Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Ο μακιαβελισμός των Θρησκευτικών



            Έχουν φαίνεται εθιστεί τόσο πολύ στην υποκρισία και στο ψέμα τα περισσότερα –αν όχι όλα- τα κυβερνητικά στελέχη, που θαρρεί κανείς πως τους έχουν γίνει δευτέρα φύσις. Δεν εξηγείται αλλιώς ότι ακόμη και για τα πιο απλά πράγματα καταφεύγουν σε τόσο προφανείς αναλήθειες που αναρωτιέται κανείς για τη σκοπιμότητα που υποκρύπτει αυτό το διαρκές «δεν είναι αυτό που νομίζετε» στο οποίο καταφεύγουν και όταν δεν υπάρχει λόγος για να αρνούνται την πραγματικότητα.   
«Δεν έχω διαβάσει την πολυσέλιδη επιστολή που έστειλε σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος», δήλωσε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης όταν στην προ ημερησίας διατάξεως συνεδρίαση πήρε τον λόγο για να τοποθετηθεί πολλές ώρες αφότου είχε γίνει γνωστό το περιεχόμενο των θέσεων που είχε εκθέσει ο προκαθήμενος της ελλαδικής Εκκλησίας στους πολιτικούς αρχηγούς για το ζήτημα της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στη μέση εκπαίδευση.
«Εξ όνυχος τον λέοντα» θα σκεφθεί, ενδεχομένως, κάποιος. Είναι, όμως, μια ενδεικτική περίπτωση για τη μόνιμη τακτική –την λες και εμμονή!- των ανθρώπων που πλαισιώνουν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να μην παραδέχονται την αλήθεια. Είτε πρόκειται για την αλήθεια που σχετίζεται με μεγάλα ζητήματα, όπως το Μνημόνιο που υπέγραψαν, ή την παράδοση της δημόσιας περιουσίας στον έλεγχο των ξένων με κατάληξη στους ιδιώτες, τις συντάξεις που κατακρεουργήθηκαν και το ΕΚΑΣ που εξαφανίστηκε.
Είτε αφορά, απλώς, τη διαμόρφωση της πραγματικότητας για καθημερινά ζητήματα, όπως ότι, όσοι από τους κυβερνώντες μπορούν, στέλνουν –οι περισσότεροι, μάλλον- τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία του εσωτερικού και στα καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, ή ότι συμπεριφέρονται όπως ακριβώς, αν όχι και χειρότερα, οι προκάτοχοι τους όταν είναι να υπερασπιστούν προσωπικά ή κομματικά προνόμια κάθε είδους (δάνεια, διορισμούς, κ.ο.κ.).  
Το εξοργιστικό στην περίπτωση του ισχυρισμού του υπουργού Παιδείας, ότι δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει την επιστολή του Αρχιεπισκόπου, είναι πως ο κ. Φίλης δεν είναι ένας αμελής τύπος από εκείνους που μπορεί να πιστέψεις ότι απλώς αδιαφόρησε για τις θέσεις της Ιεραρχίας. Το απέδειξε με το ότι ήταν εφοδιασμένος μέχρι και με τα -από κάθε άποψη- απαράδεκτα φυλλάδια του μητροπολίτη Αιγιαλείας Αμβρόσιου. Το πάθος, άλλωστε, με το οποίο υπερασπίστηκε τις απόψεις του για το επίμαχο ζήτημα μαρτυρά ότι πήγε στη Βουλή προετοιμασμένος και έτοιμος για να δώσει συνέχεια σε μια ανώφελη σύγκρουση που ο ίδιος επέλεξε να έχει με την Ιεραρχία.
Γιατί, κακά τα ψέματα, δεν είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς ότι όταν ο υπουργός Θρησκευμάτων εξαπολύει επίθεση στην Εκκλησία για τη στάση που είχε ο κλήρος σε ανώμαλες περιόδους, όπως η Κατοχή και η χούντα, στοχεύει ειλικρινά σε αλλαγές στα Θρησκευτικά. Αλλαγές που, όποιος εχέφρων πολίτης πάρει στα χέρια του κάποια από τα σχολικά εγχειρίδια από τα οποία διδάσκεται το μάθημα στα σχολεία, δεν θα έχει την παραμικρή δυσκολία να συμφωνήσει ότι είναι επιβεβλημένες.
Όπως και κάθε άνθρωπος με ανοικτό πνεύμα θα συμφωνήσει μάλλον με τη κατεύθυνση ότι «τα Θρησκευτικά από ομολογιακό μάθημα γίνονται μάθημα γνώσεων θρησκειών». Πολύ περισσότερο, ακόμη και αν είναι κανείς πιστός, όταν συνοδεύεται με την προσθήκη ότι θα δίνεται «βεβαίως προτεραιότητα στην ορθοδοξία, με ό,τι σημαίνει αυτό που είναι ένα ευρύτερο θέμα», όπως ακριβώς δήλωσε ο υπουργός Παιδείας στη Βουλή.
Ποιά σχέση, όμως, έχει η κατεύθυνση αυτή με το «τι έκαναν οι δεσποτάδες» στο παρελθόν; Πως σχετίζονται τα δύο ζητήματα; Το ένα αφορά το σχολείο του σήμερα και του αύριο, ενώ το άλλο είναι αντικείμενο της ιστορίας που μπορεί να τίθεται στον δημόσιο διάλογο και στην αντιπαράθεση, αλλά χωρίς συσχετισμό με τις εκπαιδευτικές ανάγκες. Εκτός πια και αν αλλάζουμε τα Θρησκευτικά όχι επειδή είναι ώριμο αίτημα της εποχής, αλλά γιατί πρέπει να… τιμωρηθεί η Εκκλησία για τη στάση της στο παρελθόν.
Είναι αλήθεια ότι ο υπουργός Παιδείας έχει μια μανία με το παρελθόν. Αν τον ακούσει κανείς να μιλάει, τον «συλλαμβάνει» να «τσαλαβουτάει» στα θολά νερά της ιστορίας, ψαρεύοντας επιχειρήματα χωρίς συγκεκριμένο έρμα. Εκεί που επικαλείται τη Ρόζα Ιμβριώτη και τον Ευάγγελο Παπανούτσο, ξάφνου πετιέται στον Γεώργιο Ράλλη και στον Ευάγγελο Αβέρωφ. Καμιά φορά θυμάται και τον Κώστα Σημίτη, του οποίου, όμως, ούτε το όνομα δεν ψέλλισε όταν αναφέρθηκε στην αντιπαράθεση για τις ταυτότητες που ο πρώην πρωθυπουργός έφερε εις πέρας χωρίς να βάλει την ουρά στα σκέλια όπως κάνουν οι ομοτράπεζοι του κ. Φίλη στο υπουργικό συμβούλιο που δηλώνουν: «Εμείς δεν θα συμφωνήσουμε σε τίποτε εάν δεν γίνουν δεκτά τα αιτήματα της Ιεραρχίας»!        
Είναι ακριβώς αυτό το «τσαλαβούτημα» που υποψιάζει ορισμένους ότι όλα αυτά δεν συνιστούν πολιτικό χειρισμό από έναν υπουργό Παιδείας που θέλει να δώσει λύση σε υπαρκτά εκπαιδευτικά προβλήματα, ένα από τα οποία –και πάντως όχι από τα μεγαλύτερα- είναι και αυτό της διδασκαλίας των Θρησκευτικών. Και, μάλλον ευλόγως, αναρωτιούνται μήπως δεν πρόκειται για τίποτε περισσότερο από έναν απλό πολικάντικο τακτικισμό που βρήκε στο πρόσωπο του υβριστή του, μητροπολίτη Αιγιαλείας, το έρεισμα του «βολικού εχθρού» που αναζητούσε.
Αν, πάντως, έτσι γίνεται κανείς «αριστερός» και «προοδευτικός», τότε μάλλον τύφλα να έχει ο Νικολό Μακιαβέλι…

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Το ψέμα στον… δρόμο προς τον σοσιαλισμό



             «Πόσο διαρκεί το δευτερόλεπτο επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ;». Ερωτήματα αυτού του είδους θα μπορούσαν να… απασχολούν καθηγητές της Φιλοσοφίας της περιωπής ενός… Βέλτσου ή ακόμη και ενός Αριστείδη Μπαλτά που χαράσσει πορεία προς τον σοσιαλισμό, διεκτραγωδώντας από το βήμα της Βουλής ήττες, όπως αυτή της επένδυσης του Ελληνικού που δεν μπόρεσε να τη ματαιώσει κηρύσσοντας όλη της έκταση σε αρχαιολογικό χώρο, αλλά και νίκες, όπως ενδεχομένως η… κατατρόπωση της αριστείας την περίοδο που η μοίρα της Ελλάδας τον έταξε να προΐσταται της (άμοιρης) Παιδείας της.
Ελάτε, όμως, που ακούγοντας τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να λέει με όλη τη δυνατή αυστηρότητα που μπορούσε να διακρίνει τον λόγο που εκφώνησε ενώπιον του υψηλόβαθμου δυναμικού του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ ότι «όποιος καναλάρχης δεν δικαιολογήσει το “πόθεν έσχες”, θα εκπέσει το επόμενο δευτερόλεπτο», το ερώτημα έπαψε να αποτελεί αντικείμενο φιλοσοφικής ενατένισης.
Απέκτησε, αντιθέτως, πρακτική σημασία, καθόσον αφορά την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα που καθορίζεται από τις συνεχιζόμενες αποκαλύψεις για το οργιώδες, ου μην αλλά και σκανδαλώδες, παρασκήνιο που περιβάλει τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες. Έναν διαγωνισμό που όσο περνούν οι μέρες τόσο πλησιάζει να δικαιώσει όσους εξ αρχής τον χαρακτήριζαν ως «παρωδία» επειδή ο τρόπος που οργανώθηκε παραβιάζει, εκτός από ρητές διατάξεις του Συντάγματος, την κοινή λογική.
Με την κοινή λογική, άλλωστε, συγκρούεται κατά μέτωπο και ο πρωθυπουργικός ισχυρισμός περί έκπτωσης του όποιου καναλάρχη δεν δικαιολογήσει το «πόθεν έσχες», αφού πρόκειται για έναν ισχυρισμό που απέχει δέκα ολόκληρες ημέρες αφότου οι κυβερνητικοί εντεταλμένοι, που υπεκατέστησαν το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης στη συνταγματικά προβλεπόμενη διαγωνιστική διαδικασία, έσπευσαν άρον – άρον να ανακηρύξουν σε «οριστικούς υπερθεματιστές» τους τέσσερις επιχειρηματίες που πλειοδότησαν στη ρουλέτα που στήθηκε από την κυβέρνηση.
Σε σχετική ανακοίνωση, μάλιστα, του Μεγάρου Μαξίμου που εκδόθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου αναφερόταν ότι την προηγούμενη ημέρα (9.9) ο γενικός γραμματέας Ενημέρωσης είχε υπογράψει την απόφαση της ανακήρυξης (ΑΔΑ: 7Φ2Ξ465ΙΧΦ-9ΑΛ, για όποιον ενδεχομένως αμφιβάλει). Επισημαινόταν ρητώς ότι «στους τέσσερις υπερθεματιστές που αναδείχθηκαν, εξετάστηκε από την αρμόδια επιτροπή η προέλευση και ο τρόπος απόκτησης των οικονομικών μέσων που θα διατεθούν, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 8.1 της προκήρυξης».
Ενώ επαναλαμβανόταν, προς εμπέδωση προφανώς, ότι «το συνολικό τίμημα για τις τέσσερις άδειες ανήλθε στο ποσό των 246.000.000 ευρώ και σε δεκαπέντε μέρες από την οριστική κατακύρωση οι υπερθεματιστές θα καταβάλουν την πρώτη δόση από τις συνολικά τρεις». Και, κατόπιν αυτών, δόξη και τιμή συνήγετο το συμπέρασμα ότι «με την επιτυχημένη ολοκλήρωση της διαδικασίας, διαμορφώνεται πλέον ένα τηλεοπτικό τοπίο βασισμένο στις αρχές της νομιμότητας, μετά από δεκαετίες ενός άναρχου τηλεοπτικού περιβάλλοντος, ενώ το δημόσιο θα εισπράξει ένα πολύ σημαντικό ποσό από την αδειοδότηση».
Εφόσον, λοιπόν, είχε εξεταστεί η προέλευση και ο τρόπος απόκτησης των οικονομικών μέσων, ποιος ήταν ο λόγος για τον οποίο τόσες ημέρες μετά ο πρωθυπουργός ένοιωσε την ανάγκη να εκτοξεύσει την απειλή της έκπτωσης η οποία μάλιστα θα εφαρμοζόταν το… επόμενο δευτερόλεπτο; Δεν ήταν προφανώς άλλος από τα όσα είχαν στο μεταξύ δει το φως της δημοσιότητας για τα δανεικά βοσκοτόπια που περιείχε ο φάκελος τον οποίο είχε προσκομίσει ο πλέον φιλικός προς το κυβερνών κόμμα υποψήφιος καναλάρχης.
Με τη διαφορά, όμως, ότι, κατά την προσφιλή του τακτική, ο κ. Τσίπρας αντί να αναγνωρίσει την πραγματικότητα, επέμενε να κοροϊδεύει για μια ακόμη φορά το ακροατήριό του, αδιαφορώντας για το αυταπόδεικτο του ψέματος που εκστόμιζε. Διότι με όσα ήταν ήδη γνωστά, όταν εκφωνούσε τη συγκεκριμένη ομιλία στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, δύο τινά μπορούσαν να συμβαίνουν: ή δεν είχε γνώση της κυβερνητικής ανακοίνωσης για την οριστική ανακήρυξη ή δεν είχε πληροφορηθεί τα όσα για γέλια και για κλάματα είχαν έρθει στο φως για το «πόθεν έσχες» του «κόκκινου» επιχειρηματία.
Κακά τα ψέματα, όμως. Είναι, πλέον γνωστό στους πάντες ότι ο κ. Τσίπρας δεν είναι από τους πολιτικούς που του διαφεύγουν τέτοια ζητήματα. Μπορεί να έχει σπουδάσει μηχανικός και να διαβάζει σε ομιλίες του εκφράσεις για «στροφή 360 μοιρών», χωρίς να προβληματίζεται, όταν, όμως, πρόκειται για ζητήματα που αφορούν τα μέσα ενημέρωσης συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Έχει πλήρη γνώση. Όσοι, μάλιστα, τον ξέρουν καλά επιμένουν ότι έχει εμμονή με την ενημέρωση. Ασχολείται, λένε, ο ίδιος ακόμη με λεπτομέρειες που άλλοι προκάτοχοί του δεν ήξεραν ή δεν έδιναν την ίδια σημασία.
Γι΄ αυτό, δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο κ. Τσίπρας ήταν «εν πλήρει συνειδήσει» όταν είπε όσα είπε για την έκπτωση του καναλάρχη με το προβληματικό «πόθεν έσχες». Με την ίδια, βεβαίως, «συνείδηση» που του επέτρεπε παλαιότερα να λέει ότι δεν ψηφίζει Μνημόνια ή που του επιτρέπει τώρα να ενστερνίζεται την ψευδαίσθηση του Γ. Κατρούγκαλου ότι δεν έκοψαν συντάξεις. Με την ίδια «συνείδηση» που τον έκανε να υποχρεώσει τον αντιπρόεδρό του Γ. Δραγασάκη να πάρει πίσω όσα είχε ομολογήσει για το χρέος. Με την ίδια «συνείδηση» που θα πάει οσονούπω να εγκαινιάσει την επένδυση του Ελληνικού για την οποία -κατά πάσα βεβαιότητα- θα καταγγείλει τους… μνημονιακούς που την καθυστερούσαν τόσα χρόνια και ευτυχώς που ήρθαν εκείνος και ο φιλόσοφος καθηγητής Μπαλτάς για να ξεκινήσουν την ανάπτυξη.
Είναι, άλλωστε, ο κ. Μπαλτάς, ένας από τους τελευταίους «πατερούληδες» που έχουν μείνει στο πλευρό του Τσίπρα, ο οποίος περιγράφοντας τον «δημοκρατικό δρόμος προς τον σοσιαλισμό» που είναι «μακρύς», «όχι στιγμιαίος» και έχει «υποχωρήσεις, συμβιβασμούς, νίκες, ήττες», είπε τα εξής αμίμητα: «όταν εντός αυτού του δρόμου βρισκόμαστε σε συσχετισμούς υπέρτερους, συσχετισμούς που δεν μπορούμε να υπερνικήσουμε, συσχετισμούς που μας αναγκάζουν να κάνουμε πίσω, να συμβιβαστούμε, να υποστούμε μία ήττα αναγνωρισμένη, αυτό δεν σημαίνει ότι μετά την ήττα και συνεχίζοντας τον ίδιο δρόμο, λέμε άλλα απ’ αυτά που λέγαμε πριν επί της ουσίας».
Θα μπορούσε να το πει απλούστερα, ότι, δηλαδή, «όταν διαφωνούμε με την πραγματικότητα, αλλοίμονο στην πραγματικότητα», αλλά είναι.. φιλόσοφος και το είπε με περισσότερες λέξεις…

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Το τέλος του… καλοπαιδισμού



            Ορμώμενοι από διαφορετικές αφετηρίες, ήταν αρκετοί εκείνοι –παραπλανημένοι «πατερούληδες» από τον χώρο της παλαιάς διαπλοκής, «επαγγελματίες» αβανταδόροι, διαχρονικοί νταραβεριτζήδες, αλλά και κάποιοι λίγοι καλοπροαίρετοι συμπολίτες μας- που, εντός και εκτός Ελλάδος, βαυκαλίζονταν να λένε για «τα καλά παιδιά» που μας κυβερνούν από τον Ιανουάριο του 15 και τα οποία, «μπορεί να μην ήξεραν τι τους περίμενε με τους… ανελέητους ξένους», αλλά «τώρα έβαλαν μυαλό».      
            «Μα δεν ακούσατε τι είπε ο Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ για την αυτορύθμιση της αγοράς;», διερρήγνυε τα ιμάτια του γνωστός αβανταδόρος την περασμένη Κυριακή μετά την πρωθυπουργική συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη. «Ούτε ο Μητσοτάκης, ούτε η Γεννηματά, ούτε ο Θεοδωράκης δεν τολμούν να τα πουν αυτά. Τι άλλο θέλετε πια; Είναι οι καλύτεροι εφαρμοστές των μνημονιακών απαιτήσεων», πρόσθετε ο ίδιος, με σαφή διάθεση να φιλοτεχνήσει το «εκσυγχρονιστικό» προφίλ του πρωθυπουργού και της παρέας του, που φόρεσαν νέες μάσκες στη ΔΕΘ.
Παρέβλεπε, μάλλον εθελοτοτυφλώντας, ο συγκεκριμένος υπερασπιστής των κυβερνητικών πεπραγμένων ότι στην προκειμένη περίπτωση η επίκληση της λειτουργίας των δυνάμεων της αγοράς, που προβλήθηκε για να δικαιολογηθούν οι συνέπειες από την αδειοδότηση των καναλιών, ακολούθησε την πιο ακραία εκδοχή κρατικού παρεμβατισμού που έχει γνωρίσει δυτική δημοκρατία, όπως είναι η δια νόμου επιβολή ολιγοπωλίου στους ειδησεογραφικούς σταθμούς με προφανή στόχο τη δημιουργία ελεγχόμενου καρτέλ στην ενημέρωση.
Οι επισημάνσεις τόσο των αυταπόδεικτων αστοχιών στις οποίες οδηγεί το επικίνδυνο μείγμα ανεπάρκειας και ιδεοληψίας, που χαρακτηρίζει το σύνολο σχεδόν των κυβερνητικών πράξεων, όσος και των ακραίων φαινομένων καθεστωτισμού και απόπειρας φίμωσης κάθε κριτικής φωνής, που συνιστά ο πρωτοφανής αποκλεισμός από τη συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ των μη αρεστών δημοσιογράφων, βρίσκονται αντιμέτωπες με αστείες δικαιολογίες του τύπου «και γιατί οι άλλοι ήταν καλύτεροι;» ή ότι «το Μνημόνιο μας έκανε να συνηθίσουμε την… ανεργία».
Γεγονότα και καταστάσεις που σε άλλες περιόδους ξεσήκωναν θύελλες αντιδράσεων, ακόμη και όταν εκδηλωνόταν σε πιο ήπιες εκδοχές, τώρα επιχειρείται να υποβαθμιστούν ή και να αποσιωπηθούν. Εμφανίζονται ως «κανονικότητα» που δήθεν την επέβαλε το Μνημόνιο. Και, άρα, πρέπει να την αποδεχτούμε αδιαμαρτύρητα. Το χειρότερο όλων, όμως, είναι η προσπάθεια να επιβληθεί ως κανονικότητα η πολιτική εξαπάτηση που εξακολουθεί να αποτελεί τον οδηγό της δράσης των κυβερνώντων.
Μόνον και μόνον η ιδιάζουσα περίπτωση που συνιστά το «φαινόμενο Πολλάκης» και η προπαγανδιστική προσπάθεια να μετατραπούν τα θύματα σε θύτες και οι θύτες να εμφανίζονται ως θύματα, που –οι… καημένοι!- υφίστανται «δολοφονία χαρακτήρων», αποδεικνύει πόσο αμετανόητοι είναι. Και για όσα λένε και για όσα κάνουν. Είναι, εξάλλου, πολλά τα κρούσματα αλλά και οι ενδείξεις και αποδείξεις από την πρωθυπουργική συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη που μαρτυρούν ότι δεν έχουν αλλάξει στο παραμικρό ο κ. Τσίπρας και η παρέα που κινεί τα νήματα από το Μαξίμου.
Με κορωνίδα τα απροκάλυπτα ψέματα για «τετραγωνισμό του κύκλου» με τις συντάξεις, τους ψευδείς ισχυρισμούς ότι είμαστε «πιο κοντά από ποτέ» στην ελάφρυνση του χρέους, αλλά και την αδυναμία να κοστολογηθεί η εξαγγελία για αναστολή πληρωμής των ασφαλιστικών εισφορών από τους ελεύθερους επαγγελματίες –«δεν είμαι πρόχειρος», ήταν η αμίμητη ατάκα που χρησιμοποίησε όταν ρωτήθηκε- κατεδείχθη ότι ο κ. Τσίπρας παραμένει αδιόρθωτος.
Είναι στην πραγματικότητα ίδιος και απαράλλακτος με τον προηγούμενο εαυτό του που έταζε στους ψηφοφόρους τον ουρανό με τα άστρα και κραύγαζε –«Go back κυρία Μέρκελ…»- κατά των Ευρωπαίων. Εξαπάτηση έκανε τότε. Το ίδιο κάνει και τώρα. Σε τίποτε δεν διαφέρει το χθες των κούφιων υποσχέσεων για 13η σύνταξη και κατάργηση του ΕΝΦΙΑ με το σήμερα των απατηλών διαβεβαιώσεων ότι το 90% των συνταξιούχων δεν υπέστη περικοπές. Όπως δεν διαφέρει το παλαιό παραμύθι για διαγραφή του χρέους από τη σύγχρονη υποταγή στις επιδιώξεις της γερμανίδας καγκελαρίου με την κρυφή ελπίδα να λυπηθεί και να ελεήσει το «καλό παιδί» που απεδείχθη υπάκουο.
Επειδή, όμως, όπως είχε πει Αβραάμ Λίνκολν, «μπορείς να τους ξεγελάς όλους για λίγο καιρό, λίγους όλο τον καιρό, αλλά όχι όλους όλο τον καιρό», φαίνεται ότι το τέλος του… «καλοπαιδισμού» έχει έρθει. Και αρχίζει να το αισθάνεται και ο ίδιος ο κ. Τσίπρας. Διότι δεν είναι  τυχαία η φράση για το «πολιτικό κόστος» που ο ίδιος είπε ότι αισθάνεται πως έχει από τους χειρισμούς στο ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών με το οποίο νυχθημερόν και σχεδόν αποκλειστικά ασχολούνται στο Μέγαρο Μαξίμου όλους τους τελευταίους μήνες.
 «Ξέρετε τι κόστος έχουμε εμείς απ’ αυτό;», αναρωτήθηκε ο ίδιος. Και με… πόνο ψυχής απάντησε στο δικό του ερώτημα, λέγοντας: «Αυτοί οι οποίοι μπήκαν στον διαγωνισμό και δεν πήραν άδεια θα είναι εναντίον μας. Αυτοί οι οποίοι εξέπεμπαν και τώρα τους αναγκάζουμε να πληρώσουν, πάλι εναντίον μας. Αυτοί οι οποίοι μπαίνουν, όταν έρχεται ο κύριος Μητσοτάκης και τους λέει “εγώ θα σας τα δώσω τζάμπα”, πάλι εναντίον μας».
Κανονικά, ένας διαπρύσιος κήρυκας της διαφάνειας και αποφασισμένος πολέμιος της διαπλοκής, όπως έχει αυτοαναγορευθεί ο κ. Τσίπρας, δεν θα έπρεπε να είχε τίποτε να φοβηθεί. Πολύ περισσότερο που δεκάδες φορές τον τελευταίο χρόνο το Μέγαρο Μαξίμου διαβεβαίωνε ότι η διαπλοκή έπνεε τα λοίσθια. Τι συνέβη, άραγε, και άρχισαν οι κλαυθμυρισμοί για το «κόστος»; Μήπως παγιδεύτηκαν με τις τέσσερις άδειες που έβαλαν στη ρουλέτα; Ή μήπως αντιλήφθηκαν ότι οι διάφοροι «πατερούληδες» της εγχώριας διαπλοκής πήραν χαμπάρι πόσο… «καλά παιδιά» (δεν) ήταν εκείνοι στους οποίους είχαν δώσει γη και ύδωρ; Φανταστείτε να μιλήσουν και οι… γάτες Ιμαλαΐων...  

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Μακάριοι οι… πτωχοί



Έσπευσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας να ανακοινώσει ότι θα μοιράσει στους φτωχούς τα χρήματα τα οποία «πόνταραν» οι επίδοξοι συμμέτοχοι στο κλειστό κλαμπ των μεγαλοκαναλαρχών για να εξασφαλίσουν μια από τις τέσσερις άδειες των τηλεοπτικών σταθμών που βγήκαν στο σφυρί με μόνο κριτήριο το πάχος του πορτοφολιού, όπως κυνικά ακούστηκε από τα πλέον αρμόδια χείλη.
Πριν καν, λοιπόν, «δει φως», όπως θα έλεγαν όσοι μιλούν τη γλώσσα που αποτυπώνει καλύτερα τον τζόγο που παίχθηκε την περασμένη εβδομάδα στο κτήριο της ΓΓΕΕ, ο κ. Τσίπρας δεσμεύθηκε να δώσει το σύνολο των 246 εκατομμυρίων του πονταρίσματος σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Το είπε μάλιστα με τόση κατηγορηματική βεβαιότητα που ήταν ως να είχαν ήδη… τρυγήσει τα εφοπλιστικά και εργολαβικά πορτοφόλια. Και γι΄ αυτό έδειχνε να μην τον απασχολεί αν τα χρήματα αυτά υπάρχουν πραγματικά. Ή ποια ακριβώς είναι η προέλευσή τους, αν αποδειχθεί ότι όντως μπορεί να βρεθούν.
Τα ερωτήματα αυτού του είδους, δηλαδή η ύπαρξη και η προέλευση των τιμημάτων που προέκυψαν από το τυφλό τζογάρισμα, παρότι ήταν εύλογα, αφού το όλο ζήτημα της αδειοδότησης των καναλιών τέθηκε αποκλειστικά και μόνον στην οικονομική του διάσταση, δεν βρήκαν χώρο να ακουστούν. Χάθηκαν μέσα στον θόρυβο που προκλήθηκε από τους ξέφρενους πανηγυρισμούς στους οποίους σκοπίμως κατέφυγαν οι… φιλεύσπλαχνοι κυβερνητικοί παράγοντες που αδημονούσαν, τάχατες, να ανακουφίσουν τους φτωχούς και αναξιοπαθούντες συνέλληνες.
Αλλά και όποιος τολμούσε να ψελλίσει μια έστω μικρή επιφύλαξη, όχι μόνον αν μπορεί να μοιραστούν, αλλά και αν είναι δυνατόν να συγκεντρωθούν και να καταβληθούν στο δημόσιο ταμείο με δεδομένη την κατάσταση στην αφορά, αντιμετώπισε την χλεύη, ου μην αλλά και την κατηγορία ότι είναι «εχθρός του λαού» και «ενεργούμενο της διαπλοκής». Τι και αν η τελευταία αποδεικνύεται ότι ήταν ψοφοδεής; Για να μην πούμε ανύπαρκτη και πάντως απολύτως αδύνατη σε σχέση τουλάχιστον με τη διάσταση που είχαν εμπνεύσει στη συλλογική φαντασίωση οι ισχυρισμοί για τους δήθεν πανίσχυρους «Illuminati αλά ελληνικά», όπως από διάφορες πλευρές προβάλλονταν τις τελευταίες δεκαετίες. 
Καθώς όμως περνούν οι μέρες και ξεδιαλύνουν οι πρώτες εντυπώσεις από τον εξευτελιστικό εγκλεισμό των υποψήφιων καναλαρχών στο κτήριο που εξελίχθηκε ο τηλετζόγος, όλοι όσοι πήραν τοις μετρητοίς τις κυβερνητικές μεγαλοστομίες και, ακολουθώντας τη σχετική ευαγγελική αποστροφή, ανέκραξαν το… «μακάριοι οι πτωχοί», επειδή πίστεψαν ότι μπορεί να απολαύσουν τα «λύτρα» που εξασφάλισαν οι… «Ρομπέν των καναλιών» που εδρεύουν στο Μέγαρο Μαξίμου, πρέπει ίσως να το ξανασκεφτούν.
Οι κυβερνητικές εξαγγελίες για το… «τηλεμέρισμα» μάλλον προς όσους θεωρούνται «πτωχοί τω πνεύματι» θα αποδειχθεί ότι απευθύνονταν. Και οι φανατικοί οπαδοί της κυβέρνησης θα μείνουν, κατά πάσα πιθανότητα, με τη χαρά ότι ορισμένα από το μισητά σε εκείνους «βοθροκάναλα της διαπλοκής» δεν πήραν άδεια. Αν και αυτό δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει και στο λουκέτο τους, όπως πολλοί και διάφοροι επιθυμούν.
Ας μην το πάρουν, πάντως, κατάκαρδα. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που η σημερινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει με το ίδιο επίπεδο σεβασμού τους… υπηκόους της. Δεν χρειάζεται καν να ανατρέξει κανείς στις παλαιές ομολογημένες «αυταπάτες» για να το καταδείξει. Αρκούν μόνον τα πολύ πρόσφατα για να αντιληφθεί οποιοσδήποτε πόσο υποτιμούν τη νοημοσύνη όλων μας.
Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Από τον ισχυρισμό της κυβερνητικής εκπροσώπου ότι εκπληρώθηκαν όλες οι υποσχέσεις που έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας στις ομιλίες που εκφώνησε τα δύο προηγούμενα χρόνια στη ΔΕΘ –το περίφημο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» και το εξίσου απίθανο «παράλληλο πρόγραμμα»- έως τον τίτλο «Το τρίτο Μνημόνιο βελτίωσε τη θέση της χώρας» που επέλεξε να βάλει η «Αυγή» σε άρθρο της υφυπουργού Ράνιας Αντωνοπούλου.
Η αλήθεια είναι ότι τους πήρε σχεδόν 13 μήνες για να πουν το Μνημόνιο με το όνομα του. Και, υπό αυτή την αναλογία, είναι παρήγορο ότι στον υπουργό Εργασίας Γ. Κατρούγκαλο πήρε μόνον ένα τετράμηνο για να παραδεχθεί ότι περιέκοψε κατά 40% τις επικουρικές συντάξεις. Μέχρι πρότινος διερρήγνυε τα ιμάτια του επιμένοντας ότι… δεν κόπηκαν οι συντάξεις. Το γεγονός ότι ο ίδιος τώρα κατηγορεί για «σπέκουλα και μαύρη προπαγάνδα» όσους λένε ότι οι περικοπές θα συνεχιστούν, ας μας βάλει σε σκέψεις για το τι μπορεί να ακολουθήσει. Η εκδοχή να βρεθεί στέλεχος αυτής της κυβέρνησης που να βρήκε επαφή με την αλήθεια είναι μάλλον δύσκολο να εκπληρωθεί.   
Επειδή, πάντως, μπορεί κάποιοι από τους κυβερνώντες που βρίσκονται στη φάση της μετάλλαξης, ίσως –κατά το προηγούμενο της Ελένης Αυλωνίτου που ισχυρίστηκε ότι όσοι ψήφισαν «Ναι» στο δημοψήφισμα ήθελαν έξοδο από το ευρώ- θεωρήσουν ότι το προσφιλές τους παραμύθιασμα συνάδει με το ευαγγελικό «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών έστιν η βασιλεία των ουρανών», καλό είναι να μάθουν ότι ο ευαγγελιστής Ματθαίος που έβαλε τη συγκεκριμένη φράση στο στόμα του Ιησού, δεν εννοούσε ότι οι εξαπατημένοι ψηφοφόροι θα πάνε στον… Παράδεισο.