Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

«Όταν δεν ξέρεις που πας, όλοι οι δρόμοι σε οδηγούν εκεί»


Τα νομικά δεν είναι –και δεν θα μπορούσαν να είναι- το «ισχυρό χαρτί» του προέδρου κ. Αλέξη Τσίπρα. Γι΄ αυτό και μόνο κακοί σύμβουλοι μπορούν να χαρακτηριστούν όσοι τον οδήγησαν στον χειρισμό που επέλεξε να κάνει στο ζήτημα του πολυνομοσχεδίου με την υποβολή της πρότασης μομφής κατά του υπουργού Οικονομικών κ. Γιάννη Στουρνάρα και εν συνεχεία κατά του προέδρου της Βουλής κ. Ευάγγελου Μεϊμαράκη.
Ο νομικός μανδύας, με τον οποίο θέλησε ο κ. Τσίπρας να επενδύσει μια σημαντική πολιτική πρωτοβουλία, όπως ήταν η πρόθεσή του να καθυστερήσει την ψήφιση της συμφωνίας με την τρόικα, αποδείχθηκε διάτρητος. Και δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη η κίνησή του, αφού το γήπεδο στο οποίο επεχείρησε να παίξει ήταν, εκ προοιμίου, άγονο για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και οι αντίπαλοί του, ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, εν προκειμένω, είχαν αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα.
Το κρίσιμο, όμως, λάθος του κ. Τσίπρα, δεν είναι τόσο ότι δεν είχε έτοιμη πειστική επιχειρηματολογία –δείγμα ότι η πρότασή του δεν είχε τύχει ανάλογης επεξεργασίας- για να αντικρούσει την κυβερνητική απόρριψη, όσο ότι έδειξε ανέτοιμος να αξιοποιήσει την κοινοβουλευτική συζήτηση για να προβάλει μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας που είναι το ζητούμενο για κάθε αξιωματική αντιπολίτευση που θέλει να δώσει την εντύπωση ότι βαδίζει ακάθεκτη προς την κυβέρνηση.  
Άλλωστε, ακόμη και αν η κυβέρνηση αποδεχόταν τη δική του, ανίσχυρη, ερμηνεία και διακοπτόταν η συζήτηση του πολυνομοσχεδίου για να προηγηθεί η πρόταση δυσπιστίας κατά του υπουργού Οικονομικών, τα ενδεχόμενα επικοινωνιακά κέρδη που προσδοκούσαν οι συνεργάτες του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ από τον κοινοβουλευτικό αιφνιδιασμό που επιστράτευσε, μάλλον θα ήταν μικρότερα από τη ζημιά που, ούτως ή άλλως, του προκαλεί ο ανέξοδος και στείρος ακτιβισμός στον οποίο επιδόθηκε.
Δεν χρειάζεται, εξάλλου, κανείς να ενστερνίζεται την κυβερνητική επιχειρηματολογία για να διαπιστώσει ότι η αμφισβήτηση του πρωτογενούς πλεονάσματος ή η εκ των προτέρων διαμαρτυρία για το ενδεχόμενο επιστροφής της χώρας στις αγορές, μαρτυρούν ότι η αξιωματική αντιπολίτευση επενδύει στην αποτυχία της κυβέρνησης που στην παρούσα συγκυρία περισσότερο παρά ποτέ ταυτίζεται με την καταστροφή της χώρας.
Από μια υπεύθυνη αντιπολίτευση που φιλοδοξεί –και μάλιστα «οσονούπω», όπως ισχυρίζονται τα στελέχη της- να κυβερνήσει τη χώρα, το αναμενόμενο είναι να αξιοποιήσει μια τόσο κρίσιμη κοινοβουλευτική διαδικασία για να αποδομήσει άρθρο προς άρθρο και διάταξη προς διάταξη τη συμφωνία με την τρόικα και να αντιπαραβάλει τις εναλλακτικές προτάσεις της για όλα τα κρίσιμα ζητήματα που ρυθμίζονται με το κυβερνητικό πολυνομοσχέδιο.
Δυστυχώς, όμως, το προφανές άγχος που, όπως φαίνεται, καταλαμβάνει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ από τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν, η μια μετά την άλλη, να διαψεύδουν τις ελπίδες της να κατακτήσει την εξουσία, άκοπα και μόνον από τα λάθη των κυβερνώντων, όπως είχε προεξοφλήσει, αντί να τους οδηγεί σε αναθεώρηση της τακτικής του «ώριμου φρούτου» που ακολουθούν από την επομένη των τελευταίων βουλευτικών εκλογών, τους κάνει να επιμένουν στην αφελή στρατηγική ότι η κυβέρνηση θα πέσει «εκ των έσω».   
Στην αρχή ήταν οι λαϊκές κινητοποιήσεις που θα ανέτρεπαν την κυβερνητική πολιτική και θα εκφραζόταν με το… σκίσιμο του Μνημονίου στο Σύνταγμα. Μετά ήρθαν οι εκκλήσεις προς τους κυβερνητικούς βουλευτές να καταψηφίσουν τα νομοσχέδια. Στην πρώτη περίπτωση αποκαλύπτεται η αδυναμία να ερμηνευθεί το πραγματικό λαϊκό αίσθημα. Ενώ στη δεύτερη αναδεικνύεται η δυσκολία να εκτιμηθεί το αίσθημα αυτοσυντήρησης των  βουλευτών.  
Το αποτέλεσμα όλων αυτών το είδαμε την Κυριακή τόσο στις λαϊκές κινητοποιήσεις όσο και στην ψήφο των βουλευτών. Πολύ περισσότερο, όμως, το είδαμε στις έρευνες της κοινής γνώμης που δείχνουν την αξιωματική αντιπολίτευση καθηλωμένη. Και, παρά τα σκληρά μνημονιακά μέτρα των τελευταίων είκοσι μηνών, να εμφανίζεται αδύναμη να συσπειρώσει ακόμη και πολίτες που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 και είδαν τις προσδοκίες τους να διαψεύδονται.
Τι άλλο, άραγε, από έλλειψη πειστικής εναλλακτικής πρότασης εξουσίας αποκαλύπτει αυτό; Και ποιος μπορεί να ελπίσει ότι κοινοβουλευτικοί τακτικισμοί με προσχηματικές προτάσεις μομφής μπορούν να καλύψουν το τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας που δείχνει να βαραίνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και αναδύεται μέσα από τις κραυγαλέες εσωτερικές προγραμματικές αντιφάσεις και τις αλλοπρόσαλλες επιλογές προσώπων στις αυτοδιοικητικές εκλογές;         
Με αυτά και με πολλά άλλα έχω την αίσθηση ότι στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να βρίσκει την εφαρμογή του ο αφορισμός του Άγγλου συγγραφέα Λιούις Κάρολ, σύμφωνα με τον οποίο «όταν δεν ξέρεις που πας, όλοι οι δρόμοι σε οδηγούν εκεί».

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Οι αυτάρεσκες ηθικοπλασίες του κ. Χατζηδάκη

            «Οι ρυθμίσεις που προωθούνται στο πλαίσιο της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ είναι ρυθμίσεις που θα λειτουργήσουν προς όφελος των καταναλωτών», απεφάνθη ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Κωστής Χατζηδάκης σε δηλώσεις στις οποίες προέβη από την ασφάλεια του γραφείου του στην Πλατεία Συντάγματος.
Ήταν τόσο σίγουρος γι΄ αυτά τα οποία έλεγε που έδειχνε να αδιαφορεί πλήρως για τα όσα διαδραματιζόταν μερικές εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα, στο κτίριο της Βουλής. Εκεί, αλλόφρονες οι συνάδελφοί του βουλευτές, που μόλις είχαν επιστρέψει από τις περιφέρειες τους, προσπαθούσαν ματαίως να πληροφορηθούν για το τι μέλλει γενέσθαι με το περίφημο πολυνομοσχέδιο που υλοποιεί την συμφωνία με την τρόικα και το οποίο καλούνται οσονούπω να ψηφίσουν χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για το περιεχόμενό του.
Φαίνεται, όμως, ότι για τον κ. Χατζηδάκη, που συμπεριφέρεται ως να είναι ο κάτοχος της εξ αποκαλύψεως αληθείας, η άγνοια των βουλευτών και η ντροπή που ένοιωθαν αρκετοί εξ αυτών για το γεγονός ότι γινόταν δέκτες διαμαρτυριών, ακόμη και λοιδοριών, χωρίς να μπορούν να δικαιολογήσουν τη στάση τους, δεν συνιστά σοβαρό ζήτημα.
Γι΄ αυτό και προφανώς δήλωνε «βέβαιος ότι, όταν οι συνάδελφοι της πλειοψηφίας διαβάσουν στις λεπτομέρειές τους αυτές τις ρυθμίσεις, θα τις στηρίξουν». Πότε, όμως, θα τις διαβάσουν οι συνάδελφοί του αυτές τις λεπτομέρειες; Μάλλον ποτέ, αφού ο χρόνος που θα έχουν στη διάθεσή τους δεν θα επαρκεί ούτε για την ανάγνωση των ρυθμίσεων που θα φθάσουν στη Βουλή την παραμονή της ψήφισης τους.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή, πάντως, ήταν η αλλαζονική βεβαιότητα με την οποία ο υπουργός Ανάπτυξης προεξόφλησε την αποδοχή των «θέσφατων» που συνομολόγησε ο ίδιος με τους τεχνοκράτες της τρόικας. «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ψηφίσουμε στη Βουλή των Ελλήνων να έχουμε στην πατρίδα μας ακριβό γάλα, ακριβά φάρμακα, ακριβά είδη πρώτης ανάγκης», δήλωσε.
Και με αυτάρεσκη ηθικοπλασία, ως άλλος… Μωυσής που μετέφερε στον… αμαρτωλό λαό τις εντολές των «Θεών», συμπλήρωσε: «Οι ρυθμίσεις αυτές είναι για τους πολλούς ανυπεράσπιστους καταναλωτές, είναι μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να γίνουν εδώ και δεκαετίες. Η κυβέρνηση τις προχωρεί και είμαι βέβαιος ότι πολιτικά θα τις πιστωθεί».
Με άλλα λόγια, τώρα που θα τσακιστούν οι… δυνάστες Έλληνες αγελαδοτρόφοι και εν γένει οι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι εμποδίζουν τη χώρα να μπει στο δρόμο της ανάπτυξης, θα δούμε όλοι το φως το αληθινό.
Τα αδηφάγα καρτέλ της αγοράς που κρατούν τις τιμές στα ύψη, παρά την τεράστια εσωτερική υποτίμηση που μας επέβαλαν οι νεοφιλελεύθεροι «πάπες» της τρόικας, έντρομα θα υποχωρήσουν από το φόβο μην πνιγούν από τους κρουνούς του εισαγόμενου γάλακτος που θα ανοίξουν με τις… χατζιδάκειες μεταρρυθμίσεις.
Ο… ξεροκέφαλος πληθωρισμός που επιμένει άκαμπτος, παρά την καταβαράθρωση των εισοδημάτων που υπέστημεν όλοι την εξαετία της υφεσιακής μέγγενης, θα υποκλιθεί ενώπιον της σιδηράς αποφασιστικότητας που επιδεικνύει ο χαλκέντερος υπουργός Ανάπτυξης, προχωρώντας ακάθεκτος στην αύξηση της διάρκειας ζωής του παστεριωμένου γάλακτος.
Άλλωστε, στα δύο χρόνια που συμπληρώνει σε λίγο καιρό στο υπουργείο Ανάπτυξης, ο φέρελπις πολιτικός, που ξεκίνησε την καριέρα του από «τας Ευρώπας», έχει λύσει όλα τα άλλα ζητήματα που αφορούν τον ευρύ τομέα κυβερνητικής ευθύνης που του ανέθεσε ο σημερινός πρωθυπουργός, συνεκτιμώντας ίσως και την προϋπηρεσία του στην κυβέρνηση Καραμανλή.
Ως γνωστόν ο κ. Χατζηδάκης έχει πατάξει όλα τα γραφειοκρατικά εμπόδια στην επιχειρηματικότητα. Έχει εκτοξεύσει την απορροφητικότητα των κοινοτικών πόρων. Έχει απογειώσει τα επενδυτικά σχέδια. Έχει βάλει τάξη στην αγορά. Και επί των ημερών του το «καλάθι της νοικοκυράς» είναι μονίμως γεμάτο. Το μόνο που του είχε ξεφύγει ήταν το παστεριωμένο γάλα που απειλούσε το «success story» της εθνικής μας οικονομίας. Ε, το αντιμετωπίζει και αυτό τώρα.
Συμφέροντα, είπατε; Όχι, βέβαια. Ο κ. Χατζηδάκης δεν έχει ιδέα από αυτά. Εκείνος, είναι ένας πιστός εντολοδόχος των «Θεών» που νοιάζεται για τους… ανυπεράσπιστους καταναλωτές (άλλο αν οι τελευταίοι δεν το νοιώθουν) και πασχίζει για έναν, όπως λέει ο ποιητής, «όμορφο κόσμο, ηθικό, αγγελικά πλασμένο»...

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Οι σκιαμαχίες για το γάλα

            Η υπόθεση με το γάλα αναδεικνύει όλες τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και κυρίως την αδυναμία του να οργανώσει έναν στοιχειώδη διάλογο για μείζονα ζητήματα που αφορούν την ελληνική κοινωνία, είτε από την πλευρά του παραγωγού είτε από τη σκοπιά του καταναλωτή.
            Ας πάρουμε ένα προς ένα προς ένα προς ένα τα δεδομένα που συνθέτουν το θέμα που κυριαρχεί στην τρέχουσα επικαιρότητα και η συζήτησή του γίνεται με όρους σκιαμαχιών για την κυβερνητική σταθερότητα ή τη διαμάχη εκπροσώπων της υπαίθρου και των αστικών κέντρων που αφήνουν στο περιθώριο την ουσία που είναι η έξοδος από την οικονομική κρίση.
Ποιος, κατ΄ αρχήν, αποφάσισε ότι η αγορά γάλακτος στην Ελλάδα είναι προβληματική και πρέπει να υποστεί αλλαγές; Η ελληνική κυβέρνηση, αποφεύγοντας τις ευθύνες της να καταρτίσει ένα στοιχειώδες σχέδιο εξόδου από την κρίση, ανέθεσε στον ΟΟΣΑ να συντάξει μια έκθεση και οι προτάσεις στις οποίες κατέληξαν οι τεχνοκράτες του διεθνούς οργανισμού υιοθετήθηκαν ως «θέσφατο» από την τρόικα.
            Ποιες είναι αυτές οι προτάσεις; Λίγοι τις γνωρίζουν. Και πάντως δεν τις γνωρίζουν αρκετοί από τους καθ΄ ύλην αρμοδίους. Δεν τις γνωρίζει, πρωτίστως, το υπουργικό συμβούλιο –αλήθεια υπάρχει αυτό το θεσμικό όργανο ή… καταργήθηκε με κάποια μνημονιακή τροπολογία και δεν το… πήραμε είδηση;-, όπως δεν τις γνωρίζει και η Βουλή που θα κληθεί –υποτίθεται- να αποφασίσει.  
            Οι αρμόδιοι για την αγροτική παραγωγή υπουργοί αποκλείστηκαν από τον διάλογο που έγινε με τους εκπροσώπους της τρόικας. Και ευλόγως προκύπτουν ερωτήματα αν κάποιος εξήγησε στους εκπροσώπους των δανειστών της χώρας ότι δεν μπορεί να ξεκληριστεί ένας ολόκληρος παραγωγικός κλάδος, όπως είναι η ελληνική κτηνοτροφία, σε μια εποχή που η Ελλάδα, ούσα ελλειμματική στα τρόφιμα, έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη να προστατεύσει τον πρωτογενή τομέα της παραγωγής της.
            Ο αντίλογος που διατυπώνεται ότι προέχουν τα συμφέροντα των καταναλωτών που είναι περισσότεροι από τους παραγωγούς, μπορεί να ακούγεται βάσιμος, δεν είναι, όμως, πειστικός. Και πρώτα –πρώτα διότι όποιος έχει αίσθηση των πραγμάτων, εύκολα αναγνωρίζει ότι το μεγαλύτερο έλλειμμα που έστειλε την Ελλάδα στα βράχια της χρεοκοπίας ήταν πρωτίστως εκείνο του ισοζυγίου των εξωτερικών συναλλαγών της χώρας που αποτέλεσε τη βάση για τον υπερδανεισμό και όλα τα δεινά που αυτός επέφερε. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να έχει εντρυφήσει κανείς τον Ντέιβιντ Ρικάρντο για να αντιληφθεί ότι όταν μια χώρα εισάγει τα πάντα, δεν έχει καμία τύχη στον διεθνή καταμερισμό. 
            Επιπλέον, η ελληνική αγορά είναι από ετών ελεύθερη για τις εισαγωγές γάλακτος, αφού, καλώς ή κακώς, είμαστε ελλειμματική ως χώρα και σε αυτόν τον τομέα. Όπως και στο κρέας και σε τόσα άλλα αγαθά της πρωτογενούς παραγωγής, με εξαίρεση τα ψάρια και τα νωπά φρούτα. Τα εισαγόμενα προϊόντα, από τα σκόρδα Κίνας ως τα φασόλια Τουρκίας και από τα αμύγδαλα Μολδαβίας ως τα λεμόνια Αργεντινής, μπαίνουν χωρίς εμπόδια στην αγορά μας. Πολλές φορές, μάλιστα, από αβελτηρία των ελεγκτικών μηχανισμών, βαφτίζονται «ελληνικά» για να μπορούν να πωλούνται ακριβότερα και να προσελκύουν τους συνήθως ανυποψίαστους καταναλωτές.
            Στην ελληνική αγορά υπάρχουν διάφορα γάλατα και ο καταναλωτής έχει δυνατότητα επιλογής. Γι΄ αυτό και η ισοπέδωση που λέγεται ότι επιχειρείται –αφού την τελική ρύθμιση, όπως προείπαμε, λίγοι τη γνωρίζουν- δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Στοιχειώδης υποχρέωση μιας ευνομούμενης πολιτείας είναι να επιβάλει κανόνες για την  προστασία και των παραγωγών και των καταναλωτών.
            Η σήμανση, για παράδειγμα, για την προέλευση του γάλακτος είναι ένα μέτρο που δεν προστατεύει μόνον τον παραγωγό, αλλά και τον καταναλωτή. Όπως το ίδιο συμβαίνει και με την ευκρινή αναγραφή στις συσκευασίες του γάλακτος για την επεξεργασία που έχει υποστεί, αν, δηλαδή, είναι γάλα υψηλής ή χαμηλής παστερίωσης.
Το ελληνικό γάλα, όντως, είναι ακριβότερο από το εισαγόμενο, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός είναι σοβαρός λόγος για να καταστρέψουμε την εγχώρια παραγωγή, ακόμη και αν ορισμένοι αφελώς φανατικοί διατείνονται ότι αφορά μόνον «τριάμισι χιλιάδες ανθρώπους» (!). Πολύ περισσότερο που κάποιος μπορεί να επιλέξει το φθηνότερο γάλα μακράς διαρκείας που εισάγεται από το εξωτερικό. Είτε, όμως, επιλέξει ελληνικό ακριβό, είτε εισαγόμενο φθηνό, το μείζον είναι να ξέρει ο καταναλωτής τι αγοράζει.
Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να καταστρέψουμε την παραγωγή μας, μόνον και μόνον για να γίνει ευκολότερη η εισαγωγή μεγαλύτερων ποσοτήτων από το εξωτερικό, όπως φαίνεται να είναι η επιδίωξη όσων επιβάλουν τη λεγόμενη «απελευθέρωση» της αγοράς γάλακτος.     
            Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αντιδράσεις που εκδηλώνονται από ορισμένους βουλευτές –έστω και αν κάποιοι περιλαμβάνονται στους «συνήθεις υπόπτους» και θα εύρισκαν, ούτως ή άλλως, έναν λόγο για να διαμαρτύρονται- δεν μπορεί να χαρακτηρίζονται εκ προοιμίου αδικαιολόγητες. Όσο οι αποφάσεις επιβάλλονται «απ΄ έξω» και εκείνοι που καλούνται να τις επικυρώσουν δεν έχουν λόγο γι’  αυτές, δεν μπορεί να ελπίζει κανείς ότι οι λύσεις που δίνονται εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Το χειρότερο, δε, όλων είναι ότι ακόμη και αν στο τέλος βρεθεί η βέλτιστη λύση, οι εντυπώσεις που θα έχουν μείνει στους πολίτες από τις σκιαμαχίες που προηγήθηκαν θα είναι τέτοιες που δεν θα πείθουν κανέναν. Και αυτό είναι μάλλον πιο βλαπτικό για την πολιτική σταθερότητα από αν πουν ένας ή δύο βουλευτές «όχι» στην επίμαχη ρύθμιση.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Η παγίδα του Σταύρου στον «πονηρεμένο» πρύτανη

«Αν έκανα εγώ κόμμα, θα μου αφιέρωνε κάποια εφημερίδα οκτώ σελίδες;», ήταν η απορία που διατύπωνε ο -κατά δήλωσή του- μη «απονήρευτος» πρύτανης του ΑΠΘ κ. Γιάννης Μυλόπουλος που συμμετείχε σε μια από τις μεταμεσονύκτιες τηλεοπτικές εκπομπές που ήταν σχεδόν αποκλειστικά αφιερωμένες στο φαινόμενο του νεοπαγούς πολιτικού σχηματισμού που ίδρυσε ο Σταύρος Θεοδωράκης.
            Με την απορία του αυτή ο, κατά την εκτίμησή του, «πονηρεμένος» κ. πρύτανης είχε την πρόθεση να καταγγείλει –με τη γνωστή συνωμοσιολογική νοοτροπία που διακρίνει μια μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας- ότι «Το Ποτάμι» δεν είναι παρά ένα δημιούργημα κάποιων… σκοτεινών κύκλων, οι οποίοι εν κρυπτώ και παραβύστω συγκεντρώθηκαν μια νύχτα και αποφάσισαν με πόσες… σελίδες εφημερίδας θα στηρίξουν το κόμμα του κ. Θεοδωράκη και όχι εκείνο του κ. Μυλόπουλου.
            Για κάποιον, πάντως, προσεκτικό τηλεθεατή, ο οποίος δεν είχε τη διάθεση να δει εκείνη την ώρα ταινία και προτιμούσε να παρακολουθήσει ένα από τα πολλά πολιτικά talk show που μεταδιδόταν παράλληλα σε περισσότερα του ενός κανάλια, ήταν εύκολο να διαπιστώσει ότι ο κ. Μυλόπουλος πρέπει να είναι ένας από εκείνους που μετέχουν στη… συνωμοσία υπέρ του Σταύρου Θεοδωράκη.
Πως αλλιώς, άραγε, μπορεί να ερμηνευτεί το γεγονός ότι ο κ. πρύτανης αποδέχθηκε πρόσκληση και συμμετείχε σε μια εκπομπή στην οποία μοναδικό θέμα συζήτησης ήταν «Το Ποτάμι», το οποίο, μάλιστα, είχε την πρόνοια να μην στείλει εκπρόσωπό του στη συγκεκριμένη εκπομπή, ούτε σε κάποια άλλη από τις υπόλοιπες που μεταδιδόταν την ίδια ώρα;
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό με πόση ευκολία πρόσωπα που ενδύονται την τήβεννο του ακαδημαϊκού δασκάλου και διεκδικούν ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας αναπαράγουν απόψεις του τύπου «όλα στημένα είναι, δεν τα βλέπεις;», όπως αυτές που κυκλοφορούν στους ελληνικούς καφενέδες και στα στέκια των ποδοσφαιρόφιλων, όπου για τους χαμένους της αγωνιστικής φταίει παγίως η «πουλημένη διαιτησία».
Αν υπάρχει, όντως, ένα αληθινό «στήσιμο» σε αυτή την υπόθεση, που μονοπωλεί το ενδιαφέρον της δημοσιότητας τις τελευταίες τρεις εβδομάδες που παρήλθαν από την αναγγελία του Σταύρου Θεοδωράκη για το «Ποτάμι», είναι η αναμφισβήτητη παγίδα που έχει στήσει ο γνωστός τηλεδημοσιογράφος στο παραδοσιακό πολιτικό και μηντιακό σύστημα, που δείχνει, με τις σπασμωδικές αντιδράσεις του, πόσο σαθρό και πόσο παρωχημένο είναι.
Δεν υπάρχει προηγούμενο στη σύγχρονη πολιτική ιστορία που ένα κόμμα τριών μόλις εβδομάδων να έχει προκαλέσει τόσο μεγάλη ταραχή στις κατεστημένες δυνάμεις. Προτού καν αποκτήσει μια στοιχειώδη οργανωτική δομή και ξεδιπλώσει το όποιο πολιτικό στίγμα μπορεί να εκπέμψει. Και το οποίο, πάντως, μέχρι στιγμής περιορίζεται σε ένα συμπίλημα από γενικόλογες κοινοτυπίες.    
Το ξεχωριστό, όμως, στην περίπτωσή του είναι ότι οι επικριτές του, σε αυτή τουλάχιστον τη φάση, γίνονται οι καλύτεροι προωθητές του. Οι επιθέσεις για «διαπλοκή» που δέχεται «Το Ποτάμι» προτού καν εμφανιστεί στην πολιτική κονίστρα, αντί να περιορίζουν την απήχησή του, την εκτοξεύουν, όπως μαρτυρούν η μια μετά την άλλη οι δημοσκοπήσεις, παρόλο που και αυτές για τους αθεράπευτα συνωμοσιολόγους «είναι στημένες».
Ο ιδρυτής του «Ποταμιού» δείχνει να παίζει το παιχνίδι με τους δικούς του κανόνες και με τους δικούς του όρους. Απέχει ο ίδιος συνειδητά από τους τηλεκαβγάδες που γίνονται για το δημιούργημά μου. Ενώ έβγαλε «απαγορευτικό» τηλεοπτικών εμφανίσεων και για όσους τον πλαισιώνουν. Άφησε, έτσι, να μιλούν για εκείνον οι αντίπαλοί του, οι οποίοι, όπως φαίνεται, με τον τρόπον που το κάνουν, αποδεικνύονται οι αποδοτικότεροι διαφημιστές του.  
Είναι δύσκολο να προδικάσει κανείς ποια ακριβώς θα είναι η κατάληξη του νέου κόμματος στις εννιάμισι εβδομάδες που μας χωρίζουν από τις ευρωκάλπες του Μαΐου, οπότε και θα δοκιμαστεί η πραγματική απήχησή του στην ελληνική κοινωνία. Και πολύ περισσότερο είναι παρακινδυνευμένο να προβλέψει κάποιος αν στην περίπτωση του κ. Θεοδωράκη θα βρει εφαρμογή η ρήση «εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος», που είχε χρησιμοποιήσει ο Γεώργιος Παπανδρέου για έναν ανάλογο «εισοδιστή» στην πολιτική, τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα.
Το μόνο βέβαιο, από τα μέχρι τώρα δεδομένα, είναι ότι όσο του επιτίθενται οι επαγγελματίες της πολιτικής, όπως ο «πονηρεμένος» κ. πρύτανης, και κυρίως όσοι έχουν ήδη ραμμένα στη γκαρνταρόμπα τους τα κοστούμια της επερχόμενης εξουσίας, «Το Ποτάμι» θα φουσκώνει. Γιατί όλο και πιο πολλοί προβληματισμένοι και σκεπτόμενοι πολίτες διαπιστώνουν την άνυδρη γη της πολιτικής πραγματικότητας που βιώνουμε. Και θέλουν να την αλλάξουν. Όχι για να γυρίσουν πίσω. Αλλά για να προχωρήσουν μπροστά.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Κεντροαριστερά και Κρίση είναι συγκοινωνούντα δοχεία

Όσοι πιστεύουν ότι η Κρίση που διέρχεται η χώρα είναι πρωτίστως πολιτική, προφανώς και δεν εκπλήσσονται για τα όσα συμβαίνουν στο ΠΑΣΟΚ και στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς. Αν δεν βολεύεται κάποιος πίσω από απλοϊκά ερμηνευτικά σχήματα και διαχωρισμούς σε «μνημονιακά» και «αντιμνημονιακά» στρατόπεδα, εύκολα αναγνωρίζει τους πολυπαραγοντικούς πολιτικούς λόγους για τους οποίους η Ελλάδα παγιδεύτηκε στο Μνημόνιο και δεν μπορεί να ξεφύγει επειδή ακριβώς δεν έχουν αναιρεθεί τα αίτια που μας έφεραν εδώ που είμαστε.
            Η παρεοκρατία και η έλλειψη συνεργατικού πνεύματος, ο αμοραλισμός και η προσχηματική στοίχιση με όρους προσωπικού βολέματος, ο αριβισμός και η καθυπόταξη των θεσμικών λειτουργιών στην υπηρεσία της προσωπικής ανέλιξης, η κατασκευή –εσωτερικών ή εξωτερικών- εχθρών και η μόνιμη επωδός της μετάθεσης των ευθυνών στους «άλλους», υπήρξαν και, δυστυχώς, παραμένουν βασικά συστατικά του τρόπου λειτουργίας του εγχώριου πολιτικού συστήματος.
Τα φαινόμενα αυτά που διατρέχουν οριζόντια όλο το πολιτικό σκηνικό, βρήκαν την αποθέωσή τους στο ΠΑΣΟΚ, στα στελέχη του για την ακρίβεια, τα οποία, επειδή υπήρξαν επί δεκαετίες βασικός πυλώνας του πολιτικού συστήματος, παραμένουν εμποτισμένα με αυτές τις νοοτροπίες. Τις νοοτροπίες που, κακά τα ψέματα, είναι εκείνες που έθρεψαν τις πελατειακές σχέσεις και την αποκαλούμενη παροχολογία, που τάισαν το τέρας της διαφθοράς και θέριεψαν τη διαπλοκή. 
Για όσους δεν είναι τυφλωμένοι από τα κομματικά πάθη, δεν είναι το ΠΑΣΟΚ που εφηύρε τις πελατειακές σχέσεις και την παροχολογία –ποιος, άλλωστε, ξέχασε τις επιταγές που μοίραζε ο Γεώργιος Ράλλης την παραμονή των εκλογών του 1981;- ούτε τα στελέχη του είναι τα μόνα που βαρύνονται με τα αμαρτήματα της διαπλοκής και της διαφθοράς, αμαρτήματα που είναι παρόντα στον δημόσιο βίο πριν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους.
Καλώς ή κακώς, όμως, το ΠΑΣΟΚ φέρει τις βαρύτερες ευθύνες για όσα συνέβησαν στον τόπο τα προηγούμενα χρόνια, όχι μόνον επειδή κυβέρνησε το μεγαλύτερο διάστημα της τελευταίας τεσσαρακονταετίας, αλλά κυρίως διότι από δύναμη αλλαγής της κοινωνίας, όπως εμφανίστηκε τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του αλλά και σε κάποιες φάσεις της δράσης του μεταγενέστερα, μετατράπηκε σε φορέα αναπαραγωγής και μεγέθυνσης σχεδόν όλων των αρνητικών παραγόντων που έχουν οδηγήσει στη σημερινή κρίση.    
            Γι΄ αυτό και μετά από όσα έγιναν την τελευταία τετραετία, το μεγαλύτερο δυστύχημα είναι ότι τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ στην πλειονότητά τους δεν κάνουν καμία προσπάθεια αποτοξίνωσης από αυτές τις παρωχημένες νοοτροπίες, δείχνοντας να μην αντιλαμβάνονται ότι στην πραγματικότητα πριονίζουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται και οσονούπω θα τους οδηγήσει όλους μαζί σε μια ανεπίστρεπτη πτώση.
            Καθώς γράφω όλα τούτα, αναλογίζομαι ποια εντύπωση μπορεί να αποκόμισε ο Γερμανός πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου κ. Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος, ως υποψήφιος των ευρωσοσιαλιστών για την προεδρία της Κομισιόν, βρέθηκε  τις προηγούμενες μέρες στη χώρα μας και συμμετείχε στη Συνδιάσκεψη της νεοϊδρυθείσας «Ελιάς», από την οποία απουσίαζε ο πρώην πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου και η πλειονότητα των πολιτικών του φίλων.
            Τι είναι, άραγε, αυτό που χωρίζει τη σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ με την προηγούμενη; Και γιατί ο κ. Σουλτς έπρεπε να φύγει από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας που συνεδρίαζε η «Ελιά» για να συναντήσει τον κ. Φώτη Κουβέλη, ο οποίος –με πρώην υπουργούς του ΠΑΣΟΚ στην προμετωπίδα- έκανε το δικό του συνεργατικό σχήμα, παρότι δηλώνει κι εκείνος ευρωσοσιαλιστής;
            Δεν ξέρω ποιος ευθύνεται λιγότερο ή περισσότερο γι΄ αυτούς τους μικρούς «εμφυλίους» που συμβαίνουν όλο και συχνότερα στην πολύπαθη Κεντροαριστερά. Δεν έχει νόημα, άλλωστε, ο επιμερισμός της ευθύνης όταν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές καλύπτονται πίσω από προσχηματικές δικαιολογίες για να στηρίξουν τις θέσεις τους και δεν ομολογούν τις μύχιες επιδιώξεις τους, καταφεύγοντας σε προφάσεις («εν αμαρτίαις», προφανώς).
            Πιστεύει, για παράδειγμα, ο κ. Κουβέλης ότι τον «πούλησε» ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ το περασμένο καλοκαίρι με την κρίση της ΕΡΤ; Ας μιλήσει ανοικτά και ας εξηγήσει αναλυτικά τι διημείφθη μεταξύ τους. Είναι η παρουσία του κ. Βενιζέλου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ο μόνος λόγος για τον οποίο η ΔΗΜΑΡ δεν συμπορεύεται με την «Ελιά»; Δεν έχει παρά το πει δημόσια, αντί να μαζεύει γύρω του κάθε… πονεμένο πρώην στέλεχος του ΠΑΣΟΚ που πηγαίνει κοντά του καθοδηγούμενο από κάποιο παλαιό ή νεότερο γινάτι.   
Φοβάται, πραγματικά, ο κ. Παπανδρέου ότι ο κ. Βενιζέλος με την «Ελιά» καταργεί το «μαγαζί» που έστησε ο πατέρας του; Ας βγει ανοικτά και ας αντιδράσει από τώρα, χωρίς να περιμένει να επωφεληθεί από τη συντριβή των ευρωεκλογών. Είναι πεπεισμένος ο πρώην πρωθυπουργός ότι θα ήταν καλύτερα με τον ίδιο στο κομματικό τιμόνι; Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό, ας δηλώσει ότι είναι έτοιμος να διεκδικήσει, εκ νέου, την ηγεσία. 
Έχω πλήρη επίγνωση ότι τίποτε από τα πιο πάνω δεν θα συμβεί. Γιατί αν ήταν να συμβούν, θα είχαμε αρχίσει να βγαίνουμε από την γενικευμένη και παρατεταμένη Κρίση που μας ταλανίζει και ξεπερνά το επιφαινόμενο της οικονομικής καχεξίας. Κατά την άποψή μου, το ΠΑΣΟΚ και εν γένει ο χώρος της Κεντροαριστεράς, για ιστορικούς λόγους, λειτουργούν σε σχέση με την Κρίση όπως τα συγκοινωνούντα δοχεία.
Η Κρίση, άλλωστε, είναι ταυτισμένη με τα άκρα, για τα οποία αποτελεί γενεσιουργό αιτία. Όσο, λοιπόν, επιμένει η Κρίση, τόσο ο χώρος της μετριοπάθειας και της ευθύνης θα συνθλίβεται συρρικνούμενος από τις προσωπικές επιδιώξεις πολιτικών μετριοτήτων. Γι΄  αυτό και οι ωδίνες για τη νέα Κεντροαριστερά θα είναι παρατεταμένες. Και η ουσιαστική ανασυγκρότηση του χώρου θα ξεκινήσει όταν η χώρα θα καταφέρει να πετάξει τα μνημονιακά δεκανίκια και να πορευθεί αυτοδύναμη. Έως τότε, θα δούμε και θα ακούσουμε πολλά…

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Θα γράψει ιστορία η παρέα του Σταύρου Θεοδωράκη;

Αν ισχύει ο στιχουργικός αφορισμός του Διονύση Σαββόπουλου που θέλει να «φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα κι ιστορία οι παρέες», ο Σταύρος Θεοδωράκης, με «Το Ποτάμι» του, διαθέτει μια πολύ καλή παρέα, η οποία μπορεί να γράψει τη δική της ιστορία.
Παρακολουθώντας, ωστόσο, τη συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο ιδρυτής του νέου σχηματισμού για να παρουσιάσει τους τριάντα πρώτους συνεργάτες που τον πλαισιώνουν στο φιλόδοξο εγχείρημα του, οι απορίες και τα ερωτήματα ήταν μάλλον περισσότερα από τις απαντήσεις που δόθηκαν.
Και πάντως δεν απαντήθηκε το βασικό ερώτημα αν μια παρέα, ακόμα και αν απαρτίζεται από τους «επαΐοντες», στους οποίους αναφέρθηκε επανειλημμένα ο κ. Θεοδωράκης, είναι ικανή να αποτελέσει μια συνολική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης που αναμφίβολα αποτελεί το ζητούμενο για τη δημιουργία κάθε νέου πολιτικού σχήματος.
Το «είμαστε μια παρέα που μεγαλώνει και κάθε μέρα βάζουμε στο κόλπο και κάποιον άλλο», που είπε ο γνωστός δημοσιογράφος, μάλλον δεν συνιστά λύση για το πολιτικό αδιέξοδο της χώρας, όπως, τουλάχιστον, το παρουσίασε ο ίδιος, λέγοντας ότι «Το Ποτάμι» του ικανοποιεί «την ανάγκη κάποιων πολιτών να υπάρξει μια λύση πέρα από τα κομματικά στερεότυπα».
Την ίδια ώρα, άλλωστε, εμφανίστηκε ιδιαίτερα δύσθυμος απέναντι στα υπάρχοντα κόμματα, τα οποία από τη μια στηλίτευσε, υποστηρίζοντας ότι «καταδυναστεύουν τη χώρα», από τη άλλη, ωστόσο, αναγνώρισε ότι «υπάρχουν λόγοι ύπαρξης για τα κόμματα», που πάντως ο ίδιος δεν αποκάλυψε με ποιο από τα υπάρχοντα –στην Ελλάδα ή στην Ευρώπη- είναι πιο κοντά και μπορεί να συνεργαστεί μαζί του.
Μιλώντας όρθιος και με καλές ατάκες από αυτές που «γράφουν στο γυαλί» και μπορεί να θρέψουν παραπολιτικές στήλες, ο κ. Θεοδωράκης είπε αρκετές αυτονόητες αλήθειες που δεν ακούγονται συχνά από τα χείλη συμβατικών πολιτικών, όπως, για παράδειγμα, οι θέσεις του για το «πολιτικό χρήμα» ή η επισήμανσή του ότι «δεν υπάρχει θείος από την Αμερική που με παρακαλετά ή με απειλές θα μας δίνει χρήματα, χωρίς εμείς, ως χώρα, να παράγουμε».
Δεν απέφυγε, ωστόσο, και ο ίδιος τον πειρασμό της ευκολίας των προσεγγίσεων του σε ορισμένα ζητήματα, όπως το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στα 18 ή η υποχρεωτική εξάντληση της τετραετούς θητείας της Βουλής. Ενώ βρήκε καταφυγή στον γνωστό ξύλινο λόγο της παραδοσιακής πολιτικής όταν κλήθηκε να πάρει θέσεις σε «καυτά» θέματα που θα μπορούσαν να τον φέρουν σε σύγκρουση με ένα μέρος του εκλογικού ακροατηρίου στο οποίο απευθύνεται.
Οι γενικόλογες και εν πολλοίς αντιφατικές αναφορές του τύπου «χρειαζόμαστε εθνικό σχέδιο», το οποίο «θα βγει από την κοινωνία» ηχούν, για παράδειγμα, ευχάριστα και χρειάζεται να επανέλθει κανείς και να αναρωτηθεί για το τι θα κάνουν, εν τοιαύτη περιπτώσει, οι επαΐοντες που έχει, όπως είπε, γύρω του ο κ. Θεοδωράκης για να φανεί η κοινοτυπία του λόγου του.
Οι ολοστρόγγυλες, εξάλλου, απόψεις για τη διανομή του πλεονάσματος «στους ανθρώπους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη» και, ακόμη χειρότερα, το χάιδεμα αυτιών με απόψεις όπως «η χώρα δεν ανάγκη να απολύσει δημοσίους υπαλλήλους» ή οι εξαγγελίες για διπλασιασμό του χρόνου χορήγησης του επιδόματος ανεργίας, πιο πολύ σε συμβατικό πολιτικό παρέπεμπαν.
Ο κ. Θεοδωράκης είναι αναντίρρητα ένας πετυχημένος επαγγελματίας και ένας δημιουργικός άνθρωπος με ό,τι και αν καταπιάστηκε στην προηγούμενη –προ πολιτικής- ζωή του. Η παραδοχή του, μάλιστα, ότι «ένας πολιτικός δεν μπορεί να είναι ξερόλας», δείχνει ότι μάλλον μπορεί να αφουγκραστεί την κριτική που δέχεται και θα δεχθεί τώρα που πέρασαν στην απέναντι όχθη ο ίδιος και η παρέα του.
(Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr στις 5.3.2014)