύτως προσχηματικές, που ακολουθούν την πεπατημένη δεκαετιών σε αυτή τη χώρα, με τα γνωστά αποτελέσματα της εκτεταμένης ανομίας και ατιμωρησίας, της παγιωμένης αδράνειας και απραξίας, που συναντά κανείς σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας.
Ορισμένοι, για παράδειγμα, μίλησαν για επικοινωνιακούς χειρισμούς που εντάσσονται στην προεκλογική στρατηγική των κομμάτων και καθοδηγούνται από την δημοσκοπική άνοδο των ακροδεξιών ομάδων, οι οποίες κάνουν επίδειξη δύναμης στις περιοχές που υπάρχουν πολλοί μετανάστες, οι οποίοι συχνά πέφτουν -αδιάκριτα, μάλιστα, μεταξύ όσων διαμένουν φιλήσυχα και νόμιμα στην Ελλάδα και όσων δεν διαθέτουν τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα- θύματα ρατσιστικών, ακόμη και δολοφονικών επιθέσεων.
Άλλοι, την ίδια ώρα, προέβαλαν την ανθρωπιστική πλευρά του ζητήματος, απορρίπτοντας a priori τη λογική των «στρατοπέδων», που βεβαίως ηχεί άσχημα στα αυτιά κάθε προοδευτικού πολίτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η άρνηση δεν συνοδεύεται από εναλλακτική πρόταση που θα κάνει την Ελλάδα να πάψει να είναι το «ξέφραγο αμπέλι», όπου όποιος θέλει μπαίνει, βρίσκει προσωρινό καταφύγιο και παραμένει εσαεί εδώ μέχρι να μπορέσει να βρει, με κάθε τίμημα, διέξοδο προς την υπόλοιπη Ευρώπη.
Δεν έλειψαν, τέλος, κι εκείνοι που, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα του ελληνικού κράτους, επεχείρησαν να  «τζογάρουν» με τα φοβικά σύνδρομα των πολιτών που ζουν κοντά σε περιοχές που σχεδιάζεται να γίνουν κέντρα φύλαξης, τα οποία, όπως και τα σκουπίδια, τα… θέλουμε όλοι «στην αυλή του γείτονα». Αποσιωπούν το προφανές ότι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι απείρως μικρότεροι από μετανάστες που έχουν εξασφαλισμένη τροφή, στέγη και περίθαλψη, σε σχέση με τους περιφερόμενους ανέστιους και πεινασμένους που μπορούν να κάνουν ο,τιδήποτε για να επιβιώσουν σε μια χώρα που βρίσκεται σε βαθιά οικονομική κρίση.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο  που, κατά την άποψή μου, –και έτσι τοποθετήθηκα στο Περιφερειακό Συμβούλιο, «καλωσορίζοντας» την πλειοψηφία στο πεδίο της κοινής λογικής- απαιτείται να γίνει είναι να αποφευχθούν αφενός η εμπλοκή του θέματος στις συμπληγάδες της προεκλογικής περιόδου, που θα τροφοδοτήσει τους κάθε λογής «γιαλαντζί» Σαρκοζί, και αφετέρου η προχειρότητα που θα δώσει έδαφος στις δυνάμεις της παραλυτικής αδράνειας. Οργανωμένη δράση, λοιπόν, με συγκροτημένα βήματα και χωρίς άλλες καθυστερήσεις.

 *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.