Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Η αντιγραφή του χθες δεν οδηγεί στο αύριο

Παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η προεκλογική αντιπαράθεση των κομμάτων, έχω την αίσθηση πως ματαιοπονεί κανείς στην προσπάθεια αναζήτησης στοιχείων που να αποτυπώνουν το νέο που -υποτίθεται ότι- ζήτησαν οι πολίτες με την ψήφο τους στις 6 Μαΐου, έστω και αν το αίτημα εκδηλώθηκε με κατακερματισμό και διασπορά των επιλογών.
            Αναρωτιέμαι, για παράδειγμα, αν, μετά την -κατά πολλούς δικαιολογημένη- καταδίκη του λεγόμενου δικομματισμού, οι δυνάμεις, που αναδείχθηκαν ενισχυμένες από την τελευταία κάλπη και διεκδικούν επαύξηση της επιρροής τους στη νέα αναμέτρηση της 17ης Ιουνίου, συνιστούν τους φορείς εκείνους που είναι οι κατάλληλοι για να ανοίξουν νέοι δρόμοι για τον  τόπο και να δημιουργήσουν ελπίδα και προοπτική στους ανήσυχους πολίτες.
            Χωρίς να παριστάνω τον αντικειμενικό, προσπαθώ να είμαι ανοιχτός και καλοπροαίρετος στις επισημάνσεις μου. Γι΄ αυτό και δεν ασχολούμαι με τις –ένθεν κακείθεν- διχαστικές απλουστεύσεις που θέτουν αντιμέτωπους από τη μια τους «προδότες» και «προσκυνημένους» μνημονιακούς και από την άλλη τους αλαζονικούς «μικρομέγαλους» που θέλουν να μας πάνε στη δραχμή.
Προτιμώ να εστιάσω στα συγκεκριμένα και επ΄ αυτών να εκφράσω τις αμφιβολίες μου για τη φορά των προεκλογικών πραγμάτων. Θα περίμενε, ας πούμε, κανείς ότι οι θιασώτες του «νέου» να ήταν έτοιμοι να ανατρέψουν, όχι με λόγια, αλλά με πράξεις, όλα εκείνα που στις νηφάλιες συζητήσεις, που κάνουμε μεταξύ μας, όταν αφήνουμε στην άκρη τις παραμορφωτικές παρωπίδες, συνομολογούμε ότι αποτελούν χρόνιες παθογένειες που ταλαιπωρούν όλους μας.
Ας πάρουμε, ως παράδειγμα, τη φοροδιαφυγή, η έκταση της οποίας αναμφισβήτητα πλήττει το σύνολο της κοινωνίας και πρωτίστως τους οικονομικά αδύναμους. Σε βαθμό, μάλιστα, τέτοιο που η καταπολέμησή της να αποτελεί όρο επιβίωσης του ελληνικού δημοσίου και, πολύ περισσότερο, αυτού που λέγεται «κοινωνικό κράτος», το οποίο χωρίς χρηματοδότηση, δια της φορολογίας, δεν είναι παρά «ένα πουκάμισο αδειανό».     
Με λύπη διαπιστώνω ότι στις θολές και πολύ συχνά αντικρουόμενες προγραμματικές θέσεις που διατυπώνουν τις τελευταίες μέρες λογής – λογής στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αποφεύγουν επιμελώς να θίξουν τη διαπιστωμένη ανάγκη αναδιάρθρωσης των φοροεισπρακτικών μηχανισμών που αποτελεί προϋπόθεση για να γίνει αποτελεσματικό το σύστημα συλλογής των φόρων, με βάση την κοινά παραδεκτή συνταγματική πρόνοια, σύμφωνα με την οποία καθένας συμβάλει ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητά του.
Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν πρόκειται για παράλειψη, όταν μάλιστα οι ίδιοι αναγνωρίζουν την ανάγκη αύξησης των δημοσίων εσόδων και γι΄ αυτό εξαγγέλλουν φόρους και εισφορές, που είμαι περίεργος να δω, αν και όταν βρεθούν στα πράγματα, πως θα επιβάλουν την είσπραξή τους, όταν μέχρι πρότινος υπέθαλπαν –αν δεν καθοδηγούσαν, κιόλας- τα περιβόητα κινήματα «δεν πληρώνω», προσδίδοντας ιδεολογικά χαρακτηριστικά σε μια καταφανώς αντικοινωνική συμπεριφορά, τουλάχιστον από εκείνους που είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν.
Πιστεύω, αντιθέτως, ότι αποφεύγουν σκοπίμως τη συζήτηση για την αναδιάρθρωση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών, επειδή δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν τους καινούργιους «πελάτες» που προσήλκυσαν, συμπεριφερόμενοι, έτσι, όπως έκαναν, δεκαετίες τώρα, οι δυνάμεις που οι ίδιοι επικρίνουν και τις οποίες, αντιγράφοντας συνθήματα του χθες, υποτίθεται ότι θέλουν να θέσουν στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας».
Φοβούνται, προφανώς, πως, αν ανοίξει μια τέτοια συζήτηση, θα περιλάβει το ευρύτερο ζήτημα της λειτουργίας του δημόσιου τομέα και της ανάγκης για αξιολόγηση. Ένα ζήτημα που αποτελεί «ταμπού» τόσο για την παραδοσιακή, όσο και για τη νεόφερτη «πελατεία» που συνέρρευσε στα μέχρι πρότινος «μικρομάγαζα» που μεγάλωσαν απότομα και οι διαχειριστές τους, αμήχανοι και οι ίδιοι από την κοσμοσυρροή, παραμένουν στο κλασσικό δόγμα «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», ακόμη και όταν είναι βέβαιο πως τα διαθέσιμα αποθέματα του… καταστήματος δε μπορούν να ικανοποιήσουν τους πάντες.
Ξέρω πως όταν κάποιος είναι «καβάλα στο κύμα» και έχει ούριο τον άνεμο, δύσκολα, ιδίως αν είναι νεοφώτιστος, λαμβάνει υπόψη του τις προειδοποιήσεις. Βλέπω, εξάλλου, γύρω μου κλειστά αυτιά απέναντι σε κάθε είδους μετριοπαθείς εκτιμήσεις. Διαπιστώνω, επίσης, απροθυμία να αναγνωριστούν αιτιώδεις σχέσεις των προβλημάτων, την ίδια ώρα που επαναλαμβανόμενοι απλοϊκοί ισχυρισμοί, κυρίως όταν περιλαμβάνουν μεγάλη δόση συνωμοσιολογίας, μετρούν περισσότερο από τα λογικά επιχειρήματα.
Προσωπικά, ωστόσο, δεν πτοούμαι. Και χωρίς να διστάζω να αναγνωρίσω ότι, ενδεχομένως, στην παρούσα συγκυρία, ο λόγος μου να έχει μειοψηφική απήχηση, επιμένω στη θέση μου. Θέση, με την οποία πήρα την απόφαση πριν από περίπου δύο χρόνια να εκτεθώ στην κρίση των Θεσπρωτών και η οποία συνοψίζεται στην εδραία πεποίθησή μου πως η αντιγραφή του χθες δεν οδηγεί στο αύριο.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Ούτε ένας... «κοψοχέρης» στις 18 Ιουνίου

Τέσσερις στους δέκα ψηφοφόρους που συμμετείχαν στην εκλογική αναμέτρηση της 6ης Μαΐου, εμφανίζονται, στις πρώτες μετεκλογικές δημοσκοπήσεις,  να θέλουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να «διορθώσουν» την ψήφο τους και μόνον το 58% του εκλογικού σώματος δηλώνει έτοιμο να επαναλάβει την επιλογή του στις νέες κάλπες που θα στηθούν στις 17  Ιουνίου.
Είναι ένα πολύ σημαντικό εύρημα, το οποίο θεωρώ ότι επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό «αλλοπρόσαλλο» που χρησιμοποίησα για το εκλογικό αποτέλεσμα, γράφοντας -«εν θερμώ», όπως παραδεχόμουν- για τούτη τη στήλη, το πρωί της επομένης των τελευταίων εκλογών, το κείμενο με το οποίο κατέληγα στο συμπέρασμα ότι οι νέες κάλπες ήταν αναπότρεπτες.
Είχα την αίσθηση και, προϊόντος του χρόνου, μου γίνεται εδραία πεποίθηση πως το σκηνικό το οποίο διαμορφώθηκε στις κάλπες του Μαΐου εξέπληξε και πολλούς από εμάς που είχαμε συμβάλει στη διαμόρφωσή του με την ψήφο μας, η οποία, εξαιτίας της ατμόσφαιρας που είχε δημιουργηθεί προεκλογικά στη χώρα, δόθηκε με κριτήρια που δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες των καιρών.
Δύο κατά τη γνώμη μου υπήρξαν οι λόγοι, για τους οποίους συνέβη αυτό το παράδοξο: Ο πρώτος λόγος ήταν τα αισθήματα θυμού και οργής κατά του πολιτικού συστήματος που επικράτησαν σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση. Και ο δεύτερος λόγος ήταν ότι αρκετοί συνέλληνες έκαναν την τελική τους επιλογή, έχοντας προεξοφλήσει ότι η χώρα ούτως ή άλλως θα είχε κυβέρνηση, καθώς τα δύο πρώην κυβερνητικά κόμματα θεωρούνταν βέβαιο ότι, βοηθούντος και του εκλογικού συστήματος, θα συγκυβερνούσαν.
Κάπως, έτσι, στην ουσιαστικά σύντομη προεκλογική περίοδο, που διανύθηκε πριν από τις 6 Μαΐου και η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της αναλώθηκε σε δευτερεύοντα ζητήματα, όπως το αν θα γινόταν ή όχι η περίφημη τηλεμαχία, χάθηκε το βασικό διαχρονικό στοιχείο των εκλογών που δεν είναι άλλο από την ανάδειξη κυβέρνησης, την ίδια ώρα που τα περισσότερα κόμματα κατέβηκαν στην εκλογική κονίστρα χωρίς καν να δημοσιοποιήσουν το πρόγραμμά τους.
Σιγά - σιγά, ωστόσο, ο θυμός και η οργή φαίνεται να υποχωρούν, χωρίς, πάντως, να συμβαίνει το ίδιο και με τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες που δυστυχώς ορισμένες πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να καλλιεργούν, επιμένοντας να εκπέμπουν το μήνυμα πως αρκεί να αλλάξει ο διεθνής περίγυρος και όλα, αυτομάτως, να ξαναγίνουν ρόδινα στον τόπο μας.
Είναι θετικό, όμως, που η πλειονότητα των διεκδικητών της ψήφου μας, θέτουν, πλέον, ως πρώτη προτεραιότητα το ζήτημα της διακυβέρνησης. Και πάνω σε αυτόν τον άξονα άρχισε να διεξάγεται ο προεκλογικός αγώνας, έστω και αν η, ένθεν κακείθεν, προγραμματική «γύμνια» παραμένει ορατή δια γυμνού οφθαλμού, με αποτέλεσμα τις γνωστές «κεραμίδες» που εξαπολύουν από τα τηλεπαράθυρα πολιτικά στελέχη και εκλεγμένοι βουλευτές.
Υπό αυτή την έννοια, δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος ότι το αποτέλεσμα της νέας κάλπης θα είναι αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο τόπος. Δεν αποκλείω, όμως, και να κάνω λάθος, κάτι που εύχομαι ειλικρινά, διατηρώντας την ελπίδα πως όσοι, εν τέλει, κληθούν να αναλάβουν υπεύθυνες θέσεις θα υποχρεωθούν να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα, όπως αυτή είναι διαμορφωμένη και χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς των ιδεοληψιών από τις οποίες αρκετοί διακατέχονται.
Στις τέσσερις εβδομάδες που απομένουν, έχουμε να δούμε και να ακούσουμε πολλά. Καθώς, όμως, αυτή τη φορά οι εκλογές γίνονται με λίστα, οπότε τα πρόσωπα των υποψηφίων βουλευτών περνούν σε δεύτερη μοίρα, αποτελεί μοναδική, ίσως, ευκαιρία να γίνει, επιτέλους, ουσιαστικός διάλογος επί των προγραμματικών θέσεων των κομμάτων, όχι μόνον για το κεντρικό ζήτημα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας, αλλά και για όλα τα υπόλοιπα.
Ο χρόνος είναι επαρκής για να τεθούν όλα τα ζητήματα: από το δίλημμα ευρώ ή δραχμή ως το ρόλο του τραπεζικού συστήματος, από τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και στον κόσμο ως το μεταναστευτικό, από τη διάρθρωση και το εύρος του δημόσιου τομέα ως το καθεστώς των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, από τη φαρμακευτική δαπάνη ως τη φοροδιαφυγή και πάει λέγοντας.
Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι την επομένη της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης, δεν επιτρέπεται να υπάρξει ούτε ένας «κοψοχέρης», μετανοημένος, δηλαδή, για την ψήφο που έδωσε.  

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Και στις δημοκρατίες υπάρχουν αδιέξοδα!

Με τόσα ελλείμματα να κατατρύχουν αυτή τη χώρα (εμπορικό, δημοσιονομικό και πάει λέγοντας), δεν θα μπορούσε παρά όλα αυτά να ισοσκελίζονται με κάποια πλεονάσματα, όπως τα… πλεονάσματα του ανορθολογισμού, του λαϊκισμού και της γενικευμένης ανευθυνότητας, που βλέπουμε να εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας, με αποτέλεσμα να οδηγούνται οι μετεκλογικές εξελίξεις σε ένα άνευ προηγουμένου πολιτικό αδιέξοδο.
Άλλωστε, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, δεν θα βρισκόμαστε στην προ των τελευταίων εκλογών κατάσταση, η οποία καθόρισε, εν πολλοίς, και το αποτέλεσμα της κάλπης της 6ης Μαΐου. Επί σειρά ετών οι Έλληνες πολίτες «εκπαιδεύονται» να ζουν στο παρόν, να «ωραιοποιούν» το παρελθόν, να αδιαφορούν για το μέλλον και, κυρίως, να πιστεύουν ότι σε αυτή τη χώρα όλα μπορούν να γίνονται και μάλιστα χωρίς συνέπειες.
Μπορούν, επί παραδείγματι, να γίνονται Ολυμπιακοί Αγώνες και το δυσβάστακτο κόστος τους να πληρώνεται με δανεικά. Μπορεί, επίσης, μια τόσο μικρή χώρα να πρωταγωνιστεί, επί δύο δεκαετίες, στο ευρωπαϊκό μπασκετικό στερέωμα και κανείς να μη συνδέει το γεγονός αυτό με τον πολλαπλασιασμό από χρόνο σε χρόνο της φαρμακευτικής δαπάνης που καταγράφηκε την ίδια περίοδο.
Με αυτά και με πολλά άλλα, μικρά και μεγάλα, η παγκόσμια οικονομική κρίση βρήκε παντελώς απροετοίμαστη την ελληνική κοινωνία για τα δύσκολα που είχε και έχει μπροστά της. Μοιραία, λοιπόν, οι ψηφοφόροι επέλεξαν, για μια ακόμη φορά, τον διαφαινόμενο δρόμο της ευκολίας, αδιαφορώντας για το κρίσιμο διακύβευμα όλων των εκλογικών αναμετρήσεων, που, κατά τη γνώμη μου, δεν άλλο από την απόφαση για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Ορισμένοι προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα γεγονότα των ημερών με ανιστόρητες αναλογίες, όπως ο παραλληλισμός του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα με τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ Ανδρέα Παπανδρέου, συγχέοντας πρόσωπα, εποχές και περιστάσεις και θυμίζοντας τη γνωστή ρήση για τη «φάρσα» της ιστορικής επανάληψης.
Αγνοούν όλοι αυτοί ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, εκτός από χαρισματική πολιτική προσωπικότητα, είχε ένα μοναδικό, για την ελληνική πολιτική τάξη της εποχής του, επιστημονικό υπόβαθρο, αλλά κυρίως δεν λαμβάνουν υπόψη τους ότι κινήθηκε σε γεωπολιτικές προσλαμβάνουσες που καμία σχέση δεν έχουν με τη σημερινή πραγματικότητα.
Αναμφίβολα, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο ηγέτης της εποχής του. Υπήρξε ο πολιτικός που εξέφρασε τα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα εκείνης της περιόδου, αλλά, συνάμα, καθοδήγησε, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο επιτυχημένα, τις ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις σε μια εποχή, εντελώς διαφορετικής από τη σημερινή.
Ναι μεν, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, ερχόμενος στην εξουσία, το 1981,  εφήρμοσε τις -αναγκαίες για την εποχή- κεϊνσιανές πολιτικές, προς την κατεύθυνση της αναδιανομής των εισοδημάτων, είναι, όμως, ο ίδιος που, όταν απαιτήθηκε από τις εσωτερικές και διεθνείς περιστάσεις, έδωσε το «σήμα» της περιοριστικής πολιτικής και του περιορισμού του δημοσίου χρέους, προσπάθεια που ξεκίνησε επί των ημερών της δεύτερης πρωθυπουργικής θητείας του και κατέληξε με την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ.
Εκείνο, όμως, που, κατά την άποψή μου, τον διαφοροποιεί περισσότερο από πολλούς άλλους ηγέτες εκείνης της περιόδου, αλλά και μεταγενέστερους, είναι ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, στις κρίσιμες στιγμές για τη χώρα, δεν αρνήθηκε την ανάληψη της ευθύνης. Ξανοίχτηκε στον διπολικό, τότε, κόσμο, έκανε συμμαχίες, όπου μπορούσε, χωρίς να αποφύγει τις συγκρούσεις με προσωπικότητες όπως ο Ρ. Ρήγκαν και η Μ. Θάτσερ.
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, όλα αυτά δεν αποτελούν παρά παρελθοντολογία, πολύ μακρινή και άσχετη από τις σημερινές ανάγκες. Ένοιωσα, ωστόσο, την ανάγκη να κάνω τούτες τις επισημάνσεις, παρακολουθώντας, με μεγάλη ανησυχία, τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο μετεκλογικός δημόσιος διάλογος, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, πόρρω απέχει από τη συνειδητοποίηση της δραματικής κατάστασης που βιώνουμε.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά τούτες τις μέρες, μου μοιάζει ως απόλυτη… κουταμάρα η περιώνυμη ρήση «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Βλέποντας όσα συμβαίνουν γύρω μας νομίζω ότι πρέπει να αναθεωρηθεί και να αντικατασταθεί από τη φράση και στις δημοκρατίες, τουλάχιστον σε όσες πορεύονται στον αστερισμό του χθες, υπάρχουν αδιέξοδα….


*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Πορεία στο άγνωστο…

Όπως στην πραγματική ζωή, έτσι και στην πολιτική, ο θυμός και η οργή δεν υπήρξαν ποτέ καλός σύμβουλος για τη λήψη αποφάσεων. Αυτό, νομίζω, ότι είναι το πρώτο και κύριο συμπέρασμα από τη λαϊκή ετυμηγορία της Κυριακής.
Θεωρώ, γράφοντας και ο ίδιος "εν θερμώ" τούτες τις γραμμές, πως, πέραν πάσης αμφιβολίας, η ψήφος της πλειονότητας των πολιτών που προσήλθαν στις κάλπες, ήταν ένα –δικαιολογημένο, μόνον ως έναν βαθμό- ξέσπασμα οργής και θυμού για το παλαιό πολιτικό σύστημα και τους εκφραστές του.
Μόνον, όμως, που στη θέση του παλαιού και –γιατί όχι;-  χρεοκοπημένου παλαιού συστήματος δεν στήθηκε, κατά την άποψή μου, τίποτε που να δημιουργεί την  προσδοκία  του καινούργιου και ελπιδοφόρου ξεκινήματος που είχε ανάγκη ο τόπος.
Η χώρα πορεύεται, πλέον, στο άγνωστο περιβάλλον της ακυβερνησίας και στα αχαρτογράφητα νερά της πολιτικής αστάθειας, σε τόσο υψηλό βαθμό που εύκολες ερμηνείες ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της έλευσης του ΔΝΤ στην Ελλάδα δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα της ύφεσης και της ανεργίας που βιώνουμε.
Όπως και με άλλες ευκαιρίες έχει επισημάνει η στήλη, μια τέτοια ανάλυση συγχέει το αίτιο με το αιτιατό και αγνοεί κατάφωρα την πολυπλοκότητα της δυσμενούς οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, με την οποία είναι αντιμέτωπη η χώρα.
Το ακόμη χειρότερο, όμως, είναι ότι όταν εκπέμπονται τέτοια «σήματα», καλλιεργείται στην κοινωνία η ψευδής εντύπωση ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις, τις οποίες απλώς η εγχώρια πολιτική τάξη δεν επέλεξε.
Με αυτά και με αυτά, οδηγηθήκαμε στην πολυδιάσπαση και στον κατακερματισμό των επιλογών των ψηφοφόρων και στην –άκρως ανησυχητική- ενίσχυση ακραίων αντιπολιτικών και αντιδημοκρατικών δυνάμεων που και μόνον η θέασή τους προκαλεί ανατριχίλα.
Το πλήρες αδιέξοδο που συνιστά η αδυναμία σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης, ξεπερνά τη σεισμική κατάρρευση του δικομματισμού, που, αν θέλετε, είναι το μικρότερο «κακό» από όσα προέκυψαν από την κάλπη.
Προσωπικά δεν θα είχα καμία αντίρρηση –το αντίθετο, θα εισηγούμην, αν ήταν στην ευχέρειά μου- να αποσυρθούν άμεσα από την σκηνή οι δυνάμεις που άσκησαν κυβερνητική εξουσία και να «αφήσουν τόπο» στους υπόλοιπους.
Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, καθώς από το αλλοπρόσαλλο αποτέλεσμα της κάλπης αναδεικνύεται η αδυναμία και η ανετοιμότητα ανάληψης ευθυνών από τις δυνάμεις που έχουν «εκπαιδευτεί» αποκλειστικά και μόνον σε ασκήσεις διαμαρτυρίας και άρνησης ανάληψης ευθύνης.
Περισσότερο από ποτέ, όμως, τούτη η ώρα είναι ώρα ευθύνης για όλους και το άγνωστο, που πήρε τη θέση του αβέβαιου, πρέπει το γρηγορότερο να φωτιστεί, ακόμη και αν για τούτο χρειαστεί, αργά ή γρήγορα, η προκήρυξη νέων εκλογών που προβάλει ως αναπότρεπτη.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Στις κάλπες… «με λογισμό και μ΄ όνειρο»

            Πολλές οι σκέψεις και ακόμα περισσότερος ο προβληματισμός όλων μας, λίγα εικοσιτετράωρα πριν από τις κάλπες της Κυριακής, στις οποίες καλούμαστε να προσέλθουμε εν μέσω μιας, από πολλές απόψεις, πρωτόγνωρης πολιτικής ατμόσφαιρας, τέτοιας που δυσκολεύεται κανείς να βρει ευθείες αναλογίες στην σύγχρονη ελληνική εκλογική ιστορία.
            Λείπουν οι σταθερές. Απουσιάζουν οι βεβαιότητες. Σπανίζουν τα παραδοσιακά «εργαλεία» με τα οποία ερμηνεύαμε καταστάσεις, αναλύαμε γεγονότα, σταθμίζαμε πρόσωπα, παίρναμε θέση, εκφράζαμε απόψεις. Και, εν τέλει, ρίχναμε την ψήφο μας, άλλοτε με τον πατροπαράδοτο «αταβισμό» και άλλοτε παρασυρμένοι από τις τάσεις της εποχής, ενίοτε και της ηλικίας του καθενός.
            Με λίγα λόγια, τούτες οι εκλογές είναι αλλιώς. Γίνονται με το εκκρεμές, που δημιούργησε η κρίση των τελευταίων ετών, να συνεχίζει να κινείται δαιμονιωδώς, χωρίς να βρίσκει σημείο ισορροπίας. Οι ταλαντώσεις του είναι ακόμη σε πλήρη εξέλιξη και η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, δικαιολογημένα, αδυνατεί να δει την εξισορρόπηση της τροχιάς του που θα αποτελούσε «σήμα» για τη λήξη της αβεβαιότητας.
            Η προεκλογική περίοδος που διανύσαμε, δυστυχώς, αντί να συμβάλει στο να ξεδιαλύνει η ατμόσφαιρα, ενίσχυσε τη σύγχυση του μέσου πολίτη, καθώς μεγάλη μερίδα των πολιτευόμενων, όπως και των μέσων ενημέρωσης, δια των οποίων έγινε, κατά κύριο λόγο, ο διάλογος κομμάτων και υποψηφίων, έδειξαν αδυναμία να ξεφύγουν από τα στερεότυπα του χθες και να συμβαδίσουν με τα νέα προτάγματα.
            Ένα μόνο παράδειγμα νομίζω αρκεί: Συζητήθηκε επί μακρόν το… εύπεπτο και πολιτικά ανούσιο ζήτημα της περίφημης «τηλεμαχίας», ενώ ήταν βέβαιο εξ αρχής ότι δεν θα γινόταν, για προφανείς λόγους που είχαν να κάνουν με την σαφή υπεροχή μιας πλευράς και την αδυναμία μιας άλλης να σταθεί απέναντι. Και να γινόταν, όμως, λίγα πράγματα θα άλλαζαν, όπως έχουν δείξει ανάλογες «κόντρες» στην εγχώρια, αλλά και στη διεθνή, πολιτική σκηνή.     
Την ίδια ώρα –και αυτό είναι το ουσιώδες, κατά τη γνώμη μου- στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις δεν τέθηκαν σχεδόν καθόλου προς συζήτηση μεγάλα ζητήματα, όπως επί παραδείγματι, αυτό της φορολογίας. Ένα ζήτημα που αφορά τους πάντες, έχοντες και μη έχοντες. Ένα ζήτημα για το οποίο έπρεπε όλοι μας πριν πάμε την Κυριακή στις κάλπες να ξέραμε επακριβώς –«χαρτί και καλαμάρι», που λέει ο λαός- τι προτείνει κάθε κόμμα να πληρώσει ποιος.
Το πιο αποκαρδιωτικό, όμως, ήταν, ίσως, ότι, σε αρκετές στιγμές αυτής της προεκλογικής περιόδου, είχες την αίσθηση πως οι πολιτευόμενοι που σου απευθυνόταν, δεν είχαν συναίσθηση της πραγματικότητας. Επιχειρηματολογούσαν σα να μην ζούσαν στην Ελλάδα της κρίσης, αλλά σε μια Ελλάδα της δικής τους φαντασίωσης, που αρκούσε «να έρθουν αυτοί στα πράγματα» και, με μια «στάση πληρωμών», όλα θα γινόταν και πάλι ρόδινα και  ανθηρά.
Εντυπωσιακό, επίσης, ήταν το πάθος –για να μην πω μίσος- που απέπνεε ο λόγος ορισμένων υποψηφίων, προερχόμενων κυρίως από τις δυνάμεις του πολιτικού «μικρομεγαλισμού», οι οποίες «τζογάροντας» στην απογοήτευση και στο θυμό των πολιτών, ακολούθησαν,  την πεπατημένη του δόγματος «η κόλαση είναι οι άλλοι!». Λες και οι ίδιοι προήλθαν από παρθενογένεση, λες και δεν ήταν οι περισσότεροι όλο το προηγούμενο διάστημα «τρόφιμοι του πρυτανείου».
Με όλα τούτα, λοιπόν, και με τόσα κόμματα –παλαιά, νέα και αναπαλαιωμένα- να διεκδικούν την ψήφο μας, το ερώτημα είναι: Πως ψηφίζουμε; Σε ποιους εκφράζουμε την προτίμησή σας; Ποιους αγνοούμε; Και ποιους «μαυρίζουμε»; Η γνώμη μου, ως προς αυτό,είναι ξεκάθαρη και οφείλω, νομίζω, να την πω. Και τη λέω, δανειζόμενος ένα στίχο του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού από το ποίημα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»: Ψηφίζουμε, λοιπόν, «με λογισμό και μ΄ όνειρο».
Ψηφίζουμε «με λογισμό», περίσκεψη, δηλαδή, για την Ελλάδα της κρίσης, την Ελλάδα της ύφεσης και της ανεργίας και τα όσα μας οδήγησαν ως εδώ. Τούτες οι κάλπες είναι, νομίζω, η ευκαιρία, η αφετηρία για να τα αφήσουμε όλα αυτά πίσω. Και να κάνουμε μια νέα αρχή. Χωρίς «τα ψεύτικα μεγάλα λόγια», χωρίς τις αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια και χωρίς τις ψευδαισθήσεις στις οποίες επιμένουν ορισμένοι διεκδικητές της ψήφου μας.
Και, συνάμα, ψηφίζουμε «μ΄ όνειρο» για την Ελλάδα που θέλουμε. Την Ελλάδα που ονειρευόμαστε να ζήσουμε εμείς και τα παιδιά μας. Την ευρωπαϊκή χώρα που δεν θα είναι το κλεισμένο στον εαυτό του «ανάδελφον έθνος», ο παρίας των εταίρων του και της διεθνούς σκηνής που απαιτεί να ζήσει με τα δανεικά. Την Ελλάδα που προσπαθεί, που αγωνίζεται, που δημιουργεί. Εν ολίγοις, ψηφίζουμε για την Ελλάδα της ειλικρίνειας, της σταθερότητας και της δημιουργίας.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.