Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Πειραματισμοί και μαθήματα από την κυπριακή τραγωδία

            Σε αντίθεση με τις θετικές επιστήμες, στις θεωρητικές και δη στις ανθρωπιστικές, όπως είναι η οικονομική και η πολιτική επιστήμη, δεν χωρούν πειράματα. Η αντοχή των υλικών, για παράδειγμα, την οποία μπορεί να δοκιμάσει ένας φυσικός, οδηγεί σε αξιωματικά συμπεράσματα και στη διατύπωση γενικών νόμων που ισχύουν παντού και πάντοτε.
            Με τους ανθρώπους, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Αφενός, διότι το υποκείμενο του πειράματος μπορεί να μην αντέξει την πειραματική δοκιμασία. Αφετέρου, επειδή οι συμπεριφορές των ανθρώπων δεν είναι ομοιόμορφες και επηρεάζονται από καταστάσεις που δεν αναλύονται εργαστηριακά. Με αποτέλεσμα η εκτέλεση του κοινωνικού πειράματος να καταλήγει τις περισσότερες φορές σε έναν ατελέσφορο πειραματισμό που το μόνο που επιτυγχάνει είναι να προκαλεί ανήκεστο βλάβη στο ίδιο το πειραματόζωο.
            Υπό αυτή την έννοια, η Κύπρος αποτέλεσε αυτές τις μέρες, όπως είχε συμβεί παλαιότερα με την Ελλάδα, θύμα επικίνδυνων πειραματισμών στους οποίους επιδίδονται οι φανατικοί αλχημιστές του Βερολίνου και των Βρυξελλών και που το αποτέλεσμα τους, αν εξαιρέσει κανείς τη δεδομένη κοινωνική καταστροφή που προκαλούν, είναι αβέβαιο που θα οδηγήσουν την Κύπρο, την Ελλάδα, την Ευρώπη ολόκληρη. 
Το μόνο, εξάλλου, βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας κυπριακής τραγωδίας, με τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις, στην οποία, όμως, εκτός από τους εγκληματικούς ευρωπαϊκούς πειραματισμούς, μεγάλη συμβολή είχαν, δυστυχώς, και οι αστόχαστα καταστροφικοί ερασιτεχνισμοί της κυπριακής ηγεσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρώντας μια –εν βρασμώ, ίσως- σύνοψη του τελευταίου δεκαήμερου που συγκλόνισε την Κύπρο, νομίζω ότι μπορεί κανείς να καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα - «μαθήματα» που εξάγονται από τα γεγονότα και έχουν ευρύτερη σημασία και διαχρονική αξία.
Μάθημα πρώτο: Στον «λάκκο των λεόντων» δεν πας με μοναδική ασπίδα τις δημόσιες σχέσεις. Όπως αποδείχθηκε ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης, βασιζόμενος στην προεκλογική στήριξη που του παρέσχε η Άνγκελα Μέρκελ, προσήλθε… χαρωπός στο Eurogroup της 15ης Μαρτίου, θεωρώντας ότι θα εξασφάλιζε χωρίς ανταλλάγματα τη βοήθεια που ζητούσε. Έφυγε, εν τέλει, με τα αυτιά κατεβασμένα όταν του ζήτησαν να αναιρέσει τη μόνη ουσιώδη δέσμευση που είχε αναλάβει προεκλογικά και ήταν ότι δεν θα δεχθεί το «κούρεμα» καταθέσεων.
Μάθημα δεύτερο: Χωρίς επεξεργασμένη εναλλακτική πρόταση, δεν καταφεύγεις σε λεονταρισμούς, αφού η όποια διαπραγματευτική δύναμη διαθέτεις εκμηδενίζεται. Αν βαρύνεται περισσότερο με κάτι από όλα όσα έγιοναν η σημερινή ηγεσία της Κύπρου είναι ότι δεν είχε μελετήσει το θέμα που κλήθηκε να χειριστεί. Το… νεροπίστολο των μελλοντικών ενεργειακών αποθεμάτων που προέταξε απέναντι στο υπερόπλο της άμεσης και άτακτης χρεοκοπίας, που κρατούσαν οι αντίπαλοί της, ήταν από την αρχή βέβαιο ότι δεν θα έφερνε αποτέλεσμα.
Μάθημα τρίτο: Η υπερτίμηση της γεωπολιτικής θέσης οδηγεί σε ταπείνωση. Αυτό ακριβώς συνέβη με το βεβιασμένο και απαράσκευο ταξίδι στη Μόσχα του μοιραίου υπουργού Οικονομικών Μιχάλη Σαρρή. Αν μη τι άλλο, ο ίδιος και όποιοι άλλοι πήραν αυτή την απόφαση αυτή, όφειλαν να ρωτήσουν τους προκατόχους τους και να μην φαντασιώνονται ότι θα μπορούσε από τη μια στιγμή στην άλλη να αλλάξουν οι πολύπλοκες στρατηγικές συμμαχίες μιας μεγάλης χώρας, όπως είναι η Ρωσία.   
Μάθημα τέταρτο: Η έλλειψη ψυχραιμίας δεν υπήρξε ποτέ καλός σύμβουλος στην αντιμετώπιση κρίσεων. Ο πανικός από την οποίο κατελήφθησαν οι ιθύνοντες της Λευκωσίας μετά τις αρχικές σκληρές απαιτήσεις των εταίρων και των δανειστών της, τους στέρησε τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν –όσο ήταν δυνατόν- το αρχικό σχέδιο και να αναλογιστούν τις χειρότερες συνέπειες της απόλυτης άρνησης τους που πολύ γρήγορα βρήκαν μπροστά τους.
Μάθημα πέμπτο: Οι καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων κοστίζουν πανάκριβα. Στην κοστοβόρα αβελτηρία του τέως προέδρου Δημήτρη Χριστόφια να λάβει μόνος του τα ενδεδειγμένα μέτρα (στον τραπεζικό και όχι μόνον τομέα) που θα έβγαζαν τη χώρα από την κρίση, προστέθηκαν οι αστείοι ελιγμοί της σημερινής κυβέρνησης που ενέτειναν το πρόβλημα. Έτσι, ο λογαριασμός που καλούνται τώρα να πληρώσουν οι πολίτες της κυπριακής Δημοκρατίας είναι σαφώς μεγαλύτερος και πιο επώδυνος.
Αν, πάντως, έχουν κάποια σημασία, στην παρούσα συγκυρία, όλα αυτά τα «μαθήματα», δεν είναι για να καταλογιστούν οι αναμφισβήτητες ευθύνες. Είναι, πρωτίστως, για να αντιληφθούμε όλοι –και κυρίως η κυπριακή ηγεσία- για το τι πραγματικά συνέβη και πως οδηγήθηκαν τα πράγματα στη τραγική διάσταση που πήραν μετά τις τελευταίες αποφάσεις.  Στο τέλος – τέλος, ο καπιταλισμός είναι καπιταλισμός και για το μόνο που δεν διακρίνεται είναι για τον συναισθηματισμό και τη φιλανθρωπία του…
(Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr στις 26.3.2013) 

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Υπάρχει εναλλακτική στην «τσιγκούνα θεία»;


           Κακώς, κάκιστα ίσως, δεν εξαιρέθηκαν εξ αρχής από το «κούρεμα» οι μικροκαταθέτες των κυπριακών τραπεζών. Και δεν χρειάζεται να μας το πει ο «πολύς» Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, ο οποίος πριν από ένα χρόνο επέμενε άτεγκτα να περιληφθούν στο απείρως πιο καταστροφικό ελληνικό PSI οι Έλληνες μικροομολογιούχοι που και αυτοί αποταμιευτές ήταν, δεν ήταν ούτε επενδυτές, ούτε κερδοσκόποι.
          Έχω, ωστόσο, εδραία την πεποίθηση ότι η πολύ πιθανή απαλλαγή των Κυπρίων μικροκαταθετών ουδόλως αλλάζει τα δυσμενή δεδομένα του ασύμμετρου οικονομικού πολέμου που διαδραματίζεται στην Κύπρο. Ακόμη δε χειρότερα, η επικέντρωση της όλης συζήτησης στους μικροκαταθέτες, μόνον ως υπεκφυγή και αποπροσανατολισμός λειτουργεί και δεν μετριάζει τη ζημιά που σίγουρα προκαλείται από το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Ευρώπη «μπαίνει χέρι» στους τραπεζικούς λογαριασμούς.
          Εξάλλου, είτε εξαιρεθούν ολοσχερώς οι μικροκαταθέτες από το «κούρεμα», είτε μειωθεί το ποσοστό της δικής τους συμμετοχής, ο βαρύς λογαριασμός που καλείται να πληρώσει η μικρή Κύπρος για να περισώσει ό,τι περισώζεται από το υπερτροφικό τραπεζικό της σύστημα, το οποίο από μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημά της μετατράπηκε σε ασήκωτο βαρίδι που απειλεί να την βουλιάξει οικονομικά, δεν φαίνεται να αλλάζει ουσιαστικά.
          Δυστυχώς, η «τσιγκούνα θεία», όπως μάλλον εύστοχα, αποκάλεσε την Γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ, ο αρχηγός του αντιπάλου γερμανικού κόμματος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, δεν πρόκειται να γίνει ξαφνικά γενναιόδωρη και να απαρνηθεί την τευτονική πειθαρχία την οποία βάλθηκε να να επιβάλει από άκρου εις άκρον της Ευρώπης.
         Αν δει, όμως, κανείς χωρίς συναισθηματισμούς το πρόβλημα της Κύπρου, με λύπη διαπιστώνει ότι το ακόμη μεγαλύτερο δυστύχημα στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι στην πολιτική της Μέρκελ δεν προβάλλεται καμία σοβαρή εναλλακτική πρόταση που να συνιστά ουσιαστική λύση στο αδιέξοδο ενώπιον του οποίου βρίσκεται η αδύναμη κυπριακή ηγεσία.
         Δεν είναι μόνον ότι καμία από τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης –ακόμη και από αυτές που κινδυνεύουν λίαν συντόμως να βρεθούν στη θέση της Λευκωσίας- δεν εξέφρασε αντιρρήσεις στις αποφάσεις που επέβαλε ο Β. Σόιμπλε τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου στο Eurogroup.
         Είναι, κυρίως, ότι τόσο πριν όσο μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup δεν βρέθηκε κανείς –στην Ευρώπη αλλά και σε όλο τον κόσμο- πρόθυμος να βάλει το χέρι στη δική του τσέπη και να προσφέρει στην Κύπρο τα χρήματα που χρειάζεται ή έστω να υποδείξει μια άλλη πηγή από την οποία θα μπορούσαν να αντληθούν τα απαιτούμενα κεφάλαια.
         Βλέπετε, ακόμη και οι «ομόδοξοι» Ρώσοι του Β. Πούτιν, κατέστησαν σαφές ότι ενδιαφέρονται πρωτίστως να μη θιγούν οι συμπατριώτες τους που πήγαν τα «μαύρα» τους στο νησί, ενώ φαίνεται να είναι διστακτικοί ακόμη και για να ανανεώσουν το «δανειάκι» των περίπου τριών δισ. ευρώ που –προφανώς με το αζημίωτο- χορήγησαν παλαιότερα στην κυπριακή κυβέρνηση.      
         Κακά τα ψέματα, το ποσό των συνολικά 17 δισεκατομμυρίων ευρώ που απαιτείται για το πρόγραμμα «διάσωσης» (;) της κυπριακής οικονομίας δεν πρόκειται να μειωθεί και τα 5,6 δισ. ευρώ που είναι αναγκαία για να μπορέσουν να σταθούν όρθιες οι κυπριακές τράπεζες δεν θα «πέσουν από τον ουρανό».
         Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυπριακή ηγεσία δεν έχει παρά να σταθμίσει με ψυχραιμία την κατάσταση, να εξαντλήσει τη δημιουργική της φαντασία και να αναζητήσει τη βέλτιστη λύση για τους πολίτες της. Χωρίς, όμως, περαιτέρω χρονοτριβές και ατέρμονες υπεκφυγές.
          Όπως, άλλωστε, αποδείχθηκε, η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων που παρατηρήθηκε τους τελευταίους μήνες με τις αμφιθυμίες της κυβέρνησης του Δημήτρη Χριστόφια, δεν μετρίασε τη ζημιά, μάλλον την επαύξησε. Το ίδιο προφανώς ισχύει και τώρα όσο η κυβέρνηση του Νίκου Αναστασιάδη ακολουθεί την πεπατημένη και νομίζει ότι κερδίζει κάτι αναβάλλοντας την λήψη αποφάσεων και κρατώντας κλειστές τις τράπεζες.

                    (Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr στις 19.3.2013)

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Τι(ς) πταίει για τη νέα «κυπριακή προδοσία»

            Ταξιδεύοντας για πρώτη φορά στην Κύπρο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχα στο μυαλό μου το στερεότυπο για τη «μαρτυρική Μεγαλόνησο» που προσπαθούσε να γιατρέψει τις πληγές της εισβολής και της κατοχής που απείχαν λιγότερο από δύο δεκαετίες.
            Στην πρώτη, ωστόσο, ξενάγηση που μου έγινε στη Λευκωσία, άρχισα να αλλάζω οπτική, ιδίως αφότου άκουσα με έκπληξη την φίλη που μας συνόδευε και είχε μόλις αφήσει μια καλή δουλειά στο κυπριακό δημόσιο για να ξεκινήσει τη δική της επαγγελματική δραστηριότητα, να αναφωνεί: «Να και άλλη τράπεζα άνοιξε εδώ. Να θυμηθώ τη Δευτέρα να έρθω να ζητήσω ένα δάνειο».
            Λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, η Κύπρος στον οικονομικό τομέα ξεπέρασε πολύ γρήγορα το σοκ του πολέμου του 1974 και επωφελούμενη από τις εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή έγινε πόλος έλξης κεφαλαίων που δημιούργησαν συν τω χρόνω έναν υπερτροφικό τραπεζικό τομέα, ο οποίος έδινε αφειδώς δάνεια.
            Το φθηνό χρήμα, στο οποίο είχαν εύκολη πρόσβαση οι κυπριακές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, οδήγησε μια πρωτοφανή οικονομική άνθηση στις ελεύθερες περιοχές του νησιού που γνώρισαν συνθήκες ευημερίας, τέτοιες που κατά πολλούς απετέλεσαν ίσως τον βασικότερο λόγο για τον οποίο ένα μεγάλο μέρος της τοπικής ελίτ δεν έδειχνε και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επίλυση του Κυπριακού. 
            Η επίπλαστη ευημερία, όμως, των Κυπρίων, που στηρίχθηκε στην προσέλκυση κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα, το οποίο λειτούργησε ως καταφύγιο –«μαύρου» κατά το μέγιστο μέρος του- χρήματος, αρχικά από τη Μέση Ανατολή και εν συνεχεία από τους ολιγάρχες που αναδείχθησαν από τα ερείπια της κατάρρευσης του Ανατολικού συνασπισμού, απεδείχθη ότι δεν ήταν –και πως θα μπορούσε, άλλωστε;- αιώνια.
            Οι αλληλοδιάδοχες κυβερνήσεις του νησιού όλων των αποχρώσεων –δεξιές, αριστερές και κεντρώες- μοίρασαν και μοιράστηκαν κάθε είδους προνόμια, με τη νοοτροπία του νεόπλουτου, που δεν κόπιασε και πολύ για να αποκτήσει αυτά που έχει. Κάπως έτσι ήρθε τώρα η ώρα να πληρώσουν οι Κύπριοι πολίτες τον βαρύ λογαριασμό για άφρονες πράξεις και παραλείψεις που βαρύνουν το πολιτικό σύστημα της χώρας, το οποίο στο σύνολό του και σχεδόν χωρίς εξαίρεση μετείχε –λιγότερο ή περισσότερο- στη νομή της εγχώριας εξουσίας.
            Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από ορισμένους ότι η Κύπρος πληρώνει το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων που είχαν στα χαρτοφυλάκια τους οι κυπριακές τράπεζες, μπορεί να έχουν κάποια βάση αληθείας, δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν το μεγάλο οικονομικό πρόβλημα με το οποίο είναι αντιμέτωπη η χώρα και το οποίο έγινε ακόμη μεγαλύτερο επειδή τα δύο τελευταία –προεκλογικά- χρόνια δεν λήφθηκαν οι απαιτούμενες γενναίες αποφάσεις.  
            Βάση αληθείας, επίσης, μπορεί να έχουν και οι ισχυρισμοί ότι η Κύπρος έγινε «κάρφος εν οφθαλμώ» για άλλες χώρες που δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι τη μετατροπή της σε ένα από τα ισχυρά ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά κέντρα. Ούτε αυτό, όμως, το επιχείρημα είναι αρκετό για να καλύψει τα ανομήματα της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας που δεν φρόντισε τον καιρό του εύκολου χρήματος και της αλματώδους ανάπτυξης να θωρακίσει την οικονομία, αποτρέποντας ελλείμματα και χρέη.  
            Το ίδιο, εξάλλου, ισχύει και για το επιχείρημα ότι ενδεχομένως με την οικονομική ασφυξία που συνιστούν τα σκληρά μέτρα «διάσωσης» που έλαβαν οι ευρωπαίοι εταίροι, οι τελευταίοι (ή κάποιοι που είναι πίσω τους) ευελπιστούν να «βάλουν χέρι» στα μελλοντικά ενεργειακά αποθέματα της χώρας. Είναι πολύ πιθανό να είναι έτσι, αλλά οι πολιτικοί ταγοί τι έκαναν για να το αποτρέψουν;
            Εν ολίγοις, η νέα αυτή «κυπριακή προδοσία», για την οποία πολλοί ήδη ομιλούν, δεν είναι παρά αποτέλεσμα αποφάσεων που ελήφθησαν –ή δεν ελήφθησαν- από την ιθύνουσα τάξη της Κύπρου που άφησε τη χώρα ανοχύρωτη απέναντι στις βουλήσεις του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο, ως γνωστόν, δεν έχει ούτε πατρίδα, ούτε ηθική.
Γι΄ αυτό και τώρα είναι η ώρα όσοι απαρτίζουν την κυπριακή ηγεσία να αναλάβουν όλοι μαζί τις ευθύνες τους, να πουν την αλήθεια στον κυπριακό λαό και να πάρουν τις καλύτερες αποφάσεις που θα βγάλουν τη χώρα τους από τη δεινή θέση στην οποία οι ίδιοι την οδήγησαν.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 16.3.2013)

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Το φλουρί της ΔΕΚΟ και το «εθνικό γόητρο»

            Σε μια επιδοτούμενη από το ελληνικό δημόσιο ΔΕΚΟ χθες (Τρίτη, 12 Μαρτίου) έκοψαν την… πρωτοχρονιάτικη πίτα. Οι εκεί, όμως, πραγματικοί εργαζόμενοι, αντί να το γιορτάσουν, έπεσαν σε… μαύρη κατάθλιψη.
Το φλουρί, που αντιστοιχούσε σε μια σύγχρονη ηλεκτρονική συσκευή, έπεσε σε ένα… άγνωστο τους πρόσωπο, που, όταν ζήτησαν να πληροφορηθούν ποιο είναι, διαπιστώθηκε ότι η φυσική παρουσία του στην υπηρεσία, από την οποία αμείβεται αδιαλείπτως, περιορίζεται σε τέσσερις με πέντε επισκέψεις που πραγματοποίησε στο χώρο ολόκληρη την τελευταία τριετία...  
            Το περιστατικό είναι απολύτως πραγματικό και έχω στη διάθεσή μου όλα τα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν. Αποφεύγω, όμως, σκοπίμως να κατονομάσω την ΔΕΚΟ στην οποία συνέβη. Όχι μόνον επειδή ενδεχομένως θα θεωρηθεί από ορισμένους ως περιπτωσιολογία. Αλλά κυρίως διότι φοβάμαι πως αν το πληροφορηθεί η τρόικα –που εκπροσωπεί τους δανειστές που δίνουν χρήματα για να πληρώνεται κάθε μήνα το συγκεκριμένο πρόσωπο και αρκετοί άλλοι σαν και αυτό- ίσως… συμβάλω στην περαιτέρω παράταση της φαρσοκωμωδίας που ζούμε τις τελευταίες μέρες από μια ενδεχόμενη απαίτηση να καταργηθεί πάραυτα η περί ής ο λόγος ΔΕΚΟ.
            Αναφέρομαι στις παρατεινόμενες διαπραγματεύσεις με την τρόικα, που δεν ξέρω αν το έχουν συνειδητοποιήσει στην κυβέρνηση, αλλά έχω την αίσθηση ότι, στα μάτια της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών, τείνουν να εξελιχθούν σε μια πελώρια φαρσοκωμωδία.
            Για δεύτερη συνεχή εβδομάδα, οι δύο πλευρές, αντί να διαβουλεύονται για τα μεγάλα ζητήματα που αφορούν τη χώρα μας, όπως είναι η άνευ προηγουμένου ύφεση που ως άλλος Μινώταυρος καταπίνει καθημερινά θέσεις εργασίας και οδηγεί στο κοινωνικό περιθώριο δημιουργικές δυνάμεις, καταπιάνονται με θέματα που θα έπρεπε να είχαν επιλυθεί προ πολλού.
Είναι δυνατόν επί τόσες ημέρες να μην μπορεί να βρεθεί άκρη με την από ετών εξαγγελθείσα αναμόρφωση του ελληνικού δημοσίου και την απομάκρυνση των –όποιων και όσων- «επίορκων», αργόσχολων και αργόμισθων, επειδή δεν συνεδριάζουν ή δεν έχουν συγκροτητηθεί ποτέ (όπως -καλή ώρα- στη ΔΕΚΟ της ιστορίας μας που μοίρασε χθες πρωτοχρονιάτικα φλουριά) πειθαρχικά συμβούλια;
Χρειάζονται, άραγε, όλα αυτά τα «σούρτα φέρτα» των τροϊκανών στα υπουργικά γραφεία και στο πρωθυπουργικό για να καταρτιστεί ένα στοιχειώδες σχέδιο για την είσπραξη του -προκαθορισμένου με τον ψηφισμένο προϋπολογισμό- ποσού από τη φορολόγηση των ακινήτων, ώστε να μην επιμένει η άλλη πλευρά στην παράταση του -άδικου για τους πολλούς- «χαρατσιού» μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ;
            Διαβάζω και ακούω διάφορους «καραμπουζουκλήδες» συμπολίτες μας, από τις τάξεις των δημοσιολογούντων και των πολιτικάντηδων, που στην πλειονότητά τους «σιτίζονται από το Πρυτανείο», να καλούν την κυβέρνηση να επιδείξει… υψηλό εθνικό φρόνημα και «να διώξει τώρα την τρόικα», επειδή, λένε, «προσβάλει το γόητρο της χώρας».
            Συμφωνώ κι εγώ μαζί τους. Η παραμονή της τρόικας είναι άκρως προσβλητική για μια οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Και αν όντως η κυβέρνηση θεωρεί ότι εκπροσωπεί μια τέτοια χώρα, σήμερα κιόλας θα πρέπει να ζητήσει από τους εκπροσώπους των εταίρων και πιστωτών μας να αποχωρήσουν από την Ελλάδα.
Και μετά; Μετά, εφόσον τα βρούμε μεταξύ μας για το τι πραγματικά θέλουμε, πόσα φλουριά και σε ποιους επιθυμούμε να μοιράζουν οι ελλειμματικές ΔΕΚΟ, ας τους καλέσουμε πίσω. Για να κάνουμε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και να απαιτήσουμε τη συνδρομή τους για την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, τη ρευστότητα, τη λειτουργία της αγοράς, τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Μόνον έτσι, νομίζω ότι μπορεί να προασπιστούμε το αναμφίβολα καταρρακωμένο εθνικό μας γόητρο.
(Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr stiw