Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Θα… ξεχειμωνιάσουμε με τη Μαρέβα!



            Αν ο πρωθυπουργός πήρε επάξια βραβείο «πολιτικού σθένους», ο στενός συνεργάτης του Δημήτρης Τζανακόπουλος διεκδικεί με την ίδια απαράμιλλη αξιοσύνη το ύψιστο μετάλλιο πολιτικής στρεψοδικίας. Είναι ειλικρινά μνημειώδης ο τρόπος με τον οποίο απάντησε στο ερώτημα για το εξώδικο που του απέστειλε η σύζυγος του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Μαρέβα Γκραμπόφσκι.
Για όσους δεν παρακολούθησαν την επικαιρότητα των ημερών, που κυριαρχήθηκε από το πολλαπλό σκάνδαλο της πώλησης ελληνικού  στρατιωτικού υλικού στην εμπόλεμη Σαουδική Αραβία, τα γεγονότα έχουν εξής: σε συνέχεια της αναφοράς του πρωθυπουργού σε εμπλοκή στην υπόθεση προσώπου με το όνομα Σφακιανάκης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατηγόρησε την κυρία Γκραμπόφσκι για σχέση μαζί του. Εκείνη, αφού διέψευσε ότι γνωρίζει τον φερόμενο ως μεσάζοντα, έστειλε εξώδικο για να καταγγείλει τον κ. Τζανακόπουλο και την κυβέρνηση που εκπροσωπεί ότι διακινούν στοχευμένα ψέματα εις βάρος της.
            «Αν η κυρία Μητσοτάκη θεωρεί ότι η πολιτική συζήτηση πρέπει να διεξάγεται μέσω εξωδίκων και εγώ προσωπικά, αλλά φαντάζομαι και ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, ο κύριος Παππάς, αλλά και όλοι οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι έλαβαν το σχετικό εξώδικο, θα το καλωσορίσουν», αντέτεινε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος όταν ρωτήθηκε σχετικά στο briefing. Για να προσθέσει αμέσως μετά το ακόμη πιο εκπληκτικό επιχείρημα: «Ωστόσο, θα πρέπει να σας πω ότι η συγκεκριμένη κίνηση είναι περισσότερο ένδειξη αδυναμίας, παρά το ο,τιδήποτε άλλο».
Ναι, καλά διαβάσατε, η απάντηση ενός πολίτη που –καλώς ή κακώς- θεωρεί ότι θίγεται και συκοφαντείται από τους ισχυρισμούς ενός πολιτικού, ο οποίος είναι εξασφαλισμένος και με ασυλία, συνιστά, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο κυβέρνησης που ασκεί εξουσία σε ευρωπαϊκή χώρα, «ένδειξη αδυναμίας». Και δεν είναι μόνον αυτό. Είναι, πολύ περισσότερο, που ο κ. Τζανακόπουλος θεωρεί «πολιτική συζήτηση» την αναπόδεικτη εμπλοκή της συζύγου του πολιτικού του αντιπάλου. Σε μια υπόθεση, μάλιστα, που η κυβέρνησή του δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι ή όχι σκάνδαλο. Και γι΄ αυτό καταφεύγει στην εκτόξευση κάθε είδους πυροτεχνημάτων, μήπως και στρέψει αλλού το ενδιαφέρον.  
 Μάλιστα, για όσους ενδεχομένως δεν αντιλήφθηκαν τι ακριβώς ήθελε να πει με την αρχική αναφορά του, ο κ. Τζανακόπουλος επανήλθε για να κάνει πιο… ξεκάθαρη τη στόχευση της απάντησής του: «Η κυρία Μητσοτάκη θα πρέπει να κατανοήσει ότι είναι δημόσιο πρόσωπο, ως σύζυγος του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και κατά την αυστηρή έννοια του νόμου. Και ως τέτοιο δημόσιο πρόσωπο πρέπει και να αποδέχεται, αλλά και να ακούει την πολιτική κριτική, καθώς και τα ερωτήματα που της απευθύνονται», υποστήριξε.
Δεν είναι βέβαιο αν είχε πλήρη συνείδηση της διάστασης των όσων είπε ο κ. Τζανακόπουλος. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, όποιος ακούσει ή διαβάσει τα λεγόμενα του δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι εισήγαγε «καινά δαιμόνια» στην πολιτική αντιπαράθεση. Τα οποία ίσως αποτελούν και παγκόσμια πρωτοτυπία. Τουλάχιστον για τις χώρες που ισχύουν και εφαρμόζονται οι κανόνες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και στις οποίες δεν ευδοκιμούν έννοιες περί συλλογικής – οικογενειακής ευθύνης.
Ποια είναι τα, κατά Τζανακόπουλο, «καινά δαιμόνια»; Πρώτον, ότι οι σύζυγοι –και οι σύντροφοι και τα παιδιά άραγε;- των πολιτικών είναι δημόσια πρόσωπα και, άρα, μπορεί ο καθένας να τους/τις εγκαλεί για όσα κάνουν ή δεν κάνουν, ακόμη και όταν αυτά δεν σχετίζονται με την οικογενειακή τους ιδιότητα. Και, δεύτερον, ότι το βάρος της απόδειξης για καταγγελλόμενες πράξεις ή παραλείψεις δεν το φέρει ο εγκαλών πολιτικός αντίπαλος, αλλά είναι ευθύνη του εγκαλούμενου να αποδείξει ότι δεν είναι… ελέφαντας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το μόνο σίγουρο είναι ότι αν  επικρατήσουν οι καινοφανείς θεωρίες του κ. Τζανακόπουλου για τον τρόπο που μπορεί να ασκείται η πολιτική αντιπαράθεση, το επόμενο διάστημα θα βρεθούμε ενώπιον καταστάσεων που δεν έζησε ο τόπος ούτε στις πιο ταραγμένες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας.
Η κυβέρνηση έχει δώσει δείγματα γραφής και πολύ πριν αναλάβει ο εκπρόσωπος της να θεωρητικοποιήσει τις αντεγκλήσεις για οικογενειακά ζητήματα. Κατά το Μέγαρο Μαξίμου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρήθηκε και θεωρείται υπόλογος –πολιτικά και ποινικά- επειδή δεν περιέλαβε στις δηλώσεις «πόθεν έσχες» την περιουσιακή κατάσταση της συζύγου του κατά την περίοδο που ήταν σε διάσταση. Παρότι το ζήτημα «έκλεισε» και από την Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής και από τη Δικαιοσύνη, ο κ. Τσίπρας δεν δίστασε να το θίξει στην τελευταία συζήτηση της Βουλής για τα σαουδαραβικά βλήματα.
Από την πλευρά του, ο αρχηγός της ΝΔ έχει αρνηθεί μέχρι στιγμής να απαντήσει με τα ίδια όπλα. Στενοί του συνεργάτες τού εισηγούνται εδώ και καιρό να ανταποδώσει τα ίσα. Πώς; Ζητώντας εξηγήσεις από τον κ. Τσίπρα για τη σύντροφό του Περιστέρα Μπαζιάνα. Κατά τα λεγόμενά τους, «την ώρα που ο πρωθυπουργός εγκαλεί ο ίδιος προσωπικά τον αρχηγό της ΝΔ για το “πόθεν έσχες” της δικής του συζύγου, που μετά την επανασύνδεση κατατίθεται και ελέγχεται αρμοδίως, ο κ. Τσίπρας δεν έχει δηλώσει ποτέ την περιουσία της κυρίας Μπαζιάνα».
Δεν το έχει κάνει, όπως λένε, «με το αιτιολογικό ότι δεν είναι επίσημη σύζυγος, αφού δεν έχουν συνάψει γάμο, αν και η σύντροφός του απολαμβάνει όλα ανεξαιρέτως τα οφέλη (ταξίδια, άδειες, κλπ) που απορρέουν από τη σχέση που έχει με τον πρωθυπουργό».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στην ενημέρωση της Τετάρτης άφησε να εννοηθεί σαφώς ότι το «πόθεν έσχες» της κυρίας Γκραμπόφσκι και η συμμετοχή της παλαιότερα σε off shore εταιρία θα είναι το  βασικό αντικείμενο ειδικής συζήτησης που επίκειται να γίνει στη Βουλή. «Δεν έχει απαντήσει ποιες ήταν ακριβώς οι δραστηριότητες αυτών των offshore», υποστήριξε, προσθέτοντας: «Και είμαι βέβαιος ότι θα έχουμε τη δυνατότητα να τα συζητήσουμε στον τόπο που τους αρμόζει. Δηλαδή, στο ελληνικό κοινοβούλιο, κατά τη διαδικασία της προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση, την οποία, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού, θα διενεργήσουμε στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα».
Χωρίς περιστροφές, λοιπόν, η κυβέρνηση με τον πιο επίσημο τρόπο ανήγγειλε ότι στις προθέσεις της είναι να… ξεχειμωνιάσουμε συζητώντας για την Μαρέβα Γκραμπόφσκι. Μένει να φανεί αν η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης ξεπεράσει τις αναστολές που έχει ο κ. Μητσοτάκης και βάλει, όπως τον πιέζουν κάποιοι γύρω του, στη συζήτηση τα «έργα και ημέρες» συγγενών και φίλων της πρωθυπουργικής οικογένειας. Έτσι ώστε να φθάσουμε ως τις κάλπες υπό συνθήκες που να θυμίζουν εμφυλιοπολεμικές εποχές.

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Θα πανηγυρίζουν ακόμη και στην κατάρρευση



Είναι γνωστό το ανέκδοτο που περιγράφει το πανηγύρι που έστησαν οι παίκτες μιας ομάδας υδατοσφαίρισης στο τέλος ενός αγώνα στον οποίο είχαν κατανικηθεί με 15-0. Η εξήγηση που έδωσε ο προπονητής τους για τους πανηγυρισμούς ήταν ότι «σε έναν προηγούμενο αγώνα δεν είχαν χάσει απλώς κατά κράτος, αλλά είχαν πνιγεί και οι μισοί παίκτες».
Το επανέφερα στη μνήμη μου με αφορμή τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για την απώλεια ενός ακόμη πολυδιαφημισμένου στόχου που είχε τεθεί μετά το Brexit και αφορούσε τη διεκδίκηση από στη χώρα μας της έδρας ενός από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς που θα μετακομίσουν στην ηπειρωτική Ευρώπη μετά την αποχώρηση της γηραιάς Αλβιόνας από την Ένωση.
Όλους τους προηγούμενους μήνες χύθηκε πολύ μελάνι και καταναλώθηκε πολύ σάλιο από τα κάθε είδους φερέφωνα που διακινούσαν πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα θα ήταν από εκείνες τις χώρες που θα επωφελούνταν τα μέγιστα από τις μετακομίσεις των οργανισμών. Χάριν, βεβαίως στις ανυπέρβλητες «διαπραγματευτικές ικανότητες του Αλέξη που είχε κάνει ισχυρή συμμαχία με τη Μέρκελ». Και που, έτσι, τουλάχιστον τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) «τον είχαμε στο τσεπάκι».
Αυτά μέχρι και το περασμένο Σαββατοκύριακο, γιατί τη Δευτέρα που ήταν η μέρα των αποφάσεων, οι υπερφίαλες αυτές διαδόσεις όχι μόνον δεν επιβεβαιώθηκαν, αλλά διαψεύστηκαν οικτρά. Από ένα tweet του αναπληρωτή υπουργού Γιώργου Κατρούγκαλου, έγινε γνωστό ότι στην πραγματικότητα πατώσαμε στην ψηφοφορία που έγινε και στην οποία κινδυνέψαμε να μη βρούμε… ούτε την ψήφο μας.
Παρά ταύτα, ο… φοβερός και τρομερός κ. Κατρούγκαλος δεν το έβαλε κάτω. Όπως μαρτυρά το ίδιο του το «τιτίβισμα» στο οποίο έγραψε επί λέξει τα εξής: «Η Αθήνα κατατάχθηκε 7η στον Α’ Γύρο της ψηφοφορίας για τη διεκδίκηση της ΕΜΑ. Στηρίζουμε στους επόμενους γύρους Μιλάνο, την πόλη του Ευρωπαϊκού Νότου που πέρασε στις 3 πρώτες, μαζί με Άμστερνταμ και Κοπεγχάγη».
Με λίγα λόγια καταταγήκαμε τελευταίοι, χάνοντας πανηγυρικά. Αλλά εμείς εκεί. Όχι μόνον δεν το βάλαμε κάτω, αλλά -για να τους… εκδικηθούμε (;)- θέσαμε νέο στόχο που, σύμφωνα με τον αρμόδιο για τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών, ήταν να νικήσει ο Νότος. Μια ώρα αργότερα, ωστόσο, βρεθήκαμε ξανά στην πλευρά των χαμένων, όπως μάθαμε από νεότερη ανάρτηση του κ. Κατρούγκαλου.
«Τελική ψηφοφορία για τον Ευρ. Οργανισμό Φαρμάκου: Στον 3ο Γύρο Άμστερνταμ και Μιλάνο συγκέντρωσαν και οι δύο από 13 ψήφους. Με κλήρωση αποφασίστηκε η μετεγκατάσταση του Οργανισμού στο Άμστερνταμ», μας πληροφόρησε ο αναπληρωτής υπουργός και πάλι μέσα από τον λογαριασμό του στο Twitter.
Θα περίμενε κανείς, έπειτα από αυτή την ψυχρολουσία που μας επιφυλάχθηκε, ότι οι υπεύθυνοι για το «Βατερλό» της διάψευσης των προσδοκιών που είχαν καλλιεργηθεί, ακόμη και αν δεν απολογούνταν για τα λάθη τους, τουλάχιστον να σιωπούσαν. Φεύ, όμως! Συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Λίγο μετά το κάζο, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων έβλεπε το φως «ειδησάριο» με τίτλο: «Ικανοποίηση για την απήχηση της ελληνικής πρότασης για τη διεκδίκηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων»!
Στο λιτό κείμενο που ακολουθούσε, η «είδηση» αποδιδόταν από το κρατικό πρακτορείο σε «διπλωματικές πηγές», οι οποίες «χαρακτήρισαν “αξιοπρεπή” την έβδομη θέση που έλαβε τελικά η υποψηφιότητα της Αθήνας, ενώ σχολίασαν ότι εξ αρχής η στρατηγική της Ελλάδας στηρίχθηκε στην αλληλοϋποστήριξη μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου».
Ποια «αξιοπρέπεια» και ποια «αλληλοϋποστήριξη» σε στέλνει στον πάτο της κατάταξης, είναι απορίας άξιον και δεν εξηγείται στο κείμενο. Ο συντάκτης του, ωστόσο, για να μην δημιουργηθεί καμία αμφιβολία για την προέλευση του πανηγυρισμού, φρόντισε να κάνει ευθεία επίκληση των όσων είχε γράψει στο Twitter ο κ. Κατρούγκαλος, ο οποίος μάλιστα έσπευσε να ανεβάσει την «είδηση» στο λογαριασμό του. Με πρόθεση, προφανώς, να μάθουμε όλοι ποιος ήταν εκείνος που είχε πετύχει το αποτέλεσμα για το οποίο η κυβέρνηση –δηλαδή ο ίδιος ο αναπληρωτής υπουργός- είχε «ικανοποιηθεί».
Θα ήταν ανάξιο να ασχοληθεί κανείς με το συγκεκριμένο περιστατικό, που έχει, άλλωστε πρωταγωνιστή τον γνωστό… θαυματοποιό πολιτικό που κατάφερε να κατακρημνίσει τη συνταξιοδοτική δαπάνη, χωρίς να μειωθούν οι συντάξεις, αν αποτελούσε εξαίρεση στον τρόπο μ ετον οποίο συμπεριφέρονται οι άνθρωποι που διαχειρίζονται τις τύχες μας. Έναν τόπο που αποτελεί υβριδικό μείγμα πολιτικού σουρεαλισμού και κυνικού αμοραλισμού.
Δυστυχώς, το φαινόμενο των αναίτιων και άσκοπων πανηγυρισμών είναι γενικευμένο σε όλο το εύρος των κυβερνητικών δραστηριοτήτων. Από τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τους οποίους επικαλούνται και που στην πραγματικότητα είναι οι μικρότεροι σε όλη την Ευρώπη, έως την υποτιθέμενη υποχώρηση της ανεργίας που στην πραγματικότητα δεν προέρχεται παρά από αντικατάσταση θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης με περισσότερες συμβάσεις μερικής απασχόλησης, ο κατάλογος είναι μακρύς.
Κάνουν σε όλους τους τομείς τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που υπόσχονται. Και μετά όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα στήνουν χορούς και πανηγύρια σαν να μη συμβαίνει τίποτε με τις ατελείωτες κωλοτούμπες. Από τις σχέσεις με την Μέρκελ και τον Τραμπ ως τα «πάρε δώσε» με τον Πούτιν και τον Ερντογάν, πανηγυρίζουν όταν τα έχουν καλά μαζί τους και δηλώνουν ικανοποίηση όταν τους καθυβρίζουν.
Μιλούσαν για «ψίχουλα» και χαρακτήριζαν «σεσημασμένο» το μέρισμα που μοίρασε η προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά τώρα αποκαλούν χλευαστικά «πορφυρογέννητους» όσους λένε ότι δεν ρεφάρεται η φτωχοποίηση με ψηφοθηρικά επιδόματα. Απειλούσαν ευθέως τους επενδυτές όταν ήταν στην αντιπολίτευση και τώρα κατασκευάζουν θεωρίες συνωμοσίας ότι άνθρωποι της αντιπολίτευσης δεν επιτρέπουν τον επαπειλούμενο συνωστισμό στα σύνορα από τους κεφαλαιούχους που τάχατες προστρέχουν να φέρουν τα χρήματά τους στη μοναδική χώρα του δυτικού κόσμου –ή μήπως όλης της υφηλίου;- που ισχύουν capital controls.
Τι δείχνουν όλα αυτά; Δείχνουν ότι δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες. Οι άνθρωποι που μας κυβερνούν δεν πρόκειται να αλλάξουν. Θα συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο. Και με τον ίδιο ρυθμό θα πανηγυρίζουν ακόμη και όταν θα έχουν πλήρως καταρρεύσει. Δεν τους πτοεί τίποτε απολύτως. Ούτε καταγγελίες για σκάνδαλα, ούτε διαμαρτυρίες για προκλητικές συμπεριφορές.
Ας μην υπάρχει, λοιπόν, η παραμικρή αμφιβολία. Θα πέσουν, όταν πέσουν, πανηγυρίζοντας. Και πως θα τον δικαιολογούν; Θα βρίσκουν, σαν τον προπονητή της υδατοσφαίρισης από το ανέκδοτο με το οποίο ξεκίνησε τούτο το κείμενο, δικαιολογίες του τύπου: «Μα, εμείς κάποτε ήμασταν στο 3%...». Και δεν θα έχουν… άδικο!

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Πνίγουν ανθρώπους και οι... αντιμνημονιακές πλημμύρες!



            Η ανείπωτη τραγωδία της Μάνδρας, με τους τόσο πολλούς νεκρούς από τις καταστροφικές πλημμύρες, αναδεικνύει με τον πλέον δραματικό τρόπο την παροιμιώδη ανικανότητα που χαρακτηρίζει την ιστορικά πιο αδίστακτη πολιτική ομάδα που ανέλαβε ποτέ να διαχειριστεί τις τύχες των Ελλήνων.
            Όσο και αν πασχίζουν να υποστηρίξουν το αντίθετο κάθε λογής φερέφωνα και αβανταδόροι, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως και η κλιματική αλλαγή, δεν μπορεί να αποτελέσουν άλλοθι για την αποποίηση των εγκληματικών ευθυνών που επίσης δεν μπορεί να κρυφτούν πίσω από τον πάνδημο θρήνο για τα θύματα και τη θλίψη για τις μεγάλες καταστροφές.
            Πολύ περισσότερο δεν μπορούν οι επικοινωνιακοί χειρισμοί να κρύψουν τους πραγματικούς ενόχους που αντί να θέτουν τους εαυτούς τους στη διάθεση της Δικαιοσύνης, προκαλούν το κοινό αίσθημα με φθηνούς ελιγμούς που δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια όσων αφελών εξακολουθούν να κατοικούν σε αυτή την από κάθε πλευρά πολύπαθη χώρα. 
            Πριν από τρία χρόνια η νεοεκλεγείσα, τότε, περιφερειάρχης Αττικής Ρένα Δούρου και οι άνθρωποί της εγκαλούσαν με πρωτοφανές θράσος μέσα ενημέρωσης και αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις επειδή, κατά την εκτίμησή τους, δεν είχαν αντιδράσει για πολύ μικρότερης έντασης καταστροφές που είχαν συμβεί σε άλλη Περιφέρεια της χώρας, στη διοίκηση της οποίας συνέβαινε να μην ήταν... αντιμνημονιακοί (τάχατες) «επαναστάτες» του γλυκού νερού, όπως οι ίδιοι, που με μαγικό τρόπο εξαφάνιζαν τα προβλήματα.
            Μιλάμε, φυσικά, για την πολιτικό Ρένα Δούρου που με απίστευτη ελαφρότητα είχε κάνει προεκλογική καμπάνια προβάλλοντας τον μνημειώδη ισχυρισμό ότι «αλλιώς μαζεύει τα σκουπίδια ένας μνημονιακός και αλλιώς ένας αντιμνημονιακός» οδοκαθαριστής. Και, παρά ταύτα, οι ψηφοφόροι της Αττικής, αντί να πουν «όχι» στην καταφανή κοροϊδία, την επιβράβευσαν αναθέτοντάς της τις τύχες της μεγαλύτερης Περιφέρειας στην ελληνική Επικράτεια.
            Είναι η ίδια πολιτικός που πριν από δέκα ημέρες συγκάλεσε σύσκεψη για την αντιπλημμυρική προστασία της Δυτικής Αττικής και αντί να εντοπίσει τις χρόνιες, όπως λένε οι αρμόδιοι επιστήμονες, παθογένειες που έκαναν ευάλωτη την περιοχή στην πρώτη δυνατή νεροποντή, αρκέστηκε να εκδώσει επαινετικό δελτίο Τύπου ότι όλα έβαιναν καλώς. Και, άρα, δεν χρειαζόταν να γίνει κάτι το ιδιαίτερο.
            Όλα αυτά προφανώς επειδή με την εκλογή της κυρίας Δούρου δεν μπορούσε παρά και οι πλημμύρες να ακολουθούν την τύχη των σκουπιδιών. Και με τη σειρά τους να υποταχθούν στην αυτόματη... αντιμνημονιακή κατεύθυνση που πήρε η Περιφέρεια Αττικής. Όπως και ολόκληρη η χώρα που μερικούς μήνες αργότερα, ακολουθώντας τα ίδια μονοπάτια, έπεσε σχεδόν αμαχητί στα χέρια των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ οι οποίοι, με τον ίδιο ακριβώς απατηλό τρόπο, κέρδισαν την κυβερνητική εξουσία.
            Και τί δεν έγινε στη χώρα στα χρόνια που προηγήθηκαν μέχρι τον Μάιο του 2014 που η κυρία Δούρου εκλέχθηκε περιφερειάρχης; Η ίδια και οι ομοϊδεάτες εκμεταλλεύτηκαν πολιτικά κάθε υπαρκτό και ανύπαρκτο γεγονός, προλειαίνοντας το έδαφος και για τις βουλευτικές εκλογές που ακολουθήθηκαν τον Ιανουάριο του 2015. Λοιδόρησαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Σκύλευσαν νεκρούς. Έδωσαν καταφανώς ψεύτικες υποσχέσεις. Έκαναν σχεδόν παντού τα αντίθετα από εκείνα για τα οποία είχαν δεσμευτεί. Και, βεβαίως, έπεσαν έξω σε όλες τους τις προβλέψεις.
            Παρά ταύτα, ούτε τότε ούτε αργότερα, ανέλαβε κανείς κάποια ευθύνη. Και ακόμη τώρα, ουδείς δείχνει διάθεση να αναλάβει. Ούτε από την κυβέρνηση, ούτε από την φίλα προσκείμενη προς αυτήν αυτοδιοίκηση. Και, πάνω από όλα, κανείς δεν παραιτείται. Αντιθέτως, μάλιστα, με απύθμενη θρασύτητα προσπαθούν να μεταθέσουν τις εγκληματικές ευθύνες που τους βαρύνουν. Ευθύνες τόσο για ασυγχώρητη ανικανότητα. Όσο κυρίως για βαρύτατη αμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων τους.
            Δεν μπορεί, για παράδειγμα, η κυρία Δούρου, να καταφεύγει στην προσχηματική υποβολή μηνυτήριας αναφοράς προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και να ζητεί την παρέμβαση της Δικαιοσύνης για τις πλημμύρες στη Δυτική Αττική, όταν λίγες μέρες φωτογραφήθηκε να είναι προεδρεύουσα σε μια τέτοια σύσκεψη. Για ποιόν λόγο, άραγε, να παρέμβει η Δικαιοσύνη; Για να ελέγξει και να τιμωρήσει ποιον; 
            Αν υπήρχαν, πράγματι, κάποιοι άλλοι υπεύθυνοι για τα μπαζώματα των ρεμάτων, που, σύμφωνα με τους ειδικούς, ήταν η αιτία για την οποία προκλήθηκε η τεράστια καταστροφή, η περιφερειάρχης Αττικής δεν έπρεπε να τους είχε υποδείξει προτού γίνει το μεγάλο κακό και χαθούν τόσο άδικα τόσες ανθρώπινες ζωές;
            Τώρα, λοιπόν, είναι πολύ αργά για να εγκαλεί άλλους. Γι΄ αυτό και το μόνο που θα έπρεπε να κάνει η κυρία Δούρου είναι να αναλάβει τις ευθύνες της. Κατ΄ αρχάς, για τις αφελείς ελπίδες και τις φρούδες υποσχέσεις που καλλιέργησε προεκλογικά, ισχυριζόμενη ότι τάχατες η αντίθεση στο Μνημόνιο συνιστούσε πολιτική που θα άλλαζε μαγικά τα πράγματα. Και, κυρίως, για την ανικανότητα της να δώσει λύσεις στα μεγάλα προβλήματα της Περιφέρειας της οποίας -τύχη κακή- ηγείται.
            Μπορεί όντως τα περισσότερα από τα προβλήματα που υπάρχουν να αποτελούν κληρονομιά του παρελθόντος, αλλά η ίδια, όπως και το κόμμα από το οποίο προέρχεται, φέρουν βαρύτατες ευθύνες που θα τους καταλογίσουν οι πολίτες.  Όχι μόνον επειδή κορόιδεψαν με προεκλογικές (ψευτο-)αντιμνημονιακές διακηρύξεις, αλλά, πολύ περισσότερο, διότι εξακολουθούν ακόμη να κοροϊδεύουν. Σε όλα και για όλα!

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Πυροβολούνται τα γυναικόπαιδα στις πολιτικές μάχες;



«Ξέρω ότι σας τρώει να μιλήσω για το μεγάλο ζήτημα της διαφθοράς, της διαπλοκής και της φοροδιαφυγής. Που έγινε επίκαιρο αυτές τις μέρες, με τη δημοσίευση των χαρτιών του Παραδείσου, των Paradise Papers. Το άφησα επίτηδες τελευταίο». Το φθηνό αυτό λογοπαίγνιο δεν ανήκει σε αποτυχημένο κονφερασιέ παλαιότερων δεκαετιών. Ούτε το χρησιμοποίησε μέτριας αξίας performer σε παράσταση stand up comedy.
Είναι, για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν το σχετικό show απευθείας από τη Βουλή, αυτολεξεί απόσπασμα από πρωθυπουργική ομιλία σε συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Και τα λόγια αυτά που ακούστηκαν από το στόμα του κ. Αλέξη Τσίπρα αποτελούν την εισαγωγή στο κυρίως μέρος της συνεδρίασης που συγκλήθηκε με μόνο στόχο -όπως είχε προαναγγελθεί αλλά προκύπτει και από τα πρωθυπουργικά λεγόμενα- να εξαπολυθεί επίθεση στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκο Μητσοτάκη με βάση δημοσιεύματα για την επιχειρηματική δραστηριότητα της συζύγου του Μαρέβας μέσω off shore εταιρίας.
Δεν πρέπει, μάλιστα, να είχε άδικο ο κ. Τσίπρας όταν επεσήμαινε ότι τους βουλευτές του τους «έτρωγε» να ακούσουν όσα είκαζαν ότι σκόπευε να πει κατά του βασικού πολιτικού αντιπάλου τους. Όποιος έβλεπε τον ενθουσιασμό με τον οποίο προσήλθαν οι ΣΥΡΙΖΑίοι βουλευτές στην αίθουσα, θα καταλάβαινε πόσο καλά τους ξέρει ο αρχηγός τους. Και γι΄ αυτό πιθανότατα τους άφησε –«επίτηδες»!- για το τέλος εκείνο που ήξερε ότι περίμεναν να ακούσουν.
Πέντε μέρες νωρίτερα, άλλωστε, την περασμένη Παρασκευή, τον είχαν αποθεώσει στη διάρκεια της σκληρής κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης που είχε με τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας για την εγκληματικότητα. Η αποθέωση που του επεφύλαξαν δεν ήταν για τα –απίστευτα, ούτως ή άλλως…- στοιχεία περί μείωσης του εγκλήματος που είχε επικαλεστεί. Ήταν επειδή ενθουσιάστηκαν με τα όσα -περί Siemens και λοιπών σκανδάλων- είχε καταμαρτυρήσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Μόνον, όμως, που από την Παρασκευή ως την Τέταρτη φαίνεται ότι είχαν αλλάξει πολλά πράγματα. Δεν εξηγείται αλλιώς ότι αυτή φορά ο κ. Τσίπρας δεν ήταν τόσο αναλυτικός όσο συνήθιζε στο παρελθόν όταν του δινόταν η ευκαιρία να επιτεθεί στον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας. Με αποτέλεσμα τα χειροκροτήματα των ΣΥΡΙΖΑίων βουλευτών, που προ ημερών είχαν… σπάσει τα χέρια τους, να είναι τώρα αρκετά αραιά και μάλλον χλιαρά.
Όταν τέλειωσε η συνεδρίαση, στα πρόσωπα τους διέκρινε κανείς να έχει ζωγραφιστεί μια απορία, ενδεχομένως και μια απογοήτευση. Δύο εικόνες που κινούνταν στον αντίποδα της καταληκτικής αποστροφής που είχε η ομιλία του αρχηγού τους, ο οποίος τους αποχαιρέτισε ως εξής: «Σήμερα, περισσότερο από χτες, περισσότερο από ποτέ, περισσότερο από κάθε άλλη φορά δηλώνω ενώπιον σας αθεράπευτα αισιόδοξος. Θα τα καταφέρουμε. Καλή δύναμη».
Για κάποιον μυστηριώδη (;) λόγο τούτη τη φορά οι επιθέσεις κατά της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας είχαν μια γενικόλογη διάσταση. Ασυνήθιστη για τον κ. Τσίπρα, ο οποίος, πολλές φορές στο παρελθόν αλλά και πολύ πρόσφατα, δεν είχε διστάσει να βάλει κατά προσώπων που τον βόλευε να στοχοποιηθούν. Με ύφος ιεροεξεταστή, τους κατακεραύνωνε, χωρίς να ενδιαφέρεται αν όσα τους αποδίδει είναι αλήθεια ή ψέματα ή να υπολογίζει αν είναι ένοχοι ή αθώοι που θα αποδειχθεί όταν και αν οδηγηθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Ο Αλέξης Τσίπρας, λοιπόν, που στο παρελθόν είχε εγκαλέσει επανειλημμένως τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τη σύζυγο του, στην Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία πέραν πάσης αμφιβολίας συνήλθε για να βαρέσουν… νταούλια πανηγυρισμών για τις αποκαλύψεις των Paradise Papers, απέφυγε να αναφερθεί ονομαστικά στη Μαρέβα Γκραμπόφσκι. Περιορίστηκε σε υπαινικτικές γενικότητες, όπως η ακόλουθη: «Τους είπαμε γιατί δεν τα δηλώνετε όλα ανοιχτά και καθαρά στο πόθεν έσχες σας. Μας είπαν ότι επεμβαίνουμε στην ιδιωτικότητα και σε προσωπικά δεδομένα, και δεν το κατέθεσαν ποτέ». Και αυτό –παρόλο που δεν είναι αλήθεια- ήταν όλο κι όλο…
Οι εκτιμήσεις γι΄ αυτή την πρωθυπουργική διαφοροποίηση – για να την πούμε και πάλι «κωλοτούμπα»-  διίσταντο στους διαδρόμους της Βουλής. Κάποιοι υιοθετούσαν την… «αθώα» ερμηνεία σύμφωνα με την οποία στην προκειμένη περίπτωση η κυβέρνηση και ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος μονίμως πρωταγωνιστεί σε αυτά τα θέματα, δεν είχαν έρεισμα για να «σηκώσουν» το θέμα. Κι αυτό διότι «η Μαρέβα έδωσε όλες τις εξηγήσεις και απέδειξε ότι η υπόθεση της off shore ήταν παλαιά και έχει κλείσει προ πολλού». Τα πρωθυπουργικά λεγόμενα, πάντως, κάθε άλλο παρά αυτό έδειξαν.
Κατά μια άλλη εκδοχή, όμως, τα πράγματα δεν είναι διόλου «αθώα». Στην Πειραιώς, που ως τώρα τηρούσαν παθητική στάση απέναντι στις ανηλεείς επιθέσεις τις οποίες δεχόταν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, ο ίδιος ο αρχηγός της και μέλη της οικογένειάς του, αποφάσισαν να αλλάξουν τακτική. Και, μέσω κατάλληλων διαύλων, έστειλαν εκεί που έπρεπε ένα σαφές μήνυμα που μπορεί να κωδικοποιηθεί σε πέντε λέξεις: «Γυναικόπαιδα εσείς; Γυναικόπαιδα κι εμείς!».
Αποτελεί μακρά παράδοση στη χώρα μας, ακόμη και σε περιόδους οξύτατων πολιτικών εντάσεων να μην αναμειγνύονται οι οικογενειακές υποθέσεις στην πολιτική διαπάλη. Οι πολιτικοί ηγέτες συγκρούονταν σκληρά, αλλά δεν κατέφευγαν σε ευθείες επιθέσεις εναντίον μελών της οικογένειας του αντιπάλου τους. Ο κ. Τσίπρας είναι ο πρώτος που παρέβη αυτόν τον άτυπο κανόνα σύμφωνα με τον οποίο «στις πολιτικές μάχες δεν πυροβολούνται τα γυναικόπαιδα».
Τώρα που, όπως λέγεται, του διαμηνύθηκε ότι «θα πληρωθεί με το ίδιο νόμισμα, αν συνεχίσει το ίδιο βιολί», τί θα κάνει άραγε; Θα συνεχίσει να πυροβολεί γυναίκες και παιδιά; Ή θα τα μαζέψει, όπως φάνηκε να αρχίσει να κάνει στη συνεδρίαση του Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ; Η συνέχεια θα δείξει…

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Ενέσεις ηθικού για το «παιχνίδι που (δεν) γυρίζει»



Πριν από περίπου ένδεκα μήνες η κυβέρνηση, αξιοποιώντας το διαβόητο υπερπλεόνασμα που προέκυψε από την ανελέητη λεηλασία όσων δεν φοροδιαφύγουν, μοίρασε χριστουγεννιάτικο «μποναμά» στους συνταξιούχους. Προσπάθησε μάλιστα να τον βαφτίσει «13η σύνταξη» ευελπιστώντας ότι έτσι θα μπορούσε να εξαπατήσει όλους εκείνους που την είχαν ψηφίσει εξαιτίας αυτής της προεκλογικής υπόσχεσης που ήταν μια από τις πολλές που διαψεύστηκαν παταγωδώς. 
Σηκώθηκε τότε μέγας κουρνιαχτός και επί σχεδόν δύο μήνες ο μποναμάς και οι πιθανολογούμενες επενέργειες θα είχε στις πολιτικές εξελίξεις κυριαρχούσαν στη δημόσια συζήτηση. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονταν, άλλοι από προπαγανδιστική διάθεση και άλλοι από λάθος εκτίμηση, ότι «ο μάγος Τσίπρας τα κατάφερε και πάλι να ανατρέψει την κατάσταση». Και, προεξοφλώντας ότι οι πολίτες έχουν μνήμη χρυσόψαρου, εκτιμούσαν ότι θα αποδεικνύονταν για μια ακόμη φορά εύπιστοι και θα επιβράβευαν τη… γαλαντόμα κυβέρνηση.
Από τη μια οι κάθε λογής κυβερνητικοί αβανταδόροι και από την άλλη οι κοντόφθαλμοι και οι ψοφοδεείς από την αντίπερα όχθης, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα εικονικό κλίμα ανατροπής των πολιτικών δεδομένων, το οποίο δεν άφησε ανεπηρέαστη την αντιπολίτευση, στις τάξεις της οποίας επικράτησε αμηχανία. «Πάει, το έχασε το παιχνίδι ο Μητσοτάκης αν δεν ψηφίσει…», ήταν η… προφητεία που έβγαινε από αρκετά στόματα. Ιδίως όταν η κυβέρνηση που νόμιζε ότι ήταν «καβάλα στο άλογο» προκάλεσε ονομαστική ψηφοφορία στη Βουλή.
Η ατμόσφαιρα ήταν τέτοια που ακόμη και ορισμένοι αντιπολιτευόμενοι –«αντιλαϊκιστές», κατά τα άλλα…- τσίμπησαν στο ψευτοδίλημμα να πουν «ναι» ή «όχι» που ορθώθηκε μπροστά τους. Και, αντί να ασκήσουν τον ρόλο της υπεύθυνης αντιπολίτευσης, έσπευσαν να συνταχθούν με τους κυβερνώντες,  θεωρώντας ότι μπορούσαν να γίνουν συμμέτοχοι στα ψηφοθηρικά «λάφυρα»… 
«Λάφυρα» τα οποία προσδοκούσαν ότι θα προέκυπταν για όσους έλεγαν «ναι» σε μια ρύθμιση με την οποία δόθηκε ο «μποναμάς» σε… αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας όπως ο Γεράσιμος Μπαλαούρας ή ο Γεράσιμος Γιακουμάτος που συμπεριλήφθηκαν στους δικαιούχους επειδή, λόγω της βουλευτικής ιδιότητας, παίρνουν μόνον ένα μέρος της σύνταξης τους και, ως εκ τούτου, κατατάσσονται στους «μικροσυνταξιούχους»...
Ω, του θαύματος, όμως, όταν ήρθε η ώρα του «πολιικού ταμείου», οι προφητείες για τη… «μαγεία του Τσίπρα» όχι μόνον δεν επιβεβαιώθηκαν, αλλά συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Το επόμενο δίμηνο που ακολούθησε την καταβολή του «μποναμά» σε όλες τις δημοσκοπήσεις που είδαν το φως –ακόμη και σε εκείνες που ακόμη τότε δημοσίευαν σποραδικά τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης- η απήχηση της κυβέρνησης εμφανίστηκε να υποχωρεί ραγδαία και την ίδια ώρα η αξιωματική αντιπολίτευση βελτίωνε σημαντικά τις επιδόσεις της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στις μετρήσεις του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου 2017 η διαφορά που χώριζε τον ΣΥΡΙΖΑ από τη Νέα Δημοκρατία έφθασε σε ιστορικά υψηλά ποσοστά που όμοια τους δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ στο παρελθόν. Και το ίδιο κατεγράφη με τη συγκριτική αξιολόγηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Αλέξη Τσίπρα. Όσο για τους λοιπούς αντιπολιτευόμενους που φοβήθηκαν να πουν «όχι» στην κυβερνητική ψηφοθηρική κοροϊδία, τα κέρδη τα οποία ανέμεναν δεν τα έχουν δει ακόμη να φθάνουν.
Το πιθανότερο, μάλιστα, είναι ότι οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης δεν πρόκειται ποτέ να καρπωθούν τέτοια κέρδη, για δύο πολύ απλούς λόγους: Ο πρώτος είναι διότι αν έπρεπε οι δικαιούχοι να ευχαριστήσουν κάποιον για τα χρήματα που μπήκαν στους λογαριασμούς τους, αυτός θα ήταν η κυβέρνηση που πήρε την απόφαση, η οποία θα ίσχυε ό,τι και αν έλεγαν οι αντιπολιτευόμενοι. Και ο δεύτερος -και μάλλον- σημαντικότερος λόγος είναι επειδή συνήθως οι ψηφοφόροι –και πάντως, όσοι εξ αυτών μετακινούνται εύκολα- αλλάζουν την εκλογική τους συμπεριφορά όχι τόσο γι΄ αυτά που ήδη έχουν πάρει αλλά κυρίως για εκείνα που περιμένουν να πάρουν.
Αν έχουν μια αξία όλα αυτά, είναι διότι το τελευταίο διάστημα έχει αναπτυχθεί και πάλι μια αντίστοιχη με την περυσινή «φιλολογία» για το κατά πόσο η καταστροφική κυβερνητική εμμονή να βγάλει εκ νέου υπερπλεόνασμα – ξεζουμίζοντας, από τη μια, τους φορολογουμένους και στεγνώνοντας, από την άλλη, την αγορά με την άρνηση να ξεπληρώσει οφειλές και να εκδώσει νέες συντάξεις- μπορεί να συμβάλει στη δημοσκοπική ανάκαμψη του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα που ετοιμάζονται να στήσουν χορούς και πανηγύρια γύρω από τη διανομή του νέου «μποναμά».
Είναι καλό, λοιπόν, να θυμόμαστε τι συνέβη πέρυσι για να μπορούμε να διαβλέψουμε και ποιο είναι το πλέον πιθανό να συμβεί φέτος. Όπως και να έχει, πάντως, και πέρα από το συγκεκριμένο προηγούμενο, είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι οι ενέσεις ηθικού που συνήθως κάνουν στους εαυτούς τους οι (εκάστοτε) κυβερνώντες, αναθέτοντας σε διαφόρων ειδών φερέφωνα να διακινούν φήμες και σπερμολογίες ότι το «παιχνίδι γυρίζει», σχεδόν ποτέ δεν αποδίδουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Άμα το ρολόι έχει αρχίσει να μετράει αντίστροφα, οι μποναμάδες τις περισσότερες φορές λειτουργούν και εκείνοι αντίστροφα. Αντί, δηλαδή, να σταματήσουν την κατηφόρα, συνήθως επιταχύνουν την κατακρύλα.