Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Νικάει η προπαγάνδα τη στασιμότητα;



            Στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου της Αθήνας, όπου βρέθηκαν λίγες ώρες μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup έξι διακεκριμένοι οικονομολόγοι για να συζητήσουν για τις «προϋποθέσεις ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας», η κυβερνητική προπαγάνδα για την «επικείμενη έξοδο της ελληνικής οικονομίας από τα Μνημόνια» δεν βρήκε θέση.
            Ο οικοδεσπότης καθηγητής Παναγιώτης Πετράκης και οι συνάδελφοί του που είχαν έρθει στην ελληνική πρωτεύουσα από τα πέρατα της οικουμένης για να εκφέρουν θέσεις και απόψεις για το κρίσιμο ζήτημα που απασχολεί τη μεγάλη πλειονότητα των συνελλήνων, ήταν απολύτως ενήμεροι για τα όσα είχαν αποφασιστεί μερικές ώρες νωρίτερα από τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης στις Βρυξέλλες.
Και παρόλο που τα… ανέκδοτα για οικονομολόγους θέλουν οι απόψεις τις οποίες εκφράζουν οι εκπρόσωποι της συγκεκριμένης επιστημονικής ομάδας να είναι όσοι και οι συμμετέχοντες σε ένα πάνελ, στην προκειμένη περίπτωση κοινή συνισταμένη των απόψεων ήταν ότι, αν και η διαδρομή που διήνυσε η Ελλάδα στον μαραθώνιο της κρίσης είναι ήδη μεγάλη, ο τερματισμός δεν βρίσκεται ακόμη πολύ κοντά.
            Με επιμέρους αποχρώσεις, απάντησαν όλοι –ο Χάρολντ Τζέιμς από το Πρίνστον, ο Ζολτ Νταρβάς από το Ινστιτούτο Bruegel των Βρυξελλών, ο Πάολο Μανάσσε από τη Μπολόνια, ο Κλάους Στράντερ από το Κίελο και ο Μιχάλης Χαλιάσσος από τη Φρανκφούρτη- θετικά στο ερώτημα αν η Ελλάδα συνιστά «ειδική περίπτωση», καθώς, όπως επισημάνθηκε, τα προβλήματα της ήταν διαφορετικά από εκείνα που ταλάνισαν άλλες χώρες της ευρωζώνης, όπως η Ιρλανδία ή η Πορτογαλία που δείχνουν να αποκτούν αναπτυξιακές προοπτικές έχοντας αποφύγει το εύρος της βύθισης στην ύφεση που υπέστη η χώρα μας.
«Φούσκα του δημόσιου τομέα υπήρξε μόνον στην Ελλάδα», είπε χαρακτηριστικά ένας από τους ομιλητές, την ώρα που συνάδελφός του αναρωτιόνταν πως μπορούσαν να θεωρούν κάποιοι ότι ήταν δυνατόν να συνεχίσει να λειτουργεί μια χώρα με έλλειμμα 15% στον προϋπολογισμό της.
            Δεν χαρίστηκαν στους εκπροσώπους των πιστωτών, επισημαίνοντας τα λάθη και τις αστοχίες τους με τους πολλαπλασιαστές και όχι μόνον, που προκάλεσαν μεγαλύτερο «πόνο» στην ελληνική κοινωνία. Εστίασαν, ωστόσο, την προσοχή τους περισσότερο στις τεράστιες ευθύνες της εγχώριας πολιτικής τάξης, αφενός μεν επειδή είναι υπαίτια για το πρόβλημα της υπερχρέωσης, αφετέρου δε γιατί όλα αυτά τα χρόνια -και ακόμη και τώρα- αποποιείται τα ανομήματα που τη βαρύνουν και, το σημαντικότερο, αρνείται την «ιδιοκτησία» του προγράμματος που συνομολογεί με τους εταίρους και δανειστές.
            Με εξαίρεση, άλλωστε, τους δύο που είχαν βιωματική σχέση με την Ελλάδα –τον κ. Πετράκη που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και τον κ. Χαλιάσσο που γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ- οι υπόλοιποι δεν κατανοούσαν το περιεχόμενο των χαρακτηρισμών «μνημονιακός» και «αντιμνημονιακός» που ήταν, εξάλλου, δύσκολο να αποδοθεί στη γλώσσα τους.
             Το κεντρικό συμπέρασμα από τις τοποθετήσεις τους ήταν ότι εκείνο που πρωτίστως και απαραιτήτως απαιτείται για την Ελλάδα είναι «να βρει το δικό της επιχειρηματικό μοντέλο για να κερδίσει τον χαμένο δρόμο και να αξιοποιήσει το δυναμικό που κρύβει» και το οποίο είτε μένει αναξιοποίητο είτε μεταναστεύει.
Οι διαβόητες θεωρίες για «το ελατήριο που είναι έτοιμο να εκτιναχθεί», φέρνοντας την πολυπόθητη ανάκαμψη, όπως διατείνονται οι κυβερνητικοί προπαγανδιστές, τούς άφησαν μάλλον παγερά αδιάφορους καθώς διαπιστώνουν την έλλειψη σχεδίου για την προσέλκυση επενδύσεων στους τομείς που η χώρα διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα.
Γι΄ αυτό και δεν θεωρούν ως πιθανότερη εξέλιξη το «τέλος των Μνημονίων», που, άλλωστε, θα υπάρχουν όσο υπάρχει το δυσθεώρητο χρέος, αλλά ένα «τέταρτο πρόγραμμα», το οποίο καραδοκεί όσο δεν εμφανίζεται ένας από μηχανής θεός που να μας απαλλάξει από το καθεστώς της «μόνιμης στασιμότητας» (Secular Stagnation) στην οποία έχουμε καταδικάσει τους εαυτούς μας.
Έχοντας «απομονωθεί» επί σχεδόν τρεις ώρες παρακολουθώντας την ημερίδα, όταν βγήκα από το αμφιθέατρο και άνοιξα το τηλέφωνό μου μόνον με καγχασμό μπορούσα να αντιμετωπίσω το κυβερνητικό non paper με το οποίο ο επικοινωνιακός μηχανισμός του Μαξίμου απαντούσε στην κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τα αποτελέσματα του Eurogroup με τούτα τα λόγια: «Εμείς επενδύουμε στο μέλλον της χώρας. Η Νέα Δημοκρατία επένδυσε αποκλειστικά στη μελλοντική επάνοδό της στην εξουσία».
Μου φάνηκαν τόσο αστεία. Μα τόσο αστεία! Πιο αστεία και από όταν την περασμένη Κυριακή άκουγα τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να ανασύρει δήλωση που είχε κάνει η Ντόρα Μπακογιάννη όταν ήταν αρχηγός της («φιλελέ», κατά τους ΣΥΡΙΖΑίους) Δημοκρατικής Συμμαχίας για να δικαιολογήσει την ταπεινωτική υπογραφή που έβαλε στη δημιουργία του περιβόητου Υπερταμείου στο οποίο θα πάει ολόκληρη η περιουσία του ελληνικού δημοσίου.
Είναι, βλέπετε, που «ξεμπερδεύουμε με το παλιό», όπως ήταν το κεντρικό σύνθημα με το οποίο κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ τις τελευταίες εκλογές, στις οποίες, κατά τα άλλα, πήρε εξουσιοδότηση να ξεπουλήσει τα πάντα, να κόψει ακόμη και το ΕΚΑΣ, να φθάσει στα ύψη φόρους και εισφορές,  αλλά οι υπουργοί του, όπως ο Πάνος Καμμένος, να ψηφίζουν ακόμη και «εγκληματικές και αντισυνταγματικές» ρυθμίσεις, όπως αυτή για την αναπροσαρμογή του ΦΠΑ στα νησιά για να μην τους πάρουν άλλοι τις καρέκλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου