Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Νικάει η προπαγάνδα τη στασιμότητα;



            Στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου της Αθήνας, όπου βρέθηκαν λίγες ώρες μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup έξι διακεκριμένοι οικονομολόγοι για να συζητήσουν για τις «προϋποθέσεις ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας», η κυβερνητική προπαγάνδα για την «επικείμενη έξοδο της ελληνικής οικονομίας από τα Μνημόνια» δεν βρήκε θέση.
            Ο οικοδεσπότης καθηγητής Παναγιώτης Πετράκης και οι συνάδελφοί του που είχαν έρθει στην ελληνική πρωτεύουσα από τα πέρατα της οικουμένης για να εκφέρουν θέσεις και απόψεις για το κρίσιμο ζήτημα που απασχολεί τη μεγάλη πλειονότητα των συνελλήνων, ήταν απολύτως ενήμεροι για τα όσα είχαν αποφασιστεί μερικές ώρες νωρίτερα από τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης στις Βρυξέλλες.
Και παρόλο που τα… ανέκδοτα για οικονομολόγους θέλουν οι απόψεις τις οποίες εκφράζουν οι εκπρόσωποι της συγκεκριμένης επιστημονικής ομάδας να είναι όσοι και οι συμμετέχοντες σε ένα πάνελ, στην προκειμένη περίπτωση κοινή συνισταμένη των απόψεων ήταν ότι, αν και η διαδρομή που διήνυσε η Ελλάδα στον μαραθώνιο της κρίσης είναι ήδη μεγάλη, ο τερματισμός δεν βρίσκεται ακόμη πολύ κοντά.
            Με επιμέρους αποχρώσεις, απάντησαν όλοι –ο Χάρολντ Τζέιμς από το Πρίνστον, ο Ζολτ Νταρβάς από το Ινστιτούτο Bruegel των Βρυξελλών, ο Πάολο Μανάσσε από τη Μπολόνια, ο Κλάους Στράντερ από το Κίελο και ο Μιχάλης Χαλιάσσος από τη Φρανκφούρτη- θετικά στο ερώτημα αν η Ελλάδα συνιστά «ειδική περίπτωση», καθώς, όπως επισημάνθηκε, τα προβλήματα της ήταν διαφορετικά από εκείνα που ταλάνισαν άλλες χώρες της ευρωζώνης, όπως η Ιρλανδία ή η Πορτογαλία που δείχνουν να αποκτούν αναπτυξιακές προοπτικές έχοντας αποφύγει το εύρος της βύθισης στην ύφεση που υπέστη η χώρα μας.
«Φούσκα του δημόσιου τομέα υπήρξε μόνον στην Ελλάδα», είπε χαρακτηριστικά ένας από τους ομιλητές, την ώρα που συνάδελφός του αναρωτιόνταν πως μπορούσαν να θεωρούν κάποιοι ότι ήταν δυνατόν να συνεχίσει να λειτουργεί μια χώρα με έλλειμμα 15% στον προϋπολογισμό της.
            Δεν χαρίστηκαν στους εκπροσώπους των πιστωτών, επισημαίνοντας τα λάθη και τις αστοχίες τους με τους πολλαπλασιαστές και όχι μόνον, που προκάλεσαν μεγαλύτερο «πόνο» στην ελληνική κοινωνία. Εστίασαν, ωστόσο, την προσοχή τους περισσότερο στις τεράστιες ευθύνες της εγχώριας πολιτικής τάξης, αφενός μεν επειδή είναι υπαίτια για το πρόβλημα της υπερχρέωσης, αφετέρου δε γιατί όλα αυτά τα χρόνια -και ακόμη και τώρα- αποποιείται τα ανομήματα που τη βαρύνουν και, το σημαντικότερο, αρνείται την «ιδιοκτησία» του προγράμματος που συνομολογεί με τους εταίρους και δανειστές.
            Με εξαίρεση, άλλωστε, τους δύο που είχαν βιωματική σχέση με την Ελλάδα –τον κ. Πετράκη που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και τον κ. Χαλιάσσο που γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ- οι υπόλοιποι δεν κατανοούσαν το περιεχόμενο των χαρακτηρισμών «μνημονιακός» και «αντιμνημονιακός» που ήταν, εξάλλου, δύσκολο να αποδοθεί στη γλώσσα τους.
             Το κεντρικό συμπέρασμα από τις τοποθετήσεις τους ήταν ότι εκείνο που πρωτίστως και απαραιτήτως απαιτείται για την Ελλάδα είναι «να βρει το δικό της επιχειρηματικό μοντέλο για να κερδίσει τον χαμένο δρόμο και να αξιοποιήσει το δυναμικό που κρύβει» και το οποίο είτε μένει αναξιοποίητο είτε μεταναστεύει.
Οι διαβόητες θεωρίες για «το ελατήριο που είναι έτοιμο να εκτιναχθεί», φέρνοντας την πολυπόθητη ανάκαμψη, όπως διατείνονται οι κυβερνητικοί προπαγανδιστές, τούς άφησαν μάλλον παγερά αδιάφορους καθώς διαπιστώνουν την έλλειψη σχεδίου για την προσέλκυση επενδύσεων στους τομείς που η χώρα διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα.
Γι΄ αυτό και δεν θεωρούν ως πιθανότερη εξέλιξη το «τέλος των Μνημονίων», που, άλλωστε, θα υπάρχουν όσο υπάρχει το δυσθεώρητο χρέος, αλλά ένα «τέταρτο πρόγραμμα», το οποίο καραδοκεί όσο δεν εμφανίζεται ένας από μηχανής θεός που να μας απαλλάξει από το καθεστώς της «μόνιμης στασιμότητας» (Secular Stagnation) στην οποία έχουμε καταδικάσει τους εαυτούς μας.
Έχοντας «απομονωθεί» επί σχεδόν τρεις ώρες παρακολουθώντας την ημερίδα, όταν βγήκα από το αμφιθέατρο και άνοιξα το τηλέφωνό μου μόνον με καγχασμό μπορούσα να αντιμετωπίσω το κυβερνητικό non paper με το οποίο ο επικοινωνιακός μηχανισμός του Μαξίμου απαντούσε στην κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τα αποτελέσματα του Eurogroup με τούτα τα λόγια: «Εμείς επενδύουμε στο μέλλον της χώρας. Η Νέα Δημοκρατία επένδυσε αποκλειστικά στη μελλοντική επάνοδό της στην εξουσία».
Μου φάνηκαν τόσο αστεία. Μα τόσο αστεία! Πιο αστεία και από όταν την περασμένη Κυριακή άκουγα τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να ανασύρει δήλωση που είχε κάνει η Ντόρα Μπακογιάννη όταν ήταν αρχηγός της («φιλελέ», κατά τους ΣΥΡΙΖΑίους) Δημοκρατικής Συμμαχίας για να δικαιολογήσει την ταπεινωτική υπογραφή που έβαλε στη δημιουργία του περιβόητου Υπερταμείου στο οποίο θα πάει ολόκληρη η περιουσία του ελληνικού δημοσίου.
Είναι, βλέπετε, που «ξεμπερδεύουμε με το παλιό», όπως ήταν το κεντρικό σύνθημα με το οποίο κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ τις τελευταίες εκλογές, στις οποίες, κατά τα άλλα, πήρε εξουσιοδότηση να ξεπουλήσει τα πάντα, να κόψει ακόμη και το ΕΚΑΣ, να φθάσει στα ύψη φόρους και εισφορές,  αλλά οι υπουργοί του, όπως ο Πάνος Καμμένος, να ψηφίζουν ακόμη και «εγκληματικές και αντισυνταγματικές» ρυθμίσεις, όπως αυτή για την αναπροσαρμογή του ΦΠΑ στα νησιά για να μην τους πάρουν άλλοι τις καρέκλες.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Τον… φόβο μας να έχουν!



Ένα πικρό ανέκδοτο, μέσω του οποίου διεκτραγωδείται η περίπτωση ενός θύματος που υποχρεώνεται να πρωταγωνιστήσει στη συγκάλυψη της βλάβης την οποία υπέστη, μου έφερε κατά νου η άκρως διδακτική και συνάμα ιλαροτραγική ιστορία με τις παρενοχλήσεις γυναικών από τον τέως πρεσβευτή της Βενεζουέλας στην Αθήνα.
Σε ένα παραδοσιακό κουρείο, λέει το ανέκδοτο, ο ιδιοκτήτης επιχειρεί να διδάξει την τέχνη του στον νεαρό βλαστό του, ο οποίος αποδεικνύεται ανεπίδεκτος μαθήσεως, καθώς ο πρώτος ατυχής πελάτης, τον οποίο αναλαμβάνει να ξυρίσει, βρίσκεται με απανωτά τραύματα στο πρόσωπο. Ο πατέρας, αντιδρώντας στις αστοχίες του μαθητευόμενου γιου, προσπαθεί να τον συνετίσει με σφαλιάρες, αλλά εκείνος τις αποφεύγει, Και, έτσι, τα επιχειρούμενα χτυπήματα καταλήγουν στο κεφάλι του πελάτη, ο οποίος υπομένει καρτερικά τόσο την αιμορραγία από τις άστοχες ξυραφιές όσο και τον πόνο από τις άστοχες σφαλιάρες του κουρέα.
Η σκηνή επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, μέχρι που ο άτεχνος νεαρός φθάνει μέχρι του σημείου να κόψει το αυτί του πελάτη. Έντρομος ο τελευταίος, απευθύνεται στον μαθητευόμενο κουρέα για τα του πει: «Κρύψ' το γρήγορα, μην το δει ο πατέρας σου….».
Κάπως έτσι φαίνεται να αντέδρασαν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας προσωπικά στα καμώματα του ανεκδιήγητου τύπου, ο οποίος, όπως αποδεικνύεται, έκανε με τον πλέον ξεδιάντροπο τρόπο κατάχρηση του αξιώματος του και στο όνομα δήθεν του… σοσιαλισμού που υποτίθεται ότι είχε σταλεί να προωθήσει (και) στη χώρα μας, εκμεταλλευόταν τη θέση του, επιτιθέμενος σεξουαλικά στις εργαζόμενες της πρεσβείας.
Το εντυπωσιακό, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι η στάση του ελεεινού βενεζουελανού, ο οποίος προφανώς δεν είναι ο πρώτος ιεραρχικά ανώτερος που επιδίδεται στη σεξουαλική παρενόχληση των υφισταμένων του. Είναι, πολύ περισσότερο, ο άθλιος χειρισμός της υπόθεσης από τον κ. Τσίπρα και το απίστευτο σκεπτικό με το οποίο ζήτησε από τον πρόεδρο της Βενεζουέλας «σύντροφο» Νικολάς Μαδούρο την απομάκρυνση του τότε πρεσβευτή.
Η σχετική επιστολή του κ. Τσίπρα, ο οποίος ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποτελεί μοναδικό μνημείο συγκάλυψης ηθικά και ποινικά επιλήψιμων πράξεων. Ενώ συνάμα αποκαλύπτει τον κυνικό αμοραλισμό από τον οποίο διακατέχεται η σημερινή κυβερνητική ηγεσία και τον οποίο βλέπουμε να εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως τους τελευταίους 16 μήνες.
  «Μέχρι στιγμής το προσωπικό της πρεσβείας έχει επιδείξει πολιτική ωριμότητα και δεν θα λάβει μέτρα εντός της Ελλάδας, που θα δημοσιοποιούσαν το πρόβλημα, γεγονός που θα εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τα συστημικά μέσα ενημέρωσης για να βλάψουν την Αριστερά τόσο στη Βενεζουέλα όσο και στην Ελλάδα», είναι τα ίδια τα… μνημειώδη λόγια του έλληνα πρωθυπουργού.
Είναι λόγια που προκαλούν ανατριχίλα για τον κυνισμό τους, ακόμη και αν δεν ξέρει κάποιος ότι τουλάχιστον μια από τις γυναίκες που έπεσαν θύματα της παρενόχλησης ήταν θυγατέρα ηγετικού στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ και άρα η κομματική ηγεσία ήταν λεπτομερώς ενήμερη για τα διαμειφθέντα.
Για τον ηγέτη ενός κόμματος («αριστερού» ή μη, είναι αδιάφορο), δεν προείχε η καταδίκη των πράξεων του διπλωματικού αντιπροσώπου της λατινοαμερικανής χώρας και ο ποινικός κολασμός του. Εκείνο που πρωτίστως τον ενδιέφερε ήταν η συγκάλυψη, η εφαρμογή του «νόμου της σιωπής». Και γι΄ αυτό, προφανώς, εκθειάζει την –αν είναι δυνατόν!- «πολιτική ωριμότητα» του προσωπικού της πρεσβείας που συνέβαλαν ώστε να μη δημοσιοποιηθεί το «πρόβλημα» από τα, κατά την έκφρασή του, «συστημικά μέσα ενημέρωσης». Ο μοναδικός καημός ενός νέου πολιτικού άνδρα, που ετοιμαζόταν να γίνει πρωθυπουργός, υπήρξε μόνον –τι κρίμα!- η αγωνία του μήπως «εκτεθεί η Αριστερά»…
Όσοι έχουν γνώση του υπόβαθρου που κρύβει η μετεωρική πολιτική ανέλιξη του νυν πρωθυπουργού, από την περίοδο που ως μαθητής ηγήθηκε των καταλήψεων, επιμένουν ότι δεν εκπλήσσονται από τη συμπεριφορά του. Υπήρξε, υποστηρίζουν, διαχρονικά σταθερός οπαδός της μακιαβελικής αντίληψης για την πολιτική και αμετανόητος θιασώτης του δόγματος «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Η συγκεκριμένη -κάθε άλλο, παρά «διπλωματική», όπως την θέλησε η κυβερνητική εκπρόσωπος- αποστροφή της επιστολής του προς τον «σύντροφο» Μαδούρο, αποδεικνύει ότι μάλλον έχουν δίκιο. Όπως δίκιο φαίνεται να έχουν και όσοι διαβλέπουν προθέσεις καθυπόταξης της ενημέρωσης πίσω από τις συστηματικές επιθέσεις κατά των λεγόμενων «συστημικών μέσων» ενημέρωσης και τις πρωτοβουλίες περί δήθεν καταπολέμησης της «διαπλοκής».
Από δεδηλωμένους υποστηρικτές ολοκληρωτικών καθεστώτων, όπως είναι η μεγάλη πλειονότητα των νυν κυβερνώντων, δεν θα περίμενε, άλλωστε, κανείς τίποτε καλύτερο. Μόνον, όμως, που η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει κοινοβουλευτική δημοκρατία. Και, όσο και αν πασχίζουν για το αντίθετο, τα μέσα, τα οποία εκείνοι ονομάζουν «συστημικά», θα βρίσκουν πάντα τρόπους να αποκαλύπτουν όσα οι ίδιοι θέλουν να συγκαλύψουν.
Να το πω και αλλιώς; Τον… φόβο μας να έχουν!

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Ας ετοιμαζόμαστε για... πολυήμερους σημαιοστολισμούς



Αν με την αμφιλεγόμενη προσυμφωνία του Eurogroup της περασμένης Δευτέρας είχαμε τόσες τελετές και πανηγύρεις, όπως η νύκτωρ επίσκεψη της πρωθυπουργικής κουστωδίας στο Προεδρικό Μέγαρο ή η σύγκληση, την επομένη, του… ξεχασμένου Υπουργικού Συμβουλίου, ευλόγως αναρωτιέται κανείς τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που είχαμε, όντως, βγει από το Μνημόνιο και είχε, πράγματι, «κουρευτεί» το χρέος. 
Με τη φόρα, πάντως, που έχουν πάρει οι κυβερνώντες, δεν αποκλείεται στις 24 Μαΐου, που μέλλει να ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις να κηρυχθεί πολυήμερος υποχρεωτικός σημαιοστολισμός. Και μην απορήσετε αν, κατά το πρότυπο του ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν, κληθούμε να… αποθεώσουμε τον ηγέτη που θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι άφησε πίσω του «αυταπάτες» –δικές του, άραγε, ή όσων τον πίστεψαν;- όπως εκείνη η αμίμητη ότι έπρεπε να αρνούμαστε τις δόσεις από τα δανεικά και πως, αν το κάναμε, «θα μας παρακαλούν να μας δανείσουν»!
Ο ίδιος άνθρωπος στη συνεδρίαση του Υπουργικού του Συμβουλίου, χωρίς αιδώ, απευθυνόμενος στους υπουργούς του, αλλά ουσιαστικά στους πολίτες, δεν είχε καμία δυσκολία να εκθειάζει, πλέον, την τεράστια σημασία των νέων δανεικών τα οποία θα πάρουμε μετά την επίτευξη της οριστικής συμφωνίας. «Ανοίγει έτσι τώρα ο δρόμος για την εκταμίευση μιας μεγάλης δόσης, η οποία θα έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία», ήταν τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε ο Αλέξης Τσίπρας στη συνεδρίαση της Τρίτης.
«Ένα σημαντικό τμήμα της θα χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου», πρόσθεσε αναιρώντας όλη τη ρητορική που τον έφερε στην πρωθυπουργική καρέκλα. «Και έτσι θα κλείσει άλλο ένα κεφάλαιο στην προσπάθειά μας για την επιστροφή της χώρας σε αναπτυξιακή τροχιά», συμπλήρωνε διαβάζοντας από ένα κείμενο το οποίο, αν δεν διανθιζόταν από τις γνωστές ανοίκειες επιθέσεις κατά της αντιπολίτευσης, σε άφηνε με την εντύπωση ότι είχε γραφεί από τον… Χρύσανθο Λαζαρίδη ή κάποιον άλλον από τους λογογράφους του Αντώνη Σαμαρά.
Με απαρχή την ομιλία του κ. Τσίπρα το βράδυ της Κυριακής στη συζήτηση επί του Ασφαλιστικού – Φορολογικού νομοσχεδίου, που σημαδεύτηκε από την αποστροφή με την οποία παραδέχθηκε τις «αυταπάτες» του, ορισμένοι υποστήριξαν ότι «ξεκίνησε μια καινούργια εποχή». Η εποχή, όπως είπαν, της ολοσχερούς μεταστροφής του πρωθυπουργού και αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος για πρώτη φορά χρησιμοποίησε στους λόγους του κάποιες εκφράσεις που τον έδειχναν να παίρνει διαζύγιο από το παρελθόν του.
Ωστόσο, οι όρκοι (δήθεν;) πίστης στις μεταρρυθμίσεις, τους οποίους έδωσε, οι κοινοτυπίες του τύπου «η λύση προοπτικής είναι να παράξουμε πλούτο και να ξανακερδίσουμε το ΑΕΠ» που εκστόμισε, καθώς και οι αναφορές του στην ανάγκη για προσέλκυση επενδύσεων, μπορεί να μην είχαν ακουστεί άλλη φορά τόσο συμπυκνωμένα από τα χείλη του, πλην, όμως, απέχουν πολύ από το να πείσουν ότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του απαλλάχθηκαν από τις αυταπάτες και κυρίως από τη μανία τους να λένε ψέματα.
  Θα μπορούσα να σταθώ μόνον και μόνον στα λεγόμενα του, κατά δήλωσή του, «κομμουνιστή» και, συνάμα, «ταξικού αποστάτη» Γ. Κατρούγκαλου, για να καταδείξω ότι έχουμε να κάνουμε με αδίστακτους και αμετανόητους οπορτουνιστές. Μέσα στα πολλά ψέματα που αράδιασε ο υπουργός Εργασίας, υπερασπιζόμενος το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε στη Βουλή, σε μια αποστροφή της καταληκτικής ομιλίας του και θέλοντας να δείξει ότι, τάχατες, δεν νομοθέτησε κατ΄ επιταγήν των εταίρων και δανειστών, είπε επί λέξει τα εξής: «Η ουσία όμως είναι ότι επιχειρούμε μια μείζονα αλλαγή, αντίθετη με τις γενικές τάσεις που υπάρχουν στην Ευρώπη».
«Είμαστε αυτή τη στιγμή φορείς μιας διαφορετικής προοπτικής συνολικά για την Ευρώπη, όπου έχουμε αναγκάσει και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία να τοποθετηθεί», ισχυρίστηκε σε άλλο της ομιλίας του, ομολογώντας ότι η (ισοπεδωτική) αντίληψη που διαπνέει το νομοθέτημά του βρίσκει απέναντι του όχι μόνον τις αντιλήψεις που επικρατούν στην Ελλάδα, αλλά «βρισκόμαστε και απέναντι στην Ευρώπη».
«Δικηγορίστικες», αν όχι και «δικολαβικές», πομφόλυγες από έναν άνθρωπο που δεν είχε πρόβλημα να βγάζει πύρινους λόγους στην Πλατεία των «Αγανακτισμένων» για να ψαρέψει «πελάτες» για το δικηγορικό του γραφείο και για την πολιτική καριέρα που προετοίμαζε, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς όλα τούτα. Ακόμη και έτσι, όμως, δείχνουν με ποιους έχουμε να κάνουμε. Και, επίσης, πόσο αλλοπρόσαλλα είναι αυτά που λένε και αυτά που κάνουν. 
Την ίδια ώρα, για παράδειγμα, που κατακρεουργούν τις συντάξεις, δε διστάζουν να ισχυρίζονται ότι «αποφύγαμε τις περικοπές», προσθέτοντας «των «κύριων», κάτι που επίσης είναι αίσχιστο ψεύδος, καθώς μπαίνει νέο χαμηλότερο πλαφόν στο άθροισμα με τις επικουρικές. Ενώ ανοίγουν διάπλατα τον δρόμο για να πωληθούν ενήμερα και μη δάνεια, διακηρύσσουν ψευδώς ότι «προστατεύεται η πρώτη κατοικία».
Και, επιπλέον, πανηγυρίζουν γενικώς για το χρέος, χωρίς τίποτε το χειροπιαστό και πάντως έχοντας αποδεχθεί το τέλος της αυταπάτης για «κούρεμα» που θα αποφασιζόταν σε διεθνή διάσκεψη την οποία θα προκαλούσε ο κ. Τσίπρας. Που κάποτε θα άλλαζε την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο. Όπως, καλή ώρα, κάνει τώρα ο υπουργός… Κατρούγελως με το, καθ΄ ομολογία του, πανευρωπαϊκά πρωτότυπο νομοσχέδιο για την κοινωνική ασφάλιση που πέρασε από τη Βουλή.
Αυταπάτες, λοιπόν; Ή, μήπως, σκέτες απάτες; Μάλλον το δεύτερο που, κατά τα φαινόμενα, θα αποδειχθεί καλύτερα όσο θα πλησιάζει η 24η Μαΐου. Και ίσως ακόμη καλύτερα όταν θα μπουν σε εφαρμογή τα όσα ψηφίστηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο. Και εκείνα που θα ακολουθήσουν με βάση τα συμφωνηθέντα της Δευτέρας. Πώς το είχε πει, άλλωστε, ο Β. Σόιμπλε τον Ιανουάριο στο Νταβός όταν βρέθηκε απέναντι στον Έλληνα πρωθυπουργό; «Είναι η εφαρμογή ηλίθιε!» («It's the implementantion, stupid!»).

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Με ή χωρίς έρπη, η υπογραφή θα πέσει



            Δεν χρειάζεται κανείς να διαθέτει κληρονομικό χάρισμα στη μαντική για να διαγνώσει ότι οδηγούμαστε προς μια νέα βαριά σε περιεχόμενο μέτρων συμφωνία με τους εταίρους και δανειστές. Όπως επίσης ότι είναι μάλλον αδιάφορο το πως θα ονομαστούν τα υπό αίρεση επιπλέον μέτρα τα οποία φορτωθήκατε ίσως και ως αποτέλεσμα της υποτιθέμενης σκληρής διαπραγμάτευσης.
            Όσοι διαθέτουν κοινό νου και δεν έχουν απωλέσει τη μνήμη τους αντιλαμβάνονται ότι οι ψευτοπαλληκαρισμοί όλου του προηγούμενου διαστήματος αποτελούν τους πλέον αψευδείς μάρτυρες της επερχόμενης υπογραφής που είναι έτοιμη να βάλει φαρδιά πλατιά η κυβερνητική ηγεσία, έστω και αν συνοδευτεί από έναν ενδεχόμενο… έρπη στα χείλη του πιεζόμενου πρωθυπουργού.
            Μαζί, άλλωστε, με τις εχθροπαθείς επιθέσεις που εξαπολύονται τόσο προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, λες και η στάση τους είναι που οδήγησε στην οκτάμηνη καταστροφική καθυστέρηση της «αξιολόγησης», που μετατίθεται από εβδομάδα σε εβδομάδα, όσο και προς εκείνα τα μέσα ενημέρωσης που επιμένουν, σεβόμενα τον ρόλο τους, να ασκούν το καθήκον της κριτικής, είναι πρόδρομα φαινόμενα που δείχνουν ότι έφθασε η ώρα της συμφωνίας. Και το μόνο που απομένει είναι το τελικό «αμπαλάζ» το οποίο θα δώσει το άλλοθι στους βουλευτές των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να πουν ένα ακόμη “ναι σε όλα”.
            Για τους πλέον «άπιστους Θωμάδες», εξάλλου, που μπορεί να είχαν αμφιβολίες και να επηρεάστηκαν από τη σεναριολογία περί σκέψεων για εκλογές ή δημοψήφισμα, ρίχτηκαν αυτές τις μέρες στην «πιάτσα» και οι απαραίτητες διαρροές περί νέων «θησαυρών» που κρύβονται σε κάποιες από τις αμέτρητες λίστες. Λίστες που, κατά έναν παράδοξο τρόπο, όλες καταλήγουν να έχουν στο τέλος «πρωταγωνιστή» έναν από τους ανθρώπους της προηγούμενης κυβέρνησης και κατά προτίμηση τον «συνήθη ύποπτο» Σταύρο Παπασταύρου που ποιος ξέρει πόσες υπαρκτές ή και ανύπαρκτες «αμαρτίες» του που θα ανακαλύψουν οι «Πουαρό» της κυβέρνησης μέχρι να ληφθούν όλα τα φορομπηχτικά μέτρα που αντί της περικοπής των δαπανών επιμένει να επιλέγει η Αθήνα.
            Με αυτά και με άλλα ανάλογα τερτίπια, πάντως, έχουν γίνει πια τόσο προβλέψιμες οι κινήσεις της παρέας του Μαξίμου που δεν εντυπωσιάζουν κανέναν οι στερεότυποι ισχυρισμοί του τύπου «η αντιπολίτευση συντάσσεται με το ΔΝΤ». Ενώ μάλλον το ίδιο συμβαίνει  με την πληκτική φρασεολογία - κλισέ με την οποία μέμφονται κάθε τρεις και λίγο την... από καιρό «ψυχορραγούσα» διαπλοκή που, παρά ταύτα, οι μονότονες κυβερνητικές ανακοινώσεις την θέλουν να «δίνει τα ρέστα της». Σε βαθμό που ευλόγως να αναρωτιέται κανείς: Πόσα πια μπορεί να είναι αυτά τα... «ρέστα» για τα οποία ακούσαμε τόσες φορές το τελευταίο διάστημα ότι παίχθηκαν από τους ακατονόμαστους της διαπλοκής;
            Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι τόσο η έλλειψη πρωτοτυπίας στην προπαγανδιστική φρασεολογία που χρησιμοποιούν οι κυβερνητικοί επικοινωνιακοί μηχανισμοί, όσο η κοντή μνήμη που είτε έχουν οι ίδιοι οι «ένοικοι» του Μαξίμου είτε θεωρούν ότι διαθέτουν οι πολίτες και κυρίως όσοι εξ αυτών τους ψήφισαν ή τους ανέχτηκαν. Πώς αλλιώς, αλήθεια, μπορεί να εξηγηθούν οι πανηγυρικοί τόνοι με τους οποίους επιχειρούν να περιβάλουν τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες θα είναι υφεσιακή (και) η φετινή χρονιά;
Και επειδή μπορεί να χάθηκε το μέτρημα, είναι καλό να θυμόμαστε ότι αναφερόμαστε στην ένατη, κατά σειράν, χρονιά που η ελληνική οικονομία συρρικνώνεται,  αν λάβουμε υπόψη ότι το «σπιράλ θανάτου» μέσα στο οποίο εξακολουθούμε να βρισκόμαστε ξεκίνησε το 2008 που ήταν το πρώτο έτος κατά το οποίο αντιστράφηκαν οι επί σειρά ετών θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης που κατέγραφε νωρίτερα η ελληνική οικονομία.
            Το πλέον απίθανο, όμως, στη συγκεκριμένη συγκυρία είναι ότι εμφανίζουν το -0,3% της μείωσης του ΑΕΠ για το 2016 ως «επιτυχία», επειδή, λέει, σε προηγούμενη έκθεσή της η Κομισιόν την είχε υπολογίσει κατά τι πιο αρνητική (-0,7%). Και θέλουν εξ αυτού του λόγου να τους αναγνωριστεί αυτή η εξέλιξη ως «επίτευγμα δικαίωσης» της ανερμάτιστης πολιτικής του «ό,τι νά ΄ναι» που ακολουθούν.         
Ταυτοχρόνως, ωστόσο, απαιτούν να αγνοηθεί ότι το αντίστοιχο περυσινό διάστημα η ίδια η Κομισιόν, που, σε αντίθεση με το… «επάρατο» ΔΝΤ, μας καλούν να εμπιστευόμαστε, είχε προβλέψει ότι τη χρονιά που τρέχει, όπως και την αμέσως προηγούμενη, όχι μόνον δεν θα είχαμε ύφεση, αλλά αντίθετα η ελληνική οικονομία θα κατέγραφε μια ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά που θα κυμαινόταν σε ποσοστά άνω του 3% ετησίως.
Είναι προφανές ότι όλη αυτή η μηχανή της εξαπάτησης περί της δήθεν διαπραγμάτευσης που συνεχίζεται έχει στηθεί για έναν και μόνο λόγο: για να λειτουργήσει ως προπέτασμα καπνού που θα επιτρέψει στους κυβερνητικούς βουλευτές και να υπερψηφίσουν το βαρύ πακέτο των μέτρων και να μπορούν να πάνε στις επαρχίες τους για να… διεκτραγωδήσουν με πόσο ψυχής το έκαναν.
Για το πρώτο, ότι, δηλαδή, θα ψηφιστούν τα μέτρα, μάλλον δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία. Για το δεύτερο, ότι θα μπορούν να πάνε ανενόχλητοι στα… χωριά τους δύσκολο το βλέπω. Όχι επειδή τους προειδοποίησε προ ημερών ο αγροτοσυνδικαλιστής του ΚΚΕ Βαγγέλης Μπούτας, αλλά κρίνοντας από το κλίμα των πασχαλινών ημερών. Ας μην παραπονιούνται, όμως. Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, που είχαν εκπαιδευτεί από τους ίδιους να προπηλακίζουν τους πολιτικούς με τους οποίους δεν συμφωνούν, είναι εκείνοι που τους περιμένουν με τις αγριότερες των διαθέσεων. Οπότε…