Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Κάθε εποχή και οι βουλευτές της


Υποκριτικά ή όχι, είναι πολλοί που τις τελευταίες μέρες δηλώνουν έκπληκτοι από το πλούσιο… «θέαμα» που παρήγαγε η τετραήμερη κοινοβουλευτική διαδικασία –για συζήτηση, δεν νομίζω, ότι μπορεί να μιλά κανείς- έγκρισης του προϋπολογισμού.
Έχοντας παρακολουθήσει όλες ανεξαιρέτως τις ανάλογες διαδικασίες των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών, από τότε ακόμη που δεν υπήρχε τηλεοπτική κάλυψη των συνεδριάσεων της Βουλής, μπορώ να πω ότι δεν εξεπλάγην ούτε από το επίπεδο της αντιπαράθεσης, ούτε από τις λεκτικές ακρότητες και το σόου στο οποίο επιδόθηκαν από του βήματος ορισμένοι από τους ομιλητές.
Όλα αυτά δεν είναι παρά σημεία των καιρών, καθώς κάθε εποχή έχει τους βουλευτές της. Και, ως εκ τούτου, σε μια περίοδο με βαθιά και γενικευμένη κρίση, θα ήταν παράταιρο οι εκπρόσωποι μιας κοινωνίας, η οποία, καλώς ή κακώς, βρίσκεται «στα κάγκελα», να θύμιζαν… κοινό όπερας. Γι΄ αυτό, εκτιμώ ότι δεν μπορεί να γίνονται συγκρίσεις και αξιολογικές κατατάξεις για το πότε ήταν καλύτερα και πότε χειρότερα. Το «καλύτερα» ή το «χειρότερα» μόνον με τις κοινωνικές προσλαμβάνουσες της κάθε εποχής μπορεί να κριθεί.
Σε αντίθεση, άλλωστε, με ό,τι ισχυρίζονται ορισμένοι, κυρίως μέσω του ανιστόρητου αφορισμού που θέλει να «φταίνε για όλα οι 300» και πως αν τους… «καθαρίσουμε», μόνον «τότε θα σωθούμε», στα έδρανα του Κοινοβουλίου κάθονται –ανακλητοί, παρακαλώ!- εκπρόσωποι αυτού που λέγεται ελληνικός λαός, ή –μάλλον, πιο σωστά- εκλογικό σώμα. 
Έτσι, εξάλλου, συνέβαινε πάντα. Από τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των «εθνοπατέρων», έως την εκφορά του λόγου τους και την εν γένει συμπεριφορά ενός εκάστου εξ αυτών, είτε εντός, είτε εκτός του Κοινοβουλίου, κάθε κοινοβουλευτική περίοδος έχει τα χαρακτηριστικά της, τα οποία, εν πολλοίς, καθορίζονται από την δυναμική που αναπτύσσεται στην ελληνική κοινωνία.
Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, ήταν αδιανόητο να εισέλθει κάποιος χωρίς κοστούμι και γραβάτα, όχι μόνον στην μπαροκικού στυλ αίθουσα συνεδριάσεων, αλλά και στο ίδιο το Μέγαρο. Και μόνον προσωπικότητες όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου μπορούσαν να «σπάσουν» τον αυστηρό ενδυματολογικό κώδικα, κάνοντας –και αυτό όχι μονίμως- χρήση του ζιβάγκο.
Ήταν η συνέχεια της προδικτατορικής περιόδου που στη Βουλή επικρατούσαν, μέσω των κομματαρχικών δικτύων, αλλά και της οικογενειακής παράδοσης, τα λεγόμενα πολιτικά «τζάκια», οι «καταφερτζήδες» δικηγόροι, οι οποίοι, αφενός, μετέφεραν στο βήμα την πειθαρχία και τη ρητορική ακρίβεια του δικανικού λόγου και, αφετέρου, επέβαλαν τις νυκτερινές συνεδριάσεις του σώματος –που διατηρούνται έως σήμερα…- επειδή τα πρωινά έπρεπε, κατά το πρότυπο του κινηματογραφικού «βουλευτή Καλοχαιρέτα», να συναντήσουν τους ψηφοφόρους τους και να τηλεφωνούν στα υπουργεία για τις υποθέσεις τους. 
Στη δεκαετία του ΄80 που, ως αποτέλεσμα των νέων συνθηκών που δημιουργούσε το κοινωνικό αίτημα για «αλλαγή», το πολιτικό προσωπικό ανανεώθηκε σε σημαντικό βαθμό, στο Κοινοβούλιο επικράτησαν άλλες συνήθειες. Η πλειονότητα των βουλευτών αναδεικνυόταν, πλέον, από τους θητεύσαντες στις κομματικές οργανώσεις, αρχικώς του ΠΑΣΟΚ και, προϊόντος του χρόνου, της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι, τότε, που οι γραβάτες αρχίζουν να χαλαρώνουν ή και να βγαίνουν, αφού στους –με συνδικαλιστική, συχνά, προπαίδεια- μηχανικούς, γιατρούς και δημόσιους υπαλλήλους που έμπαιναν πια μαζικά στη Βουλή, ο σφιγμένος λαιμοδότης δεν ήταν απαραίτητο αξεσουάρ. Και, επιπλέον, χαλούσε το στυλ του «λαϊκού» βουλευτή που είχε γίνει… του συρμού, χάρις και στα νέα πελατειακά δίκτυα που είχαν δημιουργηθεί και διαμεσολαβούσαν, όπως και τα παλαιότερα, για κάθε είδους «εξυπηρετήσεις».
Νέα «ήθη» έφερε, κατόπιν, στα κοινοβουλευτικά πράγματα, η ιδιωτική τηλεόραση και η εποχή του lifestyle, όταν, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90, στα έδρανα επέδραμαν –με την ψήφο, βεβαίως, του λαού- κάθε λογής «αστέρες» που διέθεταν το προσόν της αναγνωρισιμότητας. Τηλε-δημοσιογράφοι, τηλε-καλλιτέχνες, τηλε-γιατροί, τηλε-πωλητές και κάθε είδους τηλε-κάτι, έφεραν μαζί τους και τον τηλεοπτικό λόγο της εύκολης –και όχι πάντα έξυπνης- «ατάκας», αντικαθιστώντας τον «ξύλινο» κομματικό λόγο που είχε επικρατήσει τις δύο προηγούμενες δεκαετίες. 
Μας αρέσει ή όχι, λοιπόν, ας μην εκπλησσόμαστε που στις μέρες μας επικρατεί ο ακτιβιστικός χαβαλές που «φύτρωσε» στις «πλατείες» και βρήκε γόνιμο έδαφος στα τηλεοπτικά πλατό. Να θυμόμαστε ότι αρκετοί από τους σημερινούς βουλευτές έχουν εκλεγεί επειδή ένα κομμάτι κοινωνίας ήθελε «να πέσουν φάπες στη Βουλή», όπως και ένα άλλο επιχαίρει για το πάθημα του Αμερικανού πρεσβευτή στη Λιβύη και –παρότι βαυκαλίζεται ότι είναι… «προοδευτικό»!- αρέσκεται να αποκαλούν «κουτσό» έναν ξένο αξιωματούχο, μόνον και μόνον επειδή είναι Γερμανός!  
Όπως η Βουλή της ευημερίας και της αμεριμνησίας είχε το δικό της «αρχέτυπο» βουλευτή που… εξυπηρετούσε, έτσι και η Βουλή της κρίσης… δικαιούται να έχει τον δικό της βουλευτή, ο οποίος, αφού δεν μπορεί –όχι φυσικά γιατί δεν θέλει- να κάνει εξυπηρετήσεις, προτιμά να… κραυγάζει. Και αυτό θα κάνει, όσο η βούληση του λαού τον θέλει να είναι εκεί!
   
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος (πολιτικός συντάκτης στο «Πρώτο Θέμα»), περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου