Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Τα παιδιά της χρόνιας ανομίας

Χύνεται, δικαιολογημένα, πολλή μελάνη και θα χυθεί ακόμη περισσότερη το επόμενο διάστημα για να αναλυθεί το φαινόμενο των «εικοσάρηδων» που πήραν τα όπλα και επιδίδονται σε ληστείες για να εξασφαλίσουν τα χρήματα, τα οποία, όπως φαίνεται να πιστεύουν, θα τους επιτρέψουν να γκρεμίσουν το σημερινό κόσμο, τον κόσμο των γονιών τους, ακόμη και αν δεν μοιάζει να είναι ξεκάθαρο στο μυαλό τους με τι θα τον αντικαταστήσουν.
Πέρα από την περιπτωσιολογία και τις δημοσιογραφικά πολλαπλά ενδιαφέρουσες προσωπικές ιστορίες που φέρνουν στο φως οι συλλήψεις των νεαρών τρομοκρατών, εκείνο που περισσότερο από όλα νομίζω ότι χρειάζεται να εξηγηθεί είναι η μαζικότητα που τείνει να λάβει το φαινόμενο των παιδιών που ακολουθούν τέτοιες ατραπούς.
Τι κάνει, άραγε, όλο και περισσότερο νέα παιδιά να οδηγούνται σε τέτοια πορεία;  Η ατομική ευθύνη καθενός από αυτά τα παιδιά είναι, βεβαίως, αναμφισβήτητη. Και, ενδεχομένως, σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως να μη μπορεί να παραγνωριστεί εύκολα ο ρόλος του οικογενειακού  περιβάλλοντός, παρόλο που πολλές έρευνες καταδεικνύουν ότι οι επιρροές της οικογένειας δεν είναι τις περισσότερες φορές αυτές που κυρίως καθορίζουν τις επιλογές και τα πρότυπα των παιδιών.
Όπως και να έχει, όμως, τα στερεότυπα για τη… βαρεμάρα των μεγαλωμένων στα πούπουλα παιδιών των βορείων προαστείων, δεν νομίζω ότι επαρκούν για να δώσουν πειστικές απαντήσεις σε ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο. Άλλωστε, και άλλες κοινωνίες έχουν βλαστούς που μεγαλώνουν με «νταντάδες» σε μεγαλοαστικές περιοχές και φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία, χωρίς αυτό να τα κάνει να μπαίνουν στις τράπεζες οπλισμένα με καλάσνικωφ ή να γυρνούν τις νύχτες και να διασπείρουν, όπου μπορούν, γκαζάκια και εκρηκτικά.
Τον Δεκέμβριο του 2008 κάθησα επί αρκετή ώρα και παρακολούθησα το πρωτοφανές για εκείνη την περίοδο, καθώς αργότερα έγινε του «συρμού», θέαμα των δεκαπεντάρηδων, που, χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις και με ακάλυπτα πρόσωπα οι περισσότεροι, πετροβολούσαν μέχρι αργά τη νύχτα τη Βουλή, όπως είχαν κάνει νωρίτερα στα αστυνομικά τμήματα της περιοχής τους.
Η αίσθηση που μου είχε δημιουργηθεί, μέσα και από κάποιες συζητήσεις που μπόρεσα να κάνω μαζί τους, ήταν ότι εκείνα τα παιδιά αυτό που πετροβολούσαν ήταν ο κόσμος που τα περιέβαλε. Ο κόσμος των γονέων τους, ο δικός μας κόσμος, ο κόσμος της αρπαχτής, του βολέματος, της αναξιοκρατίας, της ατιμωρησίας, της ευρύτατης δυνατότητας να μην τηρούνται στοιχειώδεις κανόνες κοινωνικής συμβίωσης, της χρόνιας ανομίας που κατέτρυχε την ελληνική κοινωνία και που, προϊόντος του χρόνου, μάλλον επιδεινώθηκε.
Ο αστυνομικός που είχε πυροβολήσει στα Εξάρχεια τον συνομήλικό τους δεν ήταν παρά ένας ακόμη «μεγάλος» που αυθαιρέτησε. Και την αυθαιρεσία αυτά τα παιδιά την εύρισκαν συνεχώς μπροστά τους. Τη βίωναν στο δρόμο, στο σχολείο, στο παιχνίδι, μπορεί και στο σπίτι. Την παρακολουθούσαν στα μέσα ενημέρωσης. Και την άκουγαν, αν θέλετε, να την περιγράφουν στις συζητήσεις τους οι γονείς τους, είτε επειδή ήταν οι ίδιοι «θύματα», είτε επειδή είχαν τα «μέσα» και τα κατάφεραν.
Δεν ξέρω αν ήταν από… τύψεις ή από σκοπιμότητες, αλλά πιστεύω ότι τα σαφή προμηνύματα από εκείνη την εξέγερση της νεολαίας, που ήρθε σε μια στιγμή που είχε φθάσει στο απόγειο της η επίπλαστη ευημερία που απολάμβανε επί χρόνια μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνία, η τελευταία δεν τα αντιμετώπισε με τη σοβαρότητα που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Με πρώτες και καλύτερες, φυσικά, τις πολιτικές δυνάμεις που θέλησαν ή να εκμεταλλευτούν την υπόθεση ή απλώς να την… ξορκίσουν.
Η τότε κυβέρνηση θα θυμάστε ότι αρκέστηκε στις ηλίθιες διαχρονικές θεωρίες συνωμοσίας, ανακαλύπτοντας ακόμη και –άκουσον, άκουσον!- «εισαγόμενους» υποκινητές που ήρθαν από το εξωτερικό (πάντα, εξάλλου, οι «έξω» φταίνε) για να την… ανατρέψουν. Η αξιωματική αντιπολίτευση βολεύτηκε με τη φθορά που προκάλεσαν τα γεγονότα στην ήδη παραπαίουσα κυβέρνηση, ενώ δεν έλειψαν και οι δυνάμεις που έτριβαν τα χέρια τους καθώς φαντασιωνόταν αφορμές για να δημιουργηθούν «επαναστατικές συνθήκες» στη χώρα.
Στην τετραετία που πέρασε έκτοτε, εκείνα τα παιδιά του Δεκέμβρη, όπως και άλλα νωρίτερα, μπήκαν στα Πανεπιστήμια, έπειτα από μια κοπιαστική προσπάθεια, που το αποτέλεσμα του κόπου τους το πιθανότερο είναι ότι δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Δεν αναφέρομαι μόνον στις συνθήκες που επικρατούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και δεν διαφέρουν από αυτές που επικρατούν σε άλλες λειτουργίες του ελληνικού δημοσίου. Επισημαίνω, κυρίως, τις επιπτώσεις από την πολύπλευρη (οικονομική, πολιτική και, σε κάθε περίπτωση, κοινωνική) κρίση και την πιθανή ματαιότητα που δημιουργείται σε πολλούς νέους εξαιτίας της σχεδόν παντελούς έλλειψης ευκαιριών για επαγγελματική αποκατάσταση με βάση τα προσόντα τους.
Κακά ψέματα, είναι πολύ δύσκολο να είσαι νέος στη σημερινή Ελλάδα και να διατηρείς την εμπιστοσύνη ότι με τις δυνάμεις σου θα τα καταφέρεις. Και όσο και αν αυτή η διαπίστωση δεν συνιστά «άλλοθι» για τρομοκρατικές ενέργειες ή ελαφρυντικό για όσους επιδίδονται σε τέτοιες αποτρόπαιες πράξεις που υπονομεύουν και δεν προάγουν την κοινωνική πρόοδο, αφού δημιουργούν συνθήκες ζούγκλας, άλλο τόσο, όμως, δεν μπορεί να αγνοηθεί ως τουλάχιστον μια από τις βασικές αιτίες που πρέπει να λαμβάνει κανείς υπόψη του επιχειρώντας να ερμηνεύσει το φαινόμενο των ένοπλων εικοσάρηδων που πληθαίνουν γύρω μας.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 5 Φεβρουαρίου 2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου