Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Μακάρι να ήταν… «σαμποτάζ»!



Μου είναι αδύνατο να μετρήσω πόσες φορές από την περασμένη Κυριακή κλήθηκα να απαντήσω στο ερώτημα «ποιος την έστησε τη δουλειά;», που αφορούσε –τι άλλο;- το φιάσκο με τις εκλογές για την ανάδειξη προέδρου στη Νέα Δημοκρατία.
Από μια πρώτη άποψη, είναι απορίας άξιο ότι, σε μια χώρα που σπανίως συναντά κανείς ανθρώπους οι οποίοι να ανταποκρίνονται στα καθήκοντα τους, συναντά κανείς τόσο πολλούς που πιστεύουν πως όλα όσα γίνονται αποτελούν προϊόντα οργανωμένης δράσης που κάποιοι τα ενορχήστρωσαν και τα έφεραν εις πέρας. Το ενδεχόμενα να συμβαίνουν κάποια πράγματα από απλή και… αδολη βλακεία δεν περνά από το νου τους.
Σε μια δεύτερη ανάγνωση, ωστόσο, η εξήγηση γι΄ αυτές τις εδραιωμένες συνωμοσιολογικές πεποιθήσεις είναι μάλλον απλή: Οι άνθρωποι που συνήθως δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, αναζητούν σχεδόν πάντοτε ένα βολικό άλλοθι που να δικαιολογεί την αδράνεια και την απραξία τους, για την οποία δεν μπορεί παρά να ευθύνονται κάποιες «σκοτεινές δυνάμεις που λειτούργησαν υπογείως».
Έχοντας ξυπνήσει αξημέρωτα το πρωί της Κυριακής, επειδή ήδη από το προηγούμενο βράδυ ήταν διάχυτη η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το σύστημα ψηφοφορίας που είχε εγκαταστήσει η εταιρία με την οποία είχε συμβληθεί η Νέα Δημοκρατία, επισκέφθηκα σχεδόν με το που τα άνοιξαν τα κοντινά στο σπίτι μου εκλογικά κέντρα για να κάνω «αυτοψία».
Διαπιστώνοντας εκεί ότι η ψηφοφορία δεν μπορούσε να ξεκινήσει γιατί το πληροφορικό σύστημα δεν λειτουργούσε, τηλεφώνησα, για τις ανάγκες του ρεπορτάζ, σε αρμόδια στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, που είτε ήταν ξύπνια ή τα ξύπνησε το τηλεφώνημά μου. Μου παρείχαν τις διαβεβαιώσεις που και οι ίδιοι είχαν από την εταιρία ότι το πρόβλημα ήταν παροδικό και «εντός ολίγου όλα θα κυλήσουν ομαλά».
Δίχως να είμαι ειδικός στους υπολογιστές, δεν πείστηκα με την, ίσως, απλοϊκή σκέψη ότι, εφόσον, όπως μου μετέφεραν, το «μπλακ άουτ» του ηλεκτρονικού συστήματος ήταν γενικευμένο, δεν έβλεπα τον τρόπο με τον οποίο θα επανερχόταν το σύστημα, αφού δεν λειτουργούσε πουθενά.
Παρά ταύτα, μετέδωσα την είδηση για τα «μεγάλα προβλήματα» που δεν επέτρεπαν την έναρξη της ψηφοφορίας, όπως και τις διαβεβαιώσεις ότι «θα ξεπεραστούν». Αλλά χωρίς να ρισκάρω, από την πρώτη εκείνη στιγμή, την πρόβλεψη ότι η ψηφοφορία οδηγούνταν όχι απλά σε αναβολή αλλά σε ματαίωση, όπως και έγινε περίπου τρεις ώρες αργότερα.   
Μεταφέρω τη μικρή αυτή προσωπική εμπειρία για να δείξω τον αρειμάνιο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν οι πραγματικά υπεύθυνοι για το φιάσκο που ακολούθησε και ορισμένοι από τους οποίους εκ των υστέρων κατέφυγαν στις θεωρίες συνωμοσίας περί «σαμποτάζ» που έγινε από… ακατονόμαστους «σαμποτέρ».
Ενθυμούμενος και τους καβγάδες που πριν από μερικές εβδομάδες είχαν ξεσπάσει όταν ο κ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης εισέβαλε σε συνεδρίαση της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής για να καταγγείλει ευθέως και ονομαστικά ότι στελέχη της Συγγρού ήθελαν να στήσουν «μαϊμουδιά με την εταιρία», πιστεύω ειλικρινά ότι θα ήταν ευχής έργο για τη Νέα Δημοκρατία αν όλα όσα έγιναν την περασμένη Κυριακή ήταν, όντως, αποτέλεσμα «σαμποτάζ».
Το δυστύχημα, όμως, είναι ότι η Νέα Δημοκρατία και τα στελέχη της δεν είναι επ΄ ουδενί σε θέση να οργανώσουν σαμποτάζ, αλλά ούτε καν στοιχειώδεις λειτουργίες να διεκπεραιώσουν. Γι΄ αυτό, άλλωστε, παρότι έχουν χιλιάδες στελέχη ανά την επικράτεια, χρειάστηκαν έξωθεν βοήθεια από ιδιωτική εταιρία για να οργανώσουν την εκλογική διαδικασία.
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι, στην πραγματικότητα, ένας χρεωκοπημένος, από κάθε άποψη, οργανισμός, όχι μόνον γιατί χρωστάει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και έχει επί έξη μήνες απλήρωτους τους υπεράριθμους υπαλλήλους του που περιφέρονται στο κτίριο μέχρι που να τους κάνει έξωση ο ιδιοκτήτης του.
Το πρόβλημα, βεβαίως, της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι οικονομικό. Είναι, πρωτίστως, πολιτικό και ιδεολογικό. Έχει, κυρίως, να κάνει με τις νοοτροπίες από τις οποίες διακατέχονται όσοι βρίσκονται στην κορυφή της –τυπικής και άτυπης- κομματικής πυραμίδας και αντιμετωπίζουν τη διατήρηση του κόμματος αποκλειστικά και μόνο ως μηχανισμό στην υπηρεσία της δικής τους ύπαρξης και της προσωπικής τους ματαιοδοξίας.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, δεν προκαλούν ιδιαιτέρως μεγάλη έκπληξη οι σχέσεις καχυποψίας μεταξύ των τωρινών διεκδικητών της αρχηγίας αλλά και οι φόβοι ότι θα παραβιαστεί το αδιάβλητο της ψηφοφορίας που είναι ο λόγος για τον οποίο κατέφυγαν σε μια ιδιωτική εταιρία, η οποία, όπως φαίνεται, επελέγη με τους παραδοσιακούς πελατειακούς όρους –έπαιρνε «ψιλοδουλειές» όταν η ΝΔ στην εξουσία.
Όλα, εξάλλου, μαρτυρούν ότι η πελατειακή λογική με την οποία έγινε η επιλογή της εταιρίας είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν μπόρεσε να φέρει εις πέρας ένα σχετικά πολύπλοκο έργο που ήταν η παρεμπόδιση διπλοψηφιών –τύφλα να έχουν τα δένδρα που… ψήφισαν μαζικά το 1961- σε περίπου 1.200 κάλπες που έπρεπε να είναι διασυνδεδεμένες με τους εκλογικούς καταλόγους του υπουργείου Εσωτερικών.
Εν κατακλείδι, αν υπήρχαν στη Νέα Δημοκρατία του 2015 δυνάμεις ικανές να κάνουν, έστω εσωκομματικά, «σαμποτάζ», δεν θα είχε καταλάβει με τόση άνεση στην διακυβέρνηση ο Αλέξης Τσίπρας και ούτε θα στρογγυλοκάθονταν στις καρέκλες της εξουσίας τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που, υπό άλλες συνθήκες, μόνον ως… «καταληψίες» θα έμπαιναν στα υπουργεία.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Οι συμψηφισμοί, τα ανοικτά σύνορα και ο νέος παγκόσμιος χάρτης


            Μπορεί ως φαινόμενο να παρατηρείται και σε άλλες χώρες, καθώς η βλακεία δεν έχει σύνορα, αλλά έχω την αίσθηση ότι η έκταση που παίρνουν στη χώρα μας οι απόπειρες συμψηφισμού των θυμάτων από τα τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα, όπως εκείνο της περασμένης Παρασκευής στο Παρίσι, με τους μετανάστες και πρόσφυγες που θαλασσοπνίγονται στη Μεσόγειο, δεν νομίζω να βρίσκουν πουθενά αλλού τόσο πρόσφορο έδαφος.
            Είναι, δυστυχώς, αρκετοί οι συμπατριώτες μας οι οποίοι, κυρίως μέσα από Διαδίκτυο και το καμουφλάζ της θρασύδειλης ανωνυμίας που προσφέρει, ενίστανται έναντι όλων όσοι εκφράζουμε τη θλίψη και τον αποτροπιασμό μας για την ασύμμετρη απειλή που συνιστούν οι τζιχαντιστές και την τυφλή βία την οποία είναι έτοιμοι να εξαπολύσουν ανά πάσα στιγμή, βάζοντας στο στόχαστρο τις ζωές όλων μας.
            «Όλα έγιναν για να σταματήσουν οι προσφυγικές ροές», διαμαρτύρεται ο ένας. «Δεν είδα την ίδια ευαισθησία όταν βομβαρδίζονταν η Συρία», ασχημονεί ο άλλος. «Γιατί δεν βάλατε στο προφίλ σας και τη σημαία του Λιβάνου, όπως κάνετε τώρα με τη γαλλική;», εγκαλεί ένας τρίτος που διεκδικεί για το εαυτό του τη μοναδικότητα της «ευαισθησίας» για την πρόσφατη πολύνεκρη βομβιστική επίθεση στη Βηρυτό.
Και όλα αυτά συνοδεύονται, συνήθως, από αναρτήσεις φωτογραφιών αρχείου που απεικονίζουν νεκρά προσφυγόπουλα. Με στόχο, άραγε, τι; Να… νοιώσουμε τύψεις και να θρηνήσουμε λιγότερο για τους φοιτητές που έπεσαν νεκροί παρακολουθώντας τη συναυλία στο Μπατακλάν; Τόσο δύσκολο, δηλαδή, είναι να αντιληφθούν ορισμένοι ότι μπορεί κάποιος να θλίβεται και να αγανακτεί για το δράμα των προσφύγων, χωρίς να… επιχαίρει για την τρομοκρατική δράση των φανατικών;
            Είναι διανοητικά ασύλληπτο ότι σε αυτή τη χώρα η οποία, παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει, παραμένει ανοικτή και δημοκρατική, κατοικούν τόσοι τυφλωμένοι από ιδεοληπτικά στερεότυπα –ας θυμηθούμε τους «Δίδυμους Πύργους» της Νέας Υόρκης- άνθρωποι οι οποίοι αντιδρούν τόσο στενόμυαλα και τόσο στενόκαρδα απέναντι στην αποτρόπαια απειλή του τζιχαντισμού, εγκαλώντας την Ευρώπη, την οποία θεωρούν υπαίτια για ό,τι συμβαίνει εντός και εκτός της επικράτειάς της: από τους πνιγμούς στο Ανατολικό Αιγαίο ως την επίθεση των καμικάζι στο Σταντ ντε Φρανς.
Ακόμη πιο εξοργιστικό, όμως, είναι ότι πίσω από αυτές τις δήθεν «ευαισθησίες» υποκρύπτεται ένας μισαλλόδοξος αντιευρωπαϊσμός για χάρη του οποίου αναγνωρίζονται κάθε είδους άλλοθι στους σκοταδιστές που στην πραγματικότητα είναι ένοχοι τόσο για τα τυφλά χτυπήματα του Παρισιού, της Άγκυρας και της Βηρυτού, όσο και για το βίαιο ξεσπίτωμα των Σύρων, των Αφγανών, των Λίβυων, αλλά και των υπολοίπων που εγκαταλείπουν τις εστίες τους για οικονομικούς λόγους, καθώς η δράση όλων αυτών των φανατισμένων αφανίζει τις χώρες αυτές στερώντας τους τη δυνατότητα για ανάπτυξη.    
Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη και ο υπόλοιπος πολιτισμένος κόσμος δεν μπορούν να αντιδρούν ως Πόντιοι Πιλάτοι, δηλώνοντας άμοιροι ευθυνών και περιοριζόμενοι μόνον στο να ξαναϋψώνουν τείχη και να κατασκευάζουν νέους φράκτες για να περιορίσουν τις προσφυγικές ροές αλλά και τα μεταναστευτικά ρεύματα που θα εξακολουθήσουν –με ή χωρίς πολέμους- να κινούνται προς την (πλούσια και δημοκρατική) Ευρώπη.
Προς κακοφανισμό, ίσως, πολλών από τους φανατικούς πολέμιους της Ευρώπης και της προοπτικής για μεγαλύτερη εμβάθυνση της ενοποίησής της, η ήπειρος μας αποτελεί τον βασικό προορισμό για εκατομμύρια άμοιρους από την Ασία και την Αφρική, οι οποίοι πιστεύουν ότι εδώ θα βρουν, εκτός από την ελπίδα για οικονομική ευημερία, συνθήκες ελευθερίας και ασφάλειας που –παρά τα στραβά και τα ανάποδα τα οποία μπορεί ο καθένας μας να καταμαρτυρά- μόνον οι ευρωπαϊκές κοινωνίες εξασφαλίζουν. Και αυτό μάλλον είναι εκείνο που περισσότερο από ό,τιδήποτε άλλο τις καθιστά, εκτός από μεταναστευτικό προορισμό, και στόχο των κάθε λογής σκοταδιστών.
Ας το καταλάβουμε, όμως, δεν υπάρχει δυνατότητα να ανοίξουν τα ευρωπαϊκά σύνορα –όπως αφελώς πιστεύουν και αρκετοί που απαρτίζουν την κυβερνητική εξουσία στην Ελλάδα- ώστε να δοθεί η ευκαιρία σε όλους όσοι θέλουν να αναζητήσουν την τύχη τους στην Ευρώπη. Και δεν πρόκειται να υπάρξει. Γιατί, πέραν των άλλων, πολύ σύντομα θα ερήμωναν από τη φυγή ενδεχομένως και του συνόλου του πληθυσμού τους, δεκάδες χώρες της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
Η οργανωμένη διεθνής κοινότητα είναι υποχρεωμένη να μην επαναλάβει τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος και να αναζητήσει λύσεις τέτοιες ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο να συγκεντρωθεί ο μισός πληθυσμός της γης στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Βεβαίως, οι καταδιωκόμενοι από τους πολέμους και οι αιτούντες άσυλο πρέπει να βρουν αρωγή, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό κάτι τέτοιο να ισοδυναμεί με δυνατότητα για μόνιμη μετανάστευση.
Είναι, για παράδειγμα, προσφορότερο τα εκατομμύρια των Σύριων που κυνηγημένοι από τους τζιχαντιστές πέρασαν στην Τουρκία, να μείνουν σε καταυλισμούς εκεί, παρά να μεταφερθούν σε καταυλισμούς στην Ευρώπη. Γιατί στην πρώτη περίπτωση μπορεί –με τη συνδρομή της Ευρώπης και της διεθνούς κοινότητας- η πλειονότητά τους κάποια στιγμή να επιστρέψει στη γενέθλια γη. Ενώ, αντιθέτως, αν τους δοθεί «ελευθέρας» για την Ευρώπη, πέρα από τα προβλήματα με τα οποία θα έρθουν αντιμέτωποι στις νέες πατρίδες, οι πιθανότητες επαναπατρισμού τους –όταν αρθούν οι λόγοι της φυγής τους- περιορίζονται σημαντικά.
Πολιτική βούληση θέλει και ανοικτά μυαλά. Αλλά πάνω από όλα διάθεση για αποτελεσματική δράση. Έτσι ώστε να παταχθούν ανελέητα οι τζιχαντιστές οι οποίοι απειλούν να αλλάξουν τον παγκόσμιο χάρτη τόσο δραματικά και τόσο σύντομα όσο δεν κατάφερε, ίσως, κανένα άλλο πολιτικό ή θρησκευτικό κίνημα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ας το έχει υπόψη του ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας καθώς θα ταξιδεύει προς την Άγκυρα…

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

«Τρώνε, πίνουν και την Άρτα φοβερίζουν…»




            Δεν ξέρω αν ευθύνεται ο σχετικά άκοπος τρόπος με τον οποίο ήρθαν στην εξουσία ή η άνεση την οποία νοιώθουν επειδή οι πολίτες τούς επιβράβευσαν, παρόλο που αθέτησαν ήδη από την πρώτη κυβερνητική περίοδο σχεδόν το σύνολο όσων είχαν υποσχεθεί, αλλά μου δημιουργείται η εντύπωση ότι ο αλαζονικός τρόπος με τον οποίο επιχειρούν να κυβερνήσουν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του δεν έχει το προηγούμενο του όχι μόνον στα εγχώρια αλλά ενδεχομένως και στα ευρωπαϊκά χρονικά.
            Δεν εξηγείται διαφορετικά η ακραία μορφή που φαίνεται να προσλαμβάνει η υποτίμηση της νοημοσύνης των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται οι κυβερνώντες με τη διαρκή διαστροφή γεγονότων και την εξύφανση απίθανων σεναρίων συνωμοσιολογίας που δεν υπακούουν στην κοινή λογική.
            Είναι χαρακτηριστικό ότι, την ίδια ώρα που υποχωρούν ταπεινωτικά σε όλες τις απαιτήσεις των δανειστών για να διατηρήσουν τις καρέκλες τους, σαλπίζουν ιαχές… νίκης που είναι εκτός τόπου και χρόνου. Οι γελοίοι ισχυρισμοί του απίθανου υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου ότι η «κυβέρνηση είναι θύμα της επιτυχίας της (!)», δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα της πρόκλησης απέναντι σε κάθε άνθρωπο που έχει σώας τα φρένας.
            Σε κυβερνητική ανακοίνωση, άλλωστε, της ίδιας μέρας αναφορικά με τη συνεδρίαση του Eurogroup εξαπολυόταν επίθεση σε όσους, λέει, προεξοφλούσαν ότι δεν θα γινόταν δεκτές οι ελληνικές θέσεις για τον βαθμό εφαρμογής των μνημονιακών προαπαιτουμένων. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν είχε αμφισβητήσει τη μηνημονιακή προσήλωση της κυβέρνησης και ο «εχθρός» που είχαν ανακαλύψει οι επικοινωνιακοί ινστρούχτορες του Μεγάρου Μαξίμου δεν ήταν παρά «εικονικός», αφού ακόμη και ο «συνήθης ύποπτος» Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν, αυτή τη φορά, αρκετά καλός και επιβραβευτικός προς  τον υπάκουο Ευκλείδη.  
            Εκεί, όμως, που οι κυβερνητικοί μηχανισμοί διαστρέβλωσης της πραγματικότητας έδωσαν τα ρέστα τους στην προσβολή της κοινής λογικής και στην κατασκευή εικονικών εχθρών ήταν με την υπόθεση των βαρύτατων καταγγελιών του πρώην υπουργού Γιάννη Πανούση για τους πολυπλόκαμους παρακρατικούς μηχανισμούς που ενεργοποιήθηκαν σχεδόν από την πρώτη μέρα που ανέλαβαν τη διακυβέρνηση οι σημερινοί κυβερνώντες.
            Οι ιταμές επιθέσεις κατά του Γιάννη Πανούση με στόχο να απονομιμοποιήσουν στα μάτια της κοινής γνώμης την επιτακτική ανάγκη να ριφθεί φως στην σκοτεινή υπόθεση που αναδείχθηκε από τις αποκαλύψεις του πρώην υπουργού, αποτελούν την αδιάψευστη μαρτυρία για τον πανικό που προκάλεσαν στο Μαξίμου τα όσα -λίγα, όπως φαίνεται- ήρθαν στη δημοσιότητα, καθώς η ιστορία έχει μεγαλύτερο βάθος και, επί παραδείγματι, η οικονομική της διάσταση –οι «μίζες» για τις οποίες μίλησε ο πρώην υπουργός- είναι ακόμη στο πλήρες σκοτάδι.
Η σπουδή, εξάλλου, των δύο υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης να τρέξουν στον Άρειο Πάγο, όχι για να, όπως θα περίμενε κανείς από αυτοαποκαλούμενους «προοδευτικούς» πολιτικούς, ζητήσουν πλήρη διαλεύκανση των καταγγελλομένων, αλλά εντεταλμένοι για να επιβάλουν συσκότιση με το απίστευτο ακόμη και για –έστω κατ’ όνομα - «αριστερούς» επιχείρημα της, δήθεν, «προστασίας της εθνικής ασφάλειας», συνιστά ίσως την τρανότερη απόδειξη ότι έχουμε μπλέξει με αδίστακτους πολιτικούς τυχοδιώκτες που δεν ορρωδούν προ ουδενός.
Καταφεύγουν με απίστευτη ευκολία σε αυταπόδεικτα ψέματα και είναι τόσο παθιασμένοι με την υπεράσπιση των εξουσιαστικών λαφύρων τα οποία φαίνεται να απολαμβάνουν που σε κάθε ευκαιρία και προς κάθε κατεύθυνση στέλνουν το μήνυμα ότι είναι αποφασισμένοι να καθυποτάξουν στις ανομολόγητες ορέξεις τους κάθε θεσμό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και να πλήξουν ηθικά κάθε πρόσωπο το οποίο μπορεί να αισθανθούν ότι στέκεται εμπόδιο στις κάθε είδους -εθνικολαϊκιστικές και συνάμα «πελατειακές»- επιδιώξεις τους.  
Αν συνδυάσει κανείς όλα αυτά με τις ανήκουστες και ανατριχιαστικές απειλές που εκστόμισε η κυβερνητική εκπρόσωπος επειδή, λέει, ένα κανάλι, το Mega, δεν ενέδωσε στην απαίτησή της να βγει στον αέρα, όταν εκείνη αποφάσισε ότι έπρεπε να σχολιάσει όσα είχαν μεταδοθεί στο δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού, συμπληρώνεται, νομίζω, το παζλ της ολοκληρωτικής νοοτροπίας που χαρακτηρίζει τους νεόκοπους εξουσιαστές που νομίζουν ότι η εξουσία την οποία μάλλον ανεπάντεχα απέκτησαν τους ανήκει απόλυτα και ει9ς τους αιώνας των αιώνων. 
Γι΄ αυτό και προφανώς συμπεριφέρονται όπως οι πολυτραγουδισμένοι Κλέφτες από το πολύ γνωστό δημώδες άσμα το οποίο έλεγε πως «τρώνε, πίνουν και την Άρτα φοβερίζουν…». Για πόσο άραγε;  Άγνωστο. Αν και ο Αβραάμ Λίνκολν έλεγε γι΄ αυτές τις περιπτώσεις το εξής: «μπορείς να ξεγελάς συνεχώς κάποιους, μπορεί κάποιες στιγμές να τους ξεγελάς όλους, δεν μπορείς, όμως, να τους ξεγελάς όλους για πάντα».

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

«Προγηρία» ή «Κάτι κουρασμένα παλληκάρια»…



Από μια πρώτη άποψη φαίνεται αδιανόητο, αλλά αυτή η κυβέρνηση είναι δεν είναι παρά μόλις 45 μέρες στην εξουσία. Δεν έχει καν συμπληρωθεί ενάμισι μήνας από τη στιγμή που πήγαμε (όσοι πήγαμε…) στις κάλπες της 20ής Σεπτεμβρίου και επιλέξαμε εκείνους που θέλαμε να μας κυβερνούν.
Οι καθημερινές  αρρυθμίες, ωστόσο, των οποίων γινόμαστε όλοι μάρτυρες, όπως και ο εντελώς ανορθόδοξος σε νέους και ορεξάτους τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται οι κυβερνώντες, παραπέμπουν σε μια κυβέρνηση που βρίσκεται πάρα πολύ χρόνο στην εξουσία και έχει υποστεί φθορά από την άσκησή της.
Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι στις 20 Σεπτεμβρίου δεν μηδενίστηκε το κοντέρ, αλλά ο χρόνος μετράει από τις 25 Ιανουαρίου και πάλι η εικόνα της κυβέρνησης σε τίποτε δεν θυμίζει ότι στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια πολύ νέα κυβέρνηση που ήρθε για να μείνει στα πράγματα.
Παρά τις… «τσαβικού» τύπου εθνολαϊκίστικες πρωτοβουλίες που σε σχεδόν όλα τα επίπεδα αναλαμβάνονται –ψευτοταξική ρητορεία, καταγγελιομανία περί διαπλοκής και διαφθοράς, δαιμονοποίηση αντιπάλων, κατασκευή εσωτερικών εχθρών, διορισμοί ημετέρων και διανομή κάθε είδους εξουσίας σε αρεστούς, απόπειρες καθυπόταξης ανεξάρτητων θεσμών και διαβολής ανεξάρτητων προσωπικοτήτων-, ο ενθουσιασμός που μέχρι την 12η Ιουλίου -και μάλλον σωστότερα την 14η Αυγούστου που ψηφίστηκε το τρίτο Μνημόνιο- συνέγειρε τις μάζες των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ που είχαν πιστέψει στα θαύματα που τους είχαν υποσχεθεί, δείχνει πλέον να έχει ξεφτίσει.
Που είναι, αλήθεια, εκείνες οι μοναδικά πρωτότυπες και τόσο παράδοξες διαδηλώσεις των οπαδών της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ στο Σύνταγμα που τις ονόμαζαν «ανάσες αξιοπρέπειας» (!) και στις οποίες αποθεωνόταν ο Γιάνης Βαρουφάκης; Θα είχε τεράστια κοινωνιολογική αξία μια πανεπιστημιακή έδρα να εύρισκε και να μελετούσε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα όσων συμμετείχαν σε εκείνα τα συλλαλητήρια και στο μεγάλο συλλαλητήριο – ξέσπασμα που οργανώθηκε τις παραμονές του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου για να διατρανωθεί το «Όχι» που έγινε «Ναι» μια εβδομάδα αργότερα.
Ίσως έτσι θα βρισκόταν ερμηνείες για το φαινόμενο της… προγηρίας που παρουσιάζει σε όλα τα επίπεδα η κατά τα άλλα νεοσύστατη κυβέρνηση, η οποία, παρότι δεν απειλείται από την αντιπολίτευση, η οποία μοιάζει –και είναι!- παγιδευμένη στα δικά της αδιέξοδα, εμφανίζει έντονα σημάδια πρόωρης γήρανσης.
Χωρίς την παραμικρή ικμάδα νεανικής ορμής, όπως θα περίμενε κάποιος από εκείνους που μόλις πριν λίγους μήνες όντας στην αντιπολίτευση ήταν λαλίστατοι και καταγγελτικοί για όλους και για όλα, τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη δείχνουν να έχουν αποστεωθεί πολιτικά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Και χωρίς υπερβολή θυμίζουν «κάτι κουρασμένα παλληκάρια», κατά τον τίτλο της ομώνυμης ταινίας του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου.
Δεν ξέρω αν οφείλεται στην πυκνότητα του πολιτικού χρόνου που τρέχει πλέον ιλιγγιωδώς και ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμα του, κάνοντας να μοιάζουν «μπαγιάτικες» ακόμη και ειδήσεις που κυκλοφορούν μέσα στην ίδια ημέρα ή αν είναι το τεράστιο βάρος της απότομης μνημονιακής μετάλλαξης που δημιουργεί αυτή την έντονη εντύπωση της προγηρίας.
Αρκεί μόνον να σκεφθεί κανείς για πόσο χρόνο ίσχυσαν και πόσο παρωχημένες ακούγονται πλέον οι παραινέσεις να ασχολούνται με τα θέματά τους και να μην… καλύπτουν τον χρόνο των τηλεοπτικών πρωινάδικων που απηύθυνε στους υπουργούς του ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στην πρώτη και μόνη συνεδρίαση του υπουργικού Συμβουλίου που έγινε ως τώρα.
Όποιος ανοίγει το πρωί ή και βράδυ τηλεοπτικό δέκτη θα το αντιληφθεί, «πέφτοντας» είτε πάνω στον Φίλη να βγάζει ιστορικά πορίσματα, είτε στον Μάρδα, στον Μπαλάφα, στον Αλεξιάδη, στον Πετρόπουλο, στον Σκουρλέτη, στον Κουρουμπλή και σε τόσους άλλους που μιλάνε συνήθως επί παντός επιστητού και ο καθένας έχει και τις δικές του φαεινές ιδέες για τα «ισοδύναμα» που είναι του συρμού, αλλά και ό,τι άλλο σκαρφιστεί ο καθένας τους.
Σίγουρα, δεν είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση μοιάζει να λειτουργεί ως «σκορποχώρι». Είναι, όμως, η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο παρατηρείται τόσο πρόωρα. Γι΄ αυτό και ευλόγως αναρωτιέται κανείς: Τι θα γίνει τον επόμενο ενάμισι μήνα; Τι μας περιμένει μέχρι να συμπληρωθεί το πρώτο εξάμηνο με τη δεύτερη φορά αριστεροδεξιά διακυβέρνηση; Και σε ένα χρόνο τι άλλο θα μας έχει συμβεί; Έχει νόημα να αναρωτηθούμε για τη διετία, την τριετία ή την τετραετία που θεωρητικώς έχουν μπροστά τους;