Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ και το δημοσκοπικό «ταμείο»

            Το τελευταίο δημοσκοπικό «κύμα» δημιουργεί, αναμφισβήτητα, ένα θετικό momentum για την τρικομματική κυβέρνηση, αφού η κοινή συνισταμένη των ερευνών της κοινής γνώμης, που δημοσιοποιήθηκαν μέσα στον Ιανουάριο, δείχνει ότι, εν πολλοίς, το πολιτικό σκηνικό παραμένει αμετάβλητο στις βασικές παραμέτρους τους περασμένου Ιουνίου, οπότε αποτυπώθηκε αυθεντικά στην κάλπη η διάθεση του εκλογικού σώματος.
            Παρατηρώντας κανείς στατικά την εικόνα, βρίσκει, πράγματι, ότι τα κόμματα της συγκυβέρνησης ανακτούν τις απώλειες που κατέγραφαν το φθινόπωρο, όταν από αρκετές πλευρές διατυπωνόταν σοβαρές αμφιβολίες εάν θα περάσουν τα μέτρα που ήταν προαπαιτούμενα για να συνεχιστεί η χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας. Η αίσθηση, έστω, της οικονομικής σταθεροποίησης, που δημιούργησε η εκταμίευση των δανειακών δόσεων, φαίνεται ότι συνέβαλε και στην αποκατάσταση της πολιτικής σταθεροποίησης.
            Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, που αποτελεί το βασικό «αντίπαλον δέος» για τη σταθερότητα, ου μην αλλά και τη μακροημέρευση, της συγκυβέρνησης, εμφανίζει, όντως, μικρή κάμψη της απήχησής του στην κοινή γνώμη. Κάμψη, όμως, που είναι ευεξήγητη εάν λάβει κανείς υπόψη του τη συγκυρία και κυρίως τη μεταβατική φάση που διέρχεται για τη μετεξέλιξή του από συνονθύλευμα συνιστωσών σε μια ενιαία παράταξη που μπορεί να μιλήσει (και) στους «νοικοκυραίους».
            Βλέποντας τη δυναμική των μετρήσεων και αναγνωρίζοντας ότι, όπως σωστά λέγεται –συνήθως από τους… «χαμένους»-, οι δημοσκοπήσεις είναι «φωτογραφία της στιγμής», το σωστό συμπέρασμα στο οποίο μπορεί, κατά την άποψή μου, να οδηγηθεί ένας ψύχραιμος αναλυτής είναι ότι το παιχνίδι παραμένει ανοιχτό και οι πολιτικές ισορροπίες που διαμορφώνονται είναι απολύτως εύθραυστες.
             Μπορεί η κυβέρνηση να πέτυχε –όπως το πέτυχε- να περάσει από τη Βουλή τον ορυμαγδό των –επιβληθέντων από τους δανειστές μας στην συντριπτική πλειονότητά τους- μέτρων, αλλά η εφαρμογή τους μοιάζει πολύ δυσκολότερο εγχείρημα, εξαιτίας και του ότι εκείνοι που καλούνται να τα εφαρμόσουν συχνά δεν πιστεύουν στην αποδοτικότητά τους, ενώ, και σε αρκετές περιπτώσεις, δεν μπορούν ή/και δεν θέλουν να τα εφαρμόσουν.
            Άλλωστε, στους επτά μήνες που πέρασαν από τις εκλογές με μεγάλη δυσκολία μπορεί να βρεθεί κάτι δημιουργικό που να έγινε στη χώρα με κυβερνητική πρωτοβουλία. Πέρα από τις αιματηρές περικοπές δαπανών, που συνεχίζουν να βυθίζουν την οικονομία στην ύφεση και να ταΐζουν τον αδηφάγο Μινώταυρο της ανεργίας, ο απλός πολίτης δεν νομίζω ότι αισθάνθηκε κάποιο θετικό αντιστάθμισμα από την κυβερνητική λειτουργία που να βελτίωσε την καθημερινότητά του ή να του δημιούργησε αισιοδοξία για το μέλλον.
            Τι να πρωτοπεί κανείς; Για τα μεγάλα οδικά έργα που παραμένουν  βαλτωμένα; Για τη δημόσια διοίκηση που καθεύδει στην παραλυσία της; Για το ΕΣΠΑ που «ξεκολλάει» μόνον για επιμορφωτικά σεμινάρια; Για τη Δικαιοσύνη που βγάζει αποφάσεις έπειτα από μια δεκαετία; Για τα δημόσια νοσοκομεία που υπολειτουργούν; Για τις προμήθειες που παραμένουν μια μεγάλη χοάνη διασπάθισης δημοσίου χρήματος;       
             Το γεγονός ότι, για αταβιστικούς, ίσως, λόγους και επειδή, ενδεχομένως, δεν έχει προβληθεί, προσώρας, αξιόπιστη εναλλακτική λύση, η τρικομματική κυβέρνηση διατηρεί το δημοσκοπικό πλεονέκτημα, δεν μπορεί να καθησυχάζει τους κυβερνητικούς εταίρους. Εφόσον η οικονομική σταθεροποίηση, δεν συνοδευθεί και από κοινωνική σταθεροποίηση, που, σε απλά λόγια, «μεταφράζεται» σε «φρένο» στην ανεργία και στα «λουκέτα», το πλεονέκτημα αυτό θα εξανεμιστεί πολύ σύντομα.
            Η στροφή, εξάλλου, προς τον κυβερνητικό ρεαλισμό που φιλότιμα προετοιμάζει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί να ανακοπεί από τις πρόσκαιρες επικοινωνιακές εντυπώσεις που επιχειρείται να αναδειχθούν από ορισμένες «γκάφες» στελεχών της Κουμουνδούρου. Όταν κατακάτσει ο κουρνιαχτός που μοιραία προκαλείται από την αξιοσημείωτη στροφή του κ. Αλέξη Τσίπρα και περάσει η… ναυτία που αναπότρεπτα νοιώθουν κάποιοι στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, τότε θα έχει αφαιρεθεί από τη συγκυβέρνηση το βασικό επιχείρημα με το οποίο κέρδισε τις τελευταίες εκλογές.
            Το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» που κυριάρχησε ως διακύβευμα στην αναμέτρηση του Ιουνίου, ακυρώνεται, πλέον, στην πράξη. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την αποφασιστικότητα με την οποία η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέτει σιγά – σιγά στο περιθώριο ακραίες αντιλήψεις ορισμένων στελεχών του, που –άλλοτε δικαίως και άλλοτε αδίκως- «δαιμονοποιούνται» από τη ΝΔ, διαμορφώνουν νέα δεδομένα στο πολιτικό σκηνικό. Υπό την αίρεση, βεβαίως, ότι η Κουμουνδούρου θα συνεχίσει με συνέπεια και χωρίς πισωγυρίσματα την ίδια τακτική, αποδοκιμάζοντας ή και υποχρεώνοντας σε αναδίπλωση όσους «φαλτσάρουν». 
            Με λίγα λόγια, το δημοσκοπικό «ταμείο» -και για τους μεν και για τους δε- θα γίνει λίαν προσεχώς. Όταν, από τη μια, περάσει το ταξιδιωτικό «τζετ λανγκ» του κ. Τσίπρα και ολοκληρωθεί η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Και όταν, από την άλλη, καταδειχτεί ότι η τρικομματική κυβέρνηση μπορεί, όντως, να κυβερνήσει και δεν περιορίζεται στο να ψηφίζει μέτρα που άλλοι της επιβάλουν.
(Δημοσιεύτηκε στο www.ptotothema.gr στις 29 Ιανουαρίου 2013).

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Το σοκ που μπορεί να φέρει πολιτική ενότητα

Δεν ξέρω αν επέδρασε καταλυτικά το αναμφισβήτητα ισχυρό σοκ του τόσο «αναβαθμισμένου», για τα εγχώρια δεδομένα, τρομοκρατικού χτυπήματος, αλλά έχει νομίζω ενδιαφέρον ότι η «τυφλή» ενέργεια στο Mall έγινε η αφορμή για την πρώτη έπειτα από πολύ καιρό ομόθυμη στάση των πολιτικών δυνάμεων του συνταγματικού τόξου.
Το τελευταίο διάστημα η οξύτητα με την οποία γινόταν η πολιτική αντιπαράθεση, δεν άφηνε περιθώρια για τέτοιου είδους συμπτώσεις απόψεων και θέσεων, με αποτέλεσμα ανάλογα γεγονότα, όπως αυτό με τους προ ημερών πυροβολισμούς κατά των γραφείων της Νέας Δημοκρατίας, να γίνονται αφετηρίες για ανούσιους, διχαστικούς κομματικούς καβγάδες.
Η έκρηξη, όμως, στο πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο του Αμαρουσίου, δείχνει ότι τα πράγματα έχουν σοβαρέψει πολύ. Κατέδειξε ότι δογματικού τύπου στερεότυπα του παρελθόντος, που αναζητούν απαντήσεις σε ερωτήματα του τύπου «ποιος ωφελείται;», ή, ακόμη, θεωρίες συνωμοσίας, που υποκρύπτονται πίσω από ερωτήσεις του στυλ «ποιος τους βάζει;» (τους δράστες,  για να κάνουν όσα κάνουν), δεν χωρούν σε τέτοιες περιστάσεις που διακυβεύονται ανθρώπινες ζωές και προκαλείται ανυπολόγιστη ζημιά στη διεθνή εικόνα της χώρας.
Ας το πάρουμε, επιτέλους, απόφαση ότι κανείς δεν ωφελείται και δεν μπορεί να ωφελείται πολιτικά από τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις. Ούτε καν, αν θέλετε, οι ίδιοι οι… δράστες, αφού είναι το λιγότερο αστείο να πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι θα… επαναστατήσουν οι μάζες, επειδή θα ανατιναχθούν μέσα στη νύχτα μερικά ΑΤΜ τραπεζών ή ότι θα καταλυθεί ο καπιταλισμός επειδή θα φοβηθούν οι καταναλωτές και δεν θα συχνάζουν πια σε πολυκαταστήματα.
Όσο για το «ποιος τους βάζει;», χρειάζεται, μάλλον, κάποιος να κλείνει ερμητικά τα μάτια του στην πραγματικότητα, όχι μόνον την απώτερη ιστορική, αλλά και την πρόσφατη, με την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη» και τη γνωστή πλέον «ταυτότητα» του βασικού πυρήνα της, ή τις συλλήψεις μελών των νεώτερης γενιάς οργανώσεων, για να πλέκει με το μυαλό του σενάρια υποκίνησης από το κράτος ή το… παρακράτος.     
Όπως και να έχει, πάντως, το μόνο σίγουρο είναι ότι η στρατηγική της έντασης, την οποία επιδιώκουν οι δυνάμεις του σκότους και του χάους που κρύβονται πίσω από τέτοιες ενέργειες, συνιστά σοβαρή απειλή για την ελληνική κοινωνία, που καλείται να ζει με τον φόβο ότι μπορεί να αποτελέσει την «παράπλευρη απώλεια» μιας ασύμμετρης απειλής, την οποία η Πολιτεία και οι θεσμοί της (κυβέρνηση, κόμματα, Αστυνομία, Δικαιοσύνη, κ.λ.π.), δεν είναι σε θέση να την αντιμετωπίσουν.
Η απερίφραστη καταδίκη που καταγράφηκε από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο είναι, υπό αυτή την έννοια, μια καλή αρχή, που πρέπει, όμως, να έχει και συναινετική συνέχεια. Υπάρχουν πολλά πεδία για αντιπαράθεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις. Το να προσθέσουν και το ζήτημα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας δεν ωφελεί κανέναν. Αντιθέτως βλάπτει πολλούς. Και, πάνω από όλα βλάπτει την κοινωνία που βιώνει τόσους άλλους φόβους (της ανασφάλειας, της ύφεσης, της ανεργίας, της δυσπραγίας, κ.ά.) που δεν χρειάζεται έναν ακόμη.
Οι διαφορετικές θέσεις για το Μνημόνιο, οι διαφωνίες για την φορολογία, οι αντιθέσεις για την οικονομική πολιτική, οι διαφοροποιήσεις στην προσέγγιση των διεθνών σχέσεων της χώρας είναι θεμιτές και πολλές φορές επιβεβλημένες από την πολυπλοκότητα των ζητημάτων αυτών και βεβαίως από τις διαφορετικές ιδεολογικές προτιμήσεις κάθε πολιτικού χώρου, όπως και κάθε πολίτη.
Η βία, όμως, και, ακόμη περισσότερο, η ένοπλη βία, που συνήθως είναι «τυφλή», για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά χρειάζεται ενότητα δυνάμεων και αρραγές μέτωπο για την πολιτική καταδίκη, την κοινωνική αποδοκιμασία και, εν τέλει, την εξάλειψη του φαινομένου της τρομοκρατίας με όλα τα μέσα που διαθέτει μια σύγχρονα οργανωμένη και δημοκρατική Πολιτεία. 
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 21.1.2013)

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Οι κάλπικες μεθοδεύσεις τιμωρούν τους εμπνευστές τους

Μπορεί και να είναι το σωστότερο αυτό που πάει να γίνει με την προοπτική στην ψηφοφορία για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής που θα διερευνήσει το σκάνδαλο με τη λίστα Λαγκάρντ, να στηθούν τρεις κάλπες, όσες, δηλαδή, οι προτάσεις κατηγορίας, και όχι τέσσερις, όσα και τα πρόσωπα που ζητείται να τους ασκηθεί δίωξη.

Η καθεμιά από τις προτάσεις που υπεβλήθησαν, από την κυβερνητική πτέρυγα, τον ΣΥΡΙΖΑ και τη σύμπραξη ΑΝΕΛ και Χρυσής Αυγής, ίσως έχει ένα συγκεκριμένο σκεπτικό, μια λογική αλληλουχία, διαφορετικά από τις άλλες που θα συζητηθούν από κοινού. Και, ενδεχομένως, ο ρόλος και η αρμοδιότητα των οιωνεί «δικαστών» που υποδύονται σε αυτή την απαράδεκτη, από πολλές απόψεις, διαδικασία οι βουλευτές να θεωρηθεί πως είναι ορθότερο να κρίνουν την κάθε πρόταση χωριστά και επί αυτής να αποφασίσουν εμμέσως για τα πρόσωπα και τις αποδιδόμενες κατηγορίες.

Όλα αυτά, όμως, που, όντως, δεν έχουν το ακριβώς ανάλογο ιστορικό προηγούμενο και δεν ξεκαθαρίζονται στο Σύνταγμα και στον Κανονισμό της Βουλής, μπορεί να ισχύουν υπό μια σαφή και ξεκάθαρη προϋπόθεση: Κάθε βουλευτής που θα αποφασίσει να συμμετάσχει σε αυτή τη διαδικασία δεν μπορεί παρά να είναι «υποχρεωμένος» να προσέρχεται και να ψηφίζει και στις τρεις κάλπες.

Ό,τιδήποτε άλλο, δηλαδή κάποιοι να ψηφίζουν σε μια, άλλοι σε δύο ή και στις τρεις κάλπες, μπορεί τυπικά να μην προσκρούει στο Σύνταγμα, στην ουσία, όμως, συνιστά απόλυτο εξευτελισμό όχι μόνον του Συντάγματος, αλλά, κυρίως, των ίδιων των πολιτικών και, εν γένει, της πολιτικής.

Ο βουλευτής ή οι βουλευτές που δεν θα πάνε να ρίξουν ψηφοδέλτιο –επιλέγοντας είτε το «ναι», είτε το «όχι», είτε το «λευκό», δεν θα βαρύνονται, ίσως, τόσο με το «αμάρτημα» της παραβίασης της μυστικότητας της ψήφου, που προνοεί το Σύνταγμα για ψηφοφορίες που αφορούν σε πρόσωπα, όσο θα έχουν υποπέσει στο «αδίκημα» του αυτοεξευτελισμού και, ακόμη χειρότερα, στο «έγκλημα» της καταρράκωσης του κύρους της πολιτικής.

Δεν μπορεί να υπάρχουν βουλευτές που να διστάζουν ή να φοβούνται να εκφράσουν την άποψή τους, όποια και αν είναι αυτή, επειδή, ενδεχομένως, θα θεωρηθεί ότι δεν ακολούθησαν την κομματική γραμμή. Δεν νοείται Βουλή, χωρίς ελεύθερους τους βουλευτές να πουν, έστω μυστικά, την άποψή της.

Σε όσους από τους ιθύνοντες της τρικομματικής κυβερνητικής συνεργασίας, θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό, μπορεί να επιβάλουν τη βούληση τους και να δημιουργήσουν ανάχωμα στις διαρροές, προστατεύοντας, δήθεν, την κυβερνητική σταθερότητα, πρέπει να υπενθυμίσει κανείς το πολύ ευχερές προηγούμενο της κυβέρνησης του κ. Κώστα Καραμανλή.

Η ουσιαστική κατρακύλα της περιβόητης «νέας διακυβέρνησης» ξεκίνησε όταν η τότε οριακώς πλειοψηφούσα Νέα Δημοκρατία έφθασε στο πρωτοφανές να αποχωρεί από την αίθουσα κάθε φορά που γινόταν συζήτηση και επέκειτο μυστική ψηφοφορία επί προτάσεων παραπομπής για σκάνδαλα εκείνης της περιόδου (Βατοπέδι, ομόλογα, κ.ά.), με αποκορύφωμα το πρόωρο και αιφνιδιαστικό κλείσιμο της Βουλής, τον Μάιο του 2009, για να επέλθει παραγραφή των αδικημάτων της περιόδου 2004-2007.

Η μεθόδευση εκείνη, η οποία έχει αρκετές αναλογίες με τη διαφαινόμενη τωρινή, αφού και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχεί ο φόβος για παραπεμπτικές διαρροές από την πλειοψηφία κατά τη μυστική ψηφοφορία-, όχι μόνον δεν διέσωσε τους πρωταγωνιστές του κοινοβουλευτικού ευτελισμού, αλλά, αντιθέτως, τους καταδίκασε στη συνείδηση όλης της κοινωνίας, στην οποία παραμένουν «ένοχοι», ακόμη και αν δεν κάθησαν ποτέ στο σκαμνί.

Ας το ξανασκεφθούν, λοιπόν, ξανά και ξανά οι υπεύθυνοι των κοινοβουλευτικών ομάδων της συγκυβέρνησης και ας βρουν τρόπο να αποτρέψουν τη ζημιά που θα γίνει και η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα είναι μεγαλύτερη από αυτή που θεωρούν ότι μπορούν να αποτρέψουν.

Το λιγότερο που μπορούν να κάνουν, για να περισώσουν, ίσως, ορισμένα προσχήματα, είναι να υποχρεώσουν τους βουλευτές τους να ψηφίσουν σε όλες τις κάλπες. Γιατί, αλλιώς, μπορεί να κερδίσουν την ψηφοφορία, αλλά θα χάσουν τα πάντα: που, εν προκειμένω, είναι η οριστική απώλεια και του τελευταίου ψήγματος αξιοπιστίας που έχει απομείνει στο πολιτικό μας σύστημα.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Οι «Πυρσογιαννίτες» της Κουμουνδούρου

            «Ποιος έκτισε τον κόσμο τέκνο μου;», ήταν το ερώτημα που θρυλείται ότι απηύθυνε Μητροπολίτης Ιωαννίνων σε ορεσίβιο νεαρό που είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να χειροτονηθεί ιερέας. «Οι Πυρσογιαννίτες, δέσποτα!», απάντησε με απόλυτη βεβαιότητα ο νέος, που είχε υπόψη του ότι οι ξακουστοί μαστόροι της Πυρσόγιαννης, που ήταν το χωριό του, είχαν κτίσει όλα τα σπίτια της ευρύτερης περιοχής και είχαν επεκτείνει την πετυχημένη επαγγελματική δραστηριότητα τους και πέραν αυτής.
            Το ιστορικό αυτό ανάλεκτο μού ήρθε κατά νου διαβάζοντας το πολυσέλιδο κείμενο της πρότασης για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής που κατέθεσε στη Βουλή η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΑ, ζητώντας την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των κυρίων Γιώργου Παπακωνσταντίνου και Ευάγγελου Βενιζέλου, αλλά και την απόδοση πολιτικών ευθυνών σε σύμπασα την πολιτική τάξη των τελευταίων ετών για τους χειρισμούς στην περιβόητη υπόθεση με τη λίστα Λαγκάρντ.
            Ο Πυρσογιαννίτης υποψήφιος παπάς του θρύλου εξέφρασε και μια μικρή αμφιβολία όταν ο δεσπότης, θέλοντας να ακούσει και κάτι περί της συνεισφοράς του Θεού στο κτίσιμο του κόσμου, επανήλθε: «Καλά, δεν βοήθησε κανένας άλλος, τέκνο μου;», τον ρώτησε. «Ε, βοήθησαν και λίγο οι Βουρμπιανίτες», απάντησε ο νεαρός, αναγνωρίζοντας μια, έστω, μικρή συνεισφορά στην κτίση του κόσμου στους κατοίκους της Βούρμπιανης, του διπλανού με την Πυρσόγιαννη χωριού.
            Σε αντίθεση με τον επίδοξο ιερέα, στο εντυπωσιακό από πολλές απόψεις, αλλά κυρίως για την αυταρέσκεια των συντακτών του, κείμενο με τις υπογραφές των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να εκφράζεται καμία αμφιβολία. Ο κόσμος όλος περιστρέφεται γύρω από την Κουμουνδούρου. Και στην υπόθεση με τη λίστα Λγκάρντ, μάλλον δεν θα… υπήρχε κόσμος, αν δεν υπήρχαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με το πνεύμα που αποπνέεται από την πρόταση κατηγορίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
            Στο προοίμιο, άλλωστε, του κειμένου, κάτω από τον βαρύγδουπο υπότιτλο «οι σκελετοί βγαίνουν από τις ντουλάπες της εξουσίας», διαβάζει κανείς το ακόλουθο εκπληκτικό για την μονομέρεια, ου μην αλλά και την εμπάθεια (η οποία, πάντως, διατρέχει όλο το κείμενο) απόσπασμα:  «Η υπόθεση της λίστας Λαγκάρντ και οι συναφείς εξελίξεις που πυροδοτήθηκαν από την επιμονή του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ να διερευνηθεί σε βάθος η υπόθεση παρά τα πρωτοφανή εμπόδια που συνάντησε από σύσσωμο το σύστημα εξουσίας, πολιτικά στελέχη, βουλευτές, υπουργούς, και, φυσικά, «εντεταλμένους» δημοσιογράφους που λειτούργησαν ως υποτακτικοί οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, ανοίγει μια χαραμάδα που επιτρέπει στον ελληνικό λαό να διακρίνει όψεις της δυσώδους πραγματικότητας που κρύβεται πίσω από την κουρτίνα της προσχηματικής “πολιτικής ορθότητας” και της υποκριτικής ηθικολογίας των κυβερνητικών αξιωματούχων».
Τι καταλαβαίνει κανείς από τα πιο πάνω;  Ότι στην υπόθεση της διερεύνησης της λίστας Λαγκάρντ βρίσκονται αντιμέτωποι δύο… κόσμοι: από τη μια ο… ηρωικός ΣΥΡΙΖΑ που μάχεται κατά πάντων και από την άλλη… όλοι οι άλλοι, που είτε «εκπροσωπούν το σύστημα εξουσίας» ή είναι «εντεταλμένοι» και «υποτακτικοί» συμφερόντων. Τόσο απλά. (Ή μήπως τόσο απλοϊκά;). 
Για τους νομικούς φωστήρες της Κουμουνδούρου, η επίμονη δημοσιογραφική έρευνα που ανέδειξε την «εξαφάνιση» της λίστας δεν υπάρχει. Οι δύο δικογραφίες που σχημάτισαν και έστειλαν στη Βουλή οι οικονομικοί εισαγγελείς δεν υφίστανται. Όπως δεν υφίστανται οι ερωτήσεις των βουλευτών των άλλων κομμάτων, ούτε η πρωτοβουλία τους να συγκληθεί η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, ή, πολύ περισσότερο, η κίνηση του υπουργείου Οικονομικών να γίνει νέο αίτημα προς τις γαλλικές αρχές για να έρθει το πρωτότυπο της λίστας και να γίνει αντιπαραβολή του με το αντίγραφο, από την οποία αποκαλύφθηκε η αλλοίωση της λίστας.
Πέραν, όμως, από την εγωπαθή μονομέρεια των συντακτών της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, που διεκδικούν για τους εαυτούς τους όλη τη… δόξα των αποκαλύψεων σε αυτή την πολύκροτη υπόθεση, εκείνο που περισσότερο από κάθε τι άλλο χαρακτηρίζει το κείμενο τους είναι η πολιτική εμπάθεια που αναδύεται μέσα από επανειλημμένους βερμπαλισμούς του τύπου: «η ηθική ποιότητα και το ποιοτικό ανάστημα των “ηρώων” της ελληνικής μεταπολιτευτικής δημοκρατίας», ο «τρικομματικός κυβερνητικός “όρκος σιωπής”» και άλλα τέτοια ηχηρά παρόμοια που… προετοιμάζουν τον αναγνώστη για το επερχόμενο τέλος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που θα προέλθει από την εισαγγελική ρομφαία της Κουμουνδούρου.
Καταφανή πολιτική εμπάθεια, εξάλλου, μαρτυρούν οι ακροβασίες που γίνονται με την –προφανώς- σκόπιμη σύγχυση που επιχειρείται ανάμεσα στον καταλογισμό πολιτικών ευθυνών για ολέθριους χειρισμούς, που αναμφισβήτητα έγιναν στη συγκεκριμένη υπόθεση, και στην αναζήτηση ποινικής ευθύνης, προκειμένου να δικαιολογηθεί η επιχειρούμενη στοχοποίηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, προς τον οποίο η… κατηγορούσα αρχή του ΣΥΡΙΖΑ δεν φείδεται χαρακτηρισμών, παρότι τον χρήζει –χωρίς στοιχεία- κατηγορούμενο, αποδίδοντας του τα βαρύτατα αδικήματα της υπεξαίρεσης εγγράφου, της απιστίας και της παράβασης καθήκοντος.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς εξειδικευμένος νομικός για να αντιληφθεί ότι είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα η απόδοση πολιτικών ευθυνών για πιθανούς λανθασμένους χειρισμούς κάποιου που άσκησε εξουσία, από την ενεργοποίηση, κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, εναντίον του ποινικής δίωξης, για την οποία απαιτούνται τουλάχιστον αποχρώσες ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο. Αν, άλλωστε, προκύψουν τέτοιες ενδείξεις κατά τη διερεύνηση που θα ξεκινήσει για τον κ. Παπακωνσταντίνου, η Βουλή έχει τη δυνατότητα να επανέλθει και να κατηγορήσει και τον κ. Βενιζέλο.
Οι γενικόλογοι, όμως, ισχυρισμοί περί υποψιών «διαπλοκής» μέσω της λίστας και πιθανής χρήσης της κατά την προεκλογική περίοδο, μένει να αποδειχθούν. Το βάρος της απόδειξης το φέρουν ακέραιο οι κατήγοροι, οι οποίοι, στην αντίθετη περίπτωση, θα βαρύνονται αιωνίως με την κατηγορία της καθυπόταξης της ηθικής και του δικαίου στην πολιτική σκοπιμότητα της διεκδίκησης με κάθε μέσο της εξουσίας. Και, όπως μάλλον θα συμφωνούσε ακόμη και ο Πυρσογιαννίτης επίδοξος ιερωμένος, ο σκοπός δεν αγιάζει (πάντα) τα μέσα.      
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος (πολιτικός συντάκτης στο «Πρώτο Θέμα»), περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.