Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Τους πήραν χαμπάρι οι εξαπατημένοι



Συνήθως οι πρωθυπουργοί, τουλάχιστον στις κανονικές χώρες, όταν αναλαμβάνουν μια πρωτοβουλία το κάνουν επειδή είναι βέβαιοι για το αποτέλεσμα της. Σε περιπτώσεις λαϊκών κινητοποιήσεων, ειδικότερα, ο κανόνας θέλει να προηγείται εξαντλητικός διάλογος και εντατική διαπραγμάτευση από τους αρμόδιους υπουργούς με στόχο να προετοιμαστεί το έδαφος για τη βέλτιστη λύση, την οποία, εφόσον δεν μπορούν να δώσουν οι ίδιοι, την παραπέμπουν στα υψηλότερα κλιμάκια.
Είθισται, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, ο επικεφαλής της κυβέρνησης που έχει επίγνωση του ρόλου του να εμπλέκεται προσωπικά στην κρίση όταν αυτή  βαίνει προς εκτόνωση και απαιτείται η δική του παρέμβαση σε τρόπον ώστε, όχι να διαπραγματευτεί, ο ίδιος αλλά με το αυξημένο κύρος του αξιώματος του και την υψηλή θεσμική αξιοπιστία που διαθέτει να εγγυηθεί την εφαρμογή των συμπεφωνημένων.
Τίποτε από όλα αυτά, τα γνωστά και δοκιμασμένα, δεν ίσχυσε στην περίπτωση της συνάντησης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στην Αυτοδιοίκηση. Ο επικεφαλής της κυβέρνησης δεν παρενέβη για να επικυρώσει συμφωνία που, όπως θα ήταν το φυσιολογικό και αναμενόμενο, είχαν συνάψει νωρίτερα οι συνεργάτες του.
Αντιθέτως, κινήθηκε με διάθεση να «πάρει πάνω του το παιχνίδι», όπως θα έλεγαν τα γνωστά φερέφωνα του Μαξίμου αν η κατάληξη ήταν διαφορετική. Έτσι, ο κ. Τσίπρας ενεπλάκη στην υπόθεση με τη γνωστή προχειρότητα που χαρακτηρίζει τα έργα και τις ημέρες του και με την ακόμη γνωστότερη… διαπραγματευτική δεινότητα που νομίζει ότι διαθέτει. Ακολούθησε, με άλλα λόγια, τη δική του πεπατημένη που δεν είναι άλλη από το διαρκές «τζογάρισμα» στο οποίο επιδίδεται μέσα από τις -συνήθως ανεκπλήρωτες- υποσχέσεις που δίνει προς κάθε κατεύθυνση και με κάθε ευκαιρία.
Αυτή τη φορά, όμως, ο κ. Τσίπρας απέτυχε. Κι ο λόγος της οικτρής αποτυχίας του ήταν επειδή δεν αντιλήφθηκε ότι δεν μπορεί να δίνει κάποιος απεριόριστα τις ίδιες υποσχέσεις στους ίδιους ανθρώπους. Βλέπετε, οι άνθρωποι που είχε απέναντι του στην αίθουσα συσκέψεων του Μεγάρου Μαξίμου είχαν ξανακούσει και από τα πρωθυπουργικά χείλη ότι η κυβέρνηση θα τους μονιμοποιούσε όλους και χωρίς κριτήρια. Μόνον, όμως, που δεν το έκανε, όπως δεν θα το κάνει και τώρα επειδή πρωτίστως δεν το επιτρέπει το Σύνταγμα και δευτερευόντως δεν θα λάβει «πράσινο φως» από τους δανειστές στους οποίους έχει υποταχθεί όσο κανένας προκάτοχός του.
Μπορεί να μην είναι συνταγματολόγοι όσοι εργάζονται στην αποκομιδή των απορριμμάτων, αλλά διαθέτουν τον κοινό νου που τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται το εύρος της εξαπάτησης που υφίστανται την τελευταία διετία από τους υπουργούς των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αλλά και από τον ίδιο τον κ. Τσίπρα, ο οποίος είχε προ μηνών δεσμευτεί σε συναδέλφους τους στη Θεσσαλονίκη ότι θα έδινε λύση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το «όχι» που είπαν οι εργαζόμενοι στην Αυτοδιοίκηση στις… προσφορές του πρωθυπουργού είναι μάλλον το ηχηρότερο ράπισμα που δέχεται ο κ. Τσίπρας στο εσωτερικό της χώρας κατά τα δυόμισι χρόνια που ηγείται των… ατάκτων «σκιτζήδων» που παριστάνουν την κυβέρνηση. Ήταν ένα «όχι» που αποδεικνύει ότι αποτελεί πλέον μακρινό παρελθόν ο «αποθεωτικός» Ιούνιος του 2015 όταν οι Έλληνες πίστευαν τις ψευδείς πρωθυπουργικές υποσχέσεις ότι ήταν ζήτημα ημερών η άρση των κεφαλαιακών ελέγχων που έθεσε σε εφαρμογή σε αγαστή συνεργασία με τον αλήστου μνήμης υπουργό των Οικονομικών εκείνης της περιόδου.
Τα διαβόητα πλέον capital controls είναι ακόμη εδώ και δεν χρειάζεται να είναι κανείς μεγαλοκαταθέτης για να έχει συνειδητοποιήσει την τεράστια ζημιά που υπέστη η ελληνική οικονομία αυτή τη διετία εξαιτίας της κυβερνητικής αφροσύνης. Ούτε χρειάζεται να είναι κάποιος ιδιαίτερα ευφυής για να καταλάβει τη συνεχιζόμενη χυδαία εξαπάτηση. Που γίνεται χυδαιότερη όταν ουδείς από τους κυβερνώντες αναλαμβάνει την παραμικρή ευθύνη για όσα συμβαίνουν και για τα οποία ενοχοποιούνται άλλοτε οι ξένοι πιστωτές και άλλοτε η αντιπολίτευση.
Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια διπλή εξαπάτηση που τη βιώνουν σχεδόν οι πάντες στο πετσί τους: οι συνταξιούχοι που βλέπουν τις συντάξεις τους να κατακρεουργούνται, αλλά οι κυβερνώντες προσπαθούν να τους πείσουν ότι δεν είναι αυτό που νομίζουν, οι εργαζόμενοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που βλέπουν τα εισοδήματά τους να εξανεμίζονται από τους επιπλέον φόρους που πηγαίνουν για να στηθεί ο νέος κομματικός στρατός, οι ιδιοκτήτες ακινήτων που πίστεψαν ότι θα γλίτωναν τον ΕΝΦΙΑ και θα κουρευόταν το δάνειο τους και τώρα κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους με ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, οι νέοι που ήλπισαν ότι η μετανάστευση δεν θα ήταν ο δικός τους μονόδρομος. 
Επειδή, όμως, όπως έλεγε ο Αβραάμ Λίνκολ, «μπορείς να ξεγελάς πολλούς για λίγο καιρό, λίγους για πολύ καιρό, αλλά δεν μπορείς να ξεγελάς τους πάντες για πάντα», είναι πλέον φανερό ότι η αντίστροφη μέτρηση για τον κ. Τσίπρα και την κυβέρνηση του έχει αρχίσει. Δεν τους πιστεύει πια σχεδόν κανείς, διότι είναι πολλοί εκείνοι που εξαπατήθηκαν.
Γι΄ αυτό και ανεξαρτήτως με την τροπή που θα έχει η απεργία στην αποκομιδή των σκουπιδιών –που η ευχή και η ελπίδα όλων μας δεν μπορεί παρά να είναι ότι πρέπει να λήξει το συντομότερο-, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα με τη στάση που τήρησαν αυτές τις μέρες «έγραψαν ιστορία»: κονιορτοποίησαν την όποια εναπομείνασα κυβερνητική, ου μην αλλά και πρωθυπουργική, αξιοπιστία.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Στα σκουπίδια «κάθε λέξη του Συντάγματος»



Αν, βγαίνοντας αυτές τις μέρες από το σπίτι, το γραφείο ή την επιχείρησή σας, βρεθείτε αντιμέτωποι με σωρούς σκουπιδιών, μην βιαστείτε να ψέξετε τους οδοκαθαριστές που απεργούν. Και μην σπεύσετε να στραφείτε κατά των συνδικαλιστικών εκπροσώπων των εργαζομένων στους Δήμους που παρεμποδίζουν την αποκομιδή των απορριμμάτων με αποτέλεσμα να κατακλύζονται οι πόλεις από τη δυσωδία που επικρατεί σε πολλές γειτονιές και που πιθανότατα θα γίνει αφόρητη τις επόμενες ημέρες εφόσον, όπως προβλέπεται, ανέβει το θερμόμετρο.
Ο λόγος που δεν πρέπει να τα βάλετε μαζί τους είναι διότι για πρώτη ίσως φορά από τις δεκάδες κινητοποιήσεις που οργάνωσαν στη διάρκεια των τελευταίων ετών πιέζοντας με τα σκουπίδια για την ικανοποίηση θεμιτών και αθέμιτων αιτημάτων, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Και αυτό καθώς είναι θύματα ακραίας εξαπάτησης από κυβερνητικά στελέχη, όπως ο Πάνος Σκουρλέτης, η Όλγα Γεροβασίλη, ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και ο Σωκράτης Φάμελος, οι οποίοι ρητά και κατηγορηματικά είχαν δεσμευθεί ότι δεν θα δίσταζαν να… πετάξουν στα σκουπίδια το Σύνταγμα προκειμένου να πετύχουν τη μονιμοποίηση όλων όσοι έχουν προσληφθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Είχαν μάλιστα φθάσει προ μηνών στο ακρότατο σημείο να απειλούν τους δημάρχους ότι θα τους επέβαλαν κυρώσεις αν δεν παρέτειναν τις συμβάσεις ή δεν συνέχιζαν να πληρώνουν εκείνους των οποίων έληγαν οι συμβάσεις. Προσπάθησαν ακόμη να επηρεάσουν τη Δικαιοσύνη ώστε να δώσει λύση που καταφανώς ερχόταν σε αντίθεση με τη σαφέστατη συνταγματική πρόβλεψη. Πλην, όμως, και σε αυτή την αναμφισβήτητα σκανδαλώδη υπόθεση, η Δικαιοσύνη στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων κάνοντας το αυτονόητο που ήταν η ορθή ερμηνεία του Συντάγματος.
Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να είναι κανείς συνταγματολόγος ή να έχει ειδικές νομικές γνώσεις για να αναγνωρίσει την απόλυτη σαφήνεια με την οποία ο καταστατικός χάρτης της ελληνικής Πολιτείας, όπως διαμορφώθηκε στην Αναθεώρηση του 2001, απαγορεύει τη μονιμοποίηση όσων προσλαμβάνονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου. Η παράγραφος 8 του άρθρου 103 δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: «Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού (…) ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου», ορίζεται στη διάταξη που υπερψηφίστηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των βουλευτών που θήτευαν εκείνη την περίοδο στο Κοινοβούλιο. Και, για να κλείσει κάθε παράθυρο, αμέσως μετά, προστίθενται τα εξής: «Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου».
Με τον τρόπο αυτό, το –«παλαιό», φυσικά- πολιτικό σύστημα κατάφερε να θεραπεύσει μια χαίνουσα πληγή δεκαετιών που φόρτωνε στο δημόσιο προσωπικό που προσλαμβάνονταν κατά βάση με πελατειακού τύπου μεθοδεύσεις, όπως η πρόσληψη υπαλλήλων για έκτακτες ανάγκες που στη συνέχεια θεωρείτο ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Έτσι ώστε να συνεχίζεται ένα αέναο γαϊτανάκι προσλήψεων συμβασιούχων που μετατρεπόταν σε μονίμους για να προσληφθούν κατόπιν στις θέσεις τους άλλοι συμβασιούχοι.
Με «κύκνειο άσμα» το περίφημο «διάταγμα Παυλόπουλου» (Π.Δ. 164/2004), που προώθησε ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης επί κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, έκλεισαν οι λογαριασμοί του παρελθόντος. Και επί μια δεκαετία ηρέμησαν τα πνεύματα στο πολύπαθο ελληνικό δημόσιο, καθώς από τη μια μονιμοποιήθηκαν όλοι όσοι μέχρι τότε είχαν συμπληρώσει 24μηνη υπηρεσία και αφετέρου απαγορεύθηκε εφεξής η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων αν δεν μεσολαβούσε τουλάχιστον τρίμηνη διακοπή μεταξύ τους.
Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν και πάλι μόλις ήρθαν στην εξουσία οι… σκιτζήδες των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που μπορεί να μην έσκισαν τα Μνημόνια, όπως είχαν υποσχεθεί, κατέβαλαν, ωστόσο, κάθε προσπάθεια για να κουρελιάσουν το Σύνταγμα. Κοροϊδεύοντας τους ανθρώπους που είχαν συμβάσεις σε Δήμους και αλλού, υποσχέθηκαν μονιμοποιήσεις χωρίς όριο και οι οποίες δεν μπορούσαν να γίνουν διότι ήταν καταφανώς αντισυνταγματικές. Έπειτα από δύο χρόνια ψευδιασθήσεων και αυταπάτης, οι ελπίδες που καλλιέργησαν σε χιλιάδες εργαζομένους αποδεικνύεται τώρα ότι ήταν φρούδες. Το πιο εξοργιστικότερο, όμως, είναι, παρά την οργή που διακατέχει τους ανθρώπους που εξαπάτησαν, ξεδιάντροπα συνεχίζουν να τους εξαπατούν.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας την Τετάρτη στο υπουργικό του συμβούλιο, ισχυρίστηκε ότι «η δημιουργία σταθερών και ασφαλών θέσεων εργασίας, αποτελεί την κύρια και απόλυτη προτεραιότητα αυτής της κυβέρνησης». Και, πρόσθεσε ότι, «στο πλαίσιο αυτό, άμεσα με τη συνεργασία των αρμόδιων υπουργείων, πρέπει να βρεθεί και η βέλτιστη λύση στο μεγάλο θέμα των συμβασιούχων του ελληνικού δημοσίου. Ένα θέμα που, όπως γνωρίζετε, δεν δημιουργήθηκε επί των ημερών μας, δημιουργήθηκε πολλά χρόνια πριν και πρέπει να βρεθεί η βέλτιστη λύση,  ώστε να σταματήσει αυτή η απαράδεκτη συνθήκη ομηρείας για χιλιάδες εργαζόμενους που καλύπτουν πάγιες ανάγκες».
Βεβαίως, η αλήθεια (με την οποία, ως γνωστόν, αυτή η κυβέρνηση έχει πάρει διαζύγιο) είναι ότι το πρόβλημα των συμβασιούχων, το οποίο ο πολύς ο κόσμος το μαθαίνει τώρα οι κάδοι ξεχειλίζουν από σκουπίδια, το δημιούργησαν ο κ. Τσίπρας και οι υπουργοί του. Δεν πάει, άλλωστε, πολύς καιρός που προσωπικά ο πρωθυπουργός έδινε στη Θεσσαλονίκη υποσχέσεις για μονιμοποιήσεις. Υποσχέσεις οι οποίες, όπως τόσες και τόσες άλλες, δεν τηρήθηκαν και δεν πρόκειται να τηρηθούν. Γι΄ αυτό και πλέον προσπαθούν να δικαιολογηθούν υποστηρίζοντας πότε πως τάχατες είναι τα συμφέροντα που θέλουν ιδιωτικοποίηση της αποκομιδής των απορριμμάτων που τους εμποδίζουν να παρατείνουν τις συμβάσεις και άλλοτε πως δήθεν προσέκρουσαν στην άρνηση των δανειστών.
Δυστυχώς, τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Ούτε οι δανειστές φταίνε, ούτε οι θιασώτες των αποκρατικοποιήσεων. Εκείνο που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι οι άνθρωποι που ανέλαβαν την εξουσία υποσχόμενοι να γίνουν «κάθε λέξη του Συντάγματος», έκαναν και κάνουν τα πάντα για να το παραβιάσουν. Ευτυχώς, όμως, τις πιο πολλές φορές δεν τους περνάει. Ακόμη και αν το τίμημα το πληρώνουν οι πολίτες που, σε αυτή τη φάση, βρίσκονται αντιμέτωποι με τα σκουπίδια τα οποία που αφήνουν αμάζευτα οι εξαπατημένοι οδοκαθαριστές

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Οι «στραβές», η Ύβρις και η Νέμεσις



            Αν πιστέψουμε την κυβέρνηση και τα φερέφωνά της, οι επικείμενες αποφάσεις των εταίρων και δανειστών είναι καθοριστικές για το μέλλον της χώρας. Ο ίδιος, μάλιστα, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας αρθρογράφησε σε δύο μεγάλες εφημερίδες, τη γαλλική «Le Monde» και τη γερμανική «Die Welt», για να ισχυριστεί ότι δεν είναι μόνον το δικό μας μέλλον που διακυβεύεται στο επικείμενο Eurogroup. Είναι ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα που θα κριθεί και το ευρωπαϊκό ιδεώδες που θα απειληθεί να… «σβήσει».
            Για όσους εξακολουθούν να τις παίρνουν τοις μετρητοίς, οι φράσεις του πρωθυπουργού ήταν πολύ χαρακτηριστικές: «Μια ουσιαστική συνάντηση θα λάβει χώρα τις επόμενες μέρες. Ιστορική για την Ευρώπη, για την δημοκρατική Ευρώπη για μία Ευρώπη της ανάπτυξης», ήταν αυτολεξεί οι πομπώδεις διατυπώσεις που χρησιμοποίησε.
Διαλύοντας τυχόν αμφιβολίες ότι δεν τα έλεγε όλα αυτά για μια από τις πάμπολλες συνεδριάσεις του Eurogroup με αντικείμενο το ελληνικό πρόγραμμα , συμπλήρωνε τα εξής δραματοποιημένα λόγια: «Είμαστε γεμάτοι από ελπίδα και προσδοκία για αυτή τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών. Γιατί έχουμε κάνει όσα οφείλουμε και συνεχίζουμε στον ίδιο ευρωπαϊκό δρόμο. Στον δρόμο του σεβασμού των κανόνων του κοινού μας σπιτιού. Και το ίδιο περιμένουμε από τους δανειστές μας. Να σεβαστούν τους κανόνες που οι ίδιοι έγραψαν. Να σεβαστούν τη χώρα μου. Να σεβαστούν την Ελλάδα».
            Σε εξίσου δραματικούς τόνους, ο κ. Τσίπρας κατέληγε στο επίμαχο άρθρο του, απευθύνοντας –σε ποιους άραγε;- τις ακόλουθες παραινέσεις: «Να μην επιτρέψουμε να μιλήσουν οι προκαταλήψεις, τα στερεότυπα και η μνησικακία που τόσο κακό έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν κακό στην Ευρώπη. Ας εμπιστευτούμε τον ορθό λόγο, ας εμπιστευτούμε τα γεγονότα.  Για να εμπνευστούμε και να εμπνεύσουμε τους ευρωπαϊκούς λαούς. Το χρειάζονται και το χρειαζόμαστε!».
            Αν, όμως, τα πράγματα είναι όντως τόσο κρίσιμα και τόσο καθοριστικά, η πρωθυπουργική αρθρογραφία σε δύο έγκυρες καθόλα ευρωπαϊκές εφημερίδες είναι το μέτρο που αντιστοιχεί στις –κατά τα δικά του λεγόμενα- «ιστορικές» περιστάσεις; Μήπως άλλη θα έπρεπε να ήταν η αντιμετώπιση αν ίσχυαν όλα όσα με τόσο δραματικό τρόπο περιγράφει ο κ. Τσίπρας; Εκτός και αν αυτή είναι η μόνη καταφυγή επειδή έχει προηγηθεί τόσο μεγάλη κατάχρηση των μέσων που μπορεί να έχει στη διάθεσή της μια κυβέρνηση που ενδιαφέρεται για την ουσία των πραγμάτων και όχι για το επικοινωνιακό τους περίβλημα και τον πρόσκαιρο ψηφοθηρικό αντίκτυπο.   
            Τον περασμένο Δεκέμβριο, για παράδειγμα, που ο κ. Τσίπρας αποφάσισε να μοιράσει μέρος από το «αιματοβαμμένο» υπερπλεόνασμα, ζήτησε να πάνε οι κάμερες στο Μέγαρο Μαξίμου για να απευθύνει διάγγελμα στον ελληνικό λαό και να καλέσει τους πολίτες να πανηγυρίσουν για τη «13η σύνταξη» που δεν ήταν ακριβώς «13η σύνταξη», όπως ομολογήθηκε από την έγγραφη συγγνώμη που υποχρεώθηκε να ζητήσει από τους πιστωτές ο άμοιρος Ευκλείδης Τσακαλώτος.
Λίγο καιρό αργότερα, όταν στην κυβερνητική ηγεσία είχαν –για μια ακόμη φορά- την ψευδαίσθηση ότι είχε έρθει η ανάπτυξη και είχε τερματιστεί τη λιτότητα, ο πρωθυπουργικός περίγυρος σκηνοθέτησε ανοικτή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, το οποίο είχε μήνες να συγκληθεί, με μόνο στόχο να κηρυχθούν και πάλι πανηγυρισμοί που, όμως, ματαιώθηκαν αμέσως μετά όταν έγιναν γνωστά τα περί του αντιθέτου πρώτα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Ήταν η εποχή που ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Μαξίμου εξέδιδε διθυραμβικά non paper για τις επικοινωνίες ρου πρωθυπουργού με την… γοητευμένη Άνγκελα Μέρκελ. Και  η περίοδος κατά την οποία ο κ. Τσίπρας ένοιωθε τόσο «άτρωτος» ώστε πήγαινε στη Βουλή και κομπορρημονούσε κατά των πολιτικών του αντιπάλων που πίστευε ότι δεν τολμούσαν να τον αντιμετωπίσουν. Τους λοιδορούσε, τους υποτιμούσε και τους προκαλούσε να του κάνουν ερωτήσεις στην «ώρα πρωθυπουργού» που αποφάσισε να ενεργοποιήσει για μερικές εβδομάδες.
Στην προ μηνός τελευταία μεγάλη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση που είχε με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκο Μητσοτάκη, κατά την ψήφιση των διαβόητων μέτρων και αντίμετρων που υποτίθεται ότι θα άνοιγαν τον δρόμο για τη ρύθμιση του χρέους, η οποία θα ήταν τόσο καλή που θα τον υποχρέωνε να φορέσει γραβάτα, ο κ. Τσίπρας με περίσσεια οίηση έλεγε υποτιμητικά προς τον πρόεδρο της ΝΔ: «Ξέρετε μου έρχεται στο μυαλό ένα κουίζ που μας έβαζαν όταν ήμασταν μικρά παιδάκια στο σχολείο που μας ρωτούσαν: “Τι είναι πιο βαρύ; Ένα κιλό σίδερο ή ένα κιλό βαμβάκι;”. Είμαι σίγουρος, κύριε Μητσοτάκη, ότι δεν θα απαντούσατε σωστά σε αυτό το κουίζ, όταν ήσασταν παιδί!».
Στις τέσσερις εβδομάδες, ωστόσο, που παρήλθαν έκτοτε, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του δεν προλαβαίνουν να μετρούν «στραβές», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση που επιστράτευσε ο ανεκδιήγητος υφυπουργός για να περιγράψει τη δραματική τροπή που μπορούν να λάβουν τα γεγονότα όταν χάνεται το μέτρο, περισσεύει η αλαζονεία και απουσιάζουν παντελώς το σχέδιο και η πρόληψη.
Γι΄ αυτό και τις προηγούμενες ημέρες τα καινούργια προαπαιτούμενα που έβαλαν στο τραπέζι οι πιστωτές ψηφίστηκαν χωρίς να τολμήσει καν να λάβει τον λόγο ο κ. Τσίπρας που όταν ήταν στα «πάνω» του πήγαινε στη Βουλή ακόμη και για να υποστηρίξει με θράσος χαριστικές (ν)τροπολογίες για φίλιους επιχειρηματίες.
Για πανηγυρικά διαγγέλματα προς τον ελληνικό λαό, ούτε λόγος φυσικά. Πόσω μάλλον που το υπουργικό συμβούλιο συγκλήθηκε για πρώτη φορά χωρίς κάμερες και σχεδόν στα κρυφά μόνον και μόνον για να βγει προς τα έξω η διαρροή ότι αν δεν υπάρξει ικανοποίηση στο Eurogroup το ζήτημα της απόσπασης μιας διαφορετικής διατύπωσης για το χρέος θα τεθεί –σιγά τα αίματα!- στη Σύνοδο Κορυφής.
Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και να γίνει στο Eurogroup, oι «στραβές» που ήρθαν για τον κ. Τσίπρα και την κυβέρνησή του, όπως και αυτές που θα ακολουθήσουν, δεν είναι παρά απότοκο της αλαζονικής Ύβρεως που –με την αρχαιοελληνική έννοια- χαρακτηρίζει από την αρχή ως το τέλος την διακυβέρνησή τους. Και που δεν χρειάζεται να είναι κανείς μανιχαϊστής για να υποστηρίξει ότι αναπότρεπτα θα βρισκόταν αργά ή γρήγορα αντιμέτωποι με τη Νέμεση.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

«Σκοτώστε τους αγγελιαφόρους!»

          Ίσως να μην εξέπληξαν πολλούς οι ειρωνείες που επιστράτευσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος για να αποφύγει να δώσει ουσιαστική απάντηση στο τεράστιο ζήτημα με τον πολλαπλασιασμό των σταθμών διοδίων στην Εγνατία Οδό και την εκτίναξη του κόστους διέλευσης των αυτοκινήτων από τον τόσο σημαντικό για όλο το βορειοελλαδικό χώρο οδικό αυτό άξονα.
Και δεν εξέπληξαν μάλλον επειδή φαίνεται να έχουν γίνει ρουτίνα τα συνεχή κρούσματα της καθεστωτικής νοοτροπίας από την οποία διακατέχονται οι άνθρωποι που –με βασικότερο μοχλό τα μέσα ενημέρωσης- αναρριχήθηκαν στην εξουσία εξαπατώντας τους πάντες και ελπίζουν ότι θα μακροημερεύσουν στις καρέκλες τους καθυποτάσσοντας την ενημέρωση και λοιδορώντας τους λειτουργούς της.

Η δυσανεξία που επιδεικνύουν όχι μόνον όταν τους ασκείται κριτική, αλλά ακόμη και όταν τους υποβάλλονται απλά και αυτονόητα ερωτήματα που απασχολούν τους πολίτες, κάνει το αλήστου μνήμης «δεν δικαιούστε δια να ομιλείτε» του μακαρίτη Μένιου Κουτσόγιωργα να ωχριά μπροστά στη θρασύτητα νεόκοπων πολιτικάντηδων που εκείνο για το οποίο μπορούν να επαίρονται είναι η… επί διετία διαμονή τους σε λαϊκά προάστια.

Οι γκεμπελικού τύπου σκόπιμα απαξιωτικοί ισχυρισμοί του τύπου «θυμάμαι ότι πολλές φορές είχατε δείξει αντίστοιχη ευαισθησία…» αποτελεί τον κανόνα με τον οποίο έχουν επιλέξει να πολιτεύονται οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Οι ανοίκειες αναρτήσεις και οι άναρθρες κραυγές του Πολάκη και των ομοίων του για τα «βοθροκάναλα», δυστυχώς, δεν συνιστούν εξαίρεση. Αντιθέτως κάθε μέρα που περνά πείθονται και οι πλέον άπιστοι ότι ήταν οι τροχιοδεικτικές βολές που προοιωνίζονταν τον πόλεμο με όλα τα μέσα που έχει αποφασιστεί από την κορυφή της κυβερνητικής πυραμίδας.

Τον πολεμικό τόνο, άλλωστε, τον δίνει ο ίδιος ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας που δεν χάνει ευκαιρία να αντιδικεί με τα μέσα ενημέρωσης και να στοχοποιεί ό,τιδήποτε δεν του είναι αρεστό και οποιονδήποτε δεν υποτάσσεται στην εξουσία του. Δεν αρκείται, μάλιστα, ο κ. Τσίπρας στα υβριστικά non paper που εκδίδονται –με την προφανή επίνευσή του, αν όχι και την υπαγόρευσή του- αλλά αναβαθμίζει την επιθετικότητά του και με προσωπικές δηλώσεις.

«Μόνο μεμψιμοιρία, χαιρεκακία και εμφανής στοίχιση ορισμένων κυριακάτικων πρωτοσέλιδων τίτλων με τις πιο ακραίες φωνές των δανειστών, σε σχέση με το χρέος», διαπίστωσε προ ημερών ο πρωθυπουργός της χώρας. Και εξέδωσε γραπτή προσωπική δήλωση με αυτές τις διατυπώσεις επιχειρώντας να ασκήσει πίεση στα μέσα ενημέρωσης ώστε να αποσιωπηθεί το ομολογημένο ναυάγιο της ανερμάτιστης διαπραγμάτευσης που κάνει δύο χρόνια τώρα με τους πιστωτές και, αντ΄ αυτού, να προβληθεί το υποτιθέμενο success story του αναιμικού 0,4% της ανάπτυξης που έδειξαν τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Η συνεχής ενασχόληση των κυβερνητικών αξιωματούχων με τον συστηματικά αρνητικό σχολιασμό του τρόπου με τον οποίο επιλέγουν να παρουσιάσουν κάθε φορά την επικαιρότητα τα μέσα ενημέρωσης είναι ίσως το μικρότερο κακό με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι όσοι απασχολούνται σε αυτά. Άλλωστε, μια ματιά στις κυκλοφορίες των εντύπων, στην ακροαματικότητα των ραδιοσταθμών, στην τηλεθέαση των καναλιών και στην επισκεψιμότητα των διαδικτυακών μέσων καταδεικνύει ότι οι πολίτες –όπως κάνουν διαχρονικά, έτσι και τώρα- επιβραβεύουν όσους σέβονται τους αναγνώστες, τους ακροατές ή τους θεατές τους και αποστρέφονται όσους επιδίδονται αποκλειστικά στη λιβανιστική προπαγάνδα.
Το χειρότερο όλων είναι η εκδικητικότητα με την οποία αντιμετωπίζονται από τους κυβερνώντες όλοι όσοι εργάζονται στα μέσα ενημέρωσης. Δεν εξηγείται αλλιώς ο αργός θάνατος στον οποίο έχει καταδικαστεί το Ταμείο Περίθαλψης και Επικουρικής Ασφάλισης των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης. Μόνον τυχαίο δεν μπορεί να είναι το γεγονός ότι έναν ολόκληρο χρόνο μετά την κατακρεούργηση όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από τον περιώνυμο «νόμο Κατρούγκαλου», ο ΕΔΟΕΑΠ, όπως αποκαλείται ο φορέας της υγειονομικής περίθαλψης των εργαζομένων στα ΜΜΕ, βρίσκεται υπό καθεστώς απόλυτης οικονομικής ασφυξίας. Καταργήθηκαν οι πόροι που είχε τις τελευταίες δεκαετίες (από το λεγόμενο «αγγελιόσημο») χωρίς, όμως, να αντικατασταθούν από ο,τιδήποτε άλλο (π.χ. αναδιάρθρωση των εισφορών ασφαλισμένων και συνταξιούχων).
Ο ΕΔΟΕΑΠ είναι ο πρώτος -και ο μόνος προσώρας- ασφαλιστικός φορέας που εδώ και μερικές εβδομάδες έχει συντονισμένα οδηγηθεί σε στάση πληρωμών, αφού αδυνατεί να πληρώσει το προσωπικό του, να καλύψει τις παροχές προς τους ασφαλισμένους του και να καταβάλει τις επικουρικές συντάξεις προς τους συνταξιούχους. Το τι μέλλει γενέσθαι εφεξής ουδείς γνωρίζει. Και πάντως κανείς από την κυβέρνηση δεν δείχνει να ενδιαφέρεται τι θα γίνει με τους χιλιάδες ανθρώπους –εργαζόμενους, ανέργους και συνταξιούχους- που μένουν χωρίς περίθαλψη.
Το πιθανότερο, μάλιστα, είναι ότι το όποιο κυβερνητικό «ενδιαφέρον» εξαντλείται στην επίδειξη πυγμής έναντι μιας υποτιθέμενης «κάστας ισχυρών», όπως εμφανίζονται να είναι οι άνθρωποι της ενημέρωσης, που πρέπει να τιμωρηθούν για να ικανοποιηθούν τα ένστικτα των μαζών που έχουν εκπαιδευθεί να μισούν –τον γείτονα και την… κατσίκα του- καθώς και να αντλούν ικανοποίηση από την ισοπέδωση των πάντων.

Με αυτές και με πολλές άλλες μεθοδεύσεις, όπως η εμμονή στον περιορισμό των τηλεοπτικών αδειών, ή η σκανδαλώδης εύνοια στους φίλιους επιχειρηματίες που εμπλέκονται στα μέσα ενημέρωσης και το κυνήγι όλων των υπολοίπων, είναι προφανές ότι η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχει επενδύσει στο «σκοτώστε τους αγγελιαφόρους». Θεωρούν ότι η καθυπόταξη των μέσων ενημέρωσης σε βαθμό που να αναμεταδίδουν μόνον τα προπαγανδιστικά non paper μπορεί να διασώσει την καταρρέουσα εξουσία τους. Υποτιμούν τους πολίτες, κρίνοντας ίσως από την ευκολία με την οποία τους εμπιστεύτηκαν παρά τις τερατώδεις υποσχέσεις που είχαν δώσει.
Ας μην τρέφουν, όμως, άλλες αυταπάτες. Και ας μην ματαιοπονούν. Δεν θα τα καταφέρουν. Όπως δεν τα κατάφεραν τόσες και τόσες αυταρχικές εξουσίες πριν από αυτούς. Όσους αγγελιαφόρους και αν στοχεύσουν, οι ειδήσεις, οι πληροφορίες και η ενημέρωση δεν θα σταματήσουν ποτέ να «τρέχουν». Και, όπως σχεδόν πάντα συμβαίνει, στο διάβα τους παρασέρνουν τους κάθε λογής αυταρχικούς και ανιστόρητους πολιτικάντηδες και σαρώνουν τις πρόσκαιρες εξουσίες του που –κακώς, κάκιστα- θεωρούν πως είναι αιώνιες.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Εκλιπαρούν για σωσίβιο.Θα το βρουν;



Στην αρχή ήταν απολύτως σίγουροι για τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Γι΄ αυτό και υπόσχονταν «σεισάχθεια» για όλους τους πολίτες –αναξιοπαθούντες και μη, απλούς μπαταχτσήδες ή στρατηγικούς κακοπληρωτές- που είχαν χρέη. Φαντασιώνονταν διεθνή διάσκεψη που θα συγκαλούνταν για λογαριασμό τους από τους… έντρομους δανειστές. Και με απίστευτη κομπορρημοσύνη απειλούσαν Θεούς και δαίμονες.
Όποιος τολμούσε να διατυπώσει την παραμικρή αντίρρηση στους υπερφίαλους ισχυρισμούς ότι θα απάλλασσαν τους πάντες –το ελληνικό δημόσιο, αλλά και τον… πλανήτη ολόκληρο- από τα συσσωρευμένα χρέη, απειλούνταν με… ανασκολοπισμό. Με μοναδική ευκολία κάθε αντιρρησίας χαρακτηριζόταν «υπηρέτης ξένων αφεντάδων», «υπάλληλος των τοκογλύφων» και «υπονομευτής των συμφερόντων του λαού και του Έθνους».
Με όπλο, άλλωστε, την στενόμυαλη πολιτική μισαλλοδοξία, είχαν πείσει τους εαυτούς τους ότι η μεγαλύτερη διαγραφή χρέους στην παγκόσμια οικονομική ιστορία, που έγινε με το περιλάλητο PSI, ήταν «καταστροφική». Και έτσι κατάφεραν να αυτοπαγιδευτούν βάζοντας πολύ ψηλότερα τον πήχη από τα 126 δισεκατομμύρια που κουρεύτηκαν το 2012 και την υπόσχεση που έλαβε λίγους μήνες αργότερα η χώρα για μελλοντικές διευθετήσεις στους χρόνους αποπληρωμής και στα επιτόκια των παλαιότερων δανειακών συμβάσεων.
Η προσάραξη στη σκληρή μνημονιακή πραγματικότητα που υπέστησαν το καυτό καλοκαίρι του 2015 οι ανεδαφικές προσδοκίες τις οποίες καλλιεργούσαν, δεν τους συνέτισε. Η επέμβαση, σε ρόλο ναυαγοσωστικών δυνάμεων, που έκαναν μετά το διαβόητο δημοψήφισμα του Ιουλίου, οι αντιπολιτευόμενες παρατάξεις που ενστερνίζονται τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, ερμηνεύτηκε ως «υπηρεσία προς τους ξένους» και όχι ως «θυσία για το εθνικό συμφέρον».
Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 επιστρατεύθηκαν τα πιο διχαστικά συνθήματα από τη φαρέτρα του εμφυλιοπολεμικού μίσους –«ή εμείς ή αυτοί», «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Αλλά και μετά τις εκλογές δεν έλειψαν οι ιταμές λοιδορίες εναντίον όποιου δεν έκαιγε λιβάνι στη διαπραγματευτική δεινότητα του Αλέξη Τσίπρα και του Ευκλείδη Τσακαλώτου που δεν… αρκούνταν στην προσπάθεια να αλλάζουν την Ελλάδα.
Παραμύθιαζαν τον κόσμο – ή μήπως αυτοπαραμυθιάζονταν;- ότι άλλαζαν την Ευρώπη και τον πλανήτη ολόκληρο που ήταν τάχατες έτοιμος να τους χαρίσει τα χρέη. Κάτι που δεν είχαν κάνει με τους προηγούμενους επειδή εκείνοι δεν ήταν τόσο… γενναίοι, όσο υποτίθεται ότι είναι ο Τσίπρας και η παρέα του, για να το ζητήσουν. Τόσο απλά. Ή, καλύτερα, τόσο απλοϊκά ώστε να το αντιληφθούν οι αφελείς και μόνον αυτοί…    
Στην πραγματικότητα, όμως, αντί να αλλάζουν την Ευρώπη, εκείνο που άλλαζαν διαρκώς ήταν οι θέσεις τους. Από Eurogroup σε Eurogroup ο πήχης των προσδοκιών χαμήλωνε. Και, την ίδια ώρα, ο λογαριασμός των μέτρων, με τα οποία επιβάρυναν τους πολίτες, μεγάλωνε, γελοιοποιούμενοι, συνάμα, διεθνώς με τις υποσχέσεις για «ούτε ένα ευρώ» μέτρα που απερίσκεπτα εκστόμιζαν.
Η διαγραφή του χρέους, παρόλο που στην πορεία είχε γίνει «διευθέτηση», εξακολουθούσε να είναι το «Ιερό Δισκοπότηρο» της κυβερνητικής προπαγάνδας περί επιτυχούς διαπραγμάτευσης. Μέχρι που στο Eurogroup της 22ας Μαΐου συνέβη ένα ακόμη ναυάγιο, οι εντυπώσεις από το οποίο, παρά τις χυδαίες επιθέσεις που εξαπολύθηκαν ενάντια στα μέσα ενημέρωσης που το περιέγραψαν, δεν μπόρεσαν να διασκεδαστούν.
Με καθυστέρηση αρκετών ημερών ο απίθανος τύπος που εμφανίζεται με το τσαλακωμένο κοστούμι του Έλληνα υπουργού Οικονομικών στα Eurogroup, υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει ότι πλέον «αυτό που επιθυμεί η κυβέρνηση να ειπωθεί για την Ελλάδα στο επόμενο Eurogroup είναι ότι τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που θα εφαρμοστούν μετά το τέλος του προγράμματος, το 2018, θα είναι αρκετά, ώστε να θέσουν το χρέος σε μια βιώσιμη πορεία».
Με άλλα λόγια εγκαταλείπεται όχι μόνον η υπερφίαλη απαίτηση για διαγραφή αλλά και το αίτημα για άμεση διευθέτηση, το οποίο μάλιστα είχε συνδεθεί με τα προσφάτως ψηφισθέντα μέτρα για τα οποία έλεγαν στους βουλευτές τους ότι «θα ακυρωθούν αν δεν μας δώσουν τώρα το χρέος».  Αλλά δεν είναι μόνον ο Ευκλείδης Τσακαλώτος που εκλιπαρεί τους δανειστές λέγοντας τους, με άλλα λόγια, «πείτε κάτι για το χρέος και ας μην το κάνετε». Είναι και ο πρωθυπουργός που αίφνης φόρεσε τον μανδύα του «συναινετικού». 
 Από το βήμα της – για φαντάσου…- γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ μίλησε για «πλατιά κοινωνική απαίτηση να συστρατευτούμε» ώστε «να αφήσουμε πίσω το παρελθόν και όλες οι υγιείς παραγωγικές δυνάμεις του τόπου να συνδράμουν στην επιτακτική προσπάθεια για την ανάταξη της οικονομίας και την απεξάρτηση της χώρας από τον εξωτερικό καταναγκασμό».
«Οι διαφορετικές μας απόψεις, μπορεί να είναι και πλούτος αν προσέλθουμε σε έναν υγιή διάλογο, με αμοιβαίο σεβασμό προς τον συνομιλητή και τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες», είπε ο πολιτικός που κέρδισε τις τελευταίες εκλογές με το σύνθημα «να τελειώνουμε με το παλαιό». Και έκλεισε την ομιλία του με «ένα κάλεσμα προς όλες τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, να ενώσουν δυνάμεις, να συμπορευτούν στον κοινό μας αγώνα για την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας, για την επόμενη μέρα της Ελλάδας».
Τι μαρτυρούν όλες αυτές οι μεταμορφώσεις των τελευταίων ημερών; Τίποτε περισσότερο από το γεγονός ότι, έχοντας ρίξει για μια ακόμη φορά σε ξέρα το σκάφος, αναζητούν εναγωνίως σωσίβια. Σωσίβια τα οποία δεν τα ζητούν, απλώς. Στην πραγματικότητα εκλιπαρούν γι΄ αυτά. Και εκλιπαρούν εκείνους τους οποίους έβριζαν όλα αυτά τα χρόνια. Εκείνους των οποίων παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και τους απειλούσαν με…  έξωση από τη χώρα. Κι εκείνους τους οποίους με ιταμό τρόπο αποκαλούσαν «συμμαχία των προθύμων» και «τρόικα εσωτερικού».
Κατά τα φαινόμενα, από τους εκπροσώπους των εταίρων και δανειστών, τους κυρίους της «συντηρητικής νομενκλατούρας», όπως τους χαρακτήριζαν πάλαι ποτέ, θα είναι ικανοποιημένοι αν καταφέρουν να αποσπάσουν μια γενικόλογη περιγραφή μελλοντικής λύσης για το χρέος, ώστε να διασωθούν τα προσχήματα της νέας προσάραξης στα αβαθή.
Πιο απαιτητικοί, ωστόσο, φαίνεται να είναι απέναντι στις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις, από τις οποίες ζητούν νέα «λευκή επιταγή». Και ουσιαστικά να συναινέσουν σε έναν νέο πολιτικό αυτοχειριασμό που θα διαιωνίζει την εξουσία του Αλέξη Τσίπρα και της παρέας του, στέλνοντας –όπως και το 2015- στην κοινωνία το μήνυμα ότι είναι το ίδιο όποιος και αν είναι στην εξουσία.
Εδώ, όμως, που έχουν φθάσει τα πράγματα, δεν είναι πολύ πιθανό να βρεθεί το διπλό σωσίβιο που επιζητούν. Ακόμη και αν τους πετάξουν μια… τρύπια σαμπρέλα οι «απέξω», που μια χαρά βολεύονται με τα μέτρα που λαμβάνονται, δύσκολα θα συμβεί το ίδιο και στο εσωτερικό. Και δεν θα συμβεί επειδή –καλώς ή κακώς- κανείς πλέον δεν τους εμπιστεύεται. Ούτε εντός, ούτε εκτός.