Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Ο Ματαρέλα ίσως τους γλιτώσει από τα πανάκριβα δίδακτρα



            Η Ιταλία υπήρξε ανέκαθεν μια πολιτικά παράδοξη χώρα. Οι συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων είναι το κύριο χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής ιστορίας της χώρας. Όπως και το γεγονός ότι οι πολίτες της ψήφιζαν  και έστελναν στα κοινοβουλευτικά έδρανα ιδιόρρυθμες προσωπικότητες. Σαν την ουγγρικής καταγωγής πορνοστάρ Ιλόνα Στάλερ, γνωστότερη ως Τσιτσιολίνα, η οποία εξελέγη βουλευτής το 1987 με το «Ριζοσπαστικό Κόμμα» του αντισυμβατικού πολιτικού Μάρκο Πανέλα.
            Στις προηγούμενες ευρωεκλογές, τον Μάιο του 2014, στη γείτονα κατέβηκε ψηφοδέλτιο με την ονομασία «Η Άλλη Ευρώπη με τον Τσίπρα». Ναι, καλά διαβάσατε, πήρε μέρος στις κάλπες σχηματισμός που είχε στον τίτλο του το όνομα του Έλληνα νυν πρωθυπουργού και, τότε, αρχηγού, του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος διεκδικούσε το αξίωμα του προέδρου της Κομισιόν απέναντι στον δεξιό Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, τον σοσιαλδημοκράτη Μάρτιν Σουλτς και την πράσινη Σκα Κέλερ.
Το «ψηφοδέλτιο Τσίπρα» πήρε σε όλη την ιταλική επικράτεια 4,03% ή 1,1 εκατομμύρια ψήφους και εξέλεξε 3 ευρωβουλευτές, καταγράφοντας 8,91% στη Φλωρεντία, 8,89% στην Μπολόνια, 6,16% στη Ρώμη, 6,57% στο Τορίνο, 6,48% στο Μιλάνο, 6,05% στο Μπάρι, 5,83% στη Βενετία, 5,67% στη Νάπολη και 5,34% στο Παλέρμο.
Στην προ τετραετίας αυτή εκλογική αναμέτρηση νικητής είχε αναδειχθεί το Δημοκρατικό Κόμμα του Ματέο Ρέντσι που με ποσοστό 40,81% είχε καταγράψει δεκαπλάσια δύναμη από τη «λίστα Τσίπρα». Το λαϊκίστικο «Κίνημα των Πέντε Αστέρων» του κωμικού Μπέπε Γκρίλο που ήταν η ανερχόμενη δύναμη είχε φθάσει στο 21,15%, ενώ η ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά είχε περιοριστεί στο 6,15%.
Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές που έγιναν τον περασμένο Μάρτιο ήρθαν τα πάνω κάτω. Η Κεντροαριστερά του Ρέντσι κατέρρευσε, αφήνοντάς μας με την απορία για το που να κατέληξαν οι πάνω από ένα εκατομμύριοιταλοί… «τσιπριστές» του 2014, αφού η χώρα στράφηκε προς τα δεξιά. Νικητές από την κάλπη αναδείχθηκαν οι λαϊκιστές του Γκρίλο που έφθασαν στο 32,61% και η Λέγκα που εκτινάχθηκε στο 18,71%.
Με μόνη κοινή συνισταμένη την αντιευρωπαϊκή ατζέντα τους, οι «πεντάστεροι» λαϊκιστές και οι πάλαι ποτέ αποσχιστές του ιταλικού Βορρά αποφάσισαν να συνασπιστούν συγκροτώντας κυβέρνηση με υπουργό Οικονομικών έναν υπέργηρο εξωκοινοβουλευτικό αρνητή του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Η φαεινή τους, όμως, αυτή ιδέα προσέκρουσε στο βέτο του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα, ενός, κατά τα φαινόμενα, νουνεχή πολιτικού.
Η πρωτοβουλία του Ματαρέλαπροκάλεσε διαμαρτυρίες, αλλά ο ίδιος δεν κάμφθηκε. «Έχω την υποχρέωση, βάσει του Συντάγματος, να προστατέψω τις αποταμιεύσεις των Ιταλών», είπε σε δραματικό διάγγελμα που εκφώνησε. «Με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνεται η ιταλική κυριαρχία, ενώ στέλνουμε πίσω απαράδεκτες κρίσεις για τη χώρα μας που διαβάσαμε στον Τύπο άλλης ευρωπαϊκής χώρας», συμπλήρωσε.
«Έκανα ό,τι μπορούσα για να σχηματισθεί πολιτική κυβέρνηση, αλλά υπερασπίζομαι το Σύνταγμα», τόνισε απευθυνόμενος στους συμπατριώτες του. «Η συμμετοχή στο ευρώ είναι βασική για τη χώρα μας και την προοπτική των νέων μας. Αν κάποιος θέλει να το συζητήσει, χρειάζεται σαφής εμβάθυνση», συνέχισε υπερασπιζόμενος το βέτο του το οποίο, όπως διευκρίνισε, αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τον διορισμό στο υπουργείο Οικονομικών ενός εξωκοινοβουλευτικού οικονομολόγου.
Η συμπεριφορά του ιταλού Προέδρου σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως τόσο στην ίδια τη χώρα του, όσο και διεθνώς. Οι επικριτές του κ. Ματαρέλα επιστράτευσαν όλα τα συνωμοσιολογικά σενάρια για τη «δικτατορία των αγορών και του… Σόρος» ή την «τυραννία των Βρυξελλών και του Βερολίνου» τα οποία εμείς εδώ στη χώρα μας τα έχουμε ακούσει τόσες και τόσες φορές. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν αστείο να ακούς όσους κατάπιαν το δημοψηφισματικό «όχι» που έγινε «ναι» να θέτουν ζήτημα «πολιτικής νομιμοποίησης» του προεδρικού βέτο και να ζητούν σεβασμό στη λαϊκή ετυμηγορία.   
Οι υπερασπιστές του, από την άλλη, αντέτειναν την «ελληνική περιπέτεια» του 2015 και το βαρύτατο τίμημα που πληρώσαμε –και ακόμη πληρώνουμε- εξαιτίας της απίθανης, δήθεν, διαπραγμάτευσης που, τάχατες, διεξήγαγε ο αλήστου μνήμης Γιάνης Βαρουφάκης, περιδιαβαίνοντας τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με τα παρδαλά πουκάμισα έξω από το παντελόνι.
Είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός-και παραδεκτό ακόμη και από τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος τον αποκαλούσε «asset» της κυβέρνησης του, πριν αντιληφθεί ότι είχε να κάνει με «ανόητο»- ότι αν κάποιος είχε βάλει φρένο στον Βαρουφάκη πριν οδηγηθούμε στο ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, ίσως να είχαμε γλιτώσει τα capital controls και να μη χρειαζόταν να καταβάλουμε τόσο ακριβά δίδακτρα για να μάθουμε ότι η παραμονή στο ευρώ είναι όρος επιβίωσης για τη χώρα και τον λαό.
Ο Σέρτζιο Ματαρέλα έδειξε να συνειδητοποιεί ότι το δικό μας πάθημα μπορεί να γίνει σε κάποιους μάθημα. Μένει τώρα να πειστούν και οι συμπατριώτες του ότι η πρόθεσή του είναι να τους γλιτώσει από το να πληρώσουν και εκείνοι πανάκριβα δίδακτρα όπως αυτά που καταβάλαμε εμείς. Αν το αντιληφθούν -οι ιταλοί πολιτικοί κατ΄ αρχήν και εν συνεχεία οι πολίτες- έχει καλώς. Αν όχι, τότε «με τις υγείες τους», όπως θα έλεγε και ο μεταμεληθείς –μετά την καταβολή των διδάκτρων- Αλέξης Τσίπρας.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Κολλημένοι στην εποχή του τρίκυκλου


 Οι συμπτώσεις μερικές φορές είναι σατανικές. Την ίδια ώρα που ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ισχυριζόταν από το βήμα της Βουλής ότι «σήμερα ξημερώνει μια νέα δυνατότητα για τον τόπο, μια νέα αυγή», έβλεπε το φως της δημοσιότητας το Ευρωβαρόμετρο, η πανευρωπαϊκά εγκυρότερη μέτρηση των διαθέσεων της κοινής γνώμης στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην πανευρωπαϊκή αυτή δημοσκόπηση αποτυπώνεται η σχεδόν καθολική απογοήτευση των Ελλήνων πολιτών για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα, από την οικονομία μέχρι τη λειτουργία της δημοκρατίας. Ενδεικτικό είναι ότι μόλις το 9% των πολιτών θεωρεί πως η Ελλάδα οδεύει στη σωστή κατεύθυνση, ποσοστό που είναι το χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ μόλις το 2% των Ελλήνων πιστεύει πως η κατάσταση στην οικονομία είναι καλή, σε αντίθεση με το 91% σε Γερμανία και Ολλανδία.
Σε πείσμα όλων αυτών, ο κ. Τσίπρας κατέφευγε σε «ενέσεις ηθικού» προς τον εαυτό του και τους –μάλλον- ελάχιστους συμπολίτες μας που φαίνεται να συμμερίζονται τις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις του. «Όσο θα απομακρυνόμαστε από τον στενό κορσέ των προγραμμάτων προσαρμογής, τόσο πιο σαφείς θα γίνονται οι διαφορές μεταξύ της δικής σας και της δική μας πολιτικής», έλεγε απευθυνόμενος προς τα έδρανα της αντιπολίτευσης.
«Και αυτό είναι σε τελική ανάλυση που φοβάστε πάνω απ’ όλα», συνέχιζε. «Γι’ αυτό και αποσυντονίζεστε, ανατριχιάζετε, θα έλεγα, με την προοπτική εξόδου από τα μνημόνιο. Γι’ αυτό και φοβάστε τον Σεπτέμβρη του 2018 (sic!). Γι’ αυτό διαρκώς υπονομεύετε, γιατί καταλαβαίνετε πια ότι η παρένθεση όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά μένει ανοιχτή και θα παραμείνει ανοιχτή και την επόμενη τετραετία για χάρη του ελληνικού λαού».
Και δεν σταμάτησε εκεί. «Κάθε μέρα που περνάει θα καταγράφουμε και μια νέα νίκη, νίκη υπέρ των δυνάμεων της κοινωνίας, των εργαζόμενων, των ανέργων, εκείνων δηλαδή που έδωσαν την εντολή σε εμάς και βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση έντιμα και καθαρά. Και κάθε μέρα που περνάει θα έρχεται πιο κοντά σε εσάς ο πολιτικός σας εφιάλτης. Πετυχαίνουμε εκεί που εσείς αποτύχατε και στις τρεις απόπειρες και στις τρεις κυβερνήσεις. Ανοίγουμε έναν δρόμο προοπτικής για τη χώρα. Ό,τι και να κάνετε δεν θα καταφέρετε ούτε να γυρίσετε τη χώρα πίσω ούτε να γυρίσετε εσείς πίσω. Η Ελλάδα δεν θα γυρίσει πίσω. Φεύγει μπροστά, προχωράει μπροστά, φεύγει από τα μνημόνια, μπαίνει σε μια νέα εποχή».
Αυτά είπε στην πρωτολογία του. Στη δευτερολογία του, όμως, φαίνεται ότι άλλαξε ρότα ή ενδεχομένως και λογογράφο. Διότι, αντί να συνεχίσει να μιλάει για το μέλλον, εκείνος επέστρεψε στο παρελθόν, επικαλούμενος γεγονότα και καταστάσεις που συνέβησαν αρκετά χρόνια προτού να γεννηθεί ο ίδιος. «Εγώ θέλω σήμερα με απόλυτη σαφήνεια να τοποθετηθώ και απέναντι στην ιστορία και απέναντι στην ευθύνη που έχουμε απέναντι στην ιστορία αυτού του τόπου, γιατί εκπροσωπώ μια παράταξη, η οποία έχει τραβήξει πολλά. Και ξέρετε, ο λαός μας έχει και μνήμη και συνείδηση», είπε γυρνώντας πολύ πίσω το ρολόι της Ιστορίας.
«Η Αριστερά σ’ αυτόν τον τόπο», συνέχισε, «ήταν πάντοτε στη θέση του διωκόμενου, όχι του διώκτη. Τη βία και του κράτους και του παρακράτους την έχει υποστεί για χρόνια στα ξερονήσια, στις φυλακές, αλλά και στους δρόμους. Από τον Λαμπράκη και τον Τσαρουχά μέχρι τον Κουμή και την Κανελλοπούλου και από τον Νίκο Τεμπονέρα μέχρι τον Παύλο Φύσσα».
Απευθυνόμενος δε στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος ήταν επίσης αγέννητος όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα με τα οποία ο κ. Τσίπρας παραλλήλισε την επίθεση που δέχθηκε ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης, συμπλήρωσε: «Μην ανοίγετε, λοιπόν, αυτή τη συζήτηση, με αυτόν τον επιθετικό τρόπο, απέναντι σε εμάς που εκπροσωπούμε σ’ αυτά εδώ τα έδρανα μια παράταξη με πολύ μεγάλη ιστορία. Και πρέπει να μάθετε να ξεχωρίζετε τις λέξεις της πολιτικής ρητορικής, που πολλές φορές μπορεί να παίρνει και τον χαρακτήρα πολεμικής ρητορικής ακόμη, από το μαρσάρισμα του τρικύκλου, κ. Μητσοτάκη. Διότι αυτά που συνέβησαν προχθές στη Θεσσαλονίκη θυμίζουν άλλες εποχές, εποχές Γκοτζαμάνηδων, που η δημοκρατία δεν θα επιτρέψει να επιστρέψουν ποτέ».
Επιστρέφοντας εμείς, όμως, στο Ευρωβαρόμετρο βρίσκουμε ότι οι Έλληνες πολίτες καταλαμβάνουν την τελευταία θέση ανάμεσα στα 27 κράτη – μέλη στο ερώτημα της λειτουργίας της δημοκρατίας στη χώρα, καθώς μόνο το 28% εμφανίζεται ευχαριστημένο από τη λειτουργία των θεσμών στην Ελλάδα. Το υπόλοιπο ποσοστό των δυσαρεστημένων Ελλήνων από τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι οφείλεται στο… τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη, το οποίο είναι αμφίβολο αν λέει κάτι στον μέσο Έλληνα πολίτη της εποχής μας.
Οι Έλληνες πολίτες θέτουν ως προτεραιότητα την οικονομία και την ανάπτυξη σε ποσοστό 81%, την καταπολέμηση της ανεργίας στους νέους σε ποσοστό 76% και το μεταναστευτικό ζήτημα σε ποσοστό 59%. Αλλά οι κυβερνώντες τη χώρα, οι οποίοι, κακά τα ψέματα, προέρχονται από μια μέχρι πρότινος μειοψηφική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, παραμένουν «κολλημένοι» στην εμφυλιακή και μετεμφυλιακή Ελλάδα. Γι΄ αυτό και στην εποχή των drones εκείνοι εξακολουθούν να βλέπουν τρίκυκλα που μαρσάρουν…

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Από πού πάνε για την κανονικότητα;



Όποια ερμηνεία και αν έχει καθένας  για τους λόγους παραίτησης του προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας Νικόλαου Σακελλαρίου, το έντονο αυτό διάβημα του συγκεκριμένου ανώτατου δικαστή μαρτυρά με τον πλέον παραστατικό τρόπο τη βαθιά και πολύπλευρη θεσμική κρίση που διέρχεται η χώρα την τελευταία δεκαετία.
Είναι μια κρίση η οποία υπερβαίνει τα δυσχερή οικονομικά δεδομένα που φτωχοποίησαν τον ελληνικό λαό και διέλυσαν τη μεσαία τάξη. Όλα δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με μια κρίση που επεκτείνεται παντού. Kαι δίχως υπερβολή μπορεί να υποστηρίξει κανείς δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστο κανέναν απολύτως τομέα της δημόσιας ζωής: από την Παιδεία και την Υγεία έως τον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης ή και του Κοινοβουλίου από την κατάσταση στη δημόσια διοίκηση και την αυτοδιοίκηση έως τον αθλητισμό και την καθημερινότητα των πολιτών, αδυνατεί να βρει κανείς σημάδια που να δείχνουν ότι η χώρα έχει χαράξει πορεία επιστροφής στην περιβόητη κανονικότητα.
Σε πείσμα όσων βλέπουν τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κανονικό κόμμα και του αρχηγού του Αλέξη Τσίπρα σε σοσιαλδημοκράτη πολιτικό ηγέτη, η πραγματικότητα διαψεύδει καθημερινά όλες αυτές τις προφητείες. Και, αντιθέτως, αναδεικνύει τον καμβά μιας μισαλλόδοξης και φανατισμένης εξουσίας που πολιτεύεται με το δόγμα «πας μη ων μεθ’ ημών, καθ’ ημών». Όποιος ενστερνίζεται την κυβερνητική ατζέντα αποθεώνεται, ενώ όποιος την αμφισβητεί κατακρεουργείται. Η τωρινή συμπεριφορά, για παράδειγμα, απέναντι στον Σταύρο Θεοδωράκη σε σύγκριση με την παλαιότερη, είναι απλώς η χαρακτηριστικότερη επιτομή του φαινομένου.  
Οι πάντες και τα πάντα υποτάσσονται στον υπέρτατο σκοπό που είναι η διατήρηση της εξουσίας. Τίποτε δεν γίνεται χωρίς αυτόν τον υπολογισμό. Τα σκάνδαλα, για παράδειγμα, αντιμετωπίζονται ως τέτοια μόνον όταν αφορούν πολιτικούς αντιπάλους ή όταν μπορούν να αξιοποιηθούν για να ενοχοποιηθούν πολιτικοί αντίπαλοι. Αν σε μια οποιαδήποτε υπόθεση με οσμή σκανδάλου δεν εμπλέκεται κάποιος που συνδέεται με άλλες πολιτικές παρατάξεις δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον για τη διαλεύκανση. Ενώ αν εμπλέκονται πρόσωπα σχετιζόμενα με τους κυβερνώντες κινούνται πάραυτα μηχανισμοί συγκάλυψης. Ας συγκρίνει κάποιος τον θόρυβο με το ΚΕΕΛΠΝΟ και τη Novartis με την πρόσφατη αντιμετώπιση των πρωταγωνιστών στην κλοπή των αντικαρκινικών φαρμάκων ή στην υπόθεση με την αφαίρεση του σήματος της Unicef.
Ο αριθμός των φωτογραφικών διατάξεων που πέρασαν την τελευταία τριετία από τη Βουλή για να βολευτούν ημέτεροι, που πολλές φορές εκπροσωπούσαν μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, είναι τόσο μεγάλος που πιθανόν να μη συγκρίνεται με τα αντίστοιχα φαινόμενα που κατεγράφησαν τις προηγούμενες δεκαετίες που στα ηνία της χώρας εναλλάσσονταν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Δεν υπάρχει παθογένεια του παρελθόντος που να έχει καταπολεμηθεί ή ρουσφέτι το οποίο να μην γίνεται σε τακτικότερη και πιο οργανωμένη βάση.
Η διαπλοκή κατακτά πεδία που το λεγόμενο «παλαιό πολιτικό σύστημα» ούτε στη φαντασία του δεν μπορούσε να κατακτήσει. Επιχειρηματίες παραδέχονται δημοσίως ότι πήγαν από την πίσω πόρτα στο πρωθυπουργικό γραφείο και οι κατά τα άλλα εύθικτοι των υπογείων του Μεγάρου Μαξίμου, που βγάζουν nonpaper για ψύλλου πήδημα, καταπίνουν τη γλώσσα τους ή σφυρίζουν αδιάφορα. 
Η προκλητική απόλαυση των προνομίων της εξουσίας, η  επικοινωνιακή διαχείριση όλων των ζητημάτων, η αδιάκοπη καταφυγή σε μορφές πολιτικής εξαπάτησης δεν έχουν το προηγούμενό τους. Διαψεύδουν ότι προετοιμάζονται για εκλογές, αλλά δεν περνάει μέρα που να μην συμπεριφέρονται σαν να βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Με τόσα θέματα ανοιχτά, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας,ο οποίος θεωρεί σπατάλη του πολύτιμου χρόνου του την παρουσία στη Βουλή, βρίσκει χρόνο να παριστάνει τον ηθοποιό και να γυρίζει βιντεάκια στο Μέγαρο Μαξίμου με laptop και κόκκινα χαλιά.
Όση προπαγάνδα και αν επιστρατεύσουν ο Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτώ οι προσπάθειες τις οποίες καταβάλουν για να πείσουν τους Έλληνες ότι επέρχεται η κανονικότητα θα αποδεικνύονται μάταιες. Θα μπορούσε να απαριθμήσει κανείς δεκάδες παραδείγματα για να επιχειρηματολογήσει σχετικά. Αρκεί, ωστόσο, ένα: μια χώρα που ο υπουργός Παιδείας φαντασιώνεται το «ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα» που θα δώσει λύσεις στην πολύπαθη τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά στα Πανεπιστήμια της δεν μπορούν να γίνουν απρόσκοπα ούτε φοιτητικές εκλογές, πολύ δύσκολα θα βρει τον δρόμο που οδηγεί στην κανονικότητα.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Οι καμπούρες της καμήλας



            Αυτή τη φορά ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας πήγε με δική του πρωτοβουλία και μίλησε στη Βουλή χωρίς να αναρωτηθεί αν άξιζε τον κόπο να σπαταλήσει μέρος του πολύτιμου χρόνου του, όπως είχε κάνει σε προηγούμενες φάσεις που η παρουσία του ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλίας της αντιπολίτευσης. Το νομοσχέδιο για την αναδοχή και την υιοθεσία που ήταν στην ημερήσια διάταξη του Κοινοβουλίου είχε κάνει άνω κάτω τα περισσότερα κόμματα, αφού αντιπολιτευόμενοι βουλευτές το στήριζαν και συμπολιτευόμενοι το καταψήφιζαν.
            Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς από έναν υπεύθυνο πολιτικό ηγέτη, ο οποίος θέλει μάλιστα να παραστήσει τον ευρωπαίο σοσιαλδημοκράτη, να αρθεί υπεράνω των αντιθέσεων και να εκφράσει την ικανοποίησή του που σε ένα τόσο ευαίσθητο για τα ανθρώπινα δικαιώματα ζήτημα το ελληνικό Κοινοβούλιο υπέταξε τον κομματισμό και τις άκαμπτες «γραμμές» επιτρέποντας στους βουλευτές να ψηφίσουν κατά συνείδηση. 
            Ανεξάρτητα αν συμφωνεί κάποιος ή όχι με την επίμαχη ρύθμιση που θεσπίζει δικαίωμα αναδοχής τέκνου από ομόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, η ευρύτερη πλειοψηφία των 161 βουλευτών που στήριξαν, εν τέλει, αυτό το νεωτεριστικό μέτρο θα έπρεπε να χαροποιεί την κυβέρνηση που το προώθησε. Και ο επικεφαλής της θα έπρεπε να χαιρετίζει τη συναίνεση που επετεύχθη και θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό για τη διακομματική συνεννόηση που είναι τόσο απαραίτητη στην μετά πολλών εμποδίων πορεία της χώρας προς την κανονικότητα.
            Ο κ. Τσίπρας, όμως, κινήθηκε στον αντίποδα. Δεν πήγε στη Βουλή για να «κεφαλαιοποιήσει» τη συναίνεση που είχε παρατηρηθεί στη μεγάλη πλειονότητα των άρθρων του συζητούμενου νομοσχεδίου. Πήγε για να ενισχύσει τη διχαστική ατμόσφαιρα που είχε επικρατήσει τις προηγούμενες ημέρες. Και, αντί να επικροτήσει το γεγονός ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έθεταν θέμα κομματικής πειθαρχίας, διευκολύνοντας τη συμπολίτευση που κινδύνευε η συνοχή της από τις διαρροές βουλευτών τόσο των ΑΝΕΛ όσο και -για πρώτη φορά- του ΣΥΡΙΖΑ, επέλεξε να εξαπολύσει επίθεση κατά του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας.
            «Στην πραγματικότητα, είναι βαθιά συντηρητικός και πολλές φορές φλερτάρει με αναχρονιστικές ιδέες, αλλά φλερτάρει επικίνδυνα και με τον ακροδεξιό λαϊκισμό σε κάθε ουσιαστικό βήμα που κάνει αυτή η κυβέρνηση σε ζητήματα που αφορούν τα ατομικά δικαιώματα», υποστήριξε αναφερόμενος στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος -καλώς ή κακώς- είχε αποφασίσει να μη ζητήσει τον λόγο για να τοποθετηθεί επί του νομοσχεδίου που το κόμμα του υπερψήφιζε με εξαίρεση το άρθρο για την αναδοχή από ομόφυλους.
            Το παράδοξο είναι ότι ο κ. Τσίπρας πριν πει όλα αυτά για τον κ. Μητσοτάκη είχε υποστηρίξει ότι «δεν χωράνε σε τέτοιου είδους ζητήματα μικροκομματικές σκοπιμότητες». Ενώ, την ίδια ώρα, δεν βρήκε ούτε μια λέξη ψόγου για τους βουλευτές της συγκυβέρνησης που είχαν καταφύγει σε ακραίες ομοφοβικές τοποθετήσεις ή είχαν διαμηνύσει είτε ότι θα απείχαν από την ψηφοφορία είτε ότι θα καταψήφιζαν. Και οι οποίοι αθροιστικά ήταν περισσότεροι από τους αντιπολιτευόμενους που δεν συντάσσονταν με τα δικά τους κόμματα.
            «Η καμήλα βλέπει τις καμπούρες των άλλων και όχι την δική της», λέει μια ελληνική παροιμία που ταιριάζει γάντι με τη στάση του πρωθυπουργού. Φαίνεται, όμως, ότι δεν την ήξερε. Και ευτυχώς, δηλαδή. Γιατί την προηγούμενη φορά που χρησιμοποίησε παροιμία με καμήλα μπέρδεψε την «ουρά» του ζώου με την… ουρά της αναμονής εκτιθέμενος μπροστά σε διεθνές κοινό. Και με το γνωστό επίπεδο των αγγλικών του δεν θα ήταν απίθανο να μπερδέψει την… δούκισσα της Κορνουάλης Καμίλα που υποδεχόμαστε την ίδια ώρα στη χώρα μας.
            Πέρα, πάντως, από την αστεία διάσταση της υπόθεσης, το μόνο βέβαιο συμπέρασμα που εξάγεται από το επιθετικό πνεύμα του κ. Τσίπρα κατά της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ότι, με ευθύνη της κυβέρνησης, η πολιτική ζωή του τόπου δυσκολεύεται να επανέλθει σε συνθήκες ομαλότητας και διακομματικής συνεννόησης.
Αν σε τόσο απλά ζητήματα, όπως είναι η υιοθεσία και η αναδοχή παιδιών που όλοι είναι επί της αρχής σύμφωνοι, στήνεται σκηνικό πόλωσης, προκειμένου να κερδηθούν επικοινωνιακοί πόντοι και να διεκδικηθούν εύσημα «προοδευτικότητας», αναρωτιέται κανείς πως μπορεί να επιτευχθούν συναινετικές συνθήκες για να προωθηθούν μείζονες αλλαγές όπως, επί παραδείγματι, η συνταγματική Αναθεώρηση.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Αντέχονται άλλοι 18 μήνες εμφυλιοπολεμικής τοξικότητας;

Έπραξε άριστα η επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής Φώφη Γεννηματά που ενστερνίστηκε με τόσο ξεκάθαρο τρόπο το αίτημα για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες με το κείμενο το οποίο κατέθεσε στη Βουλή για να απαιτήσει να ανοίξει η συζήτηση για το περιβόητο «ολιστικό» πρόγραμμα με το οποίο οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ετοιμάζονται να δεσμεύσουν τη χώρα για τα επόμενα χρόνια.
Μόνον όποιος εθελοτυφλεί, ή βάζει την καρέκλα του πάνω από το συμφέρον της χώρας, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη βασιμότητα της επιχειρηματολογίας της κυρίας Γεννηματά σύμφωνα με την οποία «τώρα είναι η ώρα να αποφασίσει ο ελληνικός λαός τους όρους και τις εγγυήσεις για τη βιώσιμη έξοδο από την κρίση και να επιλέξει σε ποιους θα εμπιστευθεί να οδηγήσουν αυτή την πορεία».
Είτε οδηγούμαστε στην «καθαρή έξοδο», όπως διατείνονται οι κυβερνώντες, κόντρα σε όλα τα δεδομένα και τα ήδη ψηφισμένα από τους ίδιους περιοριστικά μέτρα που θα εφαρμοστούν τα επόμενα χρόνια, είτε ισχύουν οι ισχυρισμοί των στελεχών της αντιπολίτευσης που επιμένουν ότι ο στενός μνημονιακός κορσές δεν πρόκειται να χαλαρώσει, με το τέλος του ισχύοντος προγράμματος δεν πρέπει να επαναληφθεί το λάθος που έγινε την άνοιξη του 2010 όταν η τότε κυβέρνηση πήρε το βάρος της υπογραφής του πρώτου Μνημονίου χωρίς να διαθέτει την πολιτική νομιμοποίηση που απαιτούσε μια τόσο σοβαρή απόφαση.
Κακά τα ψέματα, μόνον μια κυβέρνηση με νωπή λαϊκή εντολή νομιμοποιείται να δεσμεύσει τη χώρα για τις πολιτικές που θα εφαρμοστούν τα προσεχή χρόνια για να καταφέρει η ελληνική οικονομία να επιστρέψει σε βιώσιμους ρυθμούς μεγέθυνσης που θα συνοδεύονται από αύξηση της απασχόλησης αλλά και των εισοδημάτων των Ελλήνων που καταβυθίστηκαν την τελευταία οκταετία.
Πέραν τούτου, ωστόσο, υπάρχει και ένας ακόμη εξίσου σοβαρός λόγος για να πάμε το συντομότερο δυνατόν σε πρόωρες εκλογές: είναι η εκτράχυνση της πολιτικής ζωής που για πρώτη ίσως φορά συμβαίνει με ευθύνη του ίδιου του πρωθυπουργού, όπως ομολόγησε ο εκπρόσωπος της κυβέρνησής του Δημήτρης Τζανακόπουλος δηλώνοντας ότι την ευθύνη τόσο για τις ανακοινώσεις που εκδίδονται όσο και για τα διαβόητα non paper που διακινούνται από το Μαξίμου την έχει κατ΄ αποκλειστικότητα ο Αλέξης Τσίπρας.
Αν και δεν είπε κάτι αφύσικο ο κ. Τζανακόπουλος, η παραδοχή του έχει ξεχωριστή αξία διότι είναι σύνηθες το φαινόμενο αξιωματούχοι της συγκεκριμένης κυβέρνησης να αρνούνται την ευθύνη για πράξεις, παραλείψεις και δηλώσεις, φθάνοντας μέχρι του σημείου να… ενοχοποιούν τα ανήλικα παιδιά τους για αθλιότητες στις οποίες πρωταγωνίστησαν οι ίδιοι.
Η εχθροπάθεια που διακρίνει τις κυβερνητικές ανακοινώσεις και το μίσος από το οποίο ξεχειλίζουν τα non paper που εκδίδονται για να στοχοποιηθούν όσοι δεν δίνουν γη και ύδωρ στην εξουσία του κ. Τσίπρα δεν έχουν προηγούμενο στην πρόσφατη, τουλάχιστον, ιστορία του τόπου. Και το πλέον παράδοξο είναι ότι με τους περισσότερους από όσους βάλλονται και κατονομάζονται ως εκπρόσωποι της διαπλοκής νωρίτερα οι ίδιοι κυβερνώντες είχαν επιχειρήσει να συνδιαλλαγούν!
Ποτέ στο παρελθόν δεν έχουν μπει τόσοι πολλοί επιχειρηματίες από την πίσω πόρτα του πρωθυπουργικού γραφείου. Ούτε βεβαίως έχουν υπάρξει τόσες απροκάλυπτες ύβρεις, απειλές και εκβιασμοί εναντίον των μέσων ενημέρωσης που ασκούν κριτική στην κυβέρνηση. Όπως επίσης δεν υπάρχει προηγούμενο να εκδίδονται σε περιόδους πολιτικής ομαλότητας τόσες αμετροεπείς κυβερνητικές ανακοινώσεις για να καταγγελθούν τα μέσα ενημέρωσης ότι δεν αξιολογούν την επικαιρότητα με τον τρόπο που θέλει να υπαγορεύσει ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του.
Όλος αυτός ο πρωτοφανής παροξυσμός, που κάθε μέρα που περνά γίνεται εντονότερος, καθώς πέφτουν στο κενό όλες οι προσπάθειες για να ανακάμψουν οι δημοσκοπικές επιδόσεις των κυβερνητικών κομμάτων, καθιστά επιτακτική την ανάγκη να ενώσουν τις φωνές τους οι δυνάμεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης και να απαιτήσουν από κοινού την άμεση προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία.
Το υψηλής τοξικότητας δηλητήριο που χύνεται καθημερινά στη δημόσια ζωή από τον ίδιο τον κ. Τσίπρα και τους συνεργάτες του, κάθε άλλο παρά συμβάλει στην επιστροφή της χώρας στην περιλάλητη κανονικότητα. Γι΄ αυτό και αναρωτιέται κανείς αν μπορεί να παραταθεί αυτή η νοσηρή ατμόσφαιρα μέχρι το φθινόπωρο του 2019 που ολοκληρώνεται η θητεία αυτής της Βουλής. Με τη φόρα, εξάλλου, που έχουν πάρει οι κυβερνώντες είναι ζήτημα αν θα αποφευχθεί ο επιδιωκόμενος εμφύλιος σπαραγμός στους 18 μήνες που τυπικά απομένουν μέχρι τη συνταγματική προθεσμία για τη διενέργεια των επόμενων βουλευτών εκλογών.