Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Η αυτοϋπονόμευση των «επαγγελματιών» της πολιτικής

Αν ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας λαμβάνει υπόψη του τον τρόπο φορολόγησης των βουλευτών, τότε μάλλον έχει δίκιο όταν λέει ότι στην Ελλάδα… δεν υπάρχει υπερφορολόγηση. Όπως δίκιο φαίνεται να έχουν και όσοι υποστηρίζουν ότι το πολιτικό σύστημα και οι άνθρωποι που το απαρτίζουν είναι ένα από τα βαρίδια που δεν επιτρέπουν την έξοδο της χώρας από την κρίση.
Πως αλλιώς, άλλωστε, μπορεί να εξηγηθεί ο συνδικαλιστικός ακτιβισμός με τον οποίο επιφανείς εκπρόσωποι του πολιτικού κόσμου αντιδρούν κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τα «κεκτημένα» που έχουν αποκτήσει την περίοδο της αμέριμνης ευημερίας και τη σκληρή μάχη που δίνουν για τη διατήρησή τους οι ίδιοι που ομοθύμως διατυμπανίζουν την ανάγκη για δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών.
Η παρελκυστική υπεκφυγή που συνιστά η πρόταση για την καθιέρωση βιβλίου εσόδων – εξόδων για τους βουλευτές, προκειμένου να αποφύγουν την κατάργηση του ειδικού φορολογικού καθεστώτος που έχουν εξασφαλίσει για τους εαυτούς τους, είναι νομίζω ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά της αδυναμίας του πολιτικού κόσμου να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και, λειτουργώντας με γνώμονα τη δύναμη του παραδείγματος, να προασπίσει τον ίδιο το θεσμό του κοινοβουλευτισμού.
Η…. φαεινή ιδέα για την αλλαγή του τρόπου φορολόγησης των βουλευτών δεν είναι καινούργια και δεν είναι η πρώτη φορά που πέφτει στο τραπέζι. Λανσαρίστηκε για πρώτη φορά το 1998 όταν και πάλι τότε είχε τεθεί ζήτημα κατάργησης του αφορολόγητου της βουλευτικής αποζημίωσης, η οποία άρχισε έκτοτε να φορολογείται μερικώς, αφού, όμως, στο μεταξύ το ύψος της είχε εκτιναχθεί προς τα πάνω.
Νουνεχείς άνθρωποι που ήταν τότε στα πράγματα αντιλήφθηκαν τον προβληματικό –και μάλλον προσβλητικό- χαρακτήρα που θα είχε το μέτρο της καθιέρωσης βιβλίων εσόδων - εξόδων και το απέρριψαν ασυζητητί, με το βάσιμο επιχείρημα ότι η ιδιότητα του βουλευτή δεν είναι ελεύθερο επάγγελμα για να τύχει αυτού του είδους τη φορολογική αντιμετώπιση.
Με όσα έχουν επισυμβεί την παρελθούσα δεκαπενταετία και ιδίως την τελευταία μνημονιακή τετραετία, θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι στο άκουσμα και μόνον της πρότασης, οι ίδιοι οι σημερινοί βουλευτές, η πλειονότητα των οποίων είναι «γεννήματα» της κρίσης, θα ξεσηκωνόταν, διαμαρτυρόμενοι για τον προσβλητικό χαρακτήρα της πρότασης να μετατραπούν σε «επαγγελματίες».
Δυστυχώς, όμως, όχι μόνον δεν υπήρξε κύμα διαμαρτυρίας από τους ίδιους τους βουλευτές, αλλά η πρόταση υιοθετήθηκε και από έμπειρους πολιτικούς, μεταξύ αυτών και ο πρόεδρος της Βουλής Ευάγγελος Μεϊμαράκης, που μάλλον αγνοούν τον αντίκτυπο που θα είχε τυχόν καθιέρωση ενός τέτοιου μέτρου που θα αποτελούσε παγκόσμια πρωτοτυπία.
Με ποια λογική, αλήθεια, θα μπορούσε να δοθεί στους βουλευτές δικαίωμα να καταγράφουν τις δαπάνες τους και να τις αφαιρούν από τα έσοδά τους; Ποιες από τις δαπάνες θα αναγνωρίζονται ως «επαγγελματικές» και ποιες ως προσωπικές ή οικογενειακές; Και πως θα φορολογούνται εν τέλει;  Επί των… κερδών, όπως οι επιχειρήσεις; Θα δημοσιεύουν, άραγε, και ισολογισμούς με αποτελέσματα χρήσης;
Το γεγονός ότι οι βουλευτές έχουν έξοδα δεν μπορεί να αποτελέσει βάσιμο επιχείρημα. Γιατί το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών (που έχουν ακόμη εισοδήματα). Και εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι αν αναγνωριζόταν σε όλους μας η δυνατότητα να καταγράφουμε τις δαπάνες μας και να τις αφαιρούμε από τα έσοδα, τότε, πιθανότατα, κανείς δεν έπρεπε να πληρώνει φόρο, αφού σπανίζουν οι Έλληνες που καταφέρνουν σήμερα να καλύψουν τα έξοδα τους με τα τρέχοντα εισοδήματα.
Αποφεύγοντας τον πειρασμό του λαϊκισμού που συνήθως συνοδεύει τις συζητήσεις για τα οικονομικά των βουλευτών, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι με τέτοιες «συντεχνιακές» νοοτροπίες το ίδιο το πολιτικό σύστημα αυτοϋπονομεύεται, στέλνοντας λάθος μηνύματα στη χειμαζόμενη ελληνική κοινωνία και ρίχνοντας νερό στο μύλο όσων αποστρέφονται τον κοινοβουλευτισμό.
Το αντιλαμβάνονται, άραγε, εκεί στην Πλατεία Συντάγματος;

(Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr στις 27.11.2013) 

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Η πολιτική ως παρεοκρατία

Τον καθηγητή  Γιάννη Πανάρετο, παρότι δεν τον γνωρίζω προσωπικά, τον σέβομαι και τον υπολήπτομαι, καθώς τον συνοδεύσει επί χρόνια η φήμη ενός καλού επιστήμονα στον τομέα της Στατιστικής, ενώ και τις τρεις φορές που θήτευσε στο υπουργείο Παιδείας, τις δύο ως γενικός γραμματέας και την τρίτη ως υφυπουργός, άφησε καλές εντυπώσεις και δούλεψε, όπως λένε όσοι έχουν γνώση του χώρου, αθόρυβα και αποτελεσματικά.
Το ίδιο αθόρυβη είναι και η εικοσιπενταετής θητεία του ως (ισόβιο) μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής. Και ίσως να μη γινόταν ευρύτερα γνωστός σε κύκλους πέραν των φοιτητών του αν δεν είχε οριστεί το 2009 από τον τότε πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου, του οποίου είναι στενός φίλος εδώ και δεκαετίες, πολιτικός υπεύθυνος για την ανοικτή διακυβέρνηση και τη διαβούλευση της κυβέρνησης.
Αν και κατασυκοφαντημένο από τους θιασώτες της κομματοκρατίας, το αποκαλούμενο «opengov» υπήρξε μια πρωτοποριακή πρωτοβουλία για τα ελληνικά δεδομένα που, αν είχε οργανωθεί καλύτερα και δεν υπονομευόταν εκ των έσω, θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στη βελτίωση της κατάστασης που επικρατεί στον πολύπαθο δημόσιο τομέα, στον οποίο, όπως έδειξαν και οι πρόσφατες τοποθετήσεις διευθυντικών στελεχών σε νοσοκομεία και άλλους οργανισμούς, οι διευθυντικές θέσεις εξακολουθούν να διανέμονται ως «λάφυρο» στους αποτυχημένους πολιτευτές που «αγωνίσθηκαν» για το κόμμα που είναι στην εξουσία.
Έκανα αυτόν τον σχετικά μακρύ πρόλογο για να δικαιολογήσω τη μεγάλη έκπληξη που ένοιωσα διαβάζοντας το περασμένο Σάββατο την άκρως εντυπωσιακή –για μένα- παρέμβαση του κ. Πανάρετου, ο οποίος σε ανάρτηση στο tweeter έγραψε: «Αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να κυβερνήσει προοδευτικά πρέπει να πείσει για τις προθέσεις του τους παπανδρεϊκούς και όχι να φλερτάρει με την (sic!) ΑΝΕΛ».
Η έκπληξή μου δεν προήλθε από την γενικότερη θεώρηση της πολιτικής προσέγγισης του κ. Πανάρετου, ο οποίος ως πολίτης έχει προφανώς αναφαίρετο και απεριόριστο δικαίωμα να τρέφει συμπάθεια προς έναν πολιτικό χώρο και να εκδηλώνει αντιπάθεια προς έναν άλλο. Εκείνο που με ξένισε ήταν ότι προσδιοριζόταν και μιλούσε στο όνομα των «παπανδρεϊκών».
Τι είναι, αλήθεια, οι «παπανδρεϊκοί»; Και τι τους ορίζει ως ξεχωριστή οντότητα, ώστε ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής και πρώην υφυπουργός να νιώσει την ανάγκη να καλέσει ένα κόμμα να εκθέσει τις προθέσεις του απέναντι τους για να κριθεί αν μπορεί να κυβερνήσει προοδευτικά;
Πρόκειται, άραγε, για μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα που χρήζει ειδικής αντιμετώπισης;  Όπως, για παράδειγμα, οι Ρομά, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι τρίτεκνοι, οι ανέστιοι ή οι υπερχρεωμένοι από τη μνημονιακή λαίλαπα;  Και σε ποιους ακριβώς αναφέρεται ο κ. Πανάρετος; Στους ψηφοφόρους του κ. Παπανδρέου ή σε όσους εκείνος έδωσε θέσεις και οφίτσια όταν είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας;   
Καταλαβαίνω τι σημαίνει να δηλώνει κανείς –ειλικρινώς ή όχι, είναι ζήτημα προς κρίση- αριστερός, δεξιός, συντηρητικός, προοδευτικός, κεντρώος, σοσιαλδημοκράτης, σοσιαλιστής, αναρχικός, μαρξιστής, κομμουνιστής, φιλελεύθερος, φασίστας ή να χρησιμοποιεί έναν από τους τόσους άλλους προσδιορισμούς που έχουν καθιερωθεί από την Πολιτική Επιστήμη και την –εγχώρια ή διεθνή- πολιτική πρακτική.  
Δεν αντιλαμβάνομαι, όμως, τι σημαίνει να είναι κάποιος σήμερα «παπανδρεϊκός». Όπως φυσικά δεν μπορώ να αντιληφθώ τι σήμαινε στο παρελθόν να είναι κάποιος «ζαχαριαδικός», «καραμανλικός», «μητσοτακικός», «αβερωφικός» «γεννηματικός», «σημιτικός» ή τώρα να προσδιορίζεται ως «σαμαρικός», «βενιζελικός», «τσιπρικός», και ούτω καθεξής.
Όχι, δεν αιθεροβατώ. Ξέρω ότι υπήρχαν και υπάρχουν -ελπίζω λιγότεροι- πολίτες που προσδιορίζονται πολιτικά με τέτοιους όρους, δίνοντας, έτσι, την ευκαιρία σε ορισμένους να κάνουν μεγάλες καριέρες (και –γιατί όχι;- και πλούτη) ως αρχηγοί και αρχηγίσκοι που με τη σειρά τους δίνουν οντότητα πολιτικού στελέχους και απονέμουν αξιώματα σε πρόσωπα που αναλαμβάνουν στο πλευρό τους ρόλους ακόλουθων και ετερόφωτων δορυφόρων.
Έχω, ωστόσο, εδραία την πεποίθηση και γι’   αυτό δυσανασχετώ ότι οι διαχωρισμοί αυτού του είδους υπήρξαν ανέκαθεν μια από τις μεγάλες παθογένειες του αμοραλιστικού ελληνικού πολιτικού συστήματος, το οποίο, υπό αυτές τις συνθήκες, συγκροτείται στη λογική της παρεοκρατίας.
Και η παρεοκρατία δεν αποτελεί παρά την άλλη όψη του νομίσματος της πελατειακής σχέσης με τους πολίτες και του εκμαυλισμού των συνειδήσεων, που όσο αναπτύσσεται και υπάρχει, μοιραία, θέτει εκ ποδών κάθε απόπειρα για άσκηση της πολιτική με αρχές και αξίες.
 (Δημοσιεύθηκε στο www.prototema.gr στις 21.11.2013)

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Ποιος θυμάται τα «παπαγαλάκια» της ευρωκάλπης;

          Με το «κλείσιμο» του κρατικού προϋπολογισμού για το 2014, ο οποίος κατατίθεται εντός της εβδομάδας στη Βουλή για να ψηφιστεί ως τις αρχές Δεκεμβρίου, «ανοίγει» ουσιαστικά η προεκλογική περίοδος για τις ευρωεκλογές του Μαΐου, στις οποίες, θεωρητικώς, καλούμαστε να εκλέξουμε όσους θα μας εκπροσωπήσουν στο Ευρωκοινοβούλιο την επόμενη πενταετία.
          Στην πραγματικότητα, όμως, όπως συνέβη αρκετές φορές στο παρελθόν και πάντως κάθε φορά που οι ευρωεκλογές απείχαν ικανό χρονικό διάστημα από τις βουλευτικές εκλογές, η ψήφος που θα ρίξουμε στην ευρωκάλπη, ελάχιστα θα αφορά τα πρόσωπα που θα είναι υποψήφιοι ευρωβουλευτές.
Η επερχόμενη πολιτική αντιπαράθεση, όπως και η μακρά προεκλογική περίοδος που θα τη συνοδεύει, θα έχει, σχεδόν ακραιφνή, χαρακτηριστικά «εσωτερικής» αναμέτρησης και το διακύβευμα της, σχεδόν αναπότρεπτα, θα είναι η διακυβέρνηση της χώρας και οι δυνάμεις που θα την ασκήσουν.
Το «έργο», άλλωστε, όπως προείπαμε, το έχουμε ξαναδεί. Στο μακρινό 1984 ο τότε αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας Ευάγγελος Αβέρωφ τέθηκε επικεφαλής του «γαλάζιου» ευρωψηφοδελτίου για να σηματοδοτήσει τη σκληρή προσπάθεια που κατέβαλε το κόμμα του για την «απαλλαγή», όπως διεκήρυσσε, της χώρας από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.
Εικοσιπέντε χρόνια μετά, στο πολύ πιο κοντινό μας 2009 ο Γιώργος Παπανδρέου έδωσε αντίστοιχα χαρακτηριστικά σε εκείνη την ευρωαναμέτρηση, ζητώντας να αποτελέσει η κάλπη των ευρωεκλογών το έναυσμα για να τερματιστεί η διακυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή και να αναλάβει ο ίδιος την εξουσία.
Στην περίπτωση του Αβέρωφ η καμπάνια της «απαλλαγής» απέτυχε και ο ίδιος ο εμπνευστής της υποχρεώθηκε πολύ σύντομα να παραδώσει τα ηνία της κομματικής αρχηγίας, αφού ηττήθηκε στις ευρωεκλογές, ενώ το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, κερδίζοντας και τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, συνέχισε να κυβερνά για μια ακόμη πενταετία.
Αντιθέτως, ο αγώνας του Γιώργου Παπανδρέου ευοδώθηκε και η επικράτηση του κόμματος του στις προ πενταετίας ευρωεκλογές, αποτέλεσε το προοίμιο για τη νίκη του στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές που υποχρεώθηκε να προκηρύξει ο Κώστας Καραμανλής τον Οκτώβριο του 2009, από τον οποίο μας χωρίζουν μόλις τέσσερα χρόνια, παρόλο που, λόγω των γεγονότων που έχουν μεσολαβήσει, δημιουργείται η αίσθηση ότι απέχουμε… αιώνες.
Ποιο από τα δύο προηγούμενα θα επαναληφθεί σε αυτές τις ευρωεκλογές είναι μάλλον αρκετά πρόωρο για να το προδικάσει κανείς, όχι μόνο γιατί έχουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο προεκλογικό εξάμηνο, αλλά, πολύ περισσότερο, επειδή στη δοκιμαζόμενη από τη βαθειά οικονομική κρίση ελληνική κοινωνία επικρατεί μεγάλη σύγχυση και οι πολίτες εμφανίζονται να είναι πιο δύσπιστοι από κάθε άλλη φορά απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Υπό αυτή την έννοια, εκτιμώ και (μάλλον θέλω να) ελπίζω ότι στο ούτως ή άλλως μεγάλο διάστημα που μας χωρίζει από τις κάλπες του Μαΐου, τα κόμματα που θα διεκδικήσουν την τόσο κρίσιμη ευρωψήφο μας θα κάνουν τις απαραίτητες επεξεργασίες και θα μας παρουσιάσουν ρεαλιστικά προγράμματα για την αξιόπιστη παρουσία της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και τη σηματοδότηση μιας νέας πορείας για την έξοδο από την κρίση.
Εύκολες προσεγγίσεις της πραγματικότητας με καμπάνιες του τύπου «λεφτά υπάρχουν» ή με «παπαγαλάκια», όπως εκείνα που επιστράτευσε πριν από πέντε χρόνια η τότε κυβέρνηση στο τόσο… προφητικό προεκλογικό σποτ, με το οποίο «ξόρκιζε», υποτίθεται, την οικονομική καταστροφή, που, όμως, είχε επέλθει, δε νομίζω ότι μπορεί να είναι πειστικές και να επιβραβευτούν από τους πολίτες.
Οι καιροί έχουν αλλάξει. Μένει να δούμε αν μπορεί να αλλάξει και το πολιτικό μας σύστημα.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 17.11.2013).

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

«Νίκησε» η επικοινωνία του νέου διπολισμού

Έδωσαν και πήραν το τελευταίο τριήμερο οι βαθυστόχαστες αναλύσεις και οι βαρύγδουπες εκτιμήσεις για το παρασκήνιο, τη σημασία, τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητα της πρότασης μομφής του ΣΥΡΙΖΑ κατά της κυβέρνησης που συζήτησε η Βουλή.
Ορισμένοι, μάλιστα, αναλυτές έσπευσαν να ανακηρύξουν νικητές πριν καν εξελιχθεί η αναμέτρηση, την οποία αμφιβάλω αν οι ίδιοι είχαν την υπομονή να παρακολουθήσουν, με εξαίρεση, ενδεχομένως, το τελευταίο μέρος της που περιείχε τις «μονομαχίες» κορυφής, από τις οποίες και πάλι αμφισβητώ ότι στα μάτια του χειμαζόμενου μέσου πολίτη αναδείχθηκε κάποιος νικητής και τροπαιούχος.
Έχει ζήσει πολλές άσχημες στιγμές το ελληνικό Κοινοβούλιο στο πρόσφατο όπως και στο απώτερο παρελθόν. Νομίζω, όμως, ότι το τελευταίο τριήμερο ήταν μια από τις ασχημότερες, εξαιτίας, κυρίως, του επιπέδου της αντιπαράθεσης που περισσότερο από κάθε άλλη φορά υποτάχθηκε σε έναν εκατέρωθεν ανούσιο επικοινωνιακό τακτικισμό, ο οποίος δείχνει τόσο, μα τόσο, μακρινός από την πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε.
Όντας από εκείνους που παρακολούθησαν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της τριήμερης διαδικασίας για λόγους επαγγελματικού καθήκοντος, το οποίο από κάποια στιγμή μπορεί να μετατρέπεται και σε… διαστροφή, αναρωτήθηκα αρκετές φορές αν όλα όσα εκτυλίχθηκαν τούτες τις μέρες στο Κοινοβούλιο είχαν κάποια αντιστοίχιση με την Ελλάδα της κρίσης, την Ελλάδα που είναι παγιδευμένη στο μνημόνιο, όπως κατήγγελλαν οι μεν, την Ελλάδα που πασχίζει να βγει από το μνημόνιο, όπως αντέτειναν οι δε.
Ήταν, άλλωστε, τόσο προβλέψιμη η επιχειρηματολογία που ένθεν κακείθεν επιστρατεύθηκε και τόσο υποβαθμισμένη η ποιότητα του λόγου, με τις φθηνές και, εν πολλοίς, προκάτ ατάκες,  που επέλεξε η συντριπτική πλειονότητα των ομιλητών, ώστε να δίνεται δικαιολογημένα το έναυσμα για να γίνει, τουλάχιστον τις δύο πρώτες ημέρες, κυρίαρχη δημοσιογραφική «είδηση» το κλισέ για τα «άδεια έδρανα» ενώπιον των οποίων εναλλάσσονταν στο βήμα οι ρήτορες.
Με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, μια από τις οποίες υπήρξε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Αθανάσιος Τσαυτάρης που περιορίστηκε να μιλήσει για το σχέδιο του, συνέστησε «συνεννόηση και ομόνοια» και, προφανώς επειδή δεν πολιτεύεται, δεν δυσκολεύθηκε να διαπιστώσει ότι οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την αγροτική ανάπτυξη δεν είναι ασύμβατες με τις κυβερνητικές, βασική επιδίωξη των περισσοτέρων που έλαβαν το λόγο ήταν να αποδείξουν τα λάθη των «άλλων» και όχι να αναπτύξουν τη δική τους πρόταση.
Οι αντιπολιτευόμενοι επιδόθηκαν σε κριτική και μόνον κριτική προς την κυβέρνηση. Οι κυβερνητικοί ανάλωναν το χρόνο τους σχολιάζοντας τις θέσεις και τη στάση της αντιπολίτευσης. Χωρίς καμία έμπνευση, δίχως την παραμικρή πρωτοτυπία. Και με μείζον ζήτημα της αντιπαράθεσης το διαδικαστικό της υπόθεσης, αν, δηλαδή, η πρόταση δυσπιστίας συσπειρώνει την συγκυβέρνηση ή αν είχε ως κίνητρο τις εσωτερικές διαμάχες της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Αν κάτι, πάντως, μένει από όλα αυτά και κυρίως μέσα από τους οξείς και προσβλητικούς προσωπικούς χαρακτηρισμούς που εκτοξεύθηκαν, του τύπου «κοιμάστε ήσυχος τα βράδια;» ή «δεν σας κοιτάω για να μη γελάσω», είναι ότι ο νέος διπολισμός που δημιουργείται στο πολιτικό μας σύστημα μοιάζει να είναι πολύ πιο σκληρός και διχαστικός από τον κλασσικό δικομματισμό που βιώσαμε στη μεταπολιτευτική και ίσως στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Η λογική του «ο μη ών μεθ' ημών, καθ' ημών εστί», που απέπνεε σε όλη τη διάρκεια της η κοινοβουλευτική αντιπαράθεση του τελευταίου τριήμερου, στενεύει, δυστυχώς, αφόρητα τα περιθώρια για συνεννόηση, συναίνεση και συνεργασία. Και, ανεξάρτητα από τις όποιες μελλοντικές εκλογικές εξελίξεις, καθιστά, αναμφίβολα, ακόμη πιο δύσκολη την προσπάθεια εξόδου της χώρας από την κρίση.

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 11.11.2013)

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

«Το κεφάλι έξω από το νερό»

Χύθηκε πολύ μελάνη το τελευταίο διάστημα για τον σχολιασμό της εν εξελίξει διαπραγμάτευσης με την τρόικα. Διακινήθηκαν ακόμη και σενάρια εκλογών, με αφορμή τις σκληρές θέσεις των εταίρων και δανειστών μας. Και γενικά δημιουργήθηκε μια πολεμική ατμόσφαιρα σύγκρουσης που η σκοπιμότητά της είναι αμφισβητήσιμη.
Η ελληνική πλευρά εμφανίστηκε για μια ακόμη φορά να πορεύεται χωρίς μπούσουλα, δικαιώνοντας, εν πολλοίς, την, κατά τα άλλα προσβλητική, εκτίμηση του υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα ότι το μνημόνιο παραμένει το μόνο σοβαρό κείμενο χάραξης οικονομικής πολιτικής με δεσμευτικούς στόχους.
Όποιος παρακολούθησε την τελευταία τηλεοπτική συνέντευξη του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά δεν δυσκολεύθηκε, νομίζω, να αντιληφθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει άλλη επιλογή από τη διαπραγμάτευση με την τρόικα και την παράθεση ουσιαστικών επιχειρημάτων για τα όσα έγιναν και τα όσα μπορούν να γίνουν για να κλείσει ο προϋπολογισμός του 2014.
Η περίφημη «πολιτική διαπραγμάτευση», που ανασύρθηκε, εκ νέου, ως επιχειρηματολογία (ή μήπως ως άλλοθι;) για να περιοριστούν οι πιέσεις των τροϊκανών, αποδείχθηκε και πάλι ανέφικτος στόχος, όπως προσφυώς, θεωρώ ότι, επεσήμανε με πρόσφατο άρθρο του ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, είναι ο μόνος Έλληνας πολιτικός που εγκαίρως και εγκύρως είχε κρούσει, ήδη από τον Δεκέμβριο του 2008, τον κώδωνα του κινδύνου για την υπαγωγή της χώρας μας στη μέγγενη του ΔΝΤ.
Μας αρέσει ή όχι, ο πρώην πρωθυπουργός, στις όχι και τόσο συχνές παρεμβάσεις του, λέει πολλές από τις άβολες αλήθειες που το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν θέλει να αναγνωρίσει, προσεγγίζοντας τα ζητήματα με επικοινωνιακή και μόνον διάθεση και δημιουργώντας φρούδες ελπίδες ότι επίκειται η έξοδος της χώρας από το μνημόνιο που στη φαντασίωση ορισμένων μεταφράζεται ως επιστροφή στην  κραιπάλη του παρελθόντος.
Γι΄ αυτό και θεωρώ σημαντικό να επαναλάβω ορισμένες από τις θέσεις του κ. Σημίτη που πριν από μερικές εβδομάδες φιλοξενήθηκαν στο «Πρώτο Θέμα». Ο πρώην πρωθυπουργός επισήμαινε στους συνομιλητές του ότι η πορεία βελτίωσης που θα διαγράψει η ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια θα είναι σταθερή αλλά αργή, ωστόσο η κατάσταση θα παραμείνει «μίζερη» για αρκετά χρόνια.
 Εκτιμούσε, επίσης, ότι θα συνεχιστεί η πίεση των Ευρωπαίων εταίρων μας, κυρίως για την εφαρμογή διαρθρωτικών μέτρων, αλλά, όπως σημείωνε χαρακτηριστικά, «θα μας αφήσουν να έχουμε το κεφάλι έξω από το νερό».
Με την απόσταση των εβδομάδων που πέρασαν από τη δημοσίευση των εκτιμήσεων του κ. Σημίτη, νομίζω ότι εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι υπήρξαν κάτι ως προλεγόμενα των όσων διαμείβονται αυτές τις μέρες με την –καθυστερημένη- έλευση της τρόικας και την έναρξη των διαπραγματεύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Για όσους δεν τρέφουν αυταπάτες, είναι ξεκάθαρο ότι χωρίς να επικυρωθούν τα στοιχεία που δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία έχει όντως πετύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους που ετέθησαν, δεν πρόκειται να υπάρξει η επιθυμητή από την ελληνική πλευρά συνολική λύση του ελληνικού οικονομικού προβλήματος.
Εκτός αυτού, δεν μπορεί να παραβλέπει κανείς και το γεγονός ότι ο κίνδυνος ενίσχυσης των ακραίων αντιευρωπαϊκών κινημάτων στις επικείμενες ευρωεκλογές δεν είναι μόνον ελληνικός. Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη και για τον ακριβώς αντίθετο λόγο για τον οποίο υφίσταται αυτή η απειλή στη χώρα μας.
Γιατί, κακά τα ψέματα, τυχόν «πολιτική λύση» σε αυτή τη φάση, που θα προνοεί πρόωρη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, θα αξιοποιηθεί από μια σειρά λαϊκίστικες δυνάμεις στην Ευρώπη που θα ψηφοθηρήσουν ενόψει των ευρωεκλογών, μιλώντας στο όνομα των δικών τους φορολογουμένων.
Τούτων δοθέντων, νομίζω ότι δεν έχουμε παρά να προετοιμαζόμαστε να κολυμπήσουμε ως τον Μάιο με τον κεφάλι έξω από το νερό. Και μετά τις ευρωεκλογές, ίδωμεν!

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Ένας είναι ο φασισμός

           Οι φονικές σφαίρες των αυτόκλητων δήθεν τιμωρών με τις οποίες πυροβολήθηκαν άνανδρα οι τρεις νέοι στο Νέο Ηράκλειο δεν φαίνεται να βρίσκουν τον πραγματικό τους στόχο που δεν ήταν άλλος από τη δημιουργία εμφυλιοπολεμικού κλίματος πολιτικής και κοινωνικής αποσταθεροποίησης, που αποτελεί τον πλέον κατάλληλο βιότοπο μέσα στον οποίο αναπτύσσεται το απεχθές φαινόμενο της τρομοκρατίας.
Η ομόθυμη και απόλυτη καταδίκη του αποτρόπαιου εγκλήματος από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο, όσο και αν θεωρείται αυτονόητη πράξη, στην παρούσα συγκυρία της κοινωνικής έντασης, που προκαλεί η δεινή οικονομική κρίση, αποτελεί την καλύτερη απάντηση στις δυνάμεις του μηδενισμού και του χάους. Και ίσως είναι μια από τις σπάνιες φορές που η ενότητα των πολιτικών δυνάμεων διερμηνεύει απόλυτα τα αισθήματα της συντριπτικής πλειονότητας της ελληνικής κοινωνίας.
Γιατί δεν νομίζω ότι μπορεί να βρεθεί εχέφρων άνθρωπος σε αυτή τη χώρα που να μην νοιώθει συντριβή από τη δολοφονική επίθεση κατά τριών ανυπεράσπιστων παιδιών, όσο και αν διαφωνεί πολιτικά με τους δρόμους στους οποίους κινούνταν και με τις ιδεολογικές προσεγγίσεις που ακολουθούσαν.
Στις ευνομούμενες κοινωνίες ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί το υπέρτατο αγαθό και, χωρίς αμφιβολία, ό,τι θέτει σε διακινδύνευση αυτό το αγαθό συνιστά μείζονα απειλή για ολόκληρη την κοινωνία, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, μετατρέπεται σε ζούγκλα, όπου, ως γνωστόν, εκείνο που επικρατεί είναι η δύναμη του ισχυρότερου.
Στη προκείμενη περίπτωση ως δύναμη του ισχυρότερου προβάλει η θρασυδειλία του σκοτεινού οπλοφόρου, ο οποίος έστρεψε το «κουμπούρι» του και πυροβόλησε πισώπλατα τα ανυποψίαστα νεαρά άτομα που βρισκόταν έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. 
Ο πραγματικός στόχος, όμως, του συγκεκριμένου δολοφόνου και όποιων άλλων επιλέγουν τέτοιες μεθόδους, ήταν, αναμφισβήτητα, η δεινοπαθούσα ελληνική κοινωνία, η οποία στα τόσα προβλήματα που την ταλανίζουν, είναι βέβαιο ότι δεν έχει τη διάθεση να προσθέσει και ένα ακόμη μεγαλύτερο, όπως είναι οι επαπειλούμενες ακραίες εμφύλιες διαμάχες και οι δολοφονικές συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες των ελληνικών πόλεων.
Γι΄ αυτό και είναι επιτακτικότερη από κάθε άλλη φορά η ανάγκη να συλληφθούν και να προσαχθούν στη Δικαιοσύνη οι δράστες των δολοφονιών που με τις τρομοκρατικές πράξεις τους ενισχύουν, αντί να πλήττουν, το φαινόμενο του φασισμού, όπως, εξάλλου, κατέδειξε η εκμετάλλευση του αίματος που έσπευσαν να κάνουν τα στελέχη της Χρυσής Αυγής με τις εμπρηστικές φραστικές επιθέσεις τους, όχι κατά των τρομοκρατών που θα ήταν απολύτως δικαιολογημένες, αλλά κατά της κυβέρνησης, του πολιτικού κόσμου και των μέσων ενημέρωσης.
Στο τέλος – τέλος, ο φασισμός είναι ένας και αδιαίρετος. Και δεν μπορεί να διακριθεί από το χρώμα που κάθε φορά φοράει. Όπως μία και μοναδική είναι και η βία, όποιον –ακροαριστερό ή ακροδεξιό- μανδύα και αν, κατά περίπτωση, ενδύεται. 

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 2.11.2013)

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Μαϊμουδιές που βγάζουν μάτια


Το περασμένο καλοκαίρι που η επικαιρότητα φλεγόταν από το ζήτημα της περίφημης κινητικότητας στο δημόσιο, ως αποτέλεσμα της συμφωνίας με την τρόικα να περιοριστεί ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, από επίσημα κυβερνητικά χείλη ακουγόταν στα τηλεοπτικά πρωινάδικα τερατώδεις υπολογισμοί για το φαινόμενο των προσλήψεων με πλαστά πιστοποιητικά.
Στο στόχαστρο είχαν μπει τότε οι εργαζόμενοι στη Δημοτική Αστυνομία, που για απόλυτα ακατανόητους αποφασίστηκε να μεταφερθούν στην Αστυνομία, δημιουργώντας «τρύπες» στις υπηρεσίες των Δήμων. Για να δικαιολογηθεί η προχειρότητα της απόφασης, κυβερνητικοί αξιωματούχοι υποστήριζαν ότι ένα μεγάλο μέρος της συγκεκριμένης κατηγορίας των υπαλλήλων είχε πετύχει την πρόσληψή του με απατηλούς τρόπους. Και, άρα, μετά τον έλεγχο των στοιχείων τους θα απολυόταν και, έτσι, θα καλυπτόταν ο αριθμός των απομακρύνσεων που είχε συμφωνηθεί με την τρόικα.
Με την ολοκλήρωση, όμως, του ελέγχου αποδείχθηκε ότι από ένα σύνολο πάνω από 3.500 υπαλλήλων των οποίων ελέγχθηκαν τα στοιχεία πρόσληψης, δεν ξεπερνούν τους 30 οι φάκελοι που διαπιστώθηκε ότι περιείχαν διάφορες παρατυπίες και πάντως όχι τόσο κραυγαλέες που να οδηγήσουν στην άμεση απόλυσή τους. Σε κάθε περίπτωση, τα αποτελέσματα του ελέγχου έδειξαν ότι το ποσοστό των προβληματικών προσλήψεων είναι κάτω του 1% και απέχει πολύ από τους υπολογισμούς για 5 με 10% που γινόταν από αρμοδίους μόλις πριν από μερικές εβδομάδες.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αποδεικνύεται «άνθρακες ο θησαυρός» που υποτίθεται ότι ανακαλύπτουν κυβερνητικοί «Σέρλοκ Χολμς». Το έργο, δυστυχώς, το έχουμε δει πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Δεν πάει καιρός, άλλωστε, που επισήμως υποστηριζόταν ότι η… μαγική λύση για τη μείωση του δημοσίου θα βρισκόταν από την «δεξαμενή» (sic) των αποκαλούμενων «επίορκων», εφόσον θα επιταχυνόταν ο πειθαρχικός έλεγχός τους.
Η δημοσιότητα επί σειρά μηνών κατακλυζόταν από δηλώσεις αξιωματούχων, οι οποίοι με ύφος ανθρώπων που… ανακάλυψαν την πυρίτιδα, ανακοίνωναν απίθανα νούμερα για την έκταση του φαινομένου, θεωρώντας, προφανώς, ότι μπορούσαν με τον τρόπο αυτό να καλύψουν την αδυναμία τους να προχωρήσει το επίπονο έργο της ουσιαστικής αξιολόγησης δομών και προσώπων που είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για να εξυγιανθεί το ελληνικό δημόσιο.
Όλων αυτών είχε προηγηθεί ο τεράστιος θόρυβος για τους «μαϊμού» αναπήρους, οι οποίοι εξασφάλιζαν βοηθήματα ή συντάξεις που δεν δικαιούνταν. Ακούγοντας τις περιγραφές, έμενε κανείς με την εντύπωση ότι η έκταση ήταν τέτοια που είχε βρεθεί η «πανάκεια» για την οριστική επίλυση του Ασφαλιστικού, χωρίς να γίνει απολύτως τίποτε άλλο.
Το θέμα έδωσε αρκετά πρωτοσέλιδα στη σκανδαλοθηρική γερμανική Bild και βρήκε θέση σε δημοσιεύματα ακόμη και σοβαρών εντύπων του εξωτερικού που αναμασούσαν όσα γράφονταν στα εγχώρια μέσα ενημέρωσης και είχαν προέλευση επίσημες πηγές. Και τι δεν ακούστηκε και δεν γράφτηκε για «τυφλούς» ταξιτζήδες και για ολόκληρα νησιά που το σύνολο των κατοίκων τους λάμβαναν «μαϊμού» συντάξεις!
Από τον επανέλεγχο, όμως, που ξεκίνησε για όλες τις αναπηρικές συντάξεις, στο πλαίσιο του οποίου ζητήθηκε ακόμη και από κατάκοιτους ανθρώπους να παρουσιασθούν σε Επιτροπές για να αποδείξουν ότι δεν τους… ξεναφύτρωσαν τα ακρωτηριασμένα άκρα τους, τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν πενιχρά. Τόσο πενιχρά που ούτε τον θόρυβο δικαιολογούσαν, ούτε, πολύ περισσότερο, έλυσαν το Ασφαλιστικό.
Δεν ισχυρίζομαι ότι κακώς έγιναν και συνεχίζουν να γίνονται οι έλεγχοι για «μαϊμού» προσλήψεις, αναπηρίες ή συνταξιοδοτήσεις. Αντιθέτως. Θεωρώ ότι είναι υποχρέωση του Κράτους και επιτακτική ανάγκη, όπως και ζήτημα δικαιοσύνης στους δύσκολους αυτούς καιρούς των οριζόντιων περικοπών και της υπερφορολόγησης των συνεπών πολιτών, να συνεχιστούν με ακόμη μεγαλύτερη ένταση και να φθάσουμε, ει δυνατόν, στην πλήρη εκρίζωση τέτοιων φαινομένων.
Όσο, όμως, με προσβάλει ως πολίτη να υπάρχουν συμπολίτες μου που απομυζούν τους ούτως ή άλλως περιορισμένους πόρους του ελληνικού δημοσίου, είτε εξασφαλίζοντας παροχές που δεν δικαιούνται, είτε αποφεύγοντας, ενώ έχουν τη δυνατότητα, να εκπληρώσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους, άλλο τόσο με ενοχλεί η στάση κυβερνητικών παραγόντων που, αντί να κάνουν αθόρυβα και ουσιαστικά τη δουλειά τους, με περισσή ευκολία ανοίγουν το στόμα τους και εκστομίζουν τερατολογίες που κάνουν την Ελλάδα διεθνώς ρεζίλι.
Είναι καιρός, νομίζω, να τελειώνουμε με τις «μαϊμουδιές» που… βγάζουν μάτι. Όπως και με τις λαϊκίστικες υπεκφυγές των κυβερνητικών αξιωματούχων που για να δικαιολογήσουν την αδράνεια τους, καταφεύγουν σε δηλώσεις που… βγάζουν τα μάτια της χώρας και με τις υπερβολές τους την έχουν καταστήσει διεθνές συνώνυμο της «λαμογιάς». Δεν μας αξίζει ούτε το ένα ούτε το άλλο.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr τη 1.11.2013)