Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

«Good Bye Euclid!»



            Φανταστείτε έναν «απομονωμένο» Έλληνα ή μια «απομονωμένη» Ελληνίδα που τον τελευταίο ενάμιση χρόνο δεν είχε την ευκαιρία να ενημερώνεται από τον… «αστικό Τύπο» και τους… «διαπλεκόμενους δημοσιογράφους» για όλα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και στον κόσμο, αφότου η πλειονότητα των συμπατριωτών μας αποφάσισε να πει το… ηρωικό «Όχι» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015.
            Αν, μάλιστα, όλο αυτό το διάστημα ενημερωνόταν για τα τεκταινόμενα από τα non paper και τις ανακοινώσεις που με καταιγιστικό ρυθμό εκδίδονται από το Μέγαρο Μαξίμου και αναπαράγονται αυτούσια από τα φίλια μέσα ενημέρωσης, είναι πολύ πιθανό να αισθάνεται μια τεράστια κούραση από τις συνεχείς… νίκες τις οποίες καταγάγει η κυβέρνηση, κατατροπώνοντας σε καθημερινή βάση αμέτρητους… εχθρούς εντός και εκτός της χώρας.
            Με δεδομένη την επωδό «Κερδάμε, κερδάμε!», που αποπνέουν τα προπαγανδιστικά κείμενα των πολυπλόκαμων επικοινωνιακών μηχανισμών της κυβέρνησης, οι αποδέκτες τους πρέπει να έχουν πειστεί ότι εδώ και καιρό πνέουν τα λοίσθια τόσο οι εγχώριοι «πρόθυμοι» που συνιστούν την «τρόικα εσωτερικού» όσο και οι αλλοδαποί συντηρητικοί κύκλοι.
Ενδεχομένως να αναρωτήθηκαν κάποιες στιγμές πως και δεν έχει παραιτηθεί ακόμη ο Β. Σόιμπλε με τόσες… αποτυχίες που έχει καταγράψει σε τόσες πολλές συνεδριάσεις του Eurogroup. Ή μπορεί και να τους προκλήθηκε η απορία γιατί δεν δόθηκε ακόμη το Νόμπελ Οικονομίας στον Γιώργο Κατρούγκαλο που κατάφερε να μειώσει τόσο πολύ τη συνταξιοδοτική δαπάνη, χωρίς να κόψει τις συντάξεις, αφού ποτέ σε κανένα non paper ή σε άλλο κυβερνητικό ανακοινωθέν δεν έγινε αναφορά σε περικοπές.
Πιθανότατα, όμως, θα καθησυχάστηκαν διαβάζοντας την Αυγή η οποία στο πρώτο φύλλο της που κυκλοφόρησε μετά την επιστολή συγγνώμης που απέστειλε παραμονή Χριστουγέννων στους Ευρωπαίους εταίρους ο γνωστός χιουμορίστας (με τις πορτοκαλόπιττες και άλλα συναφή) υπουργός Ευκλείδης Τσακαλώτος, πανηγύριζε πρωτοσέλιδα υπό τον τίτλο: «Ο αγώνας αποδίδει».
Πολλώ δε μάλλον που το… πανηγύρι της κυβερνητικής εφημερίδας, όπως και εκείνο των αντίστοιχων non paper του Μαξίμου και του υπουργείου Οικονομικών, συνοδευόταν από τις επισημάνσεις ότι «ξεπαγώνουν οι ρυθμίσεις για το χρέος χωρίς ανάληψη νέων δεσμεύσεων». Ρυθμίσεις για τις οποίες ποτέ δεν έμαθαν πως και γιατί «πάγωσαν». Ενώ μόνον εμμέσως πληροφορήθηκαν –αφού το αυτούσιο κείμενο δεν βρέθηκε χώρος να φιλοξενηθεί- για τις χαρακτηριζόμενες και ως «ταπεινωτικές» δηλώσεις Τσακαλώτου, ο οποίος ρητά ανέλαβε «απόλυτη δέσμευση να παραμείνουμε συμμορφωμένοι στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο».
Με αυτά και με πολλά άλλα αντίστοιχα επεισόδια, μου δημιουργείται η εντύπωση πως εδώ και παρά πολύ καιρό βιώνουμε -σε πραγματικές διαστάσεις και σχεδόν μόνιμη βάση- σκηνές από τη βραβευμένη γερμανικής παραγωγής κινηματογραφική ταινία «Good Bye Lenin!» που προβλήθηκε το 2003 και έκανε πάταγο διεθνώς με την πρωτοτυπία του σεναρίου της.
Αφορούσε, για όσους δεν την είδαν, μια μεσόκοπη ανατολικογερμανίδα η οποία ήταν ταυτισμένη με το καθεστώς Χόνεκερ και έπεσε σε κώμα όταν, παραμονές της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, είδε στην τηλεόραση τον γιο της που συμμετείχε σε αντικυβερνητική πορεία να ξυλοκοπείται από αστυνομικούς.
Έπειτα από μήνες, οπότε συνήλθε από το κώμα, τα παιδιά της, ακολουθώντας ιατρικές συμβουλές για αποφυγή οποιουδήποτε σοκ που θα μπορούσε να αποδειχθεί μοιραίο για τη ζωή της, αποφάσισαν να αναπαραστήσουν στο δωμάτιο του σπιτιού τους, στο οποίο συνέχισε την ανάρρωση η μητέρα τους, ένα σκηνικό που έδειχνε ότι η Ανατολική Γερμανία δεν είχε καταρρεύσει και το καθεστώς της συνέχιζε απτόητο. Χρειάστηκε να κατασκευάσουν γι΄ αυτό τηλεοπτικές εκπομπές και δελτία με φανταστικές ειδήσεις.
Όλα έβαιναν καλώς μέχρι που η απομονωμένη γυναίκα ξέφυγε κάποια στιγμή από τον ψευδή επικοινωνιακό κλοιό που της είχαν στήσει οι δικοί της. Βγαίνοντας στον δρόμο αντίκρισε έκπληκτη να κυκλοφορούν δυτικά αυτοκίνητα και τα κτίρια να έχουν καταληφθεί από διαφημίσεις δυτικών καταστημάτων που την προβλημάτισαν.
Η «χαριστική βολή», ωστόσο, που ήρθε να την πείσει για τον κόσμο γύρω της που είχε αλλάξει, ήταν από ένα ελικόπτερο που πετούσε στον ουρανό μεταφέροντας ένα κομμάτι από κατεστραμμένο άγαλμα του αγαπημένου της Λένιν, ο οποίος είχε πλέον τεθεί εκ ποδών από την ενοποιημένη Γερμανία, χωρίς εκείνη να το έχει πληροφορηθεί.
Την ίδια έκπληξη με την ανατολικογερμανίδα ηρωίδα της ταινίας «Good Bye Lenin!», νομίζω ότι θα αισθανθούν και όλοι όσοι, εκτός από τα… επικά non paper της κυβέρνησης που μιλούν για τις «γκάφες» και τα «αυτογκόλ» της αντιπολίτευσης, η οποία «πήρε οδηγίες από τον Σόιμπλε» για να καταψηφίσει τον λεγόμενο «μποναμά Τσίπρα», μπουν στον κόπο να διαβάσουν αυτούσια την επιστολή «συμμόρφωσης» που υπέγραψε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος.
Πολύ περισσότερο που για όσους δεν το ξεχνούν, ο Τσακαλώτος ήταν και παραμένει αρχηγός της ομάδας των «53+» που προβάλλεται και ως… αριστερή –τύφλα να έχει η ορίτζιναλ δεξιά, δηλαδή- πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε αν κάποια στιγμή βρεθεί σκηνοθέτης για να μεταφέρει σε ταινία όλα αυτά που ζούμε από την έλευση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην εξουσία, πιστεύω δικαίως ο τίτλος της δεν μπορεί να είναι άλλος παρά ο εξής: «Good Bye Euclid!».

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Οι 22 ημέρες πριν από την κάλπη



            Αν δεν ήταν τόσο εξοργιστικά ενοχλητικό, θα μπορούσε να είναι απολαυστικά διασκεδαστικό να ακούει κανείς την «επιχειρηματολογία» με την οποία ξορκίζουν τις εκλογές οι φίλα διακείμενοι προς την κυβερνητική εξουσία αναλυτές.
            Διαχρονικοί θιασώτες απόψεων περί δυσαρμονίας της κοινοβουλευτικής σύνθεσης και της βούλησης του εκλογικού σώματος, οι οποίοι ζητούσαν κάθε τρεις και λίγο επιτακτικά «να μιλήσει ο λαός», έχουν αίφνης μεταμορφωθεί σε διαπρύσιους κήρυκες της πολιτικής σταθερότητας η οποία «δεν επιτρέπεται να διαταραχθεί επ΄ ουδενί…».
            Αλλά δεν είναι μόνον αυτός ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τους απαρτίζοντες τη σημερινή κυρίαρχη πολιτική τάξη, καθώς και από τους διασυνδεμένους μαζί της σχολιαστές, που προκαλεί καγχασμό σε όσους όλοι δεν πάσχουν από έλλειψη μνήμης.
Γίνονται χειρότερα τα πράγματα όταν προτάσσονται οι, τάχατες, χρονοβόρες διαδικασίες για το στήσιμο της κάλπης. Και πολύ χειρότερα όταν συνοδεύονται από εκτιμήσεις του τύπου «κανείς δεν θέλει εκλογές, ούτε η αντιπολίτευση, ούτε οι πιστωτές, ούτε κανείς άλλος». Λες και όσοι τα ισχυρίζονται αυτά, ανάμεσα τους και εκφράζοντες επ΄ αμοιβή τη γνώμη τους στα δημόσια μέσα ενημέρωσης, ρώτησαν έναν προς έναν τους πιστωτές ή διαθέτουν το κληρονομικό χάρισμα να «διαβάζουν» τους μύχιους πόθους των στελεχών της αντιπολίτευσης που άλλα διακηρύσσουν δημοσίως.
Τίποτε, ωστόσο, εξ αυτών δεν ισχύει. Και το μόνο σαφές που προκύπτει είναι ότι οι συγκεκριμένες εικασίες δεν εκφράζουν παρά προσπάθεια να μετατραπούν σε πραγματικότητα… ανομολόγητες επιθυμίες.
Για όποιον, άλλωστε, δεν εθελοτυφλεί και δεν εννοεί να καθυποτάξει τη λογική του στην ανάγκη για προπαγανδιστική υπεράσπιση της προσπάθειας που καταβάλλει η κυβέρνηση, για να παρατείνει τον βίο της, τα πράγματα είναι πολύ απλά: Αρκούν είκοσι δύο (22) ημερολογιακές ημέρες από τη λήψη της απόφασης για προσφυγή στις κάλπες μέχρι να εκφραστεί η βούληση των Ελλήνων πολιτών για την επόμενη διακυβέρνηση που επιθυμούν να έχουν.
Ούτε περισσότερες, ούτε λιγότερες. Είκοσι δύο είναι οι ημέρες που, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συντάγματος και των προθεσμιών που ορίζονται στην εκλογική νομοθεσία, είναι υποχρεωτικό να μεσολαβήσουν ανάμεσα στην πρόταση του πρωθυπουργού προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να εκδώσει το Διάταγμα διάλυσης της Βουλής και στην προσέλευση των ψηφοφόρων στα εκλογικά τμήματα.
Ας μην θεωρηθεί, πάντως, ως πρόβλεψη για τα μελλούμενα η υπόμνηση της συγκεκριμένης χρονικής  ρήτρας για τη διενέργεια των εκλογών. Διότι, κακά τα ψέματα, όσο μακριά από την πραγματικότητα βρίσκονται όσοι προσπαθούν να πείσουν πως θα χαθεί χρόνος για το στήσιμο της κάλπης, όταν γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες της προσχηματικής δήθεν διαπραγμάτευσης, που ισοδυναμεί με ροκάνισμα του χρόνου, άλλο τόσο αυταπατώνται όσοι «διαβάζοντας» τους κυβερνητικούς τακτικισμούς άγονται στο συμπέρασμα ότι η προκήρυξη των εκλογών είναι ζήτημα ολίγων ημερών.
Οι προπαρασκευασκευαστικές ενέργειες που «βλέπουν» πολλοί πίσω από τους έκτακτους μποναμάδες που μοιράζει ο Αλέξης Τσίπρας και τις εκτός Αθηνών περιοδείες που πραγματοποιεί, δεν είναι παρά παραπλανητικές κινήσεις με τις οποίες ο πρωθυπουργός και ο κύκλος του επιχειρούν το ακριβώς αντίθετο που είναι η αποφυγή των εκλογών, μέσω της καλλιέργειας στην κοινή γνώμη της εντύπωσης πως δήθεν δεν φοβούνται τη λαϊκή ετυμηγορία και, τάχατες, προετοιμάζονται για την έκφρασή της.
Ουσιαστικά, όμως, δεν κάνουν τίποτε άλλο από να προετοιμάζονται για ακόμη μεγαλύτερο γάντζωμα στις καρέκλες της εξουσίας και στα ωφελήματα που αυτές αποφέρουν. Γι΄ αυτό και δεν πρέπει να καλλιεργούνται ψευδαισθήσεις. Ενδεχόμενο να προκηρύξει οικεία βουλήσει ο κ. Τσίπρας εκλογές δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Συγκλίνουσες πληροφορίες και εκτιμήσεις από γνωρίζοντες πρόσωπα και καταστάσεις στον πρωθυπουργικό περίγυρο, επιμένουν ότι, σε πείσμα των περί του αντιθέτου εικασιών, ούτε ο ίδιος ο κ. Τσίπρας ούτε ο κύκλος που τον περιβάλει έχουν στα πλάνα τους εκλογικά σενάρια.
Είτε επειδή έχουν επίγνωση ότι οι κάλπες, ειδικά σε αυτή τη συγκυρία, ισοδυναμούν με πανωλεθρία, είτε διότι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ότι η εξουσία την οποία διαθέτουν δεν θα είναι αιώνια, πολύ, μα πάρα πολύ, δύσκολα θα αναλάβουν το ρίσκο μιας εκλογικής δοκιμασίας που μπορεί να διακυβεύσει τόσα μοναδικά για εκείνους προνόμια που απολαμβάνουν…
Μόνον η χρήση την οποία κάνουν στα κυβερνητικά αεροσκάφη, που τα χρησιμοποιούν ως προσωπικά lear jet, είναι ικανός λόγος για να συμπεράνει κανείς ότι δεν πρόκειται να ρισκάρουν. Και, όσο περνάει από το χέρι τους, θα κάνουν το παν για να διατηρήσουν αυτά τα «κεκτημένα». Πόσω μάλλον που οι κάλπες θα φέρουν αντιμέτωπη με το φάσμα της ανεργίας την πλειονότητα των σημερινών κυβερνητικών αξιωματούχων.
Έτσι, μάλλον δεν αναμένεται να αρχίσει σύντομα να μετρά αντίστροφα ο χρόνος των 22 προεκλογικών ημερών που απαιτείται να μεσολαβήσει από την προκήρυξη των εκλογών έως το στήσιμο της κάλπης. Αν και το πλέον πιθανό είναι ότι δεν θα φθάσουν στο 2019, όπως διατείνονται, εξίσου πιθανό πρέπει να θεωρείται ότι ο κύκλος του Μαξίμου και όσοι για ωφελιμιστικούς λόγους τους υποστηρίζουν δεν πρόκειται να πετάξουν «λευκή πετσέτα» για μια, δυό ή και περισσότερες εξευτελιστικές κωλοτούμπες που μπορεί να υποχρεωθούν να κάνουν.
Άλλωστε, οι κωλοτούμπες αποτελούν, πλέον, «παλιά τους τέχνη κόσκινο»...

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Σχέδιο «πορτοκαλόπιτα»



Είτε πιστεύει κανείς είτε όχι τον Γιάν(ν)η Βαρουφάκη, ο οποίος, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και από τους πλέον αξιόπιστους ανθρώπους σε αυτόν τον πλανήτη, πολύ δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει ότι από όλους όσοι διαδραματίζουν ρόλο στο υπερεπταετές ελληνικό δράμα ο μόνος που έχει αποδειχθεί ότι διαθέτει στρατηγικό σχέδιο είναι ο γερμανός υπουργός των Οικονομικών.
Μπορεί, λοιπόν, να έχει τους δικούς του λόγους ο γνωστός και μη εξαιρετέος Βαρουφάκης όταν δηλώνει ότι «ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε συμπεριφέρθηκε με σκαιό τρόπο απέναντι στον Σαμαρά», αποτελεί, ωστόσο, γεγονός πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το Βερολίνο όταν αντιλήφθηκε πως η προηγούμενη κυβέρνηση υπό τον Αντώνη Σαμαρά είχε ουσιαστικά εκμετρήσει το πολιτικό ζην, τόσο με τις επιδόσεις που είχε στις ευρωεκλογές της άνοιξης του 2014 όσο και με τον τρόπο που αντέδρασε εν συνεχεία, δεν κούνησε ούτε το μικρό του δακτυλάκι για να αλλάξει την προδιαγεγραμμένη πορεία των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων.
Αρκετοί είχαν διαβλέψει τότε ότι δεν ήταν διόλου τυχαία η παγωμένη υποδοχή της οποίας έτυχε από την καγκελάριο Μέρκελ στις 23 Σεπτεμβρίου εκείνης της μοιραίας χρονιάς ο έλληνας πρωθυπουργός που πήγε στη γερμανική πρωτεύουσα για να ζητήσει μια ελάχιστη χείρα βοηθείας προκειμένου να καταφέρει να κλείσει το μνημονιακό πρόγραμμα και να αποπειραθεί να βγει στο οικονομικό ξέφωτο με το δεκανίκι της περιώνυμης προληπτικής πιστωτικής γραμμής.
Όμως, ούτε η υποτιθέμενη ιδεολογική συνάφεια των δύο κυβερνήσεων, ούτε η επίκληση του «επαπειλούμενου κινδύνου» από την επελαύνουσα ελληνική αριστερά, έκαμψαν τις πεποιθήσεις του Βερολίνου και πιο συγκεκριμένα του κ. Σόιμπλε, ο οποίος απαίτησε την απαρέγκλιτη εφαρμογή του προγράμματος, αδιαφορώντας αν αυτό θα λειτουργούσε ως «πιστοποιητικό θανάτου» για την κυβέρνηση Σαμαρά.
Και, παρότι κανείς δεν το έχει παραδεχθεί, είναι σαφές -και από τις εκ των υστέρων ομολογίες του Γ. Βαρουφάκη- ότι ο βασικός λόγος που τους έκανε να αδιαφορούν για την τύχη της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν ότι ουδόλως έπαιρναν τοις μετρητοίς τις παραφροσύνες οι οποίες ακούγονταν από τα ελληνικά προεκλογικά μπαλκόνια –«Go back madam Merkel». Ενώ, αντιθέτως, προεξοφλούσαν ότι οι τύποι που ανέλαβαν τις τύχες της Ελλάδος, ακόμη και αν εννοούσαν όσα έλεγαν, ήταν έτοιμοι να κάνουν κάθε συμβιβασμό και να επιδοθούν σε κάθε πιθανή και απίθανη κωλοτούμπα.
Με αυτά και με πολλά άλλα, το σχέδιο Σόιμπλε, το οποίο όπως κάθε σοβαρό σχέδιο είχε και το «plan b» του, το οποίο εκδηλώθηκε με τις (τάχατες) εναλλακτικές ιδέες που «έριχνε» ο γερμανός υπουργός αρχικώς προς τον Ευάγγελο Βενιζέλο και κατόπιν προς τον Βαρουφάκη, προτείνοντας «να σας χρηματοδοτήσουμε για να μείνετε κάποια χρόνια έξω από το ευρώ και, όταν εξυγιανθείτε οικονομικά, επιστρέφετε», είναι, δυστυχώς, εκείνο που έδινε και εξακολουθεί να δίνει τον τόνο των (δυσμενών, για μας) εξελίξεων και των (ακόμη δυσμενέστερων) προοπτικών.
Το μεγαλύτερο δυστύχημα, ωστόσο, δεν είναι ούτε οι συμβιβασμοί ούτε οι κωλοτούμπες. Είναι το πόσο αστόχαστα εξακολουθούν να λειτουργούν και πόσο ανεπίδεκτοι μαθήσεως αποδεικνύονται όσοι απαρτίζουν τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση. Ενώ στην πραγματικότητα είναι έτοιμοι να υποστούν κάθε ταπείνωση, αποδεχόμενοι πράγματα που καμία άλλη κυβέρνηση δεν θα αποδεχόταν (από το αιωνόβιο Υπερταμείο για τη δημόσια περιουσία έως τους αυτόματους «κόφτες» που διαιωνίζουν την επιτροπεία), προσπαθούν με διάφορα προσχηματικά τερτίπια να παραστήσουν πως δήθεν αντιστέκονται.
Βρίζουν, από τη μια, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα στελέχη τους, αποκαλώντας τους «ανόητους τεχνοκράτες», και, από την άλλη, τους καλούν να… δείξουν χαρακτήρα και να υποστηρίξουν την ελληνική θέση για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα. Ομνύουν πίστη στις συμφωνίες που υπέγραψαν, αλλά την ίδια ώρα καταφεύγουν σε αχρείαστους λεονταρισμούς μοιράζοντας, χωρίς προσυνεννόηση, ψηφοθηρικούς «μποναμάδες» με την προσδοκία να πείσουν το… «πόπολο» ότι τηρούν κάποιες από τις υποσχέσεις τους.
Καταφεύγουν απερίσκεπτα στην εκτόξευση απειλών για προκήρυξη εκλογών, αγνοώντας ότι η απειλή τους μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Αποκαλούν από την Κούβα «δυνάστες» τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές, αλλά σπεύδουν στο Βερολίνο για να ικετέψουν την καγκελάριο Μέρκελ να αγνοήσει τις δικές της κάλπες και να ανατρέψει το μόνο συνεκτικό σχέδιο για την ελληνική κρίση, που, κακά τα ψέματα, δεν είναι άλλο από το σχέδιο Σόιμπλε.
Όποιος αμφιβάλει για τη… μοναδικότητα του σχεδίου Σόιμπλε δεν έχει παρά να ανατρέξει στην πρωτοφανή για τα ελληνικά κοινοβουλευτικά χρονικά ομιλία με την οποία έκλεισε το περασμένο Σάββατο τη συζήτηση για τον κρατικό προϋπολογισμό ο έλληνας ομόλογός του, Ευκλείδης Τσακαλώτος. Υπό τα «χάχανα» των κυβερνητικών βουλευτών, που λίγο αργότερα είπαν «ναι σε όλα», ο υπουργός Οικονομικών της καθημαγμένης Ελλάδας διηγούνταν από το βήμα της Βουλής ανέκδοτα για… πορτοκαλόπιτες τις οποίες του χαρίζουν γιαγιάδες, εκφράζοντας τον θαυμασμό τους επειδή… κατατροπώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους στην Αθήνα.
Λέτε αν επαναλάβουν στο Βερολίνο όλα όσα είπαν στην ελληνική Βουλή τόσο ο ίδιος ο χιουμορίστας υπουργός μας, που ταξιδεύει αυτές τις ημέρες στη γερμανική πρωτεύουσα, όσο και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, να καμφθούν η Μέρκελ με τον Σόιμπλε; Καλού - κακού, ας τους πάνε πεσκέσι μερικές πορτοκαλόπιτες για να καταλάβουν ότι υπάρχουν τομείς στην Ελλάδα που έχουν εκτοξευθεί επί των ημερών του Ευκλείδη. Ο οποίος ήρθε η ώρα να αποδείξει ότι, παρόλο που δυσκολεύεται ακόμη λίγο στα ελληνικά, στα ανέκδοτα τα πάει καλά και κερδίζει αφειδώς πορτοκαλόπιτες.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Οιωνοί μιας επερχόμενης πτώσης



Τί ενώνει τον Μίκη Θεοδωράκη με τον Δημήτρη Κοντομηνά; Ποιό κοινό στοιχείο μπορεί να είχαν ο Μανώλης Γλέζος με τον Σταύρο Ψυχάρη; Και τί είναι εκείνο που συνέδεσε κάποια στιγμή τον Παναγιώτη Λαφαζάνη με τον Τάκη Μπαλτάκο; Ή τον Αριστείδη Μπαλτά με τον Γιάννη Λούλη, τον Αλέκο Αλαβάνο με τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο και τη Γιάννα Αγγελοπούλου με τον Στέφανο Τζουμάκα;
Πρόκειται για ένα μικρό δείγμα πολύπειρων, κατά τεκμήριο, προσώπων από τον χώρο της πολιτικής και των επιχειρήσεων που τα προηγούμενα χρόνια γοητεύθηκαν από τις μεγαλοστομίες του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα. Με τον ένα ή τον άλλο, ο καθένας εξ αυτών συνέβαλε στην αναρρίχηση και στη διατήρησή του νεαρού πολιτικού στην πρωθυπουργία, την οποία κατέλαβε σχεδόν δια περιπάτου. Και, στην πραγματικότητα, το πέτυχε χωρίς να διαθέτει κανένα ιδιαίτερο ταλέντο, αλλά, όπως περίτρανα πλέον αποδεικνύεται, με μοναδικό προσόν το θράσος το οποίο τροφοδοτούσε τον αμοραλισμό που του επέτρεπε να επιδίδεται σε κάθε είδους απίθανους ισχυρισμούς και υπερφίαλες διακηρύξεις, του τύπου «θα μας παρακαλούν να μας δανείσουν».
Είναι οι ίδιοι που ένας προς έναν, άλλος νωρίτερα και άλλος αργότερα, άρχισαν να αντιλαμβάνονται το μέγεθος της ασύγγνωστης πλάνης με την οποία αντιμετώπισαν τον κ. Τσίπρα. Θα αρκούσε να επισημάνει κανείς τα όσα με ύστερη γνώση πρεσβεύουν για εκείνον οι δύο προκάτοχοί του στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ: ο Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος τον έχρισε διάδοχό του, και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος ο οποίος τον στήριξε σθεναρά στα πρώτα αρχηγικά βήματα. Παρότι βγαλμένοι και οι δύο από το καμίνι της προδικτατορικής και μεταδικτατορικής πολιτικής διαπάλης, βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν στο περιθώριο από ένα μειράκιο της πολιτικής που απέδειξε πως για να κερδίσει όσα διεκδικούσε ήταν διατεθειμένος να κάνει τα πάντα.
Δεν ήταν, πάντως, μόνον από την αριστερή όχθη όσοι –με πιο πρόσφατο, αλλά πιθανότατα όχι τελευταίο, τον Αριστείδη Μπαλτά, ο οποίος απομακρύνθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού, χωρίς, όπως δήλωσε, να καταλάβει γιατί- βίωσαν την ψυχρολουσία ότι «χρησιμοποιήθηκαν» για τη δόξα του εκκολαπτόμενου ηγέτη και κατόπιν τους επιφυλάχθηκε η τύχη της στημένης λεμονόκουπας. Αφήνοντας κατά μέρος τους επιχειρηματίες, οι οποίοι πιθανότατα είχαν ως μοναδικό κίνητρο την υπεράσπιση των επιχειρηματικών τους συμφερόντων, δεν μπορεί να μην εκπλήσσεται κανείς με όσους από τον χώρο της συντηρητικής παράταξης έπεσαν τόσο εύκολα θύματα της τσιπρικής γοητείας: «ο Τσίπρας ιδρώνει τη φανέλα» ισχυριζόταν στις αρχές του 2015 ο κ. Μπαλτάκος, πάλαι ποτέ στενός συνεργάτης του Αντώνη Σαμαρά. Ενώ την ίδια ώρα διάφοροι σμπίροι απέδιδαν στον έτερο «γαλάζιο» πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή φράσεις του τύπου «τον πάω τον “μικρό”» ή «ο ”μικρός” έχει δίκιο» στην εποχή της βαρουφάκειας δήθεν διαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους εταίρους.
Σε πείσμα, ωστόσο, των βαθυστόχαστων αναλύσεων του κ. Λούλη, ο οποίος υποστήριζε το καλοκαίρι του 2015 ότι «η σύνεση είναι η πιο καθοριστική πυξίδα στον δρόμο που μοιάζει να διαλέγει ο Aλέξης Tσίπρας» και προεξοφλούσε την κυριαρχία του στον λεγόμενο «μεσαίο χώρο», χαρακτηρίζοντάς την «ευπρόσδεκτο δώρο», όποιος διάβασε την τελευταία δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη για τον…. «μάγκα Τσίπρα», ο οποίος, ενώ «το παίζει επαναστάτης» στην Αβάνα, επιστρέφοντας στην Αθήνα «ξαναγίνεται «το παιδί που κάνει τα θελήματα της Μέρκελ», εύκολα αντιλαμβάνεται πόσο η πραγματικότητα διέψευσε τις προσδοκίες όλων όσοι είχαν επενδύσει στον πολιτικό που αυτοεπαιρόταν δημοσίως επειδή «κατάφερε στα σαράντα του να γίνει πρωθυπουργός».
Ανεξαρτήτως αν συμφωνεί ή όχι κανείς με την εμβρίθεια της πολιτικής ανάλυσης του διάσημου μουσικοσυνθέτη, τα όσα έγραψε ο Μίκης σχολιάζοντας το πρωθυπουργικό ταξίδι στην Κούβα, αποτελούν έναν σαφή οιωνό για το ξεκίνημα της αντίστροφης μέτρησης προς την πτώση της εξουσίας του κ. Τσίπρα. Μιας εξουσίας που οικοδομήθηκε στα σαθρά θεμέλια θεολογικού τύπου πεποιθήσεων όπως εκείνη που ήθελε τους δανειστές να μας διαγράφουν το μεγαλύτερο μέρος τους χρέους, χάρις στη γοητεία που θα ασκούσε πάνω τους ο έλληνας πρωθυπουργός, κατά το προηγούμενο της εγχώριας επιχειρηματικής ελίτ που του είχε παραδοθεί αμαχητί.
Άλλωστε, μόνον όποιος εθελοτυφλεί δεν βλέπει πλέον τη μεγάλη μεταστροφή της κοινής γνώμης, όπως καταγράφεται και στις έρευνες που δημοσιεύουν και φιλικά προς την κυβέρνηση μέσα ενημέρωσης. Πέρασε, για παράδειγμα, σχετικά απαρατήρητη μια μέτρηση – καταπέλτης που είδε τις προηγούμενες ημέρες το φως από τις στήλες της «Εφημερίδας των Συντακτών». Η εταιρία Prorata που τη διεξήγαγε βρήκε ότι μόλις το 8% του εκλογικού σώματος δηλώνει, με βεβαιότητα ανώτερη του 80%, πρόθεση να ξαναψηφίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τη ΝΔ είναι 21%, καθώς επίσης και ότι είναι πολύ λιγότεροι εκείνοι που χαρακτηρίζουν «έντιμο» και «αποτελεσματικό» τον Αλέξη Τσίπρα σε σχέση με όσους πιστεύουν το ίδιο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ακόμη πιο σημαντικά, όμως, είναι τα ευρήματα της ίδιας έρευνας που καταδεικνύουν ότι πλέον όλα όσα υπερασπίζεται ο κ. Τσίπρας είναι μειοψηφικές απόψεις για την ελληνική κοινωνία, η οποία διαφωνεί, πλειοψηφικά, με τον χωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, τάσσεται υπέρ της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, συμφωνεί να απολύονται οι δημόσιοι υπάλληλοι που αξιολογούνται αρνητικά και επιθυμεί  χαμηλότερη φορολογία για τις επιχειρήσεις.
Ο πιο αξιόπιστος οιωνός, όμως, για τα μελλούμενα μοιάζει να είναι η απάντηση στο ερώτημα – άλλοθι των κυβερνώντων: «και γιατί οι άλλοι καλύτεροι ήταν;». Όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας απαντούν θετικά και αυτό δεν μπορεί να το αρνηθούν ούτε οι πιο ακραίοι αρνητές της δημοσκοπικής αξιοπιστίας.