Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

«Πράκτορες από άλλο επάγγελμα»



Έχουν φίλους; Γείτονες; Γονείς; Παιδιά; Τα ερωτήματα αφορούν στους κυβερνώντες. Και αν η απάντηση, σε κάποια έστω από αυτά, είναι καταφατική, ανακύπτει μια ακόμη μεγαλύτερη απορία: Δεν τους λέει κανείς πόσο γελοιοποιούνται με αυτά που λένε και κυρίως με αυτά που κάνουν;
Η περίπτωση, για παράδειγμα, του υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου είναι απολύτως ενδεικτική. Ανέλαβε καθήκοντα στον κυβερνητικό ανασχηματισμό του περασμένου Οκτωβρίου, όταν, εξαιτίας των πειραματισμών του, εκπαραθυρώθηκε ο Νίκος Φίλης. Ο οποίος με τη σειρά του είχε παραλάβει το χαρτοφυλάκιο από τον Αριστείδη Μπαλτά που επίσης είχε βρεθεί εκτός υπουργείου αφού είχε επιδοθεί σε κάθε είδους ασκήσεις ιδεοληπτικών εφαρμογών στο πολύπαθο σώμα της ελληνικής εκπαίδευσης.
Θα περίμενε, λοιπόν, κάποιος ότι ο κ. Γαβρόγλου , όντας ο τρίτος κατά σειρά υπουργός των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ στον συγκεκριμένο τομέα, θα ήταν πιο προσεκτικός από τους προκατόχους του που εγκατέλειψαν τόσο άδοξα το πόστο τους. Και, γι΄ αυτό, θα απέφευγε τις βαρύγδουπες εξαγγελίες προτού μετρήσει ποια από αυτά που έλεγε το κόμμα του προεκλογικά είναι εφαρμόσιμα και ποια όχι. Πώς θα το μετρούσε; Απλά, απλούστατα: αν δεν είχε εικόνα ο ίδιος, θα ζητούσε να του ετοιμάσουν μια έκθεση με το τι συμβαίνει διεθνώς και τι είχαν προσπαθήσει να κάνουν οι προηγούμενοι υπουργοί Παιδείας.
Τίποτε, όμως, από όλα αυτά δεν έκανε ο κ. Γαβρόγλου. Εθισμένος με τις μεγαλοστομίες που αστόχαστα –αφού ήταν βέβαιο ότι ποτέ δεν θα εφαρμόζονταν όσα έλεγαν- εκστόμιζε επί χρόνια ο πολιτικός χώρος από τον οποίο προέρχεται, μόλις ανέλαβε τον υπουργικό θώκο έβαλε στόχο να καταργήσει τις Εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ήταν ένας στόχος που ακουγόταν ευχάριστα στα αυτιά όλων όσοι δεν είχαν –και κυρίως όσων δεν ήθελαν να αποκτήσουν- ευκρινή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας.
Χωρίς μελέτη, λοιπόν, έσπευσε να ανακοινώσει «αναμόρφωση του Λυκείου σε βάθος τριετίας, όπου θα παρέχεται ένα ισχυρό εθνικό απολυτήριο, ο βαθμός του οποίου θα ανοίγει χωρίς εξετάσεις την πόρτα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση». Η πολιτική του αυταρέσκεια δεν του επέτρεψε να ρωτήσει έναν από τους προκατόχους του γιατί δεν το έκανε εκείνος. Και δεν τον άφησε ούτε καν να αναρωτηθεί γιατί κανείς άλλος πριν από αυτόν δεν είχε εφαρμόσει αυτή την τόσο απλή λύση που έμοιαζε με το «αυγό του Κολόμβου»: καταργείς τις εξετάσεις, μπαίνουν οι μαθητές στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ της αρεσκείας τους και ούτε… γάτα ούτε ζημιά!
Μέχρι και ο ίδιος ο πρωθυπουργός πήγε τον περασμένο Μάιο στο υπουργείο Παιδείας για να δώσει πανηγυρικό χαρακτήρα στον σχεδιασμό Γαβρόγλου για κατάργηση των εξετάσεων. Φαίνεται, όμως, πως μόλις πήγαν να υλοποιήσουν την εξαγγελία βρέθηκαν προ αδιεξόδου. Οι ίδιοι που μόλις πριν από μερικές εβδομάδες επικαλούνταν ως άλλοθι τη «βαθμοθηρική πίεση» των γονέων που έχουν παιδιά στο Δημοτικό ώστε να επιβάλουν κλήρωση για τον σημαιοφόρο στις παρελάσεις, έπρεπε να νομοθετήσουν την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με μόνο κριτήριο τον βαθμό του απολυτηρίου...
Και, ω του θαύματος, ο υπουργός Παιδείας ανέκρουσε πρύμναν. «Δεν μιλήσαμε ποτέ για κατάργηση των Πανελλαδικών, αλλά για κατάργηση των εξετάσεων έτσι όπως αυτές έχουν καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών», ισχυρίζεται τώρα ο Κ. Γαβρόγλου. Ο οποίος έπειτα από μήνες παλινωδιών, αντί της κατάργησης, ανακοινώνει διπλές εξετάσεις: και τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο. «Δεν μπορεί άλλωστε να υπάρξει εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς εξετάσεις», αποφαίνεται, αναγνωρίζοντας –επιτέλους- το αυτονόητο, το οποίο δικαιολογούνται να αγνοούν μόνον άνθρωποι που δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα τούτης της χώρας.
Το μεγάλο δυστύχημα, βεβαίως, είναι ότι ο κ. Γαβρόγλου δεν αποτελεί την εξαίρεση μεταξύ των προσώπων που έχουν επιλεγεί για να ασκήσουν κυβερνητικά καθήκοντα. Ο κατάλογος με τους αξιωματούχους που αγνοούν προκλητικά την πραγματικότητα είναι μακρύς. Και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, περιλαμβάνει σχεδόν σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο που έχει σχηματίσει ο κ. Τσίπρας. Ποιον να ξεχωρίσει κανείς; Τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, ο οποίος «βλέπει» ξενοδόχους να βάζουν φωτιές στα ορεινά της Ζακύνθου και αγνοεί ότι οι καμμένες εκτάσεις κηρύσσονται αναδασωτέες και αυτό δυσχεραίνει την οικοδόμηση τους; Ή τον υπουργό Ναυτιλίας που τη μια θέλει πλοία με σημαία Αγίου Όρους και την άλλη φαντάζεται νησί με αφορολόγητα;
Όπως καν έχει, πάντως, είναι απορίας άξιον αν όλα αυτά γίνονται με σκοπιμότητα, τη σκοπιμότητα της ψηφοθηρικής εξαπάτησης. Ή αν απλώς πρόκειται για ανθρώπους άσχετους με την πραγματικότητα. Αν έχουμε, δηλαδή, να κάνουμε με… «πράκτορες από άλλο επάγγελμα», όπως έλεγε για τέτοιες περιπτώσεις ο φίλος μου Βασίλης Σ. Με πολιτικούς οι οποίοι έχουν πέσει «θύματα» της αυταπάτης, των φαντασιώσεων και των ψευδαισθήσεων που επί δεκαετίες οι ίδιοι καλλιεργούσαν.
Υπήρξε άλλωστε, αρκούντως αποκαλυπτική η κυνική ομολογία του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα που είπε δημόσια ότι, μόλις έφυγε από το γραφείο του ο διευθύνων σύμβουλος της «Παπαστράτος», ο οποίος τον επισκέφθηκε για να του ανακοινώσει την πρόθεση της εταιρίας του να επενδύσει στη χώρα, εκείνος ρώτησε τον στενό του συνεργάτη Δ. Τζανακόπουλο: «Είσαι σίγουρος ότι δεν μας κοροϊδεύει;». Αποκάλυψε, με άλλα λόγια, ο κ. Τσίπρας ότι για τον ίδιο και τους συνεργάτες του, η πρώτη σκέψη που κάνουν όταν έχουν κάποιον απέναντι τους είναι ότι κοροϊδεύει. Γιατί άραγε; Επειδή, προφανώς, για αυτούς η κοροϊδία είναι, κατά το πως έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, «έξις δευτέρα φύσις»…

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

«Μόνον Ντόιτς»!



Με… χαρές και πανηγύρια υποδέχθηκε η κυβέρνηση τα στοιχεία που δείχνουν αξιοσημείωτη άνοδο του τουριστικού ρεύματος κατά το πρώτο εξάμηνο της φετινής χρονιάς. Δικαιολογημένα, θα μπορούσε να πει κανείς. Κι αυτό καθώς, σε αντίθεση με τον προηγούμενο χρόνο –που και πάλι πανηγύριζαν οι κυβερνητικοί…-  φέτος, εκτός από τον αριθμό όσων επισκέφθηκαν τη χώρα μας, είναι αυξημένα και τα έσοδα από τις τουριστικές αφίξεις.
Ακόμη, ωστόσο, και αν παρακάμψει κανείς το γεγονός ότι ανάλογη εικόνα παρουσιάζει ολόκληρος ο ευρωπαϊκός Νότος , αφού άνοδος του τουρισμού παρατηρήθηκε και σε χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί το κατά πόσο η αυξητική τάση έχει μόνιμα χαρακτηριστικά. Όπως και αν τα αυξημένα έσοδα του τουριστικού κλάδου αρκούν για να δοθεί η αναγκαία ώθηση ώστε να αποκτήσει η ελληνική οικονομία την απαραίτητη αναπτυξιακή δυναμική που θα της επιτρέψει να αφήσει πίσω την πολύχρονη κρίση που την κρατά καθηλωμένη.
Επισκεπτόμενος τις προηγούμενες ημέρες την Θεσπρωτία, ένα νομό που στηρίζεται μεν στον τουρισμό της παράλιας ζώνης, αλλά οικονομικά αιμοδοτείται και από τον πρωτογενή τομέα της ενδοχώρας, όπου δρουν μικρές, στη μεγάλη πλειονότητά τους, κτηνοτροφικές μονάδες, βρέθηκα μπροστά στο παράδοξο φαινόμενο να μην υπάρχει σε σούπερ μάρκετ της περιοχής ελληνικό κρέας ούτε για… δείγμα.
«Μόνον ντόιτς!», ήταν η απάντηση που με μάλλον ειρωνικό ύφος έδινε στους καταναλωτές ο αρμόδιος υπάλληλος σε ένα από τα καταστήματα αυτής της κατηγορίας, το οποίο –ας μη βιαστεί κάποιος να βγάλει αντίθετα συμπεράσματα…- ανήκει σε εγχώρια αλυσίδα που διαφημίζει τον ελληνικό χαρακτήρα της. Ενώ, όπως διαπίστωσα στη συνέχεια, το ίδιο λίγο ως πολύ συνέβαινε και σε άλλα σούπερ μάρκετ της περιοχής τα οποία διέθεταν κρέατα γερμανικής ή άλλης προέλευσης, αλλά όχι ελληνικά.
Με άλλα λόγια, οι τουρίστες οι οποίοι καταφθάνουν στη χώρα μας καταναλώνουν –εκόντες, άκοντες- εισαγόμενα προϊόντα. Με αποτέλεσμα ένα μέρος από τις δαπάνες που κάνουν κατά την παραμονή τους στην Ελλάδα να επανεξάγεται άμεσα, αφού η εγχώρια παραγωγή στον αγροτοδιατροφικό τομέα δεν είναι ικανή να καλύψει τις –εγχώριες και μη- ανάγκες.
Για όποιον σκεφθεί ότι το περιγραφόμενο φαινόμενο της κατανάλωσης εισαγόμενου κρέατος σε μια, κατά το μάλλον ή ήττον, κτηνοτροφική περιοχή μπορεί να αποτελεί περιπτωσιολογία ή εξαίρεση, τα στοιχεία για το εμπορικό ισοζύγιο που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα η ΕΛΣΤΑΤ είναι συντριπτικά. Και καταδεικνύουν ότι απέχουν πάρα πολύ από την πραγματικότητα οι εικασίες ότι βρισκόμαστε προ του τερματισμού της κρίσης.
Οι αριθμοί είναι αδυσώπητοι. Και δείχνουν ότι, παρά τη μεγάλη «εσωτερική υποτίμηση» την οποία υπέστησαν τα εισοδήματα και η περιουσία των Ελλήνων την τελευταία επταετία, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας, αντί, όπως θα περίμενε κανείς, να περιορίζεται, τουλάχιστον τα δύο τελευταία χρόνια διευρύνεται.
Πιο συγκεκριμένα, με βάση τα επίσημα συγκριτικά στοιχεία για το πρώτο εξάμηνο του έτους, η αξία των εισαγωγών (χωρίς τα πετρελαιοειδή) από 16,2 δισ. ευρώ που ήταν το 2015, ανέβηκαν στα 17,5 δισ. ευρώ, την ίδια ώρα που οι εξαγωγές από 9,1 δισ. ευρώ μόλις που ανέβηκαν στα 9,7 δισ. Αποτέλεσμα; Το έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου από 7,1 δισ. ευρώ που ήταν το 2015, ανέβηκε στα 7,4 το 2016 και στα 7,7 δισ. ευρώ το 2017.
Συνολικά, μάλιστα, μαζί με τους λογαριασμούς των πετρελαιοειδών, το έλλειμμα για το φετινό πρώτο εξάμηνο διαμορφώθηκε στα 11,5 δισ. ευρώ, ποσό που αν αναχθεί σε ετήσια βάση οδηγεί στο αποκαρδιωτικό συμπέρασμα ότι για να επιζήσει η Ελλάδα χρειάζεται ετήσια ενίσχυση από το εξωτερικό που ξεπερνά τα 20 δισ. ευρώ.
Το γεγονός ότι το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου ήταν υπερδιπλάσιο κατά το παρελθόν –είχε εκτιναχθεί στα 42,5 δισ. ευρώ το 2007 και έφθασε στο ποσό ρεκόρ των 44,3 δισ. ευρώ το 2008- μπορεί για κάποιους να αποτελεί παρηγοριά, σε καμία, όμως, περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογία για να συνεχίσουμε να ταΐζουμε τους τουρίστες που μας επισκέπτονται με κρέατα γερμανικής ή άλλης προέλευσης.
Διότι, όπως και να το κάνουμε, μπορεί σε τόσους άλλους τομείς (εργαλεία, μηχανές, αυτοκίνητα, κλπ)  η Γερμανία να διαθέτει το συγκριτικό πλεόνασμα, δεν είναι όμως ανεκτό να συμβαίνει το ίδιο και με την αγροτική παραγωγή.
Γι΄ αυτό και, πολύ περισσότερο, δεν εν μπορεί το συνεχιζόμενο υψηλό εμπορικό μας έλλειμμα να αποτελεί -μια ακόμη…- αφορμή για να… βγάλουμε τα απωθημένα κατά των Γερμανών και του Σόιμπλε ή για να ισχυριστούμε ότι μας κατέστρεψε η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως, δυστυχώς, εμφανίζεται να πιστεύει η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων αγροτών οι οποίοι επιβιώνουν χάρις στις κοινοτικές επιδοτήσεις.
Η ίδια, άλλωστε, ΚΑΠ που ισχύει για τους δικούς μας παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, ισχύει και για τους συναδέλφους τους στη Γερμανία και στη Δανία, από όπου επίσης προμηθευόμαστε το μεγαλύτερο μέρος από το χοιρινό κρέας για το… ελληνικό σουβλάκι και τον… ελληνικό γύρο που καταναλώνουμε στα εγχώρια σουβλατζίδικα.
Άρα, κάτι διαφορετικό κάνουν εκεί που δεν το κάνουμε εμείς εδώ. Και, αναμφίβολα, όσο δεν το κάνουμε, όταν πηγαίνουμε στα ελληνικά σούπερ μάρκετ και ζητάμε ντόπιο κρέας, οι υπάλληλοι θα μας λένε: «Μόνον ντόιτς»!