Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Τα διάτρητα οχυρά του βερμπαλισμού



Ακούγοντας τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να κλείνει την ομιλία του στη Βουλή υποστηρίζοντας ότι «η διακυβέρνηση της χώρας, η προοπτική της, η συζήτηση και οι ιδεολογικές μας αντιπαραθέσεις για το μέλλον δεν μπορεί να εξαντλούνται στη διαπραγμάτευση», σού έδινε την αίσθηση ότι ετοιμαζόταν να προβεί σε κάποιες σημαντικές ανακοινώσεις που θα άλλαζαν την εικόνα της κυβερνητικής ανυπαρξίας που με περισσή ευκολία μπορεί να διαπιστώσει κανείς είτε κατοικεί σε αυτή τη χώρα είτε είναι απλός επισκέπτης της.
Η συνέχεια, υπήρξε, δυστυχώς, άκρως απογοητευτική, παρόλο που ο κ. Τσίπρας ξεκίνησε αποκρούοντας την πεποίθηση που, όπως είπε, έχουν κάποιοι -μάλλον στο ίδιο του το κόμμα -ότι «ο ρόλος μιας κυβέρνησης της Αριστεράς περιορίζεται στη διαπραγμάτευση και στη σύγκρουση με τους έξω». Και αμέσως μετά πρόσθεσε ότι ο ίδιος δεν πιστεύει πως «για όλα τα δεινά της χώρας μας ευθύνονται οι έξω» και ότι «υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες στην οικονομία, στο πολιτικό σύστημα και σημαντικές διαχωριστικές γραμμές για τις οποίες θα άξιζε να συγκρουστούμε».
Οι γενικόλογες, μάλιστα, αναφορές που ακολούθησαν δεν άφηναν κανένα περιθώριο αισιοδοξίας, αφού η προαναγγελθείσα σύγκρουση συρρικνώθηκε σε χιλιοειπωμένες γενικότητες. Πολύ περισσότερο δε που αίφνης ξέχασε τα περί «κυβέρνησης της Αριστεράς» για να υποστηρίξει ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τους ΑΝΕΛ αναλάβαμε τη διακυβέρνηση του τόπου, υποσχόμενοι να αλλάξουμε τη χώρα». Και, όπως με μεγάλη δόση βερμπαλισμού, πρόσθεσε, «για να αντιπαρατεθούμε και να αποτελειώσουμε τη διαφθορά και τη διαπλοκή εντός της χώρας».
«Από αύριο και παράλληλα με τη διαπραγμάτευση ρίχνουμε το βάρος της κυβερνητικής πολιτικής σε τέσσερις μεγάλους άξονες με στόχο την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας», συμπλήρωσε ο κ. Τσίπρας. Μόνον, όμως, που φαίνεται ότι κάπου εκεί τα έμπλεξε -πιθανότατα όχι μόνον με την αρίθμηση- και έμεινε ουσιαστικά μόνον σε έναν άξονα που ήταν το ξεκίνημα της δημόσιας διαβούλευσης για το νομοσχέδιο «που βάζει τέλος, επιτέλους, στην ασυδοσία της διαπλοκής και θεσπίζει καθεστώς διαφάνειας στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο».
Αν η αδειοδότηση των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, έστω και χωρίς τον προβληματικό τρόπο που περιγράφεται στο κυβερνητικό νομοσχέδιο, είναι στοιχείο της «προοδευτικής ανασυγκρότησης της χώρας», είναι σαφές ότι στο κυβερνητικό επιτελείο πρέπει να έχει χαθεί η αίσθηση πολλών εννοιών. Γιατί μπορεί όντως να αποτελεί «ευρωπαϊκή πρωτοτυπία» η επί εικοσιπενταετία χορήγηση προσωρινών αδειών στους καναλάρχες, αλλά ποιός, αλήθεια, θα θεωρήσει, οψέποτε δοθούν οριστικές άδειες, ότι λύθηκαν τα μεγάλα προβλήματα υπανάπτυξης -όχι μόνον οικονομικής, αλλά και κοινωνικής, πολιτικής και θεσμικής- με τα οποία είναι αντιμέτωπη η χώρα;
Πιστεύει κανείς ότι εφόσον δοθεί, κατά την πρωθυπουργική εξαγγελία, η δυνατότητα στην ΕΡΤ να γίνει πάροχος ψηφιακού σήματος απέναντι στο σημερινό μονοπώλιο της DIGEA, θα γεμίσουν τα δημόσια ταμεία με χρήμα, όπως άφησε να διαφανεί ο κ. Τσίπρας; Όχι, τίποτε άλλο, αλλά αυτές τις «μπαρούφες» έβαζαν και στα σημειώματα που έδιναν στους εκπροσώπους των εταίρων και δανειστών κατά την υποτιθέμενη σκληρή διαπραγμάτευση που έκαναν τους τελευταίους μήνες και όταν οι τροϊκανοί τούς τα γυρνούσαν πίσω υποστήριζαν ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίον παρατεινόταν η εκκρεμότητα με τη διαπραγμάτευση μέχρι που φθάσαμε στο απονενοημένο διάβημα του δημοψηφίσματος.
Το πιο μεγάλο δυστύχημα, όμως, είναι ότι, παρά τις τραγικές συνέπειες που είχε για τη χώρα ο τρόπος που διαπραγματεύτηκε ο κ. Τσίπρας και την υποχρέωση που ένοιωσε να αναγνωρίσει γενικώς και αορίστως ότι «κάναμε κι εμείς λάθη»,  η ομιλία του στη Βουλή πιστοποίησε ότι τα «παθήματα» που αντιμετώπισε δεν φαίνεται να του έχουν γίνει «μαθήματα».
Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι ενώ παραδέχθηκε ότι στο πλαίσιο του δύσκολου συμβιβασμού που επεχείρησε «αγγίξαμε τα όρια της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος», εκείνος εμφανίστηκε να είναι ικανοποιημένος; Γιατί; Επειδή, λέει, «αναδείξαμε ταυτόχρονα και τα όρια της σημερινής Ευρώπης, τα όριά της και τις ανοχές της απέναντι στη δημοκρατική επιλογή των λαών της, τα όρια της σημερινής Ευρώπης, όπου ηγεμονεύουν δυνάμεις συντηρητικές και που είναι αποφασισμένες να θυσιάσουν κάθε αναφορά στις ιδρυτικές της αξίες, προκειμένου να την κρατήσουν πιστά προσηλωμένη στο σκληρό δόγμα της λιτότητας».
Κάποιου είδους παρανόηση θα έχει γίνει, προφανώς από τον κ. Τσίπρα και τους λογογράφους του, γιατί δεν ξέρω κανέναν Έλληνα που να τον εξουσιοδότησε να πάει στην Ευρώπη για να αποδείξει ότι έχουν το πάνω χέρι οι συντηρητικές δυνάμεις. Αυτό το ξέραμε και από τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις και όφειλε να το ξέρει και ο κ. Τσίπρας όταν προεκλογικά αλλά και μετεκλογικά εμφανιζόταν βέβαιος ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να μη συμφωνήσουν μαζί μας».
Να, όμως, που δεν συμφώνησαν και το αποτέλεσμα, πλέον, που καλείται να διαχειριστεί ο κ. Τσίπρας είναι τα όσα συμφώνησε τις πρώτες ώρες της 13ης Ιουλίου στις Βρυξέλλες και, παρότι ισχυρίζεται ότι δεν αναγνωρίζει την «ιδιοκτησία» του προγράμματα, για την οποία υπέγραψε ρητώς και κατηγορηματικώς, καλείται τώρα και για όσο κρατά την πρωθυπουργική καρέκλα να εφαρμόσει.
Οι υπεκφυγές του τύπου «οι συντηρητικές δυνάμεις πέτυχαν μια πύρρειο νίκη απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση, απέναντι στον ελληνικό λαό, απέναντι στην Ελλάδα» και πως τάχατες σε αντιστάθμισμα «έχασαν κάτι εξαιρετικά πολύτιμο που είναι η αίσθηση της ηγεμονίας τους στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμια κοινή γνώμη», με συγχωρείτε, αλλά αισθάνομαι ότι απευθύνονται σε αφελείς.
Όπως, προφανώς μόνον αφελείς πρέπει να έχουν ως αποδέκτες ισχυρισμοί πως τάχατες «η παρουσία της Αριστεράς στην κυβέρνηση δεν είναι επιδίωξη αξιώματος», αλλά «οχυρό μάχης για τα συμφέροντα του λαού μας, για την προστασία των αδικημένων, για τις μεγάλες ταξικές συγκρούσεις εντός της χώρας με τα οργανωμένα συμφέροντα».
Όλα αυτά μπορεί -έστω και ως συλλογική φαντασίωση- να ίσχυαν πριν από έξι μήνες. Δεν ισχύουν, όμως, πλέον. Γιατί η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ έχει πια παρελθόν. Ένα παρελθόν που βοά τόσο πολύ και σε τόσο πολλά επίπεδα που ίσως να μην αργήσει η ώρα που να... εξαγνιστούν πλήρως οι προηγούμενοι. Δεν ήταν, άλλωστε, μόνον ο Αλέξης Τσίπρας που έδειχνε να αντιδρά σαν πληγωμένο θηρίο στη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση της Τετάρτης.
Ήταν και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος που νόμιζες ότι μαζί με το υπουργείο παρέλαβε και ένα μέρος από την ανεξάντλητη αλαζονεία του Γιάνη Βαρουφάκη. Παρά ταύτα και οι δύο έμοιαζαν τόσο ανοχύρωτα εκτεθειμένοι στα διάτρητα οχυρά του βερμπαλισμού τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου