Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Με τη φόρα που πήραν, θα ξεπεράσουν και τον… Άδωνι!



            Ακούγοντας τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να μιλάει την περασμένη Τρίτη στη Βουλή βεβαιώθηκα ότι, αν δεν συμβεί κανένα μείζον πολιτικό ατύχημα και βρεθεί συντομότερα από όσο υπολογίζουν ορισμένοι μακριά από τον προσφιλή του εξουσία, δεν θα βραδύνει ο χρόνος που θα τον απολαύσουμε να μας περιγράφει το success story της διακυβέρνησης του.
            Ήδη από το Νταβός, στο οποίο κάνοντας πέτρα την ταξική ψυχή του υποχρεώθηκε να ταξιδέψει, μας κάλεσε, ως άλλος… Αντώνης Σαμαράς, «να μην χάσουμε τη μεγάλη ευκαιρία για Grecovery», καταφεύγοντας, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό στην επίκληση του ίδιου όρου που χρησιμοποιούσε η προηγούμενη κυβέρνηση για να περιγράψει την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας που κάθε τόσο έρχεται και ολοένα χάνεται στον δρόμο.
            Αλλά και στη συζήτηση στη Βουλή ήταν απολαυστικό να ακούς τον μέχρι πρότινος απόλυτο αρνητή των πάντων κ. Τσίπρα να εμφανίζεται ως πούρος μεταρρυθμιστής και να υπογραμμίζει την επιτακτική αναγκαιότητα να γίνουν επώδυνες αλλαγές στο Ασφαλιστικό για να μην καταρρεύσει το σύστημα.
Ο πρωθυπουργός προσπάθησε να πείσει το ελληνικό Κοινοβούλιο και δι΄ αυτού τον ελληνικό λαό ότι «η συζήτηση για το ασφαλιστικό δεν γίνεται επειδή οι δανειστές μας ζητάνε μία μείωση της ετήσιας δαπάνης στο 1% του ΑΕΠ», αλλά διότι οι κυβερνώντες κατελήφθησαν αίφνης από μεταρρυθμιστικό οίστρο.
«Σήμερα συζητάμε για το ασφαλιστικό, γιατί πολύ απλά, αν δεν πάρουμε μέτρα, το σύστημα θα καταρρεύσει», είπε ο ίδιος αμέσως μετά. «Αν δεν πάρουμε μέτρα, θα χρειάζονται συνεχώς τεράστια επιπλέον ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό για την καταβολή των συντάξεων, που υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες είναι αδύνατον να βρεθούν», υποστήριξε ο άνθρωπος που δώδεκα μήνες πριν υποσχόταν, ανάμεσα σε τόσα πολλά άλλα, ότι θα χορηγούσε 13η σύνταξη.
Μπροστά στον «μεταμφιεσμένο» κ. Τσίπρα, ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Άδωνις Γεωργιάδης θα έπρεπε να ένοιωθε πολύ μειονεκτικά, βλέποντας πλέον να τον ξεπερνούν εκείνοι που του είχαν ασκήσει τέτοια πολεμική όταν πριν από δύο και πλέον χρόνια, ως υπουργός Υγείας είχε εκστομίσει τη φοβερή και τρομερή έκφραση «έχω βαρεθεί να κάνω το αυτονόητο και να καρπώνεται τη δόξα ο Πολ Τόμσεν».
Τί και αν ο κ. Γεωργιάδης διευκρίνιζε τότε ότι η συγκεκριμένη αποστροφή του για τη «δόξα», η οποία αφορούσε το ενδεχόμενο να απολυθούν οι γιατροί θα κρινόταν ακατάλληλοι στην αξιολόγηση, «είχε την έννοια της ευθύνης και όχι της φήμης»; Ο σάλος που είχε ξεσηκωθεί ήταν τόσος ισχυρός που δεν άφηνε περιθώρια στις διευκρινίσεις.
Στη σκληρή εκείνη εποχή της αντιμνημονιακής υστερίας το μόνο που μετρούσε ήταν οι εντυπώσεις και η εκμετάλλευσή τους ώστε να αποκτήσουν αντιμνημονιακά εύσημα οι παθιασμένοι διεκδικητές της εξουσίας που με αστείους ισχυρισμούς του τύπου «υπάρχει ένας άλλος κόσμος εφικτός» και μεγαλόστομες πομφόλυγες του στυλ «οι άνθρωποι πάνω από τους αριθμούς», δεν επέτρεπαν σε κανέναν να μιλάει για στοιχεία και αριθμούς.
Κάνοντας ακριβώς το αντίθετο, ο κ. Τσίπρας προσπάθησε την Τρίτη στη Βουλή να παρουσιάσει μια ωραιοποιημένη εικόνα. «Η χώρα, παρά τις αδυναμίες και τις δυσκολίες, κατάφερε σε μια χρονιά με capital controls και με μια σκληρή διαπραγμάτευση να υπερβεί τον στόχο του προϋπολογισμού που εσείς ψηφίσατε για το 2015, δηλαδή τα έσοδα, κατά 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ», είπε απευθυνόμενος στην αντιπολίτευση.
«Και έτσι η εκτίμηση ότι θα είχαμε πρωτογενές έλλειμμα το 2015 κατά 0,25%, τώρα αναθεωρείται και κλείνουμε με πρωτογενές πλεόνασμα 0,4%», συμπλήρωσε… καταχεριάζοντας τους αντιπάλους της κυβέρνησης του που αμφισβητούσαν την επιτυχία του. «Αυτή είναι η καταστροφή η μεγάλη στην οικονομία, όταν εσείς διώξατε πλούτο 50 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα σε πέντε χρόνια;», αναρωτήθηκε μάλλον με θράσος, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι επαιρόταν για επιτεύγματα πολύ κατώτερα εκείνων που είχαν πετύχει εκείνοι τους οποίους εγκαλούσε.
Έφθασε, μάλιστα, στο σημείο να χρησιμοποιήσει την έκφραση ότι «τα νούμερα αποτυπώνουν μια πραγματικότητα» για να αποδείξει ότι, με κάποιον… μαγικό τρόπο και παρά τη μηδενική ανάπτυξη που υπήρξε τον τελευταίο χρόνο, «η ανεργία που τον Ιανουάριο του 2015 ήταν 25,9%, σήμερα είναι 24,4%» και «η μείωση αυτή κατά 1,5% είναι 170 (περισσότερες) χιλιάδες θέσεις εργασίας», οι οποίες είναι άγνωστο πως και σε ποιους κλάδους της οικονομίας δημιουργήθηκαν.
Το πιο ωραίο από τα ωραία, όμως, ο κ. Τσίπρας το φύλαγε για το τέλος της δευτερολογίας του, την οποία έκλεισε εγκαλώντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ονομαστικά τον αρχηγό της ΝΔ επειδή δεν δέχονται το περιβόητο σχέδιο Κατρούγκαλου για το Ασφαλιστικό, εκ των προτέρων και χωρίς καν να είναι σε γνώση τους οι οικονομικές επιπτώσεις στο ύψος των μελλοντικών εισφορών και στις τελικές περικοπές των συντάξεων.
«Θα την ψηφίσετε αυτήν τη μεγάλη τομή; Θα έρθετε μαζί μας;», ήταν τα -εν είδει διλήμματος- ερωτήματα που έθεσε ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ προς τους αντιπάλους του. Και χωρίς να περιμένει απάντηση –ίσως γιατί την πιθανολογούσε- την… έπεσε σε αυτόν που υποτίθεται ότι ήθελε μαζί του: «Αλλά δεν είστε ούτε μεταρρυθμιστής. Γιαλαντζί μεταρρυθμιστής είστε, κύριε Μητσοτάκη», του είπε σε επιθετικό τόνο.
Έπειτα από όλα αυτά, μην απορήσετε αν τις επόμενες μέρες ή εβδομάδες ακούσουμε τον κ. Τσίπρα και τους συνεργάτες του να κραυγάζουν: «Έχουμε βαρεθεί να κάνουμε το αυτονόητο και να καρπώνεται τη δόξα ο Πολ Τόμσεν». Και μην εκπλαγείτε αν οσονούπω ο Άδωνις Γεωργιάδης εγκληθεί ότι, παρότι ψήφισε όλα τα Μνημόνια, δεν υπήρξε παρά ένας «γιαλαντζί φιλοτροϊκανός». Αχ, πλανεύτρα εξουσία!

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Αν είναι έτσι οι νέοι, μήπως να επιστρέψουν οι… δεινόσαυροι;



Κάθε μέρα που περνάει αποδεικνύεται όλο και πιο περίτρανα ότι δεν υπάρχει υπόσχεση την οποία να είχαν δώσει ο Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτώ που να μην την έχουν αθετήσει και μάλιστα με τον πλέον κραυγαλέο τρόπο.
Τί να πρωτοθυμηθεί κανείς; Ακόμα και αν βρεθούν δικαιολογίες για τις πολύ μεγάλες υποσχέσεις που μπορεί η τήρησή τους να τους υπερέβαινε, όπως ότι δεν θα ψήφιζαν ποτέ Μνημόνια, θα καταργούσαν τον ΕΝΦΙΑ, θα έδιναν αυξήσεις στις συντάξεις και στον κατώτατο μισθό και δεν θα έκαναν καμία ιδιωτικοποίηση, πώς να δικαιολογηθούν όλα τα άλλα;
Πώς μπορεί, για παράδειγμα, να χωνευτεί ότι ο κανόνας με τον οποίο νομοθετούν είναι οι «επάρατες» (ν)τροπολογίες και οι «τρισκατάρατες» Πράξεις Νομοθετικού Περιεχόμενου, που ο αριθμός τους έχει ξεπεράσει κάθε ανάλογο προηγούμενο του παρελθόντος όταν σε πιο ήπιες εκδοχές οι νυν κυβερνώντες ανέβαιναν στα… κεραμίδια της Βουλής για να καταγγείλουν –που είσαι Λαφαζάνη;- «κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα»;
Αλλά τι να πει κανείς για την κατάσταση στα νοσοκομεία, το καθεστώς αδιαφάνειας στα δημόσια έργα, τα παιχνίδια με τον εκλογικό νόμο στα οποία επιχειρούν να επιδοθούν οι δήθεν αιώνιοι θιασώτες της απλής αναλογικής, τη μανιώδη προσπάθεια ποδηγέτησης των μέσων ενημέρωσης και τόσα και τόσα άλλα μικρά και μεγάλα ζητήματα για τα οποία είχαν δώσει υποσχέσεις που δεν τηρούν.
Αν εξαιρεθούν η επαναλειτουργία της ΕΡΤ, η επαναπρόσληψη των καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών και η επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, που αποτελούν τρεις πρωτοβουλίες που υπακούουν κυρίως σε επικοινωνιακές ανάγκες, δυσκολεύομαι να βρω άλλο μέτρο που να λήφθηκε τον τελευταίο χρόνο και να είναι συμβατό με τις αμέτρητες υποσχέσεις που σωρηδόν είχαν δοθεί και τις ακόμη περισσότερες προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.
Για να καταλάβετε πόσο… αθεόφοβοι υπήρξαν, μέχρι και υπόσχεση για κατάργηση των μετακλητών υπαλλήλων είχε φθάσει να δώσει ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας από προεκλογικό μπαλκόνι πέρυσι τον Ιανουάριο σε μια προσπάθεια να δελεάσει τους δημοσίους υπαλλήλους ότι τάχατες η κυβέρνησή του θα τους εμπιστευόταν και δεν θα χρειαζόταν να προσλάβει μετακλητούς.
Το πόσο τα εννοούσαν όλα αυτά γίνεται σαφές τούτες τις μέρες με τις συνεχείς αποκαλύψεις που έρχονται στο φως για την επέλαση ολόκληρων οικογενειών στο κράτος με τρόπο τόσο αδιάντροπα προκλητικό που μόνον πολιτικά παχύδερμα μπορεί να αφήνει ανεπηρέαστα.
Διότι, όσο και αν συμφωνήσει κανείς με τους ισχυρισμούς ότι ο νεποτισμός και η οικογενειοκρατία δεν είναι γνώρισμα που συναντάται στον δημόσιο βίο τους τελευταίους δώδεκα μήνες, δύσκολα, την ίδια ώρα, θα διαφωνήσει με την επισήμανση ότι η διαπιστούμενη παντελής έλλειψη τσίπας αποτελεί, αναμφισβήτητα, αυτό που θα λέγαμε «φρούτο νέας εσοδείας».
Προσωπικά, δεν μπορώ να θυμηθώ προηγούμενο πολιτικού προσώπου το οποίο να εγκαλείται για κάτι πολύ συγκεκριμένο, όπως συνέβη ο γραμματέας της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ για τους διορισμούς  συγγενών του σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων του δημοσίου, και η κατάληξη της απάντησής του –μετά τις υποτιθέμενες αγωνιστικές φιοριτούρες για τους παππούδες και τις γιαγιάδες του- να είναι αυτολεξεί: «σας γράφω στα παλαιά μου τα παπούτσια»!
Αντί, μάλιστα, ως ενδεχομένως θερμόαιμος νεαρός να νουθετηθεί από κάποιους στον –οικογενειακό ή πολιτικό- περίγυρό του για την ξεδιάντροπη θρασύτητα και τον μνησίκακο φανατισμό που απέπνεε το κείμενο με το οποίο επέλεξε να αντιδράσει, οι ανιστόρητα προσβλητικές για την ίδια την παραδοσιακή Αριστερά απόψεις του, δυστυχώς, βρήκαν φιλόξενη στέγη σε φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης και σε κάποιες περιπτώσεις υιοθετήθηκαν.
Αλλά, για να είμαστε προσγειωμένοι, ποιός, αλήθεια, θα μπορούσε να «μαζέψει» τον θρασύτατο νεαρό; Ο κ. Τσίπρας; Δύσκολο, πολύ δύσκολο. Γιατί; Διότι στην πραγματικότητα εμφορούνται από τις ίδιες ακριβώς ιδέες και διακατέχονται από τις ίδιες ακριβώς νοοτροπίες.
Δεν χρειάζεται, νομίζω, να καταφύγει κανείς στα όσα ισχυρίστηκε στην τελευταία συνέντευξή του ο Γιάνης Βαρουφάκης για το πώς ο κ. Τσίπρας δεν ήθελε να πει την αλήθεια στους πολίτες για την «κωλοτούμπα» -«συνθηκολόγηση», κατά τον παλαιό συνεργάτη του- που ετοιμαζόταν να κάνει. Είναι τόσα άλλα που μαρτυρούν ότι στην περίπτωση του πρωθυπουργού και του αρχηγού της Νεολαίας του κόμματός του ισχύει το αρχαιοελληνικό «όμοιος ομοίω αεί πελάζει».
Ο τρόπος, άλλωστε, που συμπεριφέρθηκε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκο Μητσοτάκη κατά την πρώτη συνάντηση που είχαν στο Μέγαρο Μαξίμου είναι τόσο χαρακτηριστικός. Ο κ. Τσίπρας μίλησε όσο πιο μειλίχια μπορούσε μπροστά στις κάμερες, κάνοντας και παράπονα επειδή εκείνον δεν τον δεχόταν ο προκάτοχός του, Αντώνης Σαμαράς. Μόλις, όμως, έκλεισαν οι πόρτες, οι συνεργάτες του άρχισαν να διαδίδουν ότι επιτέθηκε στον πρόεδρο της ΝΔ, κατηγορώντας τον ότι κάνει «αβάντα στους μηντιάρχες» και «συντάσσεται με το ΔΝΤ στο Ασφαλιστικό».
Από το επιτελείο του προέδρου της ΝΔ έγινε κατηγορηματική διάψευση ότι «δεν ειπώθηκαν αυτά», αλλά, αντί να γίνει χαμός επειδή οι άλλοι τους είπαν «ψεύτες», στο Μαξίμου δεν φάνηκε να ιδρώνει κανένα αυτί. Οπότε, μετά ταύτα, γιατί να ιδρώσει το αυτί του αρχινεολαίου του ΣΥΡΙΖΑ; Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ένας από τους συγγενείς του τελευταίου, ο αδελφός του, ο οποίος διαθέτει… ένσημα από την υπερκόπωση που υπέστη κατά την κατάληψη της σχολής που φοίτησε, στο πρωθυπουργικό γραφείο διορίστηκε.
Αν, πάντως, ο κ. Τσίπρας και το πουλέν του στη Νεολαία εκπροσωπούν το νέο στην πολιτική, μήπως είναι ώρα να ξεκινήσει μια καμπάνια υπέρ της επιστροφής των… δεινόσαυρων; Χωρίς διάθεση εξιδανίκευσης του παρελθόντος, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι με τους προηγούμενους υπήρχε και μια κάποια τσίπα που ενίοτε οδηγούσε και σε παραιτήσεις. Τώρα, μόνον θράσος και αλαζονεία…

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

«Τον ζουρλό τον Αρβανίτη ξένες έννοιες τον γεράσαν»



Δεν έφθανε η αμήχανη ξινίλα περί «νεοφιλελευθερισμού» και «οικογενειοκρατίας»,  με την οποία σχολίασαν την εκλογή του νέου αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στο Μέγαρο Μαξίμου είχαν άποψη μέχρι και για τη διαφορά που πέτυχε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και την οποία την βρήκαν, λέει, «μικρή».
Επειδή, μάλιστα, δεν ήταν, κατά την αντίληψή τους, αρκετά μεγάλη η διαφορά, έσπευσαν να εγκαλέσουν όλους όσοι χαρακτήρισαν σημαντική την ανατροπή που επέφερε ο κ. Μητσοτάκη στην επαναληπτική κούρσα, καθώς προσήλκυσε από το εκλογικό σώμα των Νεοδημοκρατών ακόμη και ψηφοφόρους που στον πρώτο γύρο είχαν, όπως αποδεικνύεται, επιλέξει τον αντίπαλό του με τον οποίο μονομάχησαν στον δεύτερο γύρο.
Θα μπορούσα να περιοριστώ στην παράθεση της παροιμίας «τον ζουρλό τον Αρβανίτη ξένες έννοιες τον γεράσαν» που έλεγε η γιαγιά μου σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν δηλαδή κάποιος καταπιανόταν με γεγονότα που δεν τον αφορούσαν και δεν είχαν καμία σημασία για τον ίδιο και τη ζωή του. Δεν το κάνω, όμως, επειδή θεωρώ ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτελεί ένα απτό δείγμα για τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τα πράγματα που συμβαίνουν στη χώρα όσοι κατοικοεδρεύουν στην κορυφή της κυβερνητική πυραμίδας.
Δεν εκπλήσσει, βέβαια, η συγκεκριμένη επιδερμική στάση, η οποία δεν επιτρέπει στους ανθρώπους που διαχειρίζονται τις τύχες του τόπου να εμβαθύνουν στην ουσία των πραγμάτων και να αντιληφθούν τις τάσεις που διαμορφώνονται και τα σήματα που εκπέμπονται. Δέσμιοι της αλαζονείας που τους έχει συνεπάρει, εξαιτίας της ευκολίας με την οποία απέκτησαν την εξουσία, αδυνατούν να αναλύσουν τη σύνθετη πραγματικότητα με την οποία είναι αντιμέτωποι, όχι μόνον στο διεθνές πεδίο αλλά και στην εγχώρια σκηνή.
Έτσι, αντί να σπεύσουν χαιρετίσουν το γεγονός ότι η αξιωματική αντιπολίτευση απέκτησε νέα ηγεσία με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και να επιδιώξουν να εκμεταλλευθούν αυτή τη νέα θετική συγκυρία σε μια κρίσιμη καμπή που είναι αναγκαίο να υπάρχει αρραγές εσωτερικό μέτωπο που να δώσει από κοινού μάχες με τους δανειστές, οι κύκλοι της κυβέρνησης Τσίπρα κατέφυγαν σε μικρότητες που είναι απολύτως αναντίστοιχες με τις ανάγκες της χώρας και τα νέα εθνικά προτάγματα.
Δυστυχώς, πρέπει να συμφιλιωθούμε απολύτως με την ιδέα ότι οι κυβερνώντες είναι, σε όλα τα επίπεδα, ανίκανοι να δουν τη μεγάλη εικόνα και να αποφύγουν να προσεγγίζουν τα πάντα με όρους φθηνής ίντριγκας, όπως εκείνης που τους έκανε να υπονομεύσουν την υποψηφιότητα του Βαγγέλη Μεϊμαράκη μέσα το πάθος με το οποίο έδειχναν να επιθυμούν  την εκλογή του στην ηγεσία της ΝΔ. Και χωρίς ούτε στιγμή να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες από τα αστεία κείμενα περί… «συνεργάσιμης αντιπολίτευσης» που φιλοξενούσαν στην «Αυγή» και τα οποία στις συγκεκριμένες προσλαμβάνουσες αποκτούσαν εντελώς διαφορετική διάσταση.
Τον «έκαψαν», εν ολίγοις, τον κ. Μεϊμαράκη με τον τρόπο που τον εμφάνιζαν. Όπως απειλούν να «κάψουν» και τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή με τις –μη διαψευδόμενες- διαδόσεις ότι αποτελεί θιασώτη του κ. Τσίπρα και της διακυβέρνησης του. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο κ. Μητσοτάκης κέρδισε τελικά τη μάχη για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας ακριβώς επειδή η πλειονότητα των Νεοδημοκρατών ψηφοφόρων πείστηκε ότι δεν ήταν ο εκλεκτός του Μεγάρου Μαξίμου.
Η κοντόφθαλμη θεώρηση των κυβερνώντων ότι –αν είναι δυνατόν!- μπορούσαν να ελέγξουν την εκλογή της Νέα Δημοκρατίας, για να διαιωνίσουν την εξουσία τους, απεδείχθη φενάκη και γύρισε μπούμερανγκ εναντίον τους. Ένα μπούμερανγκ του οποίου τις συνέπειες θα τις αισθανθούν πιθανότατα πολύ σύντομα και πάντως όταν ο νέος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανοίξει τη βεντάλια των πρωτοβουλιών που έχει εξαγγείλει για να μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία σε αξιόπιστη εναλλακτική δύναμη ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.
Αν στις προτάσεις που δείχνει διατεθειμένος να κάνει ο κ. Μητσοτάκης, η κυβερνητική…. απάντηση είναι του τύπου «είσαι από τζάκι» και «ασπάζεσαι το νεοφιλελεύθερο δόγμα», μάλλον υπηρεσίες θα του προσφέρουν, αφού ,όπως φάνηκε και από την έκβαση που είχε η γαλάζια εσωκομματική αναμέτρηση, οι «ταμπέλες» αυτού του είδους δεν παίζουν, πλέον, κανέναν ιδιαιτέρως σοβαρό ρόλο στην ελληνική κοινωνία.
Αντιθέτως, εκείνο που φάνηκε ότι μέτρησε και οδήγησε τον κ. Μητσοτάκη στη νίκη ήταν ότι ήξερε τι ήθελε. Ήξερε τι έλεγε. Και δεν παρέκλινε από την πορεία του ακόμη και όταν απέναντι του ορθώνονταν… Θεοί και δαίμονες. Γι΄ αυτό και, αν πράγματι ενδιαφέρονται στην ηγεσία κυβέρνηση να αντιμετωπίσουν τον κ. Μητσοτάκη, δεν έχουν παρά να αρχίσουν και εκείνοι να ξέρουν τι θέλουν. Να ξέρουν τι λένε. Και να πάψουν να ασχολούνται σαν τον «Αρβανίτη» της παροιμίας με… ξένες έννοιες για το αν ο αρχηγός της ΝΔ βγήκε με μικρή ή μεγάλη διαφορά. Αλλιώς…    
Υ.Γ.: Δικαιούνται, αλήθεια, ακόμη οι άνθρωποι που είναι στα ηγετικά κλιμάκια του ΣΥΡΙΖΑ να εγκαλούν τους αντιπάλους τους για νεποτισμό και υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού; Δεν φοβούνται μήπως πέσει κανένα ταβάνι του Μαξίμου ή στην Κουμουνδούρου και τους πλακώσει;

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Να μην… καταρρεύσουν πριν αραδιάσουν όλα τα ψέματα τους



Το έντυπο μέσο ενημέρωσης που φιλοξένησε την τελευταία συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα είδε την κυκλοφορία του να κατρακυλάει σε επίπεδα limit down. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί με την τηλεθέαση της δημόσιας τηλεόρασης που «πάτωσε» όταν προ μηνός είχε προσκεκλημένο στo studio των ειδήσεων της τον πρωθυπουργό.
Η απήχηση που έχουν τα –«φιλικά» του, κατά βάση, αφού επιλέγονται από τον ίδιο- μέσα ενημέρωσης, στα οποία μιλάει ο κ. Τσίπρας, αποτελεί σίγουρα ένα αντικειμενικό, έστω κι αν θεωρηθεί ενδεικτικό, μέτρο για το ενδιαφέρον που προκαλούν στην κοινή γνώμη τα όσα λέει.
Μέχρι πριν από λίγους μήνες και μόνον ο ψίθυρος ότι το «δείνα» μέσο –έντυπο ή ηλεκτρονικό- θα κυκλοφορούσε με πρωθυπουργική συνέντευξη στη δημοσιογραφική «πιάτσα» προκαλούσε συναγερμό. Όλοι οι ασχολούμενοι με το πολιτικό ρεπορτάζ βρισκόμαστε σε εγρήγορση, πασχίζοντας να πληροφορηθούμε την πιθανολογούμενη σπουδαία «είδηση» που μπορούσε να εκμαιεύσει ο «τυχερός» συνάδελφός μας ο οποίος θα είχε την ευκαιρία να θέτει τα ερωτήματα.
Όλα αυτά, όμως, πλέον φαίνεται να είναι παρελθόν. Στον επαγγελματικό μας περίγυρο μια συνέντευξη με πολιτικούς όπως ο κ. Τσίπρας, η οποία γίνεται με συγκεκριμένους όρους και κανόνες –να έχει, π.χ., ορισμένα ερωτήματα και να φιλοξενείται ως βασικό θέμα, ακόμη και όταν δεν λέει «τίποτα»-, έχει πάψει να θεωρείται επιτυχία, στο βαθμό, βεβαίως που κάποιος συνδέει την επιτυχία με την ανταπόκριση της κοινής γνώμης.
Όσο λοιπόν και αν με επικοινωνιακά προπετάσματα καπνού που υψώνουν οι κυβερνητικοί μηχανισμοί απροκάλυπτης προπαγάνδας και οι «συμμαχικές» τους δυνάμεις, είναι σαφές ότι οι επιπτώσεις από τις πελώριες διαψεύδεις στις οποίες οδηγούνται τα τερατώδη ψέματα, με τα οποία φλόμωσαν τον ελληνικό λαό, αρχίζουν να γίνονται ηχηρά αισθητές.
Ακόμη και αν σε αυτή τη φάση, η οποία -μην ξεχνάμε- απέχει μόλις εκατό και κάτι μέρες από την εκλογική αναμέτρηση του περασμένου Σεπτεμβρίου, εκδηλώνονται με την αποστροφή του κόσμου προς τα όσα λέει ο πρωθυπουργός, τα μηνύματα ότι η διάθεση της ελληνικής κοινωνίας έχει αρχίσει να αλλάζει είναι πολύ περισσότερα.
Είναι μηνύματα κατάρρευσης της εικόνας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ που δεν περιορίζονται φυσικά μόνον στις δημοσκοπήσεις, τις οποίες, αίφνης, έπαψαν να τις επικαλούνται εκείνοι που τις είχαν θεοποιήσει στο παρελθόν, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να γίνονται πρωτοσέλιδες επισημάνσεις για το… άθροισμα της δύναμης των δύο μεγαλύτερων κομμάτων –του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή και της ακέφαλης ΝΔ- με στόχο να αποκρυβεί ότι πάνω από τους μισούς ψηφοφόρους του περασμένου Σεπτεμβρίου έχουν άρει την εμπιστοσύνη τους από τις κυβερνητικές δυνάμεις.
Ισχυρά επίσης είναι τα μηνύματα που εκπέμπονται με τις προληπτικές επιθέσεις που εξαπολύουν φιλοκυβερνητικά έντυπα στους βουλευτές της συμπολίτευσης με το φοβερό και τρομερό επιχείρημα, που χρησιμοποίησε αρθρογράφος της «Αυγής», ότι «από την ώρα που η Αριστερά ανέλαβε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, όφειλαν όλοι να ξέρουν ότι έρχονται και εγκαύματα»...
Είναι περισσότερο από προφανές ότι τα ψέματα δεν αντέχουν πια. Όσα non paper και αν εκδοθούν από το Μαξίμου με παραπλανητικά παραδείγματα για τις συντάξεις που θα… αυξηθούν ενώ η συνταξιοδοτική δαπάνη θα μειώνεται κατά 1,8 δισ. ευρώ, η κοροϊδία δεν μπορεί να διαρκέσει εσαεί. Ήδη ακούγονται οι τριγμοί από την  κατάρρευση η οποία έχει ξεκινήσει. Και χωρίς καν να έχει διαμορφωθεί –εξαιτίας και της εκκρεμότητας με την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας που ευτυχώς τελειώνει την Κυριακή- στοιχειωδώς αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Εδώ, ωστόσο, που έφθασαν τα πράγματα, είναι πολύ κρίσιμος ο ρόλος της αντιπολίτευσης. Από τη μια, τα στελέχη της έχουν υποχρέωση και καθήκον να αποκαλύπτουν κάθε μέρα τη συνεχιζόμενη παραπλάνηση πως τάχα όλα αυτά που κάνουν οι κυβερνώντες είναι τα ελάχιστα δυνατά για τα οποία «πονάει», δήθεν, «η ψυχή τους», ενώ στην πραγματικότητα είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να μείνουν στις καρέκλες του.
Από την άλλη, όμως, θα πρέπει οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης να… ελπίζουν και να… εύχονται να μην καταρρεύσουν δια μιας και προτού προλάβουν να διανύσουν ολόκληρο τον μνημονιακό τους κύκλο. Το επικείμενο Ασφαλιστικό του Κατρούγκαλου, ο οποίος ανενδοίαστα δηλώνει ότι τάχατες δεν είναι πολιτικός –εκτός και αν αισθάνεται μόνον… «πολιτικάντης»-, όπως και τα επερχόμενα μέτρα για τους αγρότες και εν γένει για την αυξημένη φορολογία που αναγκαστικά θα επιβληθεί προκειμένου να καλυφθούν οι αστοχίες και η διεύρυνση του Δημοσίου, πρέπει να περάσουν με τη σφραγίδα των σημερινών κυβερνώντων.
Θα είναι, σε κάθε περίπτωση, μεγάλο δυστύχημα αν δεν αντέξουν και καταρρεύσουν προτού λάβουν (με ΠΝΠ ή πολυνομοσχέδιο – «σκούπα, αδιάφορο…) όλα εκείνα τα μέτρα τα οποία έχουν συμφωνήσει με τους δανειστές. Έτσι κι αλλιώς, η ζημιά την οποία προκάλεσαν τον τελευταίο χρόνο που είναι στα πράγματα, είναι τόσο μεγάλη που μερικοί ακόμη υφεσιακοί μήνες δεν πρόκειται να αλλάξουν δραματικά τον ρου της κακής… μοίρας που μας επιφυλάσσει η πενταετής μνημονιακή μέγγενη.
Γι΄ αυτό οι προσεχείς εβδομάδες και οι επόμενοι μήνες μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικοί για την ολοσχερή διάλυση της συνεχιζόμενης εξαπάτησης που υφίσταται ο ελληνικός λαός. Και το «κέρδος» από αυτή τη διαδικασία, δεν θα είναι μικρό. Ας μην το υποτιμάμε.