Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ικανοί για όλα!




            Πριν από λίγο καιρό ένας φαρσέρ του Διαδικτύου κατασκεύασε την «είδηση» ότι η κυβέρνηση καθιέρωσε «επίδομα σφραγίδας» για τους δημοσίους υπαλλήλους προκειμένου να τους εκμαυλίσει και να την ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές.
Αυτές τις μέρες ένας άλλος διοχέτευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένα κατασκευασμένο «έγγραφο» που έλεγε ότι ένας από τους υπουργούς της κυβέρνησης απέσπασε στο γραφείο του υπάλληλο που ειδικευόταν στην… αντιμετώπιση της «αφρικανικής σκόνης».
Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, τα κατασκευασμένα «γεγονότα» κυκλοφόρησαν σε χρόνο ρεκόρ, καθώς έγιναν πιστευτά όχι μόνον από τους αρχικούς αποδέκτες της γκάφας που κάποιοι έστησαν, είτε χάριν παιδιάς είτε από κακόβουλη προαίρεση, αλλά από πολύ περισσότερους, αν όχι και όλους όσοι διάβασαν τις συγκεκριμένες αναρτήσεις.
Πέρα από την ασυγχώρητη ελαφρότητα όσων επαγγελματιών αβασάνιστα υιοθέτησαν τις φάρσες χωρίς να μπουν στον κόπο να διασταυρώσουν φήμες που κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο και να ελέγξουν τις πηγές από τις οποίες προέρχονται τα αποκαλούμενα fakenews, το φαινόμενο έχει και μια άλλη ακόμη πιο σοβαρή όψη που είναι η χαρακτηριστική ευκολία με την οποία τα υποδέχτηκαν οι αναγνώστες των μέσων ενημέρωσης που τα φιλοξένησαν.
Όπως προκύπτει από την τεράστια εντύπωση που προκάλεσαν τόσο το «επίδομα σφραγίδας» όσο και η απονομή σε ημέτερο «ειδίκευσης στην αφρικανική σκόνη», η κοινή γνώμη είναι έτοιμη να πιστέψει ο,τιδήποτε τερατώδες επειδή κάθε μέρα έρχεται αντιμέτωπη με τερατώδεις αποφάσεις που λαμβάνονται από τους κυβερνώντες ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Από τα μείζονα εθνικά θέματα τα οποία αφορούν την κατεύθυνση της χώρας και τις διεθνείς της σχέσεις έως τα μικροζητήματα της καθημερινότητας μας, οι άνθρωποι που μας κυβερνούν αποδεικνύουν καθημερινά ότι είναι ικανοί για όλα. Ικανοί να πουν και να κάνουν τα πάντα. Αλλά και τα ακριβώς αντίθετά τους. Και, παρόλα αυτά, καταφέρνουν τις περισσότερες φορές να πέφτουν έξω!
Δεν χρειάζεται να ανατρέψει κανείς το παρελθόν με τα ξεδιάντροπα ψέματα, τις προφανείς ψευδαισθήσεις, τις ανελέητες αυταπάτες και τις ατελεύτητες κωλοτούμπες για να περιγράψει το μόνιμο διαζύγιο που έχει πάρει η συγκεκριμένη πολιτική «κάστα» από την αλήθεια και την πραγματικότητα. Το μεγαλύτερο δυστύχημα είναι ότι όλα αυτά συνεχίζονται στο διηνεκές, καθώς δεν δείχνουν να τους πτοούν ούτε οι επανειλημμένες αστοχίες ούτε οι συνεχείς διαψεύσεις.
Τα παραδείγματα του χωρίς προηγούμενο πολιτικού αμοραλισμού που μπορεί να παραθέσει κάποιος είναι πάμπολλα και, με αφορμή την τρέχουσα επικαιρότητα, ο καθένας μπορεί, εντελώς ενδεικτικά, να αναρωτηθεί για τα εξής:  
*Σε ποιά άλλη χώρα θα παρέμεναν γαντζωμένοι στην εξουσία δύο κυβερνητικοί εταίροι που διαφωνούν τόσο απόλυτα στο «Μακεδονικό» ή που διατυπώνουν τόσο αντικρουόμενες θέσεις για τον χαρακτήρα –«ομηρία» ή «σύνηθες μεθοριακό επεισόδιο»;- που έχει η κράτηση των δύο στρατιωτικών που εδώ και ένα μήνα παραμένουν στις τουρκικές φυλακές υψίστης ασφαλείας;
*Πού αλλού στον πολιτισμένο δυτικό κόσμο θα έβγαινε στην τηλεόραση μέλος του Κοινοβουλίου για να δηλώσει, έστω και ως ακραία πιθανότητα, ότι μπορεί να ανταλλαγούν και να παραδοθούν στην Τουρκία πρόσωπα τα οποία η ελληνική Δικαιοσύνη έχει αποφανθεί ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να εκδοθούν;
*Ποιός μπορούσε να φανταστεί πως σε (υποτιθέμενη) αριστερή κυβέρνηση θα συμμετείχε (τάχατες) οικολόγος υπουργός που χωρίς αιδώ θα επιχειρηματολογούσε υποστηρίζοντας ότι, όπως πληρώνουμε τέλη κυκλοφορίας για τα οχήματά μας, θα πρέπει να πληρώνουμε χαράτσι και για τα κατοικίδια ζώα συντροφιάς;
*Ποιός θα περίμενε ότι αυτοαποκαλούμενοι «προοδευτικοί» θα έστηναν κατηγορίες σε βάρος των πολιτικών τους αντιπάλων επιστρατεύοντας προστατευόμενους μάρτυρες και δεν θα έδιναν στους εγκαλούμενους ούτε καν το δικαίωμα της απολογίας και της κατ΄ αντιπαράσταση εξέτασης για να τους μείνει η ρετσινιά ότι «τα έπιασαν»;
*Πότε άλλοτε στο παρελθόν έχουν υποστεί τέτοιο διασυρμό θεσμοί όπως η Δικαιοσύνη ή το ΑΣΕΠ για να βολευτεί ο κομματικός στρατός που μεθοδικά οργανώνουν οι κυβερνώντες, την ίδια ακριβώς ώρα που με απροσμέτρητο θράσος μιλούν για δήθεν «αποκομματικοποίηση της Δημόσιας Διοίκησης»;
*Πόσο μπορεί κανείς να υποτιμάει τη νοημοσύνη των υπηκόων του επιμένοντας στο παραμύθι της «καθαρής εξόδου» από τα Μνημόνια όταν επίκειται η προσυμφωνημένη λήψη ακραίων μνημονιακών μέτρων όπως η νέα περικοπή των συντάξεων και η περαιτέρω μείωση των αφορολογήτου;
Ο κατάλογος με ερωτήματα αυτού του είδους θα μπορούσε να είναι πολύ μακρύς, αλλά ίσως δεν έχει νόημα. Διότι είναι προφανές πλέον ότι σχεδόν οι πάντες -ακόμη και πολλοί από τους ευνοημένους του καθεστώτος- έχουν συνειδητοποιήσει την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στη χώρα και έχουν αντιληφθεί το ποιόν των ανθρώπων που μας κυβερνούν.
Τους θεωρούν ικανούς για όλα και τους περιμένουν στην κάλπη που αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθούν να στήσουν. Και τότε θα πιούν το πικρό ποτήρι που με τόσα ψέματα προσπαθούν να αποφύγουν.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Τελευταίες μέρες της Πομπηίας


Αν «ο πόλεμος είναι πολύ σημαντικό πράγμα για να τον αφήσουμε στους στρατηγούς», όπως έλεγε ο Ζορζ Κλεμανσό, ο πολιτικός που οδήγησε τη Γαλλία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πόσο, αλήθεια, ασφαλής μπορεί να αισθάνεται ο καθείς σε αυτή τη χώρα με την ηγεσία που εγκατέστησε ο Αλέξης Τσίπρας στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας;
Η πρωτοφανής διακωμώδηση που γνώρισε από την πρώτη στιγμή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η τοποθέτηση του Φώτη Κουβέλη σε θέση υφισταμένου του Πάνου Καμμένου, συνιστά ίσως το πλέον παραστατικό δείγμα της γενικευμένης θεσμικής κατάπτωσης που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Και αποτελεί συνάμα το μέτρο της εκτεταμένης ανυποληψίας που χαρακτηρίζει το πολιτικό δυναμικό που διαχειρίζεται τις τύχες του τόπου.
Με ποια, άραγε, κριτήρια ένας συνταξιούχος πολιτικός, ο οποίος έκλεισε την πολιτική του δράστη αποδοκιμαζόμενος ηχηρά από τους πολίτες, επιβραβεύεται με την ανάθεση του χαρτοφυλακίου του αναπληρωτή υπουργού Άμυνας; Ποια είναι τα προσόντα που διαθέτει και τα οποία τον έκαναν κατάλληλο για αυτό το αξίωμα; Ξέρει από όπλα; Έχει εμπειρίες από το Στράτευμα; Απέκτησε κάποια διάκριση, πέραν ίσως της δικηγορικής του ιδιότητας;
Τα ερωτήματα είναι προφανώς ρητορικά διότι ακόμη και οι φανατικότεροι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν το προφανές που είναι ότι εκείνο που μέτρησε στην απόφαση του κ. Τσίπρα δεν είναι παρά η προσπάθειά του να στείλει το μήνυμα ότι όποιος προσκολλάται στην κυβέρνηση και κολακεύει την ηγεσία της μπορεί να ελπίζει σε ανταποδοτικά ωφελήματα.
Γιατί, κακά τα ψέματα, όσο και αν είναι ανεξήγητο για όσους κατά καιρούς είχαν εντελώς άλλη εικόνα για τον πρώην πρόεδρο της ΔΗΜΑΡ, το μόνο για το οποίο διακρίθηκε ο κ. Κουβέλης την τελευταία τριετία ήταν οι απροσδόκητοι έπαινοι που επεφύλασσε προς τους κυβερνώντες και η διαρκής προσπάθεια την οποία κατέβαλε ώστε να γίνει αρεστός προς αυτούς, εκφράζοντας θέσεις και απόψεις που δεν θύμιζαν σε τίποτε το δικό του παρελθόν.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η περίπτωση Κουβέλη αν έχει κάποια ουσιαστική αξία είναι επειδή καταδεικνύει τα αδιέξοδα ενώπιον των οποίων βρίσκεται η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και, αναμφισβήτητα, δεν είναι η μόνη ένδειξη ότι έχουμε να κάνουμε με ένα συνονθύλευμα που λειτουργεί όπως λειτουργούσαν οι κάτοικοι στις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας.
Η καθυστερημένη αποπομπή του ζεύγους Αντωνοπούλου – Παπαδημητρίου κατέδειξε την απόλυτη έλλειψη πολιτικών ανακλαστικών που χαρακτηρίζει πλέον τους ενοίκους του Μεγάρου Μαξίμου. Το ίδιο επίσης μαρτυρά η δυστοκία να βρεθεί ένα φρέσκο και δυναμικό πρόσωπο για να αναλάβει το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Ανάπτυξης που υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει ο ελληνοαμερικανός καθηγητής χωρίς καν να έχει καταφέρει να προσελκύσει στη χώρα ούτε… μισό επενδυτή.
Χρειάστηκε να παρέλθουν σχεδόν δύο εικοσιτετράωρα για να αποφασίσει ο κ. Τσίπρας να χρίσει διάδοχο του Δ. Παπαδημητρίου τον αντιπρόεδρο Γ. Δραγασάκη. Και είναι ειλικρινά απορίας άξιον τι περισσότερο μπορεί να προσφέρει τώρα με το επιπλέον υπουργικό χαρτοφυλάκιο που δεν μπόρεσε να προσφέρει τα τρία χρόνια της αντιπροεδρίας. Εκτός και αν τον εμπόδιζε ο Παπαδημητρίου αλλά δεν το έλεγε περιμένοντας να αποκαλυφθεί η… απληστία της συζύγου του που την οδήγησε να εισπράττει επίδομα ενοικίου.
Το μόνο βέβαιο συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι ο κ. Τσίπρας δεν είναι πλέον σε θέση ούτε ανασχηματισμό της κυβέρνησης του να κάνει, αφού δεν μπόρεσε να μετακινήσει κανένα από τα στελέχη του υπουργικού του συμβουλίου, με εξαίρεση τον παραιτηθέντα Γ. Μουζάλα. Διατήρησε στις καρέκλες τους ακόμη και πρόσωπα τα οποία κατά γενική ομολογία δεν έχουν προσφέρει απολύτως τίποτε, τοποθετώντας έναν επιπλέον υφυπουργό στο υπουργείο Πολιτισμού, επειδή δεν μπορούσε να διώξει την υπουργό Λυδία Κονιόρδου.
Συνήθως, όμως, έτσι συμβαίνει με τις κυβερνήσεις που βρίσκονται σε φάση αποδρομής. Συμπεριφέρονται όπως οι κάτοικοι της Πομπηίας οι οποίοι, παρά τα προμηνύματα του Βεζούβιου, συνέχιζαν τη ράθυμη και εύθυμη ζωή τους μέχρι που θάφτηκε κάτω από τη λάβα του ηφαιστείου.