Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Κάνε κι εσύ ένα κόμμα, μπορείς…

Ένας αστικός μύθος που, εν είδει ανεκδότου, κυκλοφορούσε τις προηγούμενες δεκαετίες ήθελε σε μια από τις «φυλές» της Αριστεράς και συγκεκριμένα τους αποκαλούμενους «τροτσκιστές» να ισχύει το εξής φαινόμενο: μόλις γίνονταν τρία τα μέλη μιας οργάνωσης διασπώνταν για να δημιουργήσουν ένα ακόμη νέο σχήμα.
Η παροδοξότητα αυτή που συντηρούσε επί δεκαετίες -και εν πολλοίς συντηρεί ακόμη- την πολυδιάσπαση και τον κατακερματισμό της Αριστεράς, φαίνεται να λαμβάνει, πλέον, πανδημικές διαστάσεις, αφού ανάλογες τάσεις δημιουργίας όλο και περισσότερων κομματικών σχηματισμών παρατηρούνται τόσο στο Κέντρο όσο και στη Δεξιά, τους χώρους που κατά το παρελθόν κυριαρχούσαν τα παραδοσιακά κυβερνητικά κόμματα και δεν άφηναν, παρά σπανίως και κατ΄ εξαίρεση, ζωτικό χώρο για να επιβιώσουν άλλα μικρότερα σχήματα.
Φιλοδοξίες –θεμιτές και μη-υπήρξαν πάντοτε, αλλά επί πολλές δεκαετίες έμοιαζε αξεπέραστη η περίφημη έκφραση του Ευάγγελου Αβέρωφ για «τα πρόβατα που τα τρώει ο λύκος όταν μένουν έξω από το (κομματικό) μαντρί». Έτσι, ακόμη και κάποια από τα ελάχιστα κόμματα που, ως αποσχίσεις από τους μεγάλους κομματικούς σχηματισμούς, κατάφεραν να επιβιώσουν προσωρινά, παίρνοντας το «εισιτήριο» για το Κοινοβούλιο, όπως η Εθνική Παράταξη το 1977, η ΔΗΑΝΑ το 1989, η Πολιτική Άνοιξη το 1993,το ΔΗΚΚΙ το 1996 και ο ΛΑΟΣ το 2007, στην επόμενη ή στη μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση, έμεναν εκτός Βουλής και αργά ή γρήγορα εξαφανίζονταν από τον πολιτικό χάρτη.
Η βαθιά κρίση, ωστόσο, του πολιτικού συστήματος που προκάλεσε η έλευση της μνημονιακής εποχής και η συνακόλουθη κατάρρευση του παραδοσιακού πελατειακοκεντρικού τρόπου συγκρότησης των κομμάτων εξουσίας που οδήγησε στην  υποχώρηση των δυνάμεων της Νέας Δημοκρατίας και στην καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ, άφησαν ελεύθερο πεδίο σε νεοπαγή σχήματα, τα οποία από το ιδεολογικό… πουθενά βρέθηκαν, στις εκλογές του 2012, να διεκδικούν και σε ορισμένες περιπτώσεις να πετυχαίνουν την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση.
Στην πρώτη από τις δύο απανωτές κάλπες που στήθηκαν προ διετίας, τα κόμματα που κατήλθαν στον εκλογικό στίβο  έφθασαν τα τριάντα, αριθμός που, όπως όλα δείχνουν, θα ξεπεραστεί κατά πολύ στις επικείμενες ευρωεκλογές του Μαΐου, καθώς ο χαρακτήρας της αναμέτρησης και ο περιορισμένος αριθμός των υποψηφίων που απαιτείται για να συγκροτηθεί το ευρωψηφοδέλτιο διευκολύνουν την κάθοδο στην αναμέτρηση σοβαρών και μη σχημάτων, όπως αυτά που «φυτρώνουν» τελευταία σαν τα… μανιτάρια.
Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι σχεδόν δεν περνάει μέρα που να μην ακούσουμε ή να μη διαβάσουμε για τη δημιουργία κάποιου νέου σχήματος, μάλλον δεν θα αποτελέσει έκπληξη ότι σε αυτές τις εκλογές πιθανότατα θα καταρριφθεί κάθε προηγούμενο ρεκόρ, στη χώρα μας, αλλά ίσως και πανευρωπαϊκά, συμμετοχής στις κάλπες κομματικών σχηματισμών που διεκδικούν την ψήφο μας και ορισμένοι εξ αυτών –οι πλέον «ψωνισμένοι»- τη δυνατότητα να μας… σώσουν.
Το εκπληκτικό, πάντως, είναι ότι αρκετά από τα εμφανιζόμενα ως «νέα» σχήματα, δεν είναι παρά ηγετικά μορφώματα, χωρίς κανένα πραγματικό λαϊκό έρεισμα, που στήνονται, στις περισσότερες περιπτώσεις, από πρόσωπα τα οποία διαδραμάτισαν ρόλους κατά το παρελθόν –με θητείες σε υπουργικούς θώκους ή σε άλλα κρατικά αξιώματα- χωρίς να καταφέρουν να αφήσουν κάποιο ουσιώδες αποτύπωμα ή να έχουν να παρουσιάσουν μια στοιχειώδη συμβολή στην επίλυση προβλημάτων.
Θα περίμενε, ίσως, κανείς ότι ορισμένα, έστω, ψήγματα  αυτογνωσίας ή και η αποδοκιμασία που στο παρελθόν έχουν εκφράσει στο πρόσωπό τους οι εκλογείς, θα λειτουργούσε αποτρεπτικά για αρκετούς εξ αυτών. Όπως θα ανέμενε από πολύ περισσότερους να συναισθανόταν ότι, τουλάχιστον, σε αυτή τη φάση της γενικευμένης κρίσης η χώρα έχει, περισσότερο από ποτέ, ανάγκη την συνένωση των δυνάμεων.
Πλην, όμως, φεύ! Με τα τόσα… «ψώνια» που έστειλε στα κοινοβουλευτικά έδρανα η τελευταία, ιδιαιτέρως οργισμένη, ετυμηγορία των συμπολιτών μας, δυστυχώς έχουν ανοίξει τόσο πολλές… ορέξεις που είναι μάλλον αδύνατον να αποφύγουμε αυτό που μας περιμένει όσο θα πλησιάζουμε προς τις κάλπες του Μαΐου.
Από μια άποψη, βεβαίως, μπορεί αυτή η διαδικασία να αποδειχθεί, εν τέλει, «καθαρτήρια». Υπό την προϋπόθεση, φυσικά, ότι οι Έλληνες πολίτες, που θα έχουν ενώπιον τους τόσες πολλές επιλογές, θα καταφέρουν να διακρίνουν και να κρατήσουν στον αφρό το πραγματικά νέο -ανεξαρτήτως ηλικίας. Και συνάμα θα στείλουν στα εκλογικά «Τάρταρα» τα παλαιά και φθαρμένα υλικά, έστω και αν εμφανίζονται ως αναπαλαιωμένα ή αν έχουν φορέσει τη μάσκα του καινούργιου. Για να δούμε…
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 30.1.2014)

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Φωτιά στις μονταζιέρες!

Ο… ιστορικός του μέλλοντος που θα μπει στον κόπο να μελετήσει τα αρχεία του Κυβερνητικού Εκπροσώπου της τελευταίας περιόδου θα μείνει, νομίζω, έκθαμβος από τα ευρήματα μπροστά στα οποία θα βρεθεί.
Θα ματαιοπονήσει, κατ΄ αρχήν, αναζητώντας να πληροφορηθεί για τις τυχόν συζητήσεις που γίνονται στο Υπουργικό Συμβούλιο και στα άλλα θεσμικά όργανα μιας δικομματικής κυβέρνησης, αφού δεν πρόκειται να βρει καμία απολύτως τέτοια καταγραφή για τον απλούστατο λόγο ότι δεν γίνονται τέτοιες συνεδριάσεις. 
Θα ανακαλύψει, επίσης, ότι η μεγαλύτερη απειλή που βιώνει αυτή την περίοδο η χώρα δεν είναι η ύφεση και η ανεργία, ούτε τα λουκέτα και η καταστροφή του παραγωγικού δυναμικού που συντελείται μέρα τη μέρα, ούτε φυσικά η ασφυξία στην αγορά και η οικονομική –και όχι μόνο- κατάθλιψη που πυροδοτούν οι ατέρμονες διαπραγματεύσεις με την τρόικα.
Ανατρέχοντας κανείς στο αρχείο των ανακοινώσεων του εκπροσώπου της κυβέρνησης, μένει με την εντύπωση ότι τον μοναδικό κίνδυνο για τη χώρα συνιστούν τα φραστικά παραστρατήματα και οι διαφοροποιήσεις γνωστών και άγνωστων στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης που μπαίνουν στον μεγεθυντικό φακό του επικοινωνιακού επιτελείου της κυβέρνησης –και επικουρικά της Νέας Δημοκρατίας, όταν δεν υπάρχει ταύτιση του συγκυβερνώντος ΠΑΣΟΚ- με στόχο να γίνουν κυρίαρχο ζήτημα του δημόσιου διαλόγου.    
Δεν ξέρω ποιοι επικοινωνιακοί φωστήρες κατέστρωσαν αυτό το σχέδιο της προπαγανδιστικής «μονοκαλλιέργειας» στην οποία επιδίδεται ένας ολόκληρος μηχανισμός που έχει στηθεί γι΄ αυτό το σκοπό, αλλά αναρωτιέμαι συχνά αν είναι τόσο δύσκολο να αντιληφθούν ότι το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους καταλήγει στο αντίθετο του επιδιωκόμενου.
Μια πλειάδα στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που, υπό κανονικές συνθήκες, η παρουσία τους στη δημόσια ζωή θα περνούσε παντελώς απαρατήρητη, απολαμβάνουν, πλέον, ευρείας αναγνωρισιμότητας και έχουν, μάλλον, εξασφαλισμένη την επανεκλογή τους, επειδή το γαλάζιο επιτελείο, άλλοτε με τη χρήση της γνωστής «μονταζιέρας» και άλλοτε χωρίς τη χρεία της, τους κατέστησε πρωταγωνιστές της επικαιρότητας και κεντρικά τηλεοπτικά πρόσωπα, χάρις σε μια φραστική ακρότητα που, ηθελημένα ή όχι, εκστόμισαν.
Ακόμη χειρότερα, όμως, έχω την αίσθηση ότι είναι τα αποτελέσματα της προσπάθειας που καταβάλλεται από τα ίδια επιτελεία να μπουν στο «κρεβάτι του Προκρούστη» οι δηλώσεις ορισμένων σοβαρών πολιτικών της αξιωματικής αντιπολίτευσης που έχουν επίγνωση της πραγματικότητας και προσπαθούν να καθοδηγήσουν το κόμμα τους προς αυτή την κατεύθυνση.
Άκρως χαρακτηριστικός είναι θεωρώ ο κουρνιαχτός που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί γύρω από τις θέσεις του καθηγητή Γιώργου Σταθάκη, ο οποίος τις προηγούμενες ημέρες από τη συχνότητα του κομματικού σταθμού της παράταξης του είπε ορισμένες, μάλλον αυταπόδεικτες, αλήθειες, διαλύοντας τις βερμπαλιστικές ψευδαισθήσεις για το περίφημο «επαχθές χρέος» και την υποτιθέμενη διαγραφή του.
Αντί, λοιπόν, η υπεύθυνη στάση του να επικροτηθεί από την κυβέρνηση και να προβληθεί, αν θέλετε, και ως δικαίωση των προσπαθειών που υποτίθεται ότι καταβάλει για να πείσει τους εταίρους της χώρας να αναδιαρθρώσουν το χρέος, το επικοινωνιακό επιτελείο την είδε μόνον ως μια ακόμη αφορμή για να αναδείξει και να εκθέσει τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις στην αξιωματική αντιπολίτευση.
Η αλήθεια είναι ότι αν δεν είχαν πιάσει φωτιά οι κυβερνητικές «μονταζιέρες» για να προβάλλουν τις επίμαχες δηλώσεις του κ. Σταθάκη στον ραδιοσταθμό «Κόκκινο», αυτές μάλλον θα περνούσαν απαρατήρητες, αφού το ακροατήριο του συγκεκριμένου σταθμού δεν είναι και το πολυπληθέστερο που υπάρχει.  
Πιστεύουν, άραγε, στο Μαξίμου και στη Συγγρού ότι με τη διάσταση που οι ίδιοι έδωσαν στο ζήτημα, θα αποκομίσουν επικοινωνιακά οφέλη; Έχουν μήπως την αφελή εντύπωση ότι οι αποκαλούμενοι «νοικοκυραίοι», στους οποίους υποτίθεται ότι στοχεύουν, θα δυσαρεστηθούν επειδή η «Ίσκρα» του κ. Λαφαζάνη θα φιλοξενήσει επικριτικό αντίλογο; 
Την απάντηση, νομίζω, τη δίνουν οι δημοσκοπήσεις του τελευταίου διαστήματος και πιθανώς όσες θα ακολουθήσουν και θα αποτυπώνουν τις εντυπώσεις που δημιουργεί στην κοινή γνώμη η προπαγανδιστική τακτική που ακολουθείται, δίνοντας την εντύπωση ότι, επειδή δεν έχει να παρουσιάσει η ίδια θετικό απολογισμό, κατατείνει απελπισμένα στο να αποδείξει ότι «οι άλλοι» (μπορεί να) «είναι χειρότεροι». 
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 24.1.2014)

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Να ξέρει, άραγε, και για το σχέδιο των… ψεκασμών ο Γιωτόπουλος;

            Ο θεολόγος που διδάσκει το μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο της κόρης μου είναι απολύτως πεπεισμένος για το κρυφό σχέδιο των ψεκασμών και το… αποκάλυψε στους μαθητές του, καλώντας τους μάλιστα «να μην πιστεύουν τα πιόνια τους δημοσιογράφους που το κρύβουν από τους Έλληνες».  
            Όταν έγινα κοινωνός των διδαχών του, που περιείχαν και αρκετές λεπτομέρειες ακόμη και για τη σύνθεση των υλικών που ρίχνονται επί των κεφαλών μας («βάλιο και αλουμίνο»), έλυσα και την απορία που μου είχε δημιουργηθεί πριν από λίγους μήνες όταν σε δημοσκόπηση είχε βρεθεί ότι το 1/3 των Ελλήνων πιστεύει ότι «όντως μας ψεκάζουν».
Είχα τότε αναρωτηθεί, όπως και αρκετοί άλλοι από τον περίγυρό μου, αν το δημοσκοπικό αυτό εύρημα ήταν προϊόν παιγνιώδους διάθεσης των ερωτηθέντων ή αποτέλεσμα πραγματικής πεποίθησης, την οποία έχουν εδραιώσει σε πολλούς συμπολίτες μας οι φημολογίες που διακινούνται στον διαδικτυακό υπόκοσμο και έφθασαν να γίνουν ερωτήσεις στη Βουλή με την υπογραφή και -κατά τεκμήριο- σοβαρών πολιτικών, υποχρεώνοντας το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας να εκδώσει στις παραμονές των τελευταίων εκλογών επίσημες ανακοινώσεις για να εξηγήσει τα… ουράνια φαινόμενα.
            Σε μια χώρα, στην οποία οι θεολόγοι στα γυμνάσια, αντί να μεταφέρουν στα παιδιά τη συσσωρευμένη γνώση που (υποτίθεται ότι) αποκόμισαν από τις πανεπιστημιακές τους σπουδές για τις θρησκείες και το ρόλο τους στην ανάπτυξη της κοινωνίας, αναλώνουν τον χρόνο τους στις αίθουσες διδασκαλίας αναμασώντας συνομωσιολογικές θεωρίες, είναι μάλλον προφανές ότι μόνον σε αίσθηση χιούμορ δεν μπορεί να αποδώσει κανείς τις περί… ψεκασμών πεποιθήσεις τόσο πολλών συμπατριωτών μας.
            Δυστυχώς, στη χώρα που, κατά το κοινώς λεγόμενο, «δουλεύουν μόνον τα ρολόγια και τα κορόιδα», ένα -μάλλον μεγάλο- μέρος των συμπολιτών μας βολεύεται –και δικαιολογεί τη βολή του- με θεωρίες του τύπου «είναι όλα στημένα και προαποφασισμένα» που διατρέχουν σχεδόν όλες τις πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής: από το ποδόσφαιρο, όταν χάνει η… ομάδα μας, ως τη λεγόμενη «σόου μπιζ», που «κάνουν καριέρα μόνον όσοι είναι σε κυκλώματα», και από την οικονομία, που «φταίνε οι ξένοι γιατί μας φόρτωσαν με επαχθές χρέος» ως τη διεθνή πολιτική, στην οποία «οι πάντες βυσσοδομούν ενάντια στο ανάδελφο έθνος των Ελλήνων».
            Ένα ευχερές παράδειγμα, νομίζω, που αποκαλύπτει το εύρος της αποδοχής που έχουν αυτές οι θεωρίες είναι –υπό το φως και των τελευταίων εξελίξεων- το φαινόμενο της ακροαριστερής τρομοκρατίας που ταλαιπωρεί εδώ τέσσερις δεκαετίες την ελληνική κοινωνία και ένα μεγάλο μέρος της εξακολουθεί να το ερμηνεύει με όρους διεθνούς συνωμοσίας.
            Οι «μπαχαλάκηδες», άλλωστε, που, υπό τον μανδύα των αντιεξουσιαστών, αναστατώνουν κάθε τρεις και λίγο την πρωτεύουσα, δεν είναι παρά «προβοκάτορες», όπως τους αποκαλεί συχνά ένα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής Αριστεράς, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι κάθε φορά που συλλαμβάνονται από την Αστυνομία είναι τα στελέχη της που σπεύδουν να συμμετάσχουν σε κινήσεις για την απελευθέρωσή τους ή και να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισης.
Οι προφανείς, εξάλλου, αστοχίες ενός παράλυτου κράτους που οδήγησαν στην απελευθέρωση του Χριστόδουλου Ξηρού δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδίου το οποίο κατέστρωσαν ξένες δυνάμεις και εκτέλεσε η κυβέρνηση, όπως απεφάνθη ο έγκλειστος στον Κορυδαλλό Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, o οποίος δεν έχει κανένα πρόβλημα να κατηγορήσει ως «πράκτορα της CIA» έναν μέχρι πρότινος συγκρατούμενο του που καταδικάστηκαν για τις ίδιες δολοφονικές ενέργειες, κάποιες από τις οποίες στρεφόταν κατά Αμερικανών.
Το γεγονός ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών «έτριξε τα δόντια» στην ελληνική κυβέρνηση για την απόδραση του Ξηρού, απαιτώντας την άμεση σύλληψή του, είναι –κατά τον Γιωτόπουλο, αλλά, δυστυχώς, και τους πολλούς θιασώτες των εκτιμήσεων του- κι αυτό μέρος του (αμερικανικού) σχεδίου. Για τον θεωρούμενο ως αρχηγό της 17 Νοέμβρη η σκηνοθεσία με το «τρομο-μανιφέστο» που διάβασε o Ξηρός μπροστά από το βλοσυρό πορτρέτο του Κολοκοτρώνη, έγινε για να κοπεί –με εντολή Ομπάμα, προφανώς- από τον ίδιο η άδεια εξόδου από τις φυλακές.
Από την πλευρά της, η επίσημη Αριστερά έχει έτοιμη τη βολική εξήγηση ότι τον άφησαν ελεύθερο για να ξεφύγει η κυβέρνηση από τις επικοινωνιακές δυσκολίες που είχε με την τρόικα και τα σκάνδαλα και θα τον ξαναπιάσουν παραμονές των εκλογών, περίοδο κατά την οποία δεν αποκλείεται, πάντως, να ξαναδούμε στην «Αυγή» -υποβολιμαία από την… CIA- κείμενα που θα ζητούν την απελευθέρωση του Γιωτόπουλου και του Κουφοντίνα.
Με αυτά και με αυτά, ίσως δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν σε ένα από τα επόμενα κείμενα του Γιωτόπουλου διαβάσουμε ότι και το σχέδιο των ψεκασμών κατατείνει στο να παραμείνει ο ίδιος στη φυλακή. Άλλωστε, στην ίδια χώρα ζει με τον θεολόγο που διδάσκει στη μέση εκπαίδευση της, στη χώρα που επαίρεται ότι γέννησε τις επιστήμες και στην οποία οι τελευταίες, έχουν, πλέον, σηκώσει ψηλά τα χέρια…

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 22.1.2014)

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Ο ναύαρχος Τούμπας και οι σύγχρονοι κωλοτούμπες

Ο ναύαρχος Ιωάννης Τούμπας υπήρξε ένας από τους πιο μπαρουτοκαπνισμένους ήρωες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Διακρίθηκε και έτυχε διεθνούς αναγνώρισης για τα παράτολμα κατορθώματά του ως κυβερνήτης σκαφών του συμμαχικού στόλου που ναυμαχούσαν με γερμανικά υποβρύχια για τον έλεγχο της Μεσογείου.
Μεταπολεμικά έφθασε ως το αξίωμα του Αρχηγού Στόλου και μετά την αποστρατεία του πολιτεύθηκε, εκλεγόμενος ανελλιπώς από το 1956 βουλευτής με το Κέντρο. Στην πρώτη κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, το 1963, έγινε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και στην επόμενη που σχηματίστηκε λίγο αργότερα, μετά τη δεύτερη θριαμβευτική εκλογική νίκη της παράταξής του, ανέλαβε υπουργός Εσωτερικών.
Όταν, στις αρχές του -καθοριστικού για τις επελθούσες πολιτικές εξελίξεις- 1965, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου αποφάσισε να τον μετακινήσει από το υπουργικό πόστο, ο ναύαρχος Τούμπας, κατά τα δημοσιεύματα της εποχής, «αντετάχθη δια σοβαρούς εθνικού λόγους» στη διαδοχή του από τον Ηλία Τσιριμώκο, επειδή ο τελευταίος προερχόταν από την Αριστερά και ο Τύπος της αντιπολιτευόμενης τότε Δεξιάς τον αποκαλούσε «κατσαπλιά».
Ο τιμημένος στρατιωτικός, μάλιστα, ζήτησε ακρόαση από τον Βασιλιά για να διαμαρτυρηθεί, ενώ αρνήθηκε να συμμετάσχει στο νέο Υπουργικό Συμβούλιο του Παπανδρέου, με το επιχείρημα ότι η υπουργοποίηση του Τσιριμώκου οδηγούσε «εις Κυβέρνησιν Κερένσκυ», από το όνομα του τελευταίου πρωθυπουργού της τσαρικής Ρωσίας πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Επτά μήνες αργότερα, όπως εύστοχα σημειωνόταν πρόσφατα στη στήλη «Ο Φιλίστωρ» της Καθημερινής, ο ναύαρχος Τούμπας συμμετέσχε ως υπουργός Δημοσίων Έργων στη δεύτερη κυβέρνηση των «Αποστατών» που σχηματίστηκε με πρωθυπουργό τον Ηλία Τσιριμώκο, ο οποίος είχε πλέον τις ευλογίες του Παλατιού αλλά και όλων όσοι επιθυμούσαν την ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου.
Θυμήθηκα την υπόθεση αυτή με αφορμή τα όσα συμβαίνουν τελευταία στο Κοινοβούλιο με τις αποστασιοποιήσεις, τις μετακινήσεις και τις διαγραφές βουλευτών, που παραπέμπουν στα ακραία φαινόμενα πολιτικού αμοραλισμού που προηγήθηκαν των γεγονότων του 1965 και στις ανώμαλες πολιτικά εξελίξεις που επέφεραν.
Μισό αιώνα αργότερα, θα περίμενε κανείς ότι στο συλλογικό ιστορικό υποσυνείδητο η κάθε είδους αποστασία να ήταν μια πράξη απολύτως καταδικαστέα, όπως και οι συνεχείς «κωλοτούμπες» στις οποίες επιδίδονται εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του Έθνους. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι τα κόμματα ως συλλογικοί φορείς θα έπαυαν να είναι αρχηγικά και θα λειτουργούσαν με -στοιχειώδεις, έστω- δημοκρατικές διαδικασίες.
Δυστυχώς, ωστόσο, δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο, αφού ούτε τα κόμματα λειτουργούν δημοκρατικά, ούτε καταδικάζονται οι αποστασιοποιηθέντες, οι οποίοι τις περισσότερες φορές διατηρούν τις έδρες τους, με το επιχείρημα –βάσιμο, σε λίγες περιπτώσεις- ότι δεν παρέβησαν την –μάλλον… ευρύχωρη- δεοντολογία. Κάπως έτσι, μόνον στην τρέχουσα σύνθεση της Βουλής, που μετρά θητεία μόλις ενάμισι έτους, είναι περισσότεροι από 20 βουλευτές, οι οποίοι έχουν αλλάξει στέγη, είτε παραμένοντας «ανεξάρτητοι» είτε έχοντας ενταχθεί σε άλλες κοινοβουλευτικές ομάδες από εκείνες με τις οποίες εξελέγησαν.
Το ακόμη πιο απογοητευτικό, πάντως, είναι το πολύ χαμηλό επίπεδο που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο μέρος του σημερινού πολιτικού προσωπικού, προϊόν, προφανώς, των επιλογών θυμού που έκαναν πολλοί ψηφοφόροι στη δίδυμη εκλογική αναμέτρηση του 2012, στέλνοντας στη Βουλή πρόσωπα που δεν τιμούν το αξίωμα που κατέχουν.
Διότι όσο και αν συμφωνεί κάποιος με τις -μάλλον δικαιολογημένες-… συνταξιοδοτήσεις στις οποίες οδηγήθηκε ένα μεγάλο μέρος του παλαιού και, κατά πολλούς, φθαρμένου πολιτικού δυναμικού, δύσκολα μπορεί να εκφραστεί θετικά για τους αντικαταστάτες τους, αρκετοί εκ των οποίων συμπεριφέρονται, εντός και εκτός Βουλής, ως... τυχάρπαστα μέλη περιοδεύοντος θιάσου παρά ως υπεύθυνοι εκπρόσωποι σκεπτόμενων πολιτών.
Το αρχέτυπο του ψηφοθήρα βουλευτή που έδινε βάση στις πελατειακές σχέσεις, το οποίο επικράτησε τις προηγούμενες δεκαετίες, τείνει, δυστυχώς, να αντικατασταθεί από το νέο πρότυπο του θορυβοποιού πολιτικού, ο οποίος κερδίζει πόντους όχι επειδή ασκεί τα νομοθετικά και ελεγκτικά του καθήκοντα, για τα οποία εξελέγη, αλλά γιατί στήνει καβγάδες, εκτοξεύει απειλές και χρησιμοποιεί ακραίο βερμπαλιστικό λόγο που χαϊδεύει αυτιά.
Τουλάχιστον ο ναύαρχος Τούμπας, με τον οποίο ξεκίνησε τούτο το σημείωμα, μπορεί να αποστάτησε, αλλά έμεινε στην Ιστορία και για τις ηρωικές του πράξεις στα πραγματικά δύσκολα χρόνια της Κατοχής, ενώ μεταγενέστερα έγινε και Πρόεδρος στην Ακαδημία Αθηνών. Αναρωτιέμαι, για ποιους… ηρωισμούς μπορεί να μείνουν στη συλλογική μνήμη ορισμένοι από τους θορυβοποιούς του σήμερα, οι οποίοι, ελέω κρίσης, κάθονται στα κοινοβουλευτικά έδρανα, παρότι ψηφίστηκαν από 800 ή 1.000 συμπολίτες τους και χωρίς να έχουν να επιδείξουν κάποια ουσιώδη – επαγγελματική ή άλλη- διάκριση στην προηγούμενη ζωή τους…
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 16.1.2014)

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Ληστές και πατριδοκάπηλοι

             Μπορεί οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ να μην πέφτουμε δα και από τα σύννεφα με τα όσα έρχονται στο φως για τη μεγάλη λεηλασία που συντελέστηκε τα προηγούμενα χρόνια με τις προμήθειες στις Ένοπλες Δυνάμεις, αφού ο συγκεκριμένος τομέας υπήρξε πάντοτε σκοτεινός και τροφοδοτούσε διαρκώς υποψίες –βάσιμες, όπως αποδεικνύεται- για το μεγάλο «αλισβερίσι» που γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες και μέσα από κωδικοποιημένους τραπεζικούς λογαριασμούς.
            Ο ασκός του Αιόλου, ωστόσο, που άνοιξε τώρα και τα συντριπτικά στοιχεία που μεθοδικά, καθώς φαίνεται, συγκεντρώνονται από μια ομάδα ταγμένων στο καθήκον δικαστικών λειτουργών, αποκαλύπτουν ένα σκοτεινό πλέγμα διαπλοκής που αδιάντροπα απομυζούσε το υστέρημα του Έλληνα φορολογούμενου και αναμφίβολα απετέλεσε μια από τις κύριες αιτίες για τον ατελείωτο κοινωνικό πόνο τον οποίο υφιστάμεθα την τελευταία εξαετία και ποιος ξέρει για πόσο ακόμη.
Γιατί οι μίζες των εκατομμυρίων που κατέβαλαν οι εταιρίες κατασκευής οπλικών συστημάτων και τις οποίες ενθυλάκωσαν άπληστοι πολιτικοί και επίορκοι δημόσιοι λειτουργοί και αξιωματικοί είναι μια η όψη του πελώριου ζητήματος που ανακύπτει με την προφανή υπερκοστολόγηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων που πληρώσαμε με δανεικά, τα οποία θα βαρύνουν για πολλές ακόμη δεκαετίες τον ελληνικό λαό.
Υπάρχει, όμως, και η εξίσου αποκρουστική άλλη όψη της βορβορώδους αυτής υπόθεσης που είναι τα αχρείαστα και, ενδεχομένως, άχρηστα συστήματα, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων, τα οποία φορτώθηκαν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, αφού, όπως ομολογείται από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του σκανδάλου, βασικό κριτήριο επιλογής για τις προμήθειες δεν ήταν οι πραγματικές ανάγκες της αμυντικής θωράκισης της χώρας, αλλά το ύψος της μίζας που διένειμαν οι μεσάζοντες.
Ο τομέας των στρατιωτικών προμηθειών προφανώς και δεν είναι ο μόνος στον οποίο «έχτισαν» τις τελευταίες δεκαετίες τεράστιες περιουσίες διαφόρων ειδών «μιζαδόροι». Αλλά η συγκεκριμένη λεηλασία έχω την εντύπωση ότι είναι ιδιάζουσα, επειδή συνδεόταν με την πατριδοκαπηλία, ένα έγκλημα που κάνει απεχθέστερα τα αδικήματα όσων εμπλέκονται στο πελώριο αυτό σκάνδαλο και οι οποίοι, όπως φαίνεται, δεν είναι λίγοι.
Στο όνομα δήθεν της προστασίας του συμφέροντος της πατρίδας, επί χρόνια ολόκληρα οι στρατιωτικές προμήθειες θεωρούνταν «άβατο», το οποίο μπορούσαν να διαβούν μόνον όσοι κινούνταν στον περίγυρο της εκάστοτε ηγεσίας του υπουργείου Εθνικής Άμυνας –και συμμετείχαν στις διάφορες επιτροπές-, αποκλείοντας κάθε άλλον, ακόμη και το Κοινοβούλιο, που θα μπορούσε να είχε λόγο και άποψη για τα οπλικά συστήματα που προμηθευόμαστε και το βαρύ κόστος που επωμίζονταν οι Έλληνες φορολογούμενοι πολίτες. 
Επικαλούμενοι, τάχατες, το απόρρητο, για να μη διαρρεύσουν –υποτίθεται- το είδος και τα χαρακτηριστικά του εξοπλισμού μας στον «εχθρό», ο οποίος τις περισσότερες φορές προμηθευόταν τα ίδια συστήματα και πάντως μπορούσε να συλλέξει άπειρες πληροφορίες είτε από τις προμηθεύτριες εταιρίες είτε από ειδικά περιοδικά που έκαναν σχετικές αναλύσεις, οι πατριδοκάπηλοι ληστές συντηρούσαν σκοπίμως ένα καθεστώς απόλυτου σκότους, με προφανή στόχο να καλύπτονται οι δαιδαλώδεις διαδρομές των μιζών που κατέληγαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς των «μυημένων».
Μετά και τις πρόσφατες εξελίξεις, η ενθάρρυνση της Δικαιοσύνης να φέρει εις πέρας το τιτάνιο έργο της αποκάλυψης όλων όσοι έπαιρναν ή έδιναν μίζες είναι το λιγότερο που μπορεί να περιμένει κανείς από τη σημερινή κυβέρνηση ή και τις επόμενες, αν στην ηγεσία τους υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον να παταχθούν τα ειδεχθή αυτά εγκλήματα και να πειστεί ο ελληνικός λαός, με την επιστροφή και όσων από τα κλεμμένα μπορούν να ανακτηθούν από το δημόσιο, ότι κάτι πάει να αλλάξει στο φαύλο καθεστώς της ατιμωρησίας.
Παράλληλα, ωστόσο, με την αναγκαία δικαστική διερεύνηση όλων των πτυχών αυτού του πολύκροτου σκανδάλου, που τα οικονομικά μεγέθη του ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, η ελληνική Πολιτεία έχει χρέος, απέναντι στους χειμαζόμενους από την οικονομική κρίση πολίτες, να καταργήσει δια παντός το «άβατο» που έστησαν οι μιζαδόροι γύρω από τις αμυντικές προμήθειες.
Μόνον έτσι μπορεί να υπάρξει ελπίδα ότι δεν θα καταφέρουν να επαναλάβουν μια ανάλογη λεηλασία οι πατριδοκάπηλοι του σήμερα και του αύριο.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 7.1.2014)