Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

«Δεν έχετε ψωμί; Φάτε προπαγάνδα!»



            Σε μεγάλη απελπισία, μεγαλύτερη ίσως και από την απόγνωση που αισθάνονται οι φορολογούμενοι στην προσμονή των επερχόμενων εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ, πρέπει να έχει περιέλθει ο άλλοτε κραταιός επικοινωνιακός μηχανισμός του κυβερνώντος κόμματος.
Οι εποχές που οι προπαγανδιστές του ΣΥΡΙΖΑ έβγαζαν «φωτιές» επιβάλλοντας την ατζέντα τους, με τον πολλαπλασιασμό των αυτοκτονιών και την πολιτικοποίηση των αναθυμιάσεων από τα τζάκια και τα μαγκάλια, φαίνεται να αποτελούν πλέον μακρινό παρελθόν. Ενώ ανεπιστρεπτί δείχνουν να έχουν περάσει οι καιροί που η συνεργασία Λαζόπουλου - Χαϊκάλη τίναζε στην αέρα την προεδρική εκλογή με καταγγελίες στα τηλεοπτικά πρωινάδικα για απόπειρες εξαγοράς βουλευτών. Απόπειρες που ουδέποτε αποδείχθηκαν, αλλά ο θόρυβος που προκάλεσαν οι καταγγελίες λειτούργησε αποτελεσματικά, τρομοκρατώντας άλλους βουλευτές που προτίμησαν να πάνε πρόωρα «στα σπίτια τους» από το να τους προσαφθεί η ρετσινιά του «αργυρώνητου».
Μπορεί, κατά το «παλαιά τους τέχνη κόσκινο», να μην έχουν αποξενωθεί πλήρως από εκείνες τις νοοτροπίες, πλην, όμως, οι δυνατότητες τους μοιάζουν πλέον πολύ περιορισμένες. Ίσως να φταίει που η πλειονότητα όσων έδιναν σκληρές «επικοινωνιακές» μάχες παλαιότερα, μέσα από τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης ή από τα social media, έγιναν πια κρατικοί υπάλληλοι και, όσο νά  ΄ναι, τους εγκατέλειψε η φλόγα του πάθους για την κατάκτηση της εξουσίας που τους κινητοποιούσε το πάλαι. Το κλασσικό ανέκδοτο με τον τράγο ο οποίος έπαψε να ασκεί τα… καθήκοντα του όταν «κρατικοποιήθηκε» μπορεί να δίνει μια εύγλωττη εξήγηση.
 Από την άλλη, ίσως να είναι και οι καιροί που αλλάζουν και δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ακόμη και σε πραγματικούς «μάγους» της προπαγάνδας να διαστρέψουν τη δυσμενή πραγματικότητα που βιώνει η –και- εξαπατημένη ελληνική κοινωνία. Διότι, επί παραδείγματι, όσες φορές και να εξαγγείλουν οι κυβερνητικοί μηχανισμοί ότι «έρχεται η ανάπτυξη», η ξεροκέφαλη υφεσιακή πραγματικότητα έρχεται και κάνει καταγέλαστες τις φραστικές εξαγγελίες που δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα μέτρα για την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία πραγματικών θέσεων εργασίας στην ιδιωτική οικονομία.
Αφορμή για τούτες τις σκέψεις υπήρξε η μάλλον άτεχνη και χοντροκομμένη προσπάθεια να εμφανιστεί η αξιωματική αντιπολίτευση ως σπαρασσόμενη από εσωκομματικές αντιπαραθέσεις φατριών, όπως φιλότιμα προσπαθούν επί σειρά εβδομάδων να λανσάρουν οι επικοινωνιακοί μηχανισμοί της κυβέρνησης. Στην αρχή ήταν οι προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος και οι υποτιθέμενες χαώδεις διαφορές για τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας που χώριζε τη σημερινή ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη από την καραμανλική πτέρυγα του κόμματος, η οποία ποτέ κανείς δεν κατάλαβε αν και γιατί μπορεί να ήταν υπέρ της απευθείας εκλογής από τον λαό, σύμφωνα με όσα διοχέτευσε η κυβερνητική προπαγάνδα.
Όταν κατέπεσε αυτό το οικοδόμημα, το οποίο δεν μπόρεσε να στηρίξει ούτε το κρατικό πρακτορείο με τη φιλοξενία σε περίοπτη θέση των απόψεων του μοναδικού στελέχους της ΝΔ, του πρώην βουλευτή Ευριπίδη Στυλιανίδη, που συντασσόταν με την κυβερνητική πρόταση, επινοήθηκε νέο κατασκεύασμα ως πιθανό έναυσμα για εσωτερικές αντιπαραθέσεις στη συντηρητική παράταξη. Επί σειρά ημερών συντονισμένα συντηρείται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας το ζήτημα της αναίρεσης που άσκησε η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στο απαλλακτικό, κατ’ αρχήν, βούλευμα για τον επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου με το οποίο κατέληγαν στο αρχείο οι φοβερές και τρομερές καταγγελίες ότι μπήκαμε στο Μνημόνιο επειδή είχαν «φουσκωθεί» τα ελλείμματα στους κρατικούς προϋπολογισμούς των προηγούμενων ετών.
Ο υποτιθέμενος, ωστόσο, «διάλογος» που επιχειρήθηκε να ανοίξει με την αναίρεση της κυρίας εισαγγελέως, δεν αφορά στο αν μπορούσε να κάνει αλλιώς ο Γεωργίου, που πάντως ανέλαβε καθήκοντα και αναθεώρησε τα στοιχεία πολύ μετά αφού η χώρα είχε διαβεί τον Ρουβίκωνα του Μνημονίου, αλλά αν οι ενέργειες του δυσαρεστούν τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή που είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης την επίμαχη περίοδο. Ο τελευταίος, καλώς ή κακώς, έχει επιλέξει να μη μιλάει για όλα αυτά. Και σε αυτή ακριβώς τη σιωπή του, που κρατάει επτά χρόνια τώρα, φαίνεται να επενδύουν οι προπαγανδιστικοί ινστρούχτορες της κυβέρνησης που –αξιοποιώντας και διάφορους «χρήσιμους ηλίθιους» από το περιθώριο του γαλάζιου στελεχιακού δυναμικού- ενορχηστρώνουν ένα παιχνίδι εντυπώσεων που θέλει να βρίσκονται «καραμανλικοί στα κάγκελα».
Ο πραγματικός στόχος πίσω από όλα αυτά δεν είναι άλλος από το να υποχρεωθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να πάρει θέση, έτσι ώστε να βρει έρεισμα για να αντιπαρατεθεί μαζί του η ευφυώς αποκληθείσα από τον Ευάγγελο Βενιζέλο ως «τρίτη κυβερνητική συνιστώσα» που απαρτίζεται από ορισμένους υποτιθέμενους «καραμανλικούς» που σιτίζονται από το κυβερνητικό Πρυτανείο. Και οι οποίοι, υποτίθεται ότι, «οργίζονται για τα πυρά που δέχεται ο πρώην πρωθυπουργός»...
Μέχρι ιστοσελίδες έχουν στηθεί τελευταία που αναπαράγουν το δήθεν κλίμα διχασμού στη ΝΔ, εκθειάζοντας τον Καραμανλή και τον Ευάγγελο Μεϊμαράκη, που είναι «θύματα της διαπλοκής», και υβρίζοντας τον Μητσοτάκη και τον Αντώνη Σαμαρά, που, υιοθετώντας την κυβερνητική επιχειρηματολογία, εμφανίζονται ως «σύμμαχοι των» –παλιών, προφανώς- «διαπλεκομένων». Με αναρτήσεις που συνιστούν επιτομή του διαδικτυακού «τρολαρίσματος» επιχειρούν να παρουσιάσουν εικόνα διάλυσης και εμφύλιων σπαραγμών στη ΝΔ που δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα. Διότι η αξιωματική αντιπολίτευση μπορεί να μην είναι ένα κόμμα που καταπλήσσει τα πλήθη, προσελκύοντας μαζικά ψηφοφόρους από άλλους χώρους, εμφανίζει, όμως, αξιομνημόνευτη συσπείρωση του δυναμικού της, τέτοια που, σε συνδυασμό από την αποσυσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ, την κάνει να αποσπά άνετο προβάδισμα σε όλες –ακόμη και της «Αυγής»!- τις δημοσκοπήσεις.
Αν, μετά ταύτα, αναρωτιέστε για τη σκοπιμότητα της προσπάθειας να δημιουργηθεί πλαστή εμφυλιοπολεμική εικόνα στη ΝΔ, η εξήγηση είναι μάλλον απλή: Οι… Αντουανέτες της κυβέρνησης έχουν τη λύση: «Δεν έχετε ψωμί; Φάτε προπαγάνδα!». Με αυτό το «δόγμα» έγιναν εξουσία, αυτό ξέρουν, με αυτό συνεχίζουν. Και για όσο φτουρήσει…

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

«Σιγά μην πάνε σε εκλογές…»



            «Τώρα που η χώρα μπαίνει στις ράγες όποιος σκέπτεται εκλογές είναι ανόητος», δήλωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας λίγο πριν πιαστεί στο χορό για το «Καγκελάρι» που χόρεψε στην πλατεία της γενέτειρας των προγόνων του, στο Αθαμάνιο της Άρτας. Μου προκάλεσε απορία το γεγονός ότι ευρισκόμενος στα υψίπεδα των Τζουμέρκων, που η όψη του τρένου είναι άγνωστη, επέλεξε να καταφύγει σε έναν σιδηροδρομικό παραλληλισμό για να διανθίσει τον λόγο του, αλλά νομίζω ότι εκείνο που χρήζει μεγαλύτερης αποσαφήνισης είναι το ποιόν μπορεί να είχε κατά νου όταν χρησιμοποιούσε το επίθετο «ανόητος».
Η προφανής εξήγηση ότι ενδεχομένως να εννοούσε την αντιπολίτευση, μάλλον δεν ισχύει. Διότι αμέσως μετά ο ίδιος ο κ. Τσίπρας, αναφερόμενος στις εκλογές, συμπλήρωσε ότι «όποιος τις ζητάει είναι δυο φορές ανόητος». Αλλά και για έναν ακόμη λόγο: Επειδή ορισμένοι με ακονισμένη τη μνήμη τους ανέτρεξαν στο «μαρτυριάρικο» Διαδίκτυο και βρήκαν ότι και πριν από περίπου έναν χρόνο ο πρωθυπουργός που τώρα τα βάζει με τους… ανόητους διέψευδε με την ίδια κατηγορηματικότητα ότι είχε πρόθεση να προκηρύξει είτε εκλογές είτε δημοψήφισμα.
Λίγο αργότερα βεβαίως ήταν ο ίδιος που έκανε δημοψήφισμα στο «άψε σβήσε». Με τα γνωστά αποτελέσματα και την κυνική μετατροπή του «Όχι», το οποίο ζήτησε και πήρε από τους πολίτες, σε «Ναι» μόλις τέθηκε εν αμφιβόλω η προοπτική παραμονής του στην εξουσία. Ενώ πολύ σύντομα ακολούθησαν και οι βουλευτικές κάλπες - «εξπρές» που στήθηκαν με στόχο να πιαστούν στον ύπνο τόσο οι πολιτικές ηγεσίες της αντιπολίτευσης, που είχαν βάλει πλάτη για να περάσει το «Μνημόνιο Τσίπρα», όσο και οι ζαλισμένοι από την κωλοτούμπα ψηφοφόροι της κυβερνητικής παράταξης.
Το 2016, ωστόσο, δεν είναι 2015. Και αυτό ο κ. Τσίπρας το ξέρει μάλλον πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Του το θυμίζουν, άλλωστε, η στενή αστυνομική προστασία υπό την οποία κυκλοφορεί, ακόμη και όταν επισκέπτεται τα πατρογονικά του. Αλλά και τα μέτρα αποκλεισμού της πρόσβασης των πολιτών στους δρόμους γύρω από το γραφείο του στο Μέγαρο Μαξίμου που δεν μπορεί να μην τα βλέπει και να μην αναπολεί τότε που ο κόσμος χόρευε στο Σύνταγμα αναμένοντας το σκίσιμο του Μνημονίου, την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, την αύξηση του κατώτατου μισθού και τη χορήγηση της 13ης σύνταξης. Η πρόθεση, εξάλλου, να απαλλαγεί από εκείνες τις υποσχέσεις ήταν που οδήγησε στη σπουδή του για τις κάλπες του περασμένου Σεπτεμβρίου. 
Γι΄ αυτό και πίσω από τα «κούφια λόγια» για τις ράγες της ανάπτυξης, κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο κ. Τσίπρας αποκλείει τις εκλογές επειδή βλέπει τρένα να σφυρίζουν στις αποβάθρες. Ο λόγος που το κάνει είναι η τεράστια διακινδύνευση που συνιστά για εκείνον και όσους τον περιβάλουν μια πιθανή κάλπη που θα στηθεί με την υποτιθέμενη λογική «να περισωθεί ό,τι περισώζεται». Υπό αυτό το πρίσμα, μόνον ως ευφάνταστες εικασίες μπορεί να αντιμετωπίζονται τα σενάρια που διακινούνται τελευταία και θέλουν να γίνονται στα κυβερνητικά παρασκήνια σκέψεις για «δεξιά παρένθεση». Πρόκειται στην πραγματικότητα για αστειότητες εφάμιλλες με εκείνες που κυκλοφορούσαν παλαιότερα περί «αριστερής παρένθεσης» και που δεν είχαν την παραμικρή υπόσταση.
Καλώς ή κακώς, δεν υπάρχει εξουσία που να σκέπτεται και να δρα με τέτοιους όρους. Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και να μην επηρεαζόμαστε από προσφιλείς μύθους, που κατασκευάζονται εκ των υστέρων, ούτε ο Κώστας Καραμανλής το φθινόπωρο του 2009 παρέδωσε, όπως φημολογείται, την εξουσία. Πήγε στις εκλογές του Οκτωβρίου λέγοντας «μισές αλήθειες» για την οικονομική πραγματικότητα με την οποία ήταν αντιμέτωπη η κυβέρνησή του. Και, παρότι πολιτικά «χορτασμένος», αλλά και -κατά δήλωσή του- «κουρασμένος», ούτε στιγμή δεν πέταξε «λευκή πετσέτα». Όποιος ανατρέξει στους λόγους του κατά την προεκλογική περίοδο, όπως και εν γένει στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, θα διαπιστώσει ότι έδωσε σκληρή μάχη για να διατηρήσει τον πρωθυπουργικό θώκο. Κάτι, ωστόσο, που ήταν ανέφικτο, αφενός διότι η χώρα ήταν ήδη σε ύφεση, αφετέρου, δε, επειδή το «λεφτά υπάρχουν», ανεξαρτήτως του πως ειπώθηκε, ήταν σε εκείνη φάση ανίκητο.
Αποτελεί, λοιπόν, μεγάλη αυταπάτη -ενδεχομένως μεγαλύτερη και από εκείνη που επικαλέστηκε ο κ. Τσίπρας για να δικαιολογήσει την αθέτηση των υπεσχημένων που τον έφεραν στην εξουσία- να πιστεύει κανείς ότι οι τωρινοί ένοικοι του Μεγάρου Μαξίμου είναι διατεθειμένοι να προσφύγουν οικειοθελώς στη λαϊκή ετυμηγορία. Δεν είναι μόνον που οι ίδιοι ακόμη και όταν ψηφιζόταν από το 2% ή 3% του ελληνικού λαού εμφανιζόταν ως… αυθεντικοί εκπρόσωποι του. Είναι, κυρίως, που, όπως έχουν αποδείξει με τον πλέον εναργή τρόπο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα για να συνεχίσουν να απολαμβάνουν το νέκταρ της εξουσίας που τόσο ανέλπιστα τους προσφέρθηκε και το οποίο θέλουν να ρουφήξουν μέχρι την τελευταία σταγόνα.
Συμμεριζόμενος την εκτίμηση που αποτυπώνει η φράση «σιγά μην πάνε αυτοί σε εκλογές…», που άκουσα στις διακοπές από πολύπειρο συνομιλητή μου, ο οποίος περιέγραφε με γλαφυρότητα, αλλά και με στοιχεία και ονόματα, την επέλαση των –παλαιών και νέων- ΣΥΡΙΖΑίων στις θέσεις εξουσίας, πείθομαι όλο και περισσότερο ότι οι εξελίξεις θα προέλθουν από την εκ των ένδον προϊούσα κατάρρευση, τα σημάδια της οποίας αρχίζουν να γίνονται ορατά. Άλλωστε, έτσι συμβαίνει συνήθως, αφού ακόμη και στην εποχή της αμεριμνησίας οι πρόωρες εκλογές ήταν ο κανόνας και η εξάντληση της τετραετίας υπήρξε η εξαίρεση. Πόσω μάλλον που στη μνημονιακή εποχή το μάξιμουμ της κυβερνητικής θητείας δεν ξεπέρασε τα δυόμισι χρόνια…