Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Στρεψοδικίες πελατειακού τύπου

            Από μια πρώτη ματιά, μπορεί και να μη διαφωνήσει κανείς με την άποψη των δημάρχων του ΣΥΡΙΖΑ και της περιφερειάρχη Ρένας Δούρου ότι για το σημερινό ξεχαρβάλωμα της δημόσιας διοίκησης ευθύνονται οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ που διόρισαν όλους αυτούς που υπηρετούν στον δημόσιο τομέα.
            Είναι, όμως, έτσι ακριβώς τα πράγματα; Με μια δεύτερη ματιά, μάλλον, όχι. Ιδίως όταν το επίδικο ξεχαρβάλωμα που επισημαίνουν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, στην οποία, ευτυχώς ή δυστυχώς, εξουσία δεν άσκησαν μόνον δήμαρχοι από τον πάλαι ποτέ δικομματισμό.
            Σε δεκάδες δήμους όλης της χώρας, αυτοδύναμα ή σε συνεργασία, μια πλειάδα στελεχών που δεν ανήκαν ούτε στο ΠΑΣΟΚ ούτε στη ΝΔ άσκησαν –από την Ηγουμενίτσα ως την Καισαριανή και από τη Νίκαια ως την Καρδίτσα- διοίκηση για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα. Και δεν νομίζω ότι κάποια από τις περιοχές αυτές μπορεί να θεωρηθεί «όαση διοικητικής ευρυθμίας» που να την διαφοροποιεί ριζικά από άλλες που τις διοίκησαν στελέχη του… επάρατου δικομματισμού.
            Λίγο ως πολύ, από την εξυπηρέτηση του πολίτη, πριν και μετά το Μνημόνιο, ως την διάρθρωση του προσωπικού και τις προσλήψεις, τα ίδια φαινόμενα συναντούσε κανείς τις τελευταίες δεκαετίες σε όλο το εύρος της Αυτοδιοίκησης, γεγονός που μάλλον μαρτυρά ότι στο περιγραφόμενο ξεχαρβάλωμα, όπου και όσο υπάρχει, δεν υπήρχαν «αποκλειστικότητες».
Για να μη θυμηθούμε δε και πόσοι από όσους σήμερα μιλούν για αυτό το «ξεχαρβάλωμα», μια χαρά υπηρέτησαν το «ξεχαρβαλωμένο» κράτος και μισθοδοτήθηκαν από αυτό. Και, μάλιστα, χωρίς να είναι από το… σόι του Μητσοτάκη. 
            Αλλά ακόμη και αν όλοι όσοι τώρα κήρυξαν την παντιέρα της αντίστασης στον έλεγχο νομιμότητας των δικαιολογητικών πρόσληψης είναι οι ίδιοι προσωπικώς άμεμπτοι και αμόλυντοι, με ποιο ηθικό, άραγε, δικαίωμα έταξαν τους εαυτούς τους σε ρόλο ασπίδας για να καλυφθούν οι τυχόν παράνομα και παράτυπα προσλήφθηκαν από τους ρουσφετολόγους προκατόχους τους;        
            Άκουγα αυτές τις μέρες έναν από τους «επαναστάτες» δημάρχους, που κατά δήλωσή του,δραστηριοποιείται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στα δημοτικά πράγματα της περιοχής του, να ισχυρίζεται ότι τα φαινόμενα αδιαφάνειας στις προσλήψεις τα έχει καταγγείλει επανειλημμένα όταν ήταν στην αντιπολίτευση.
Μόνον, όμως, που ενώ, ακριβώς γι΄  αυτό, θα περίμενε κανείς να ήταν τώρα συνεπής με εκείνες τις καταγγελίες και να πρωταγωνιστεί στην εμπέδωση της νομιμότητας μιας και του δίνεται η ευκαιρία να κάνει πράξη τις αρχές και τις αξίες που διεκήρυσσε, εκείνος κατέφυγε σε στρεψόδικες αντιφάσεις.
Από εδώ το έφερνε, από εκεί το πήγαινε, την απορία για τον έλεγχο της νομιμότητας την άφηνε αναπάντητη. Μπέρδευε σκόπιμα το επίμαχο ζήτημα των πλαστών πιστοποιητικών με την αξιολόγηση –που είναι εντελώς διαφορετική διαδικασία- και τις απολύσεις που θέλει να κάνει η «μνημονιακή» κυβέρνηση.
Στην πραγματικότητα, δεν έβγαινε άκρη από τα λεγόμενα του, πέραν του ότι ήταν αποφασισμένος να προστατεύσει με κάθε μέσο και κάθε τρόπο τους «πελάτες» που κληρονόμησε από τους προκατόχους του και τώρα θεωρεί «δικούς» του, ίσως και γιατί οι περισσότεροι από αυτούς τον ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές, όπως ακριβώς είχαν ψηφίσει και όσους τους διόρισαν.
Δεν ξέρω αν το έχουν αντιληφθεί στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αν θέλουν να γίνουν… «μαγαζάτορες» απευθυνόμενοι στους ίδιους «πελάτες» με το ίδιο προϊόν που είχαν και οι προηγούμενοι, το ηθικό πλεονέκτημα που επιχειρούν να αποσπάσουν με τις διακηρύξεις του «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» αναιρείται εκ των πραγμάτων.
Στο τέλος – τέλος, πόσοι είναι οι παράνομοι που θα καλύψουν με την ασπίδα που θέλουν να δημιουργήσουν; Υπάρχουν εκατομμύρια περισσότεροι πολίτες σε τούτη τη χώρα που δεν παρανόμησαν, πολίτες που θέλουν ισονομία, διαφάνεια και έχουν την απαίτηση να πιάνουν τόπο οι δυσβάστακτοι φόροι που πληρώνουν.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Σουηδία – Ελλάδα. «Και διηγώντας τα να κλαις…»

Την περασμένη Κυριακή που η ελληνική πολιτική σκηνή, με το βλέμμα στραμμένο στις επόμενες -πρόωρες, ως συνήθως- εκλογές,κυριαρχούνταν από την «αυτιστική» διαμάχη για το τι σημαίνει «παροχές» και πως αυτές κοστολογούνται, σε μια άλλη άκρη της Ευρώπης ένας λαός προσέρχονταν σε ένα αμετάθετο από δεκαετίες ραντεβού με την κάλπη.
Ο λόγος για τη Σουηδία, όπου οι πολίτες ξέρουν ότι κάθε τετραετία, τη δεύτερη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, καλούνται για μια και μόνη φορά να εκλέξουν την κυβέρνηση της επιλογής τους, η οποία εξαντλεί, σε κάθε περίπτωση, τη θητεία της, ακόμη και όταν μεσολαβούν αστάθμητοι παράγοντες.
Τη ζηλευτή αυτή σταθερότητα του κοινοβουλευτικού συστήματος της σκανδιναβικής χώρας δεν στάθηκαν ικανές να την διαταράξουν ούτε συνταρακτικές πολιτικές δολοφονίες, όπως εκείνη του εμβληματικού Ούλοφ Πάλμε, ούτε οικονομικές κρίσεις, όπως αυτή που αντιμετώπισε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν βρέθηκε σε βαθειά ύφεση, δοκίμασετο πικρό ποτήρι της υψηλής ανεργίας και είδετο δημόσιο χρέος της να εκτινάσσεται στα ύψη.
Αρχής γενομένης από τους σοσιαλδημοκράτες που βρέθηκαν την περίοδο της κρίσης στην εξουσία και κατόπιν τους κεντροδεξιούς που τους διαδέχθηκαν,οι Σουηδοί πολιτικοί προχώρησαν σε μια σειρά οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θωράκισαν τη χώρα τους, η οποία, αν και πληρούσε, πολύ περισσότερο από την Ελλάδα και άλλους εφαρμοστές της «δημιουργικής λογιστικής», τα κριτήρια, έμεινε εκτός ευρωζώνης και πέρασε σχεδόν «αβρόχοις ποσί» την παγκόσμια κρίση του 2008.
Στις ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου, ο κεντροδεξιός συνασπισμός βρέθηκε στη δεύτερη θέση, αλλά ουδείς διανοήθηκε να θέσει ζήτημα πρόωρης διάλυσης της Βουλής λόγω δυσαρμονίας με το εκλογικό σώμα. Περίμεναν τη δεύτερη Κυριακή του Σεπτεμβρίου για να δώσουν και πάλι πλειοψηφίαστα αντιπολιτευόμενα κόμματα της Κεντροαριστεράς που χωρίς να αυξήσουν αισθητά τη δύναμη τουςκέρδισαν την πρωτιά και ετοιμάζονται να σχηματίσουν, με διαπραγματεύσεις που ίσως κρατήσουν αρκετές εβδομάδες ή και μήνες, κυβέρνηση συνεργασίας η οποία πιθανότατα δεν θα διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.
Ο απερχόμενος κεντροδεξιός πρωθυπουργός είδε τα ποσοστά του κόμματός του να υποχωρούν εξαιτίας της επέλασης ενός ακροδεξιού κόμματος που ξεκίνησε ως φιλοναζιστικό μόρφωμα και με ξενοφοβική ατζέντα εναντίον των μεταναστών –ας όψεται η συμπατριώτισσά τους αρμόδια Επίτροπος ΣεσίλιαΜάλστομ που ήθελε να κάνει την Ελλάδα και τη Μεσόγειο στεγανή «φυλακή» για τους απελπισμένους όλης της Αφρικής και της Ασίας-υπερδιπλασίασε την απήχησή του προσελκύοντας απογοητευμένους συντηρητικούς πολίτες.
Παρά ταύτα, κανείς δεν διανοήθηκε να μετρήσει τους πρώην (;) ναζιστές ως συνιστώσα της δημοκρατικής Κεντροδεξιάς, να μιλήσει για «παραπλανημένους», να επενδύσει πολιτικά στη ρατσιστική τους ατζέντα ή να καλλιεργήσει προσδοκίες για… μελλοντική τους «σοβαρότητα». Στο περιθώριο της πολιτικής ήταν και εκεί φαίνεται ότι θα παραμείνουν.
Η πλειοψηφούσα Κεντροαριστερά –Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Αριστεροί- που θα αναλάβει τα ηνία της χώρας έχει δεσμευθεί να αυξήσει,κατά περίπου 5 δισ. ευρώ, τις δημόσιες δαπάνες, τις οποίες μείωσαν οι προκάτοχοί της κεντροδεξιοί με περικοπές στο περίφημοσουηδικό «κράτος πρόνοιας» και ιδιωτικοποίηση διαφόρων δομών του δημοσίου που επιδείνωσαν τους δείκτες ανισότητας.
Οι δεσμεύσεις, όμως, που ανέλαβαν είναι σαφείς και δεν περιέχουν γενικόλογους αφορισμούς περί πάταξης της φοροδιαφυγής ή χρηματοδότησης από κοινοτικούς πόρους και άλλα ηχηρά παρόμοια όπως αυτά που ακούγονται διαχρονικά στην Ελλάδα από την εκάστοτε αντιπολίτευση.
Καθαρά και ξάστερα είπαν στους Σουηδούς ψηφοφόρους ότι θα αυξήσουν τη φορολογία επί των εισοδημάτων, την οποία είχαν μειώσει οι κεντροδεξιοί, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να μη διαψευστεί το προεκλογικό πρόγραμμα, όπως με μαθηματική ακρίβεια συμβαίνει με όσους εξαγγέλλουν ταυτόχρονα αύξηση δαπανών και μείωση φόρων, βαφτίζοντάς τα είτε «ισοδύναμα» είτε «μη παροχές».
Θέλετε και το καλύτερο; Ο σοσιαλδημοκράτης νέος εντολοδόχος πρωθυπουργόςΣτέφανΛεβέν δεν είναι κάποιο πρόσωπο από «τζάκι». Είναι ένας απλός οξυγονοκολλητής που διακρίθηκε ως υπεύθυνος συνδικαλιστής από εκείνους που προέρχονται από τον πραγματικό κόσμο της εργασίας και έβαλαν πλάτη όταν η χώρα τους βρέθηκε στη δεινή οικονομική κρίση.
Με αυτά και με αυτά, όπως αντιλαμβάνεται κανείς η παραμικρή σύγκριση με την Ελλάδα παραπέμπει στην παράφραση «και διηγώντας τα να κλαις…».

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Οι εκλογές, το Σύνταγμα και ο… «κουτσοφλέβαρος»

            Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που σχεδόν ποτέ δεν εξαντλείται η τετραετής θητεία της Βουλής και από την επομένη της κάλπης τα κόμματα της εκάστοτε αντιπολίτευσης ζητούν νέα λαϊκή ετυμηγορία, οι πρόωρες εκλογές συνιστούν το πλέον προσφιλές θέμα για δημοσιογράφους και πολιτευόμενους. Για τους πρώτους είναι μια άκοπη προσπάθεια που «πουλάει», ενώ τη διάψευση που συνήθως ακολουθεί ελάχιστοι τη θυμούνται. Για τους δεύτερους είναι μια μάλλον ψυχολογικού χαρακτήρα διαδικασία που εκφράζει είτε ενδόμυχες φοβίες  για το μέλλον τους είτε απλούς ευσεβείς πόθους.
            Γι΄  αυτό και μάλλον δεν πρέπει να προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση που τις τελευταίες μέρες έχουν σκάσει μύτη καινούργια «σενάρια» για πρόωρες εκλογές τον Νοέμβριο. Όπως πριν από λίγο καιρό διακινούνταν ανάλογες φημολογίες για κάλπες τον Σεπτέμβριο. Που ακολούθησαν προηγούμενες εικασίες για πολλαπλές εκλογές τον Μάιο.Που με τη σειρά τους είχαν διαδεχθεί προηγούμενες πιθανολογήσεις για το προηγούμενο φθινόπωρο.
            Τα «σενάρια» της τελευταίας εσοδείας αναζητούν έρεισμα στον –κατά τους εμπνευστές τους- ασαφή χρόνο διενέργειας των ψηφοφοριών για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα, όντως, δεν ορίζει –και πως θα μπορούσε, άλλωστε;- ρητή προθεσμία για την εκκίνηση της διαδικασίας. Αλλά η σχετική διατύπωση, σύμφωνα με την οποία η Βουλή πρέπει να συγκληθεί για την πρώτη ψηφοφορία τουλάχιστον έναν μήνα πριν από τη λήξη της θητείας του εν ενεργεία Προέδρου, μάλλον δεν δικαιολογεί ισχυρισμούς ότι αυτό μπορεί να γίνει αρκετούς μήνες νωρίτερα.
            Για να γίνουμε πρακτικοί, η θητεία του νυν Προέδρου Κάρολου Παπούλια λήγει στις 13 Μαρτίου 2015 και άρα το αργότερο που μπορεί να ξεκινήσει η διαδικασία για την εκλογή του διαδόχου του είναι η 13η Φεβρουαρίου. «Ναι, αλλά αυτό είναι το απώτατο όριο», απαντούν οι διακινητές της σεναριολογίαςπερί πρόωρων εκλογών. Και επιχειρηματολογούν υποστηρίζοντας ότι «δεν υπάρχει πρόβλεψη για το εγγύτερο όριο» μέσα στο οποίο θα πρέπει να διεξαχθεί η πρώτη από τις τρεις ψηφοφορίες που πιθανολογείται ότι θα απαιτηθούν για να διαπιστωθεί αν υπάρχει η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την εκλογή Προέδρου από την παρούσα Βουλή ή αν θα προκύψει ανάγκη για τη διάλυσή της.
            Την απάντηση την δίνουν οι ερμηνευτές του Συντάγματος που μιλούν για τον «εύλογο χρόνο» μέσα στον οποίο πρέπει να ξεκινήσει η σχετική διαδικασία. Και έχει, νομίζω, επ΄ αυτού ιδιαίτερη σημασία η άποψη του νυν αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος στο σύγγραμμα «Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου» που εξέδωσε το 2008 αναφέρει ότι ο εύλογος χρόνος «οριοθετείται από την πρόγνωση που οφείλει να κάνει ο Πρόεδρος της Βουλής ως προς τον χρόνο που θα είναι αναγκαίος αν απαιτηθεί η διεξαγωγή τριών ψηφοφοριών στη Βουλή, η διάλυσή της, η διενέργεια βουλευτικών γενικών εκλογών, η σύγκληση της νέας Βουλής και η διεξαγωγή των άλλων τριών ψηφοφοριών στη νέα Βουλή».
Με βάση αυτό και με δεδομένο ότι, ακόμη και αν πιθανολογηθεί ότι δεν θα καρποφορήσουν οι τρεις ψηφοφορίες που προβλέπονται στην παρούσα Βουλή, η πρώτη ψηφοφορία δεν μπορεί να οριστεί πριν από τα μέσα Ιανουαρίου, αφού οι δύο μήνες που μεσολαβούν είναι υπερεπαρκής χρόνος για να τηρηθούν οι συνταγματικές προθεσμίες.Χωρίς καν να χρειαστεί να παραταθεί η θητεία του κ. Παπούλια, παρόλο που και αυτό προβλέπεται να γίνει εφόσον καθυστερήσει η εκλογή του διαδόχου του.
            Μάλιστα, κατά τον κ. Βενιζέλο, «η πρώιμη και προκαταβολική διεξαγωγή της εκλογής του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας από Βουλή η περίοδος της οποίας δεν θα εκτεινόταν μέχρι και την ημέρα της λήξης της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας συνιστά παράβαση του άρθρου 32 παρ.1 του Συντάγματος και ιδιαίτερα της δημοκρατικής αρχής, που προσδιορίζει τη χρονική διάρκεια των αντιπροσωπευτικών οργάνων».
            Εν ολίγοις, βουλευτικές κάλπες μέσα στο 2014 δεν μπορεί να στηθούν. Όχι μόνον για λόγους πολιτικής ουσίας που έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι η σημερινή συγκυβέρνηση λέει και εννοεί ότι θα εξαντλήσει τα διαθέσιμα χρονικά όρια, ευελπιστώντας ότι θα βρει τους 180 βουλευτές που θα εκλέξουν Πρόεδρο και θα παρατείνουν τη θητεία της. Αλλά και επειδή το Σύνταγμα δεν αφήνει περιθώρια για κομματικά παίγνια με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως υπονοούν οι ευφάνταστοι διακινητές των σεναρίων για εκλογές τον Νοέμβριο.
            Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, ο κρίσιμος εκλογικός μήνας είναι ο Φεβρουάριος. Και μένει να διαπιστωθεί τότε για ποιους θα αποδειχθεί… «κουτσοφλέβαρος».