Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Το πολυνομοσχέδιο έδειξε για ποιον δουλεύει ο χρόνος

Μπορεί το Κοινοβούλιο να μην έζησε τις καλύτερες του στιγμές, το τελευταίο διήμερο, οπότε κλήθηκε να αποδεχθεί -μετις συνήθεις, πλέον, συνοπτικές διαδικασίες- ένα ακόμη επιβεβλημένο, κατά το μέγιστο μέρος του, από τους δανειστές μας πολυνομοσχέδιο, από τις«ταραγμένες», ωστόσο, συζητήσεις που έγιναν το Σαββατοκύριακο, όπως και από την καταληκτική χθεσινοβραδινή ψηφοφορία, μπορεί να εξαχθούν ορισμένα αξιοπρόσεκτα πολιτικά συμπεράσματα.
Το πρώτο συμπέρασμα είναι η επιβεβαίωση της κυβερνητικής συνοχής, αφού, αν εξαιρέσει κανείς την (μάλλον ευεξήγητη) καταψήφιση από τον κ. Ανδρέα Λοβέρδο, ο οποίος ήταν εμφανές ότι ήθελε να κάνει με τον τρόπο αυτό αισθητή τηνέα «περπατησιά» που έχει ανοίξει, το πολυνομοσχέδιο υπερψηφίστηκε χωρίς νέες απώλειες από την τρικομματική κοινοβουλευτική συμμαχία.
Πέρα, όμως, από την αριθμητική διάσταση της κυβερνητικής συνοχής, ακόμη πιο σημαντική υπήρξε η επί της ουσίας ταύτιση των τριών κυβερνητικών κομμάτων, που διαδέχθηκε το μπαράζ των ενδοκυβερνητικών αρρυθμιών και συγκρούσεων, οι οποίες καταγράφηκαν τις προηγούμενες ημέρες.Η ατμόσφαιρα στη Βουλή το τελευταίο διήμεροήταν εντελώς διαφορετικήαπό ανάλογες συζητήσεις του πρόσφατου παρελθόντος και οι έριδες που προηγήθηκαν είχαν,  ίσως και λόγω του επικείμενου ανασχηματισμού, εμφανώς υποχωρήσει.
Βοηθούντος προφανώς και του γεγονότος ότι ήταν το πρώτο μνημονιακό νομοθέτημα χωρίς οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων και με τις θετικές ρυθμίσεις να υπερτερούν, επίσης για πρώτη φορά, των αρνητικών, τα κοινοβουλευτικά στελέχη των κυβερνητικών κομμάτων μπόρεσαν να σταθούν αξιοπρεπώς στη Βουλή και να υπερασπιστούν τις επιλογέςτους, ακόμη και όταν κατέγραφαν επιμέρους ενστάσεις.
Την ίδια ώρα, οι κυβερνητικοί ιθύνοντες –ακόμη και ο συνήθως «απορριπτικός» υπουργός Οικονομικών κ. Γιάννης Στουρνάρας- έδειξαν ευελιξία απέναντι στα αιτήματα που προέβαλαν οι κοινοβουλευτικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, οι οποίες κατάφεραν να«περάσουν» ορισμένες –μάλλον συμβολικές, επί της ουσίας- διατάξεις, ικανές, όμως, να δικαιολογήσουν τη συμμετοχή τους στο κυβερνητικό σχήμα και τη στήριξη που παρέχουν. 
Απέναντι σε όλα αυτά, ηαντιπολίτευση δεν πρωτοτύπησε. Ακολουθώντας για μια ακόμη φορά την «πεπατημένη», έδωσε μάχες οπισθοφυλακώνκαι τα στελέχη της έριξαντο μεγαλύτερο βάρος της επιχειρηματολογίας τους σε διαμαρτυρίες για την κοινοβουλευτική διαδικασίακαι σε καταγγελίες για «πραξικοπήματα» και «εκτροπές», πανομοιότυπες με αυτές που δεκάδες φορές έχουν γίνει τα τελευταία τρίαμνημονιακά χρόνια.
Η συνεχής και επαναλαμβανόμενη, ωστόσο,προβολή διαδικαστικών ζητημάτων, ακόμη και όταν αφορούν βάσιμη επίκληση συνταγματικών παραβιάσεων, εκτός του ότι αποδεικνύεται πολιτικά ατελέσφορη μέθοδος για την παρεμπόδιση της νομοθετικής λειτουργίας της κυβέρνησης, μαρτυρά στρατηγικό αδιέξοδο, κυρίως όταν η ακολουθούμενη τακτική δεν συνοδεύεται με εναλλακτικές και πρακτικά εφαρμόσιμες προτάσεις.
Η γενικόλογη, για παράδειγμα, υπεράσπιση του σημερινού status στη δημόσια διοίκηση, μπορεί πιθανότατα να ακούγεται ευχάριστα σε μια –μάλλον μικρή- μερίδα υπηρετούντων σε αυτό, που, δικαιολογημένα, ίσως, ανησυχούν για τις θέσεις τους, δεν οικοδομεί, όμως, συμμαχία με την κοινωνία, η πλειονότητα της οποίας δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι θέλει να αλλάξει ηυφιστάμενη κατάσταση.
Αντί, όμως, η αντιπολίτευση –και κυρίως η αξιωματική, από την οποία οι πολίτες έχουν δικαίως περισσότερες προσδοκίες και απαιτήσεις- να υποβάλει τις δικές της προτάσεις γι΄ αυτή την αλλαγή, ματαιοπονούσε επιμένοντας να επιχειρηματολογεί για το πως ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ. Αντώνης Μανιτάκης,όντας καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, δεν… τηρεί το Σύνταγμα.
Ματαιοπονία, εξάλλου, μέλλει να αποδειχθεί και η μετάθεση –από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέξη Τσίπρα- του χρόνου ανατροπής της κυβέρνησης για τον Ιούνιο, όπως νωρίτερα είχε προσδιοριστεί για τον περασμένο Μάρτιο και πιο πριν για τον παρελθόντα Νοέμβριο. Και με πιθανότερη εκδοχή τον Ιούνιο να μετατεθεί, εκ νέου, αυτή τη φορά για τον Οκτώβριο και πάει λέγοντας.
Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα του τελευταίου κοινοβουλευτικού διημέρου είναι ότι όσο η κυβέρνηση θα βάλλεται από την αντιπολίτευση για διαδικαστικά θέματα και όσο στα συχνά  λάθη, τις αβελτηρίες και τις προχειρότητες των κυβερνητικών δεν θα αντιπαραβάλλεται μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση εξουσίας, ο χρόνος, μάλλον, θα δουλεύει υπέρ της τρικομμματικής.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 29.4.2013)

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Το φθηνό άλλοθι

«Μισογεμάτο» δήλωσε ότι βλέπει το «ποτήρι» της ελληνικής κρίσης ο «πολύς» κ. Πόουλ Τόμσεν, με την τελευταία του παρέμβαση από την έδρα του ΔΝΤ, επιμένοντας ότι, κατά την άποψή του, το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας εξακολουθεί να είναι η φοροδιαφυγή και εστιάζοντας κυρίως στο ζήτημα της φορολογικής διοίκησης, δηλαδή στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό.
Είναι αλήθεια  ότι δεν είναι πολύ εύκολο να αντιλέξει κανείς ότι όντως η φοροδιαφυγή αποτελεί ένα από τα μεγάλα προβλήματα, που έρχεται από το παρελθόν και, αναμφισβήτητα, εντείνει την ανισότητα μεταξύ των πολιτών, στο βαθμό που κάποιοι αποκτούν εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλουν τους αναλογούντες φόρους ή και τις ασφαλιστικές εισφορές, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός που καλείται να καλύψει τα ελλείμματα των Ταμείων.
Έχω, ωστόσο, την αίσθηση ότι αυτού του είδους οι διαπιστώσεις, τις οποίες, εκτός από τον κ. Τόμσεν, κάνουν και άλλοι εκπρόσωποι των εταίρων και δανειστών μας, δεν είναι παρά μια «βολική αλήθεια», ένα, αν θέλετε, άλλοθι που αναζητούν οι εμπνευστές του υπερβολικά υφεσιακού προγράμματος που εφαρμόζεται εδώ και τρία χρόνια στην Ελλάδα.
Δεν ξέρω ποια είναι η πληροφόρηση που έχουν η Γερμανίδα καγκελάριος κυρία Άγκελα Μέρκελ (παλαιότερα είχε γίνει γνωστό ότι έχει κάθε πρωί στο γραφείο της αποδελτίωση του ελληνικού Τύπου) και η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ κυρία Κριστίν Λαγκάρντ, που σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβάνουν το στερεότυπο «να πληρώσουν οι πλούσιοι Έλληνες», αλλά όποιος ζει σε τούτη τη χώρα ξέρει –ή οφείλει να ξέρει- ότι προσεγγίσεις αυτού του τύπου γίνονται για λαϊκή –λαϊκίστικη, καλύτερα- κατανάλωση.
Τους φόρους, εξάλλου, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και στη Γερμανία και σχεδόν παντού στον σύγχρονο κόσμο, είναι γνωστό ότι  δεν τους πληρώνουν οι πλούσιοι, στους οποίους το καπιταλιστικό σύστημα δίνει πολλούς τρόπους για να τους αποφύγουν (of shore, π.χ.). Και σε κάθε περίπτωση οι έλληνες πλούσιοι, κάνουν ότι κάνουν και οι άλλοι πλούσιοι, φοροδιαφεύγουν δηλαδή και μεταφέρουν τα λεφτά τους σε διάφορους «παραδείσους», που, εφόσον δεν είναι η ανίσχυρη Κύπρος, μια χαρά εξασφαλίζονται, όποια εθνικότητα και αν έχουν.
Η «άβολη αλήθεια», όμως, την οποία δεν θέλουν να αναγνωρίσουν ο κ. Τόμσεν και οι κυρίες Μέρκελ και Λαγκάρντ στις, δήθεν, ηθικές τους παραινέσεις προς τους Έλληνες πλουσίους είναι ότι –ηθελημένα, μάλλον- αγνοούν τους λόγους για τους οποίους στην παρούσα φάση πάρα πολλά νοικοκυριά στην Ελλάδα δεν εκπληρώνουν τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις τους, όπως και εκατοντάδες χιλιάδες μικρές και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις που υποχρεώνονται να έχουν απλήρωτους τους εργαζόμενους τους. Και οι λόγοι αυτοί σχετίζονται ευθέως με το φαύλο κύκλο της λιτότητας που επιβάλουν εμμονικά, αδιαφορώντας για τα οικονομικά ερείπια που επισωρεύονται καθημερινά.
Ακόμη και  αν προσπεράσει κανείς την υπερφορολόγηση που οδηγεί και συνεπείς πολίτες να έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη για πάμπολλες επιχειρήσεις, οι οποίες, ενώ κατά τα λοιπά είναι υγιείς και με λειτουργικά κέρδη, απειλούνται με οικονομική καταστροφή, είτε επειδή το ελληνικό δημόσιο δεν είναι ανταποκρίνεται στις δικές του υποχρεώσεις, είτε διότι άλλες επιχειρήσεις τούς μετακυλύουν τα δεινά προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν.
Επιπλέον, όταν τρία χρόνια τώρα η ελληνική επιχειρηματική τάξη είναι σχεδόν πλήρως αποκλεισμένη από την πίστωση, καθώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί, ενώ την ίδια ώρα όσοι συναλλάσσονται με το εξωτερικό πρέπει να διαθέτουν ρευστό για να συνάψουν συμφωνίες, αντιλαμβάνεται κανείς ότι εκεί θα έπρεπε να δοθεί βάρος αν υπήρχε ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.
Δεν αναρωτιέται, για παράδειγμα, κανείς τους γιατί, ενώ το τελευταίο διάστημα τόσοι πολλοί επιχειρηματίες –που αρκετοί εξ αυτών στο παρελθόν, είναι αλήθεια, ότι μπορεί να είχαν ασυλία- οδηγούνται στα ανακριτικά γραφεία ή και στις φυλακές, τα έσοδα του δημοσίου δεν αυξάνονται. Είναι, άραγε, τόσο δύσκολο να αντιληφθούν ότι οι δρακόντειες ποινές, ακόμη και όταν είναι επιβεβλημένες για να λειτουργούν εκφοβιστικά, δεν φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα;
Όσο, λοιπόν, οι εκπρόσωποι των εταίρων και δανειστών μας επιμένουν, με τις απειλές για μη καταβολή των επόμενων δόσεων, να μην επιτρέπουν να προχωρήσει ο συμψηφισμός, έστω, των υποχρεώσεων του δημόσιου προς τους ιδιώτες, αλλά, κυρίως, να εμποδίζουν μια λειτουργική ρύθμιση των συσσωρευμένων χρεών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που αντικειμενικά δεν μπορεί να εξοφληθούν εφάπαξ, το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί.
Και μπορεί ο κ. Τόμσεν, επειδή δεν θέλει να παραδεχθεί την αποτυχία του ίδιου και των ομοϊδεατών του, να ισχυρίζεται ότι βλέπει το ποτήρι «μισογεμάτο», μικρή νομίζω σημασία έχει ο ισχυρισμός του, όταν όλοι εμείς που υφιστάμενοι με διάφορους τρόπους –ανεργία, λουκέτα, δουλειά χωρίς αμοιβή και πάει λέγοντας- τις συνέπειες των εμμονών του ίδιου και των συν αυτώ, το βλέπουμε όπως πραγματικά είναι, δηλαδή «μισοάδειο».
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 22.4.2013)

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

«Είμαστε όλοι Βοστωνέζοι»

Συγκλονίζει κάθε εχέφρονα άνθρωπο το τυφλό τρομοκρατικό χτύπημα στον Μαραθώνιο της Βοστώνης. Το γεγονός μάλιστα ότι εκδηλώθηκε σε μια αθλητική διοργάνωση, μια κατ΄ εξοχήν, δηλαδή, ειρηνική εκδήλωση που παραπέμπει στην αρχαιοελληνική ευγενή άμιλλα, κάνει τον συγκλονισμό ακόμη μεγαλύτερο.
Είναι δύσκολο έως αδύνατο να ερμηνεύσει κανείς κίνητρα και να βρει εξηγήσεις για τους οργανωτές τέτοιων αποτρόπαιων σχεδίων. Ακόμη και ο ιδεολογισμός φανατισμός ή η θρησκευτική μισαλλοδοξία δεν μοιάζουν επαρκείς δικαιολογίες για να χωρέσει ανθρώπινος νους το αιματοκύλισμα μιας γιορτής συναδέλφωσης.
Ο αδιανόητος σκοταδισμός και η ασύλληπτη τύφλωση που αναδύεται μέσα από τέτοιες πράξεις μόνον την ομόθυμη καταδίκη μπορεί να προκαλεί και όσο και αν μοιάζει «στερεότυπο» θεωρώ ότι αυτό που περισσότερο μπορεί να εκφράσει κάθε πολίτη που σέβεται τον εαυτό του είναι το «είμαστε όλοι Βοστωνέζοι».
Γιατί, πέραν του αναμφισβήτητου συγκλονισμού που αισθάνεται κανείς βλέποντας στις οθόνες του τραυματισμένα παιδιά, η «ψυχρή», αν θέλετε, λογική οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συνέπειες τέτοιων τυφλών τρομοκρατικών πράξεων επηρεάζουν με τον ένα ή τον άλλο την καθημερινότητα όλων μας.
Ποιος μπορεί, άλλωστε, να ξεχάσει πόσες δυσκολίες έφερε παντού στον πλανήτη το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001; Δεν αναφέρομαι μόνον στις αφορμές που έδωσε για τις πολεμικές εκστρατείες στις οποίες επιδόθηκε η τότε υστερική αμερικανική ηγεσία, με αποτελέσματα που –λιγότερο ή περισσότερο- τα πληρώσαμε όλοι μας, όπως, για παράδειγμα, με τη διατήρηση στα ύψη της τιμής του πετρελαίου.
Εστιάζω κυρίως στις ισχυρές πιέσεις που δέχθηκε η χώρα μας για τα περιβόητα συστήματα ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, που εκτίναξαν το κόστος τους, επ΄ ωφελεία εταιριών που πουλούσαν «προστασία». Και θυμίζω επιπλέον πόσες κάμερες χρειάστηκε να μπουν παντού, κάνοντας πραγματικότητα τον εφιάλτη του «Μεγάλου Αδελφού» και πόσο δυσκολότερα έγιναν έκτοτε τα αεροπορικά ταξίδια με τους ελέγχους που καθιερώθηκαν παντού.
Είναι σίγουρα πολύ νωρίς ακόμη για να εκτιμήσει κανείς τις επιπτώσεις που θα επιφέρει η νέα αυτή «ασύμμετρη απειλή» κατά των απλών ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη που συνιστά το τυφλό χτύπημα της Βοστώνης.
Tο μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε και να ευχόμαστε είναι η αντίδραση της αμερικανικής ηγεσίας να χαρακτηρίζεται αυτή τη φορά από την ψυχραιμία, που διακρίνει το σύνολο της πολιτικής του Προέδρου Ομπάμα. Και που είναι βέβαιο ότι θα κάνει αποτελεσματικότερη την πάταξη των «δυνάμεων του σκότους» που βρίσκουν «δικαίωση» όταν αντιμετωπίζονται με τα δικά τους «όπλα» που δεν είναι άλλα από το μίσος και την καταπάτηση δικαιωμάτων.

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 16.4.2013)

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

«Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας»

Θα είχε ενδιαφέρον να καταμετρούσε κανείς πόσες φορές από το περασμένο καλοκαίρι που ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις της σημερινής κυβέρνησης με την τρόικα, έχει δώσει ο υπουργός Οικονομικών κ. Γιάννης Στουρνάρας την ίδια στερεότυπη απάντηση που έδωσε την Κυριακή, καθώς έβγαινε –για… εκατοστή ίσως φορά- από το Μέγαρο Μαξίμου, επαναλαμβάνοντας ότι «υπάρχει σημαντική πρόοδος».
Όσο και αν είναι κατανοητό ότι μέσα στα «καθήκοντα» του επικεφαλής του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης είναι να δείχνει ψύχραιμος και να προκαλεί με τη δημόσια εικόνα του αίσθημα –τεχνητής, έστω- αισιοδοξίας, έχω την εντύπωση ότι η όλη η υπόθεση έχει πλέον καταντήσει παρά πολύ κουραστική, πιο κουραστική ίσως και από την καταμέτρηση των «κλισέ» δηλώσεων του κ. Στουρνάρα.
Δεν ξέρω πόσο πραγματικά εξυπηρετούν όλα αυτά την προσπάθεια να δημιουργηθεί κλίμα πολιτικής σταθερότητας, αλλά εκείνο που με βεβαιότητα μπορώ να ισχυριστώ είναι ότι, η παράταση του σήριαλ υπό τον τίτλο «πρόοδος στις διαπραγματεύσεις» με την τρόικα, εκτός από την δεδομένη απέχθεια των πολιτών, βλάπτει σοβαρά την οικονομική σταθεροποίηση.
Οκτώ μήνες τώρα η χώρα αντί για την πολυπόθητη επανεκκίνηση της οικονομίας, μετρά καθημερινά εκατόμβες νέων ανέργων, την ίδια ώρα που χιλιάδες άλλοι οι οποίοι αν και –υποτίθεται ότι- εργάζονται μένουν απλήρωτοι, αφού οι επιχειρήσεις που τους απασχολούν πνίγονται από την έλλειψη ρευστότητας που τροφοδοτείται (και) από την παρατεινόμενη τραπεζική κρίση.
Λίγες μόνον ώρες, άλλωστε, μετά την τελευταία περί… προόδου διαπίστωση του κ. Στουρνάρα, ήρθε μια ακόμη ανατροπή στα κυβερνητικά σχέδια με την απαίτηση, όπως φαίνεται, της τρόικας να ματαιωθεί η συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με την Eurobank, ματαίωση που οι συνέπειες βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον θα είναι τεράστιες, αφού ρίχνει πολύ νερό στον μύλο της οικονομικής αβεβαιότητας και ανασφάλειας.
Δεν είμαι από εκείνους που θα βιαστούν να ρίξουν το εύκολο «ανάθεμα» στη μια ή στην άλλη πλευρά, δηλαδή στην κυβέρνηση ή στην τρόικα, πλην, όμως, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχουν σοβαρές ευθύνες για το «φιάσκο» της  τραπεζικής συγχώνευσης, ευθύνες που πρέπει να καταλογιστούν σε εκείνους στους πραγματικά ανήκουν.
Δεν μπορεί τη μια στιγμή να είναι "σπουδαίο γεγονός" η ένωση των δυνάμεων των δύο πιστωτικών ιδρυμάτων και σε λίγους μήνες να συνιστά "καταστροφή". Κάποιος πρέπει να εξηγήσει τι άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες και ποια συμφέροντα ήταν εκείνα που προώθησαν το σχέδιο και ποιοι εξυπηρετούνται τώρα που πάει στράφι το εγχείρημα.   
Εδώ, ωστόσο, που έχουν φθάσει τα πράγματα, το πιο σημαντικό –όχι μόνον σε σχέση με τον τραπεζικό «γάμο» που δεν έγινε- είναι να αντιληφθεί η κυβέρνηση, την οποία ψήφισε ο ελληνικός λαός και όσοι από τον πολιτικό κόσμο την απαρτίζουν θα κριθούν στις επόμενες εκλογές, ότι μόνον μια επιλογή έχει: να βάλει το συντομότερο δυνατό ένα τέλος στο «μαρτύριο της σταγόνας», στο οποίο υποβάλει την ίδια η τρόικα και εκείνη με τη σειρά της τους έλληνες πολίτες.
Η διαιώνιση της σημερινής κατάστασης, που θυμίζει τον ευρηματικό τίτλο «όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» (του πολύ ωραίου μυθιστορήματος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη), μόνον (οικονομικά) ερείπια επισωρεύει, σε βαθμό δε τέτοιο που σε λίγο δεν θα έχει μείνει τίποτε όρθιο…
Υ.Γ.: Την επόμενη φορά που θα βγει από το Μαξίμου ο υπουργός Οικονομικών ας δοκιμάσει να μην επαναλάβει το «υπάρχει πρόοδος». Μπορεί να του φέρει… γούρι και την (μεθ)επόμενη φορά να μπορέσει να ανακοινώσει το τέλος των διαπραγματεύσεων.

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 8.4.2013)

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Οι έρευνες και οι ελπίδες

           Οι αποκαλύψεις για το διακομματικό «φαγοπότι» που γινόταν επί χρόνια στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου, όπως και οι καταγγελίες που έρχονται στο φως για ενδεχόμενη εκμετάλλευση από ισχυρούς παράγοντες του νησιού της «εσωτερικής πληροφόρησης» για τις συνέπειες της πιθανολογούμενης από καιρό απόφασης για «κούρεμα» των καταθέσεων, επιβεβαιώνει όλους όσοι εξ αρχής υποστήριξαν –και ανάμεσά τους και τούτη εδώ η στήλη- ότι η ευθύνη για τη νέα «κυπριακή τραγωδία» ανήκει στο ακέραιο στην πολιτική ηγεσία της χώρας που όλα τα προηγούμενα χρόνια μοίραζε και μοιραζόταν προνόμια.
           Σε συνέχεια, ίσως, της εντυπωσιακής ωριμότητας με την οποία αντέδρασαν οι Κύπριοι πολίτες, διαψεύδοντας όσους είχαν σπεύσει να προεξοφλήσουν ότι το πολυήμερο κλείσιμο των τραπεζών θα οδηγούσε σε «αργεντινοποίηση» της Μεγαλονήσου, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η ταχύτητα με την οποία κινήθηκε η κυπριακή ηγεσία στο ζήτημα της διερεύνησης των ευθυνών για την κατάρρευση των τραπεζών που παρέσυρε στην πτώση της ολόκληρη την οικονομία του νησιού.
           Ο διορισμός της τριμελούς Ερευνητικής Επιτροπής, που απαρτίζεται από τρεις έμπειρους πρώην δικαστές, οι οποίοι διαθέτουν όλα τα εχέγγυα ότι θα λειτουργήσουν με ανεξαρτησία και ευθυκρισία, γεννά βάσιμες ελπίδες –πρωτίστως στους ίδιους τους Κύπριους πολίτες-ότι θα γίνει πραγματική και εις βάθος διερεύνηση της υπόθεσης και δεν θα επιχειρηθεί «κουκούλωμα» των ευθυνών για όλους όσοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνέβαλαν στην οικονομική καταστροφή.
           Σε αντίθεση, εξάλλου, με την Ελλάδα, στην οποία η (υποτιθέμενη) διερεύνηση σκανδάλων, δεκαετίες τώρα, είναι εξ αρχής «βραχυκυκλωμένη», καθώς ανατίθεται σε διακομματικές –Εξεταστικές ή Προανακριτικές- Επιτροπές, που, εκ των πραγμάτων, υποταγμένες στις κομματικές σκοπιμότητες, στην Κύπρο υπάρχει ισχυρό προηγούμενο ανεξάρτητης έρευνας που έφερε εις πέρας το έργο της.
           Μετά την καταστροφική έκρηξη που προκλήθηκε το καλοκαίρι του 2011 στη Ναυτική Βάση στο Μαρί από πυρομαχικά που ήταν αποθηκευμένα στο ύπαιθρο, ο κορυφαίος νομικός κ. Πόλυς Πολυβίου, στον οποίο ανατέθηκε η έρευνα για την υπόθεση, δεν δίστασε να ανακρίνει και κατόπιν να καταλογίσει ευθύνες στον Πρόεδρο Χριστόφια, ο οποίος τον είχε διορίσει.
           Mπορεί ο κ. Χριστόφιας να μην αποδέχθηκε το πόρισμα που τον ενοχοποιούσε, οι συνέπειες, ωστόσο, για εκείνον ήταν τέτοιες που τον υποχρέωσαν να τερματίσει πρόωρα την πολιτική του καριέρα.
           Έχω την αίσθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο κινούνται οι κυπριακές αρχές, με τον διορισμό της ανεξάρτητης Ερευνητικής Επιτροπής, εναρμονίζεται πλήρως με το ισχυρό λαϊκό αίτημα για κάθαρση και απόδοση ευθυνών στους υπαίτιους της βαρύτατης κρίσης που έπληξε τη χώρα.
           Και δεν θα εκπλαγώ αν οι έρευνες της κυπριακής Επιτροπής καταλήξουν πολύ πριν από τη «δική μας» Προανακριτική για τη λίστα Λαγκάρντ, η οποία, αν και αφορά μια… λεπτομέρεια της πολύπτυχης κρίσης που κρατά καθηλωμένη την Ελλάδα, «βαλτώνει» επειδή έχει εμπλακεί στις μικροκομματικές μυλόπετρες και τα αξεπέραστα θεσμικά αδιέξοδα του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος της χώρας μας.
           Υπό αυτήν την έννοια, όχι μόνον δεν θα εκπλαγώ αλλά θεωρώ σχεδόν δεδομένο ότι η κυπριακή οικονομία, η οποία επλήγη πιο βάναυσα και πιο ξαφνικά από την ελληνική, είναι δυνατόν να ανακάμψει πολύ νωρίτερα από την δική μας.

(Δημοσιεύθηκε στο www.protethema.gr στις 2 Απριλίου 2013)