Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Ανεπίδεκτοι μαθήσεως



             Με τη γενικόλογη παραδοχή «έκανα λάθη, μεγάλα λάθη» και με μόνη την επεξήγηση ότι το μεγαλύτερο λάθος του μπορεί να ήταν «η επιλογή των ανθρώπων σε θέσεις-κλειδιά», ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας προσπάθησε με τη συνέντευξη που εκτάκτως παραχώρησε στον βρετανικό Guardian να αποφύγει τον ασφυκτικό αρνητικό επικοινωνιακό κλοιό υπό τον οποίο βρέθηκε εξαιτίας των όσων έφερε στο φως το πάλαι ποτέ κυβερνητικό asset που ακούει στο όνομα Γιάν(ν)ης Βαρουφάκης και που τώρα έγινε αίφνης αποσυνάγωγος και «alter ego του Σόιμπλε».
Είτε, ωστόσο, στέκεται κανείς επιφυλακτικά απέναντι στα όσα γράφει στο βιβλίο του ο ναρκισσευόμενος οικονομολόγος τον οποίο ο κ. Τσίπρας -για κακή τύχη της πολύπαθης χώρας μας- όρισε υπουργό των Οικονομικών σε μια από τις κρισιμότερες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας, είτε πιστεύει ότι ο πληγωμένος εγωισμός του Βαρουφάκη για τα όσα του καταμαρτυρούν οι πρώην σύντροφοι και θαυμαστές του θα τον κάνει να δώσει σύντομα στη δημοσιότητα τις ηχογραφημένες συνομιλίες που λέει ότι έχει στην κατοχή του, το μόνο βέβαιο είναι ότι η αναγνώριση της λανθασμένης επιλογής δεν απαλλάσσει τον πρωθυπουργό από τις βαρύτατες ευθύνες που έχει για τη ζημιά που από κοινού προκάλεσαν στη χώρα.
«Ο σοφός μαθαίνει από τα λάθη των άλλων, ο έξυπνος από τα δικά του και ο βλάκας δεν μαθαίνει ποτέ» λέει ένα γνωστό απόφθεγμα που ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση του κ. Τσίπρα. Ο οποίος, ό,τι και αν λένε τα λογής - λογής φερέφωνα που για διαφόρους λόγους έχουν ταχθεί στην υπηρεσία του, δεν μαθαίνει ούτε από τα λάθη των άλλων ούτε από τα δικά του. Και γενικώς αποδεικνύεται με κάθε ευκαιρία ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο κύκλος που τον περιβάλλει είναι στη μεγάλη πλειονότητά τους πρόσωπα ανεπίδεκτα μαθήσεως, που, παρά τα υψηλά δίδακτρα που καταβάλλει ο ελληνικός λαός δεν πρόκειται να μάθουν. 
Από το σκίσιμο των Μνημονίων έως την αύξηση του κατώτατου μισθού, από το άφρων δημοψήφισμα που εν μια νυκτί  μετέτρεψαν το «Όχι» σε «Ναι» έως την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ που καλούσαν τον κόσμο να μην τον πληρώσει, από το διαβόητο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», που δεν το πίστευαν ούτε οι ίδιοι που το συνέταξαν, έως το εξίσου ψευδεπίγραφο «Παράλληλο Πρόγραμμα» με το οποίο υπέκλεψαν για δεύτερη φορά την ψήφο των αφελών ψηφοφόρων, ο κατάλογος των ψευδαισθήσεων, των αυταπατών και των εξαπατήσεων δεν έχει τέλος.
Και, πάντως, το αντίδοτο για όλα αυτά δεν είναι και δεν μπορεί να είναι η δικαιολογία ότι «αν βγεις έξω στο δρόμο και ρωτήσεις για αυτή την κυβέρνηση, πολλοί μπορεί να μας πουν ψεύτες αλλά κανείς δεν θα πει ότι είμαστε διεφθαρμένοι ή ανήθικοι ή ότι βάλαμε το δάχτυλο στο βάζο με το μέλι», την οποία επικαλέστηκε ο κ. Τσίπρας στη συνέντευξη στον Guardian. Και δεν είναι διότι ο πρωθυπουργός έχει φαίνεται πολύ καιρό να βγει από το περίκλειστο Μαξίμου ή να συναγελαστεί με πρόσωπα που δεν ενστερνίζονται την υψηλή αισθητική και τον απαράμιλλο πολιτικό πολιτισμό που διακρίνουν τις μεταμεσονύκτιες διαδικτυακές αναρτήσεις του αναπληρωτή υπουργού Υγείας Παύλου Πολλάκη.
Αν, παρ΄ ελπίδα, αποφάσιζε να αρχίσει να βγαίνει παραέξω θα μάθαινε πολλά τα οποία ίσως δεν ξέρει επειδή δεν του τα λένε οι γύρω του. Ή που, ενδεχομένως, τα ξέρει και δεν θέλει να μαθευτούν παραέξω. Γι΄ αυτό, πιθανότατα, αρνείται πεισματικά τη σύσταση Εξεταστικών Επιτροπών τόσο για τα όσα έγιναν το πρώτο εξάμηνο του 2015 όσο και για το σκάνδαλο με το ναρκωπλοίο Νoor 1. Και στις δύο αυτές υποθέσεις συμβαίνει να πρωταγωνιστούν πρόσωπα που ο ίδιος επέλεξε και που δεν θα γλυτώσει έτσι εύκολα ψελλίζοντας το γενικόλογο  «έκανα λάθη, μεγάλα λάθη» που είπε στη βρετανική εφημερίδα.     
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι τόσο το παρελθόν που μαρτυρά την αδυναμία του κ. Τσίπρα και των ανθρώπων του να διδαχθούν είτε από τα λάθη των άλλων είτε από τα δικά τους λάθη. Είναι, πολύ περισσότερο, το αδυσώπητο παρόν, η ανελέητη καθημερινή πραγματικότητα που δείχνει περίτρανα ότι δεν έχουν καμία δυσκολία να κάνουν συνεχώς τα ίδια και τα ίδια λάθη. Όπως επίσης και ότι τίποτε δεν είναι σε θέση να τους εμποδίσει να επαναλάβουν ξανά και ξανά την ίδια κωλοτούμπα όταν τεθούν σε διακινδύνευση οι θέσεις εξουσίας.
Από τη Δημόσια Διοίκηση και το άθλιο παιγνίδι με τους πελατειακούς διορισμούς έως την Παιδεία και τους γελοίους πειραματισμούς επιστροφής στο παρελθόν, από τις ιταμές προκλήσεις εις βάρος της Δικαιοσύνης έως την καταστρατήγηση των κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού που συνιστούν οι ρουσφετολογικές επιλογές στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκηση, με αποκορύφωμα την ανεκδιήγητη απόφαση για μετάθεση των επόμενων εκλογών, δεν υπάρχει τομέας της δημόσιας ζωής στον οποίο να μην ανατρέπονται περισσότερες από μια φορές οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες που η εφαρμογή τους θα συμβάλει αποφασιστικά στην επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα.
Η καλύτερη ίσως απόδειξη ότι έχουμε να κάνουμε με πρόσωπα που είναι ανεπίδεκτα μαθήσεως είναι η σπουδή να βγουν πρόωρα στις αγορές, κόντρα στις προειδοποιήσεις σοβαρών ανθρώπων, όπως ο Μάριο Ντράγκι, ο Γιάννης Στουρνάρας και ο Κλάους Ρέγκλινγκ, που έχοντας γνώση των συνθηκών συνιστούσαν υπομονή. Η παρέα του Μαξίμου, όμως, δεν διδάχθηκε από το λάθος των προηγούμενων που βιάστηκαν να βγουν στις αγορές και πήραν εξ αυτού υψηλό επιτόκιο που δεν τους επέτρεψε να ξαναβγούν. Και δεν φαίνεται να διδάσκονται ούτε από το δικό τους λάθος που είχε ως αποτέλεσμα να πληρώσουμε –με όρους spread τουλάχιστον- υψηλότερο επιτόκιο. Γι΄ αυτό και καταφεύγουν, κατά την προσφιλή τους τακτική, σε ψεύτικους πανηγυρισμούς περί επιτυχούς εξόδου. Πανηγυρισμοί οι οποίοι δείχνουν ότι δεν μαθαίνουν. Και, δυστυχώς, δεν πρόκειται να μάθουν.

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Οι ρεπουμπλικανές είναι πιο γενναίες από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ



«Πώς είναι να ζεις στην Αμερική του Τραμπ;», ήταν το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει ο Μάθιου, ένας βρετανικής καταγωγής δημοσιογράφος ο οποίος εργάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες  και επισκέφθηκε πρόσφατα την Ελλάδα για διακοπές. «Από μια πρώτη ματιά δεν έχει αλλάξει τίποτε, αλλά στη χώρα υπάρχει μια ζοφερή ατμόσφαιρα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι τίποτε δεν είναι ίδιο», απάντησε. 
Επιχειρώντας, εν συνεχεία, να εξηγήσει στους συνομιλητές του τον ζόφο στον οποίο αναφερόταν, οι περιγραφές του για τη «θεσμική αναίδεια» της νέας εξουσίας στην Ουάσιγκτον θύμιζαν εν πολλοίς τα όσα βιώνουμε στην Ελλάδα την τελευταία διετία. «Υπάρχει διάχυτη μια αίσθηση ότι όλα μπορεί να ειπωθούν από τον Πρόεδρο και τους συνεργάτες του στο Λευκό Οίκο και τα πάντα μπορεί να συμβούν», επεσήμανε ο δημοσιογράφος, κάνοντας όσους από την ομήγυρη είχαν γνώση της ελληνικής πραγματικότητας να συμφωνήσουν ότι «κι εδώ το ίδιο ζούμε!».
Για τους παροικούντες στην εγχώρια «Ιερουσαλήμ», άλλωστε, ήταν πολύ οικεία η εμφατική αναφορά στις συνεχείς –και απρόκλητες τις πιο πολλές φορές- επιθέσεις που εξαπολύει ο Τραμπ στα μέσα ενημέρωσης, τα οποία δεν είναι της αρεσκείας του, όπως και σε οποιονδήποτε θεσμό της αμερικανικής δημοκρατίας θεωρεί ότι είναι εμπόδιο στις επιδιώξεις του. Διότι κι εδώ τα μέσα ενημέρωσης που ασκούν κριτική και η Δικαιοσύνη που δεν βγάζει τις αποφάσεις που θέλουμε είναι οι «υπέρτατοι εχθροί» που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Με την επιστράτευση πότε της «μεταλήθειας», που συνιστούν τα fake news, και άλλοτε της λαϊκίστικης διαβολής ότι δήθεν αντιστρατεύονται τα συμφέροντα των μαζών.     
Μην ξεχνάμε, εξάλλου, πως η ομολογία του υιού Τραμπ ότι ασχολούνταν προεκλογικά με τη συλλογή στοιχείων για την υπονόμευση της υποψηφιότητας της αντιπάλου του πατρός του, δεν έχει πολλά να ζηλέψει από το σχέδιο υπονόμευσης της εκλογής του Σταύρου Δήμα που εκπονήθηκε το φθινόπωρο του 2014 από κορυφαία στελέχη της σημερινής διακυβέρνησης τα οποία πρωταγωνίστησαν στις διαδόσεις περί δήθεν απόπειρας εξαγοράς βουλευτών των ΑΝΕΛ από τους τότε κυβερνώντες.
Σε αντίθεση, πάντως, με την απαισιοδοξία που διακατείχε την ομήγυρη για την εξέλιξη των ελληνικών πραγμάτων, καθώς ήταν οι μέρες που είχε ξεκινήσει η απροσχημάτιστη προσπάθεια της κυβέρνησης να παρεμποδιστεί η έρευνα για την καταγγελλόμενη εμπλοκή του υπουργού Εθνικής Άμυνας στην υπόθεση με το Noor 1, o υπερατλαντικός επισκέπτης ήταν αισιόδοξος: «Η αμερικανική Δημοκρατία είναι ανθεκτική, διαθέτει ανακλαστικά για να αντισταθεί και ισχυρά αντίβαρα που μπορεί να ενεργοποιήσει για να μπουν φραγμοί στα προεδρικά καπρίτσια και στις αντιδημοκρατικές παρεκκλίσεις», απεφάνθη. Και τα γεγονότα μάλλον τον δικαιώνουν.
Διότι, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε στη συζήτηση, «μπορεί ο Τραμπ να αποτόλμησε να παραχωρήσει την καρέκλα του στη θυγατέρα του Ιβάνκα κατά την πρόσφατη Σύνοδο των G 20 στο Αμβούργο, στο εσωτερικό πεδίο δεν περνάει τα πάντα αβρόχοις ποσί. Η αντίσταση που βρήκε από την Δικαιοσύνη η ρατσιστική και αντισυνταγματική επιμονή του Προέδρου να προωθήσει το διάταγμα κατά της μετανάστευσης υπήρξε άκρως χαρακτηριστική για τη λειτουργία των θεσμών στις ΗΠΑ. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι και η αδυναμία της κυβέρνησης του να επιβάλλει την κατάργηση του περίφημου Obamacare, χωρίς να το αντικαταστήσει από εναλλακτικό σχέδιο για τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και περίθαλψης.
Τρεις γυναίκες γερουσιαστές, εκλεγμένες με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ανακοίνωσαν ότι δεν θα ψηφίσουν υπέρ της ανάκλησης του προγράμματος πρόσβασης των ανασφάλιστων Αμερικανών στις υπηρεσίες υγείας, που είχε προωθήσει ο προηγούμενος πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα. Και έτσι στο αμερικανικό Κογκρέσο δεν συγκεντρώνεται η απαιτούμενη πλειοψηφία για να υλοποιηθεί η επίσης εμβληματική εμμονή του Τραμπ κατά του Obamacare, το οποίο είχε επίσης πολεμηθεί λυσσωδώς από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Μακριά από κάθε έννοια κομματικής πειθαρχίας και αψηφώντας τις εκκλήσεις που -μέσω του προσφικούς του Twitter, φυσικά…- απηύθυνε ο Τραμπ, οι τρεις ρεπουμπλικανές έδειξαν τον δρόμο της προσωπικής αξιοπρέπειας που ακολουθούν –στις ΗΠΑ, αλλά και σε άλλες Δημοκρατίες- οι πολιτικοί οι οποίοι προτάσσουν το δημόσιο συμφέρον, το συμφέρον των πολιτών έναντι του κομματικού συμφέροντος. Είναι ο δρόμος που δεκάδες φορές αρνήθηκαν να βαδίσουν οι βουλευτές των ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ οι οποίοι χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας ψήφισαν επανειλημμένα όχι μόνον ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, όπως οι ίδιοι το είχαν ορίσει νωρίτερα, αλλά και κόντρα τόσο στις διακηρύξεις τους όσο και στην προηγούμενη ψήφο τους.
Δεν είναι ούτε μία, ούτε δύο οι διατάξεις και τα νομοσχέδια –από την αύξηση του κατώτατου μισθού ως το αποκαλούμενο «παράλληλο πρόγραμμα»- που ψηφίστηκαν και… ξεψηφίστηκαν από όλους όσοι συγκροτούν την τωρινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς ούτε ένας τους να έχει την πολιτική γενναιότητα να πει «όχι, δεν αναιρώ τον εαυτό μου και δεν παίρνω πίσω την ψήφο μου». Είναι παροιμιώδης και χωρίς προηγούμενο ο τρόπος με τον οποίο αποδέχονται και επικροτούν κάθε τι που τους επιβάλλεται. Χωρίς, μάλιστα, να έχουν την παραμικρή δυσκολία αμέσως μετά να αποδεχθούν και να επικρατήσουν και το ακριβώς αντίθετό του.
Γι΄ αυτό και δύσκολα -ενδεχομένως ακόμη και σε παγκόσμια κλίμακα- θα βρει κανείς ανάλογο προηγούμενο τόσο μαζικής αυτοαναίρεσης είτε αφορά την άνεση με την οποία υιοθετούν τα μνημονιακά μέτρα, με τα οποία εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι δεν συμφωνούν, είτε σχετίζεται με την «επιχειρηματολογία» που επιστρατεύουν για να δικαιολογήσουν την επιχειρούμενη κατάλυση των θεσμών και την ισοπεδωτική καθυπόταξη και κατασυκοφάντηση οποιουδήποτε δεν δίνει «γη και ύδωρ» στην εξουσία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Η μυθοπλαστική κοροϊδία με τον «Φάκελο της Κύπρου»



Ένας από τους πιο προσφιλείς «μύθους» της μεταπολιτευτικής περιόδου υπήρξε ο «Φάκελος της Κύπρου». Γενιές και γενιές πολιτικών, ου μην αλλά και δημοσιογράφων, έκαναν καριέρες στην Ελλάδα και στην Κύπρο με την κατασκευή ή την αναπαραγωγή απίθανων θεωριών συνωμοσίας γύρω από τα υποτιθέμενα «κρυμμένα μυστικά» που περιείχε.
Στις τέσσερις και πλέον δεκαετίες που παρήλθαν από την Κυπριακή Τραγωδία που ακολούθησε το άφρον πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 καλλιεργήθηκαν στους Ελλαδίτες και στους Κυπρίους ψευδείς και παραπλανητικές εντυπώσεις ότι τάχατες κάπου υπήρχε κάποιος φάκελος τον οποίο δήθεν ουδείς τολμά να ανοίξει για να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Αν, όμως, όλα αυτά μπορούσαν να δικαιολογηθούν τα πρώτα χρόνια μετά την βάρβαρη τουρκική εισβολή, καθώς η συλλογική μας συνείδηση δεν ήθελε να αναγνωρίσει τα εγκληματικά λάθη τα οποία διαχρονικά έγιναν, είτε με ευθύνη του «εθνικού κέντρου» είτε από τη δράση δυνάμεων στη Μεγαλόνησο, στους χειρισμούς του Κυπριακού, η διαιώνιση του «μύθου» με τον… κλειστό «Φάκελο της Κύπρου» είναι μάλλον ασυγχώρητη.
Και είναι σίγουρα ακόμη πιο ασυγχώρητο να χρησιμοποιείται έως τις μέρες μας ως εργαλείο αποπροσανατολισμού έπειτα από ένα ακόμη ναυάγιο των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού. Διότι αυτό ακριβώς συνέβη στη διάρκεια της συζήτησης την οποία προκάλεσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στο ελληνικό Κοινοβούλιο για να ενημερώσει για την ατυχή κατάληξη που είχαν οι τελευταίες συνομιλίες ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων.
Στήθηκε ολόκληρη «παράσταση» και επιχειρήθηκε να δοθεί  πανηγυρική διάσταση για κάτι εντελώς ανούσιο, όπως είναι η συμφωνία των δύο Κοινοβουλίων να ανταλλάξουν το υλικό από τις έρευνες που έχουν διεξάγει Επιτροπές που συστάθηκαν στην Αθήνα και στη Λευκωσία και οι οποίες, αφού εξέτασαν μάρτυρες και ερεύνησαν τα διαθέσιμα έγγραφα, κατέληξαν σε πορίσματα.
Ειδικά, η Εξεταστική Επιτροπή που συνέστησε η Βουλή των Ελλήνων, έπειτα από πολλές παλινωδίες, στις αρχές του 1986 και ξεκίνησε τις εργασίες της τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, πραγματοποίησε μακρά και επίπονη έρευνα, όπως είχα προσωπικά την ευκαιρία να διαπιστώσω, καθώς, νεαρός δημοσιογράφος ων τότε, είχα επιφορτιστεί με το επαγγελματικό καθήκον να παρακολουθώ από κοντά τις συνεδριάσεις της που διήρκεσαν επί δυόμισι συναπτά έτη.
Η 30μελής διακομματική Επιτροπή, με πρόεδρο τον αείμνηστο βουλευτή Αιτωλοακαρνανίας Χρήστο Μπασαγιάννη, με τον οποίο όλοι οι εκπρόσωποι του Τύπου ήμασταν σε διαρκή αντιπαράθεση, καθώς εκείνος ήθελε να διαφυλάξει τη μυστικότητα των καταθέσεων και μείς πασχίζαμε να μάθουμε και να μεταφέρουμε στους αναγνώστες μας τα όσα διαμείβονταν πίσω από τις κλειστές πόρτες, συνεδρίασε 154 φορές.
Εξέτασε 131 μάρτυρες και μεταξύ εκείνων που κλήθηκαν να καταθέσουν ήταν και οι κρατούμενοι ακόμη τότε στον Κορυδαλλό αρχιπραξικοπηματίες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Δημήτριος Ιωαννίδης οι οποίοι αρνήθηκαν να συμβάλουν στις έρευνες. Σε γενικές γραμμές, ελάχιστα διαφωτιστικές ήταν και οι περισσότερες καταθέσεις που δόθηκαν από αξιωματικούς οι οποίοι είχαν πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα του ΄74. Ίσως και επειδή η απόσταση των χρόνων ήταν τέτοια που ο καθένας είχε οικοδομήσει το δικό του άλλοθι και τις δικές του αιτιολογήσεις.
Από τον κατάλογο των μαρτύρων δεν έλειψαν και πολιτικά πρόσωπα, όπως ο πρώην υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ ο οποίος προσήλθε σε τρεις συνεδριάσεις της Επιτροπής και απάντησε σε ερωτήσεις βουλευτών, σε αντίθεση με τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή ο οποίος περιορίστηκε να στείλει επιστολή με τις εκτιμήσεις του για τα επίμαχα γεγονότα.
Το έργο της Επιτροπής, τα πρακτικά της οποίας, με τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα, εκτείνονταν σε 20.798 σελίδες, ολοκληρώθηκε  31 Οκτωβρίου 1988. Εκείνη την ημερομηνία κατατέθηκε στα πρακτικά του Κοινοβουλίου –και υπάρχει ακόμη εκεί για όποιον ενδιαφέρεται να το διαβάσει- το πολυσέλιδο πόρισμα της Εξεταστικής, το οποίο δεν ήταν ενιαίο, αφού τα κόμματα διαφώνησαν στις εκτιμήσεις τους για την αποτίμηση των δραματικών γεγονότων του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής.
Λόγω της συγκυρίας, καθώς ήταν μια εποχή που η χώρα συγκλονιζόταν από την υπόθεση Κοσκωτά και είχε μπει σε τεταμένη προεκλογική περίοδο, δεν δόθηκε καμία συνέχεια. Μπορεί, ωστόσο, τα έγγραφα και οι μαρτυρικές καταθέσεις να τηρούνταν έκτοτε στο αρχείο της Βουλής και να μην επιτρεπόταν η ελεύθερη πρόσβαση των ερευνητών, η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι όλο το πλήθος των στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί χρησιμοποιήθηκε από τους βουλευτές προκειμένου να συνταχθούν τα πορισματικά συμπεράσματα στα οποία ένας έκαστος κατέληξε.
Υπό αυτή την έννοια και έχοντας μιλήσει με όλους όσοι πρωταγωνίστησαν στις έρευνες εκείνης της περιόδου, μπορώ βασίμως να ισχυριστώ ότι δεν υπάρχουν μείζονα μυστικά τα οποία να βρίσκονται κρυμμένα στον αποκαλούμενο «Φάκελο της Κύπρου». Γι΄ αυτό και το μόνο αναγκαίο «άνοιγμα» που απαιτείται να γίνει είναι να δοθούν άμεσα όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις και ενδεχομένως και τα έγγραφα  στη δημοσιότητα, ώστε να τερματιστεί άπαξ δια παντός η καλλιεργούμενη μυθοπλασία.   
Ποιά σκοπιμότητα, άλλωστε, εξυπηρετείται με το να θεωρούνται απόρρητες καταθέσεις που δόθηκαν πριν από 29 χρόνια και αφορούν γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν από 43 χρόνια; Η μυστικότητα που συντηρήθηκε επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, μόνον βλαπτική αποδεικνύεται. Κι αυτό διότι, αφενός, εμποδίζει την εξαγωγή των σωστών συμπερασμάτων και, αφετέρου, εκθέτει το πολιτικό σύστημα.
Την καλύτερη απόδειξη για το πόσο βλάπτονται τα πραγματικά συμφέροντα του Έθνους και η υγιής λειτουργία του πολιτικού συστήματος αποτελούν, ίσως, οι ισχυρισμοί που διατύπωσε ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής: «Επί σαράντα τρία χρόνια κρατάει το πολιτικό σύστημα μια ένοχη σιωπή για την προδοσία της Κύπρου και απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι μόνον κάποιοι στρατιωτικοί οι οποίοι ενέχονται σε αυτό, αλλά και πολιτικοί», υποστήριξε ο κατ΄ εξοχήν απολογητής της Χούντας κάνοντας ρελάνς στο επιχειρούμενο δήθεν «άνοιγμα» που επιχειρείται με το πρωτόκολλο συνεργασίας των δύο Κοινοβουλίων. Ο ίδιος, άλλωστε, νωρίτερα είχε ισχυριστεί ότι το νεοναζιστικό μόρφωμα του οποίου ηγείται έχει δις υποβάλει –χωρίς να ικανοποιηθεί- αίτημα για να λάβει αντίγραφο του περιώνυμου «Φακέλου».
Όλα στο φως, λοιπόν, για να σταματήσει η μυθοπλαστική κοροϊδία. Στο κάτω – κάτω, όπως έλεγε και ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, «εθνικόν είναι το αληθές»!

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Ανάμεσα σε σκευωρίες και φιάσκο



Στη δεύτερη επέτειο από την αποφράδα ημέρα της ύψιστης πολιτικής αναξιοπρέπειας, όπως έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη η 5η Ιουλίου, την ημερομηνία κατά την οποία διεξήχθη στη χώρα μας το πιο ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα στην εγχώρια, αν όχι και στην παγκόσμια, ιστορία, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να πάει στη Βουλή.
Μόνον όμως, που η προσέλευση του κ. Τσίπρα στη Βουλή δεν αφορούσε το δημοψήφισμα και δεν ήταν καθόλου πανηγυρική, όπως θα περίμενε κανείς που πίστεψε πως ίσχυσε έστω και ένα ψήγμα από όλα όσα είχε ο ίδιος διακηρύξει πριν από δύο χρόνια και είχαν εκτινάξει το «Όχι» στην κάλπη και είχαν κάνει τόσο πολύ κόσμο να ξεχυθεί στο Σύνταγμα για να γιορτάσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
Ήταν, αντιθέτως, μια έκτακτη πρωθυπουργική επίσκεψη στο Κοινοβούλιο  που στόχο είχε μάλλον να ξεχαστεί η επέτειος και τα όσα ήρθαν με αυτή την αφορμή στην επικαιρότητα για τα επικίνδυνα νομισματικά παιχνίδια της παρέας του ανεκδιήγητου Βαρουφάκη που είναι ακόμη στα πράγματα και εξακολουθούν να ρυθμίζουν τις τύχες της ελληνικής οικονομίας.
Γι΄ αυτό και ο κ. Τσίπρας πήγε εντελώς απροειδοποίητα στη Βουλή για να αξιοποιήσει τη συζήτηση επί του πορίσματος της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής που διενήργησε προκαταρκτική εξέταση κατά του πρώην Υπουργού Γιάννου Παπαντωνίου. Επιτροπή η οποία οδηγήθηκε σε ένα μεγαλοπρεπέστατο φιάσκο αφού την συγκρότησαν προκειμένου να φύγει από τη Δικαιοσύνη η υπόθεση με τις κατηγορίες κατά του υπουργού Εθνικής Άμυνας ώστε να ενεργοποιηθεί ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και μήνες αργότερα κατέληξαν στο αυτονόητο: ότι, δηλαδή μόνοι αρμόδιοι για την διερεύνηση και την εκδίκαση είναι οι εισαγγελικοί και δικαστικοί λειτουργοί.
Αντί, λοιπόν, ο κ. Τσίπρας να απολογηθεί για το φιάσκο και την πολύμηνη καθυστέρηση που για επικοινωνιακούς λόγους προκάλεσε, πήγε στη Βουλή για να κατηγορήσει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκο Μητσοτάκη και την επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Φώφη Γεννηματά που για λόγους αυτοσεβασμού δεν παρέστησαν στην κοινοβουλευτική παρωδία η οποία στήθηκε για τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης ευτελίζοντας τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Οι βουλευτές κλήθηκαν να ψηφίσουν για να επιστραφεί στη Δικαιοσύνη η δικογραφία που μόλις λίγους μήνες πριν είχαν ψηφίσει ότι έπρεπε να πάει στη Βουλή και που, αν κρατούνταν εκεί και δεν επέστρεφε στους φυσικούς δικαστές, τα αδικήματα που βαρύνουν τον κ. Παπαντωνίου θα ήταν, με βάση το άρθρο 86 του Συντάγματος, παραγεγραμμένα!
Δεν είναι, δυστυχώς, ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος αποπροσανατολισμός που επιχειρεί ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Μαξίμου. Και όπως φάνηκε από την απίθανη αγόρευση του κ. Τσίπρα αυτή θα είναι η κεντρική γραμμή με την οποία σχεδόν κατ΄  αποκλειστικότητα θα κινείται εφεξής η κυβέρνησης. Για κάθε φιάσκο που θα αντιμετωπίζουν οι προπαγανδιστές του Μαξίμου θα ακολουθεί μια καινούργια σκευωρία.
Ζητούν, για παράδειγμα, συγνώμη τα κυβερνητικά φερέφωνα από τον Σταύρο Παπασταύρου, τον στενό συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά; Ακολουθούν τα ίδια «πιστόλια» με μια εκστρατεία λάσπης μέσω διαδόσεων κατά του Σπύρου Σημίτη, του αδελφού του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. Ο τελευταίος φαίνεται να είναι ο εφιάλτης των «ενοίκων» του Μαξίμου, ίσως διότι εκπροσώπησε όταν ήταν στη διακυβέρνηση όλες τις αρχές και τις αξίες που αντιστρατεύονται τον λαϊκίστικο καθεστωτισμό των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Πέφτουν στο κενό οι υπονομευτικές επιθέσεις κατά του Γιάννη Στουρνάρα και του Γκίκα Χαρδούβελη; Απτόητα τα κυβερνητικά χαλκεία κάνουν θόρυβο, δίνοντας διάσταση πολιτικού σκανδάλου στα κονδύλια του ΚΕΕΛΠΝΟ, στις μίζες της Novartis και στα απλήρωτα νοσήλια του Ερρίκος Ντυνάν. Ξεπερνά, άλλωστε, κάθε όριο… Πολακισμού να ακούει κανείς τον πρωθυπουργό, ο οποίος ψευδώς διατείνεται ότι είναι εκείνος που καθιέρωσε τη δωρεάν νοσηλεία για τους ανασφάλιστους, να καταγγέλλει ότι συγγενείς πολιτικών νοσηλευόταν χαριστικά στο νοσοκομείο που ανήκε στον Ερυθρό Σταυρό. Δεν ήταν άραγε ασφαλισμένοι όλοι αυτοί; Προφανώς και ήταν. Αλλά θόρυβος να γίνεται για να έχει να ασχολείται με κάτι η κυβέρνηση. Και να έχει λόγο… να πηγαίνει στο Κοινοβούλιο και ο πρωθυπουργός.
Για όλες αυτές τις υποθέσεις, του ΚΕΛΠΝΟ, της Novartis και του Ερρίκος Ντυνάν ασχολούνται επί μήνες και χρόνια οι δικαστικές αρχές και τα αποτελέσματα των ερευνών τους φαίνεται να είναι πιο πενιχρά ακόμη και από τα ψίχουλα που απέδωσαν οι υπερτιμημένοι υπολογισμοί των κυβερνητικών αξιωματούχων για τις διαβόητες λίστες φοροφυγάδων –Λαγκάρντ, Μπόργιανς, Λιχτενστάιν και πάει λέγοντας- από τις οποίες φαντασιώνονταν ότι θα αποκόμιζαν περισσότερα από την εικονική περιουσία του Αρτέμη Σώρρα.
Παρά, μάλιστα, την ενασχόληση της Δικαιοσύνης με τη διερεύνηση των φουσκωμένων, όπως αποδεικνύεται, σκανδάλων, τίποτε δεν εμπόδισε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να «σκαρώσει» Εξεταστική Επιτροπή στη Βουλή. Όπως το ίδιο είχαν κάνει προηγουμένως με τα θαλασσοδάνεια των μέσων ενημέρωσης και των κομμάτων, που και εδώ συγκρότησαν Εξεταστική και ας είχε προϋπάρξει δικαστική εμπλοκή. Για να ακολουθήσει η προαναφερθείσα Προανακριτική για τις μίζες των Εξοπλιστικών επί υπουργίας Παπαντωνίου που πηγαινοέρχεται μεταξύ Δικαιοσύνης και Βουλής σε τρόπον ώστε να μπορεί κ. Τσίπρας να κριτικάρει τον «εκσυγχρονισμό» υπολογίζοντας πως από λαθρεπιβάτης μπορεί να γίνει μόνιμος επιβάτης στο όχημα της Κεντροαριστεράς.
Το γελοίο στην όλη ιστορία είναι ότι με την ίδια ακριβώς  επιχειρηματολογία που σε όλες τις άλλες υποθέσεις έγιναν ένα κουβάρι οι έρευνες Βουλής και Δικαιοσύνης, ο κ. Τσίπρας θεωρεί ότι θα κρατήσει στο απυρόβλητο τον κυβερνητικό του εταίρο. Και γι΄ αυτό αρνείται την πρόταση της ΝΔ για Εξεταστική Επιτροπή, επιχειρώντας να εμποδίσει την κοινοβουλευτική διερεύνηση μιας υπόθεσης η οποία, πλέον, με όσα ο ίδιος ο Πάνος Καμμένος παραδέχθηκε για τις ηχογραφημένες συνομιλίες που έχει στην κατοχή του, ξεπερνά σε βαρύτητα τις αθέμιτες επικοινωνίες με τον φερόμενο ως πλοιοκτήτη του ναρκοπλοίου Noor 1, ισοβίτη Μάκη Γιαννουσάκη.
«Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη, διότι αυτό είναι το αίτημα του ελληνικού λαού», υποσχέθηκε, παρά ταύτα, ο κ. Τσίπρας στην ομιλία του στη Βουλή. Μια υπόσχεση που είναι σαφές από όσα είπε για να καλύψει τον κ. Καμμένο –«κάποιος ισοβίτης τηλεφώνησε στον υπουργό Άμυνας και αυτός τού υπέδειξε, για μια πολύ σημαντική υπόθεση, που αφορά εμπορία ναρκωτικών, να πάει στη Δικαιοσύνη»- ότι θα έχει την τύχη με όλες τις προηγούμενες. Και τι θα μείνει από όλα αυτά; Οι σκευωρίες που η μια μετά την άλλη καταλήγουν σε φιάσκο, μολύνοντας την πολιτική και κοινωνική ζωή.