Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Μωραίνει Κύριος ους βούλεται απωλέσαι


Πριν από λίγες μέρες, με αφορμή την επίθεση που δέχθηκε ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης, οι επικοινωνιολόγοι του Μαξίμου επέλεξαν να αντιπαρατεθούν με την αξιωματική αντιπολίτευση παραπέμποντας στα γεγονότα του 1963 και στο τρίκυκλο της δολοφονίας Λαμπράκη.
Οι κλυδωνισμοί που προκάλεσε στην κοινοβουλευτική ομάδα των συγκυβερνώντων ΑΝΕΛ η υπογραφή της συμφωνίας με τη γειτονική ΠΓΔΜ έδωσε το έναυσμα στους κυβερνητικούς προπαγανδιστές να γυρίσουν και πάλι το ρολόι του χρόνου πίσω στη δεκαετία του ’60, παραλληλίζοντας το «όπου φύγει φύγει» των συνεργατών του Πάνου Καμμενου με την…  «Αποστασία» του 1965.
Και στη μια και στην άλλη περίπτωση οι αναλογίες που επιχειρήθηκαν ήταν παντελώς ανιστόρητες, αφού ούτε η επίθεση στον Μπουτάρη προσομοιάζει με τη δολοφονία Λαμπράκη, ούτε το φυλλορρόημα των βουλευτών των ΑΝΕΛ μπορεί να θεωρηθεί εφάμιλλο γεγονός με την ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου και τον σχηματισμό άλλης κυβέρνησης από την ίδια Βουλή.
Παρά ταύτα οι κυβερνώντες επιμένουν στους ισχυρισμούς τους που είναι βέβαιο ότι προκαλούν καγχασμό ακόμη και στους ελάχιστους εναπομείναντες φανατικούς οπαδούς τους.
Για την τακτική τους αυτή υπάρχουν δύο ερμηνείες: Η μία θέλει να είναι προϊόν απόγνωσης καθώς η καταφυγή στο παρελθόν είναι μια βολική λύση για όσους δεν διαθέτουν στη φαρέτρα τους πειστικά επιχειρήματα για να αντιπαρατεθούν για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας,.
Η δεύτερη ερμηνεία που δίδεται στην εμμονή των κυβερνητικών στην τακτική της παρελθοντολογίας σχετίζεται με τα γνώριμα στοιχεία των ψευδαισθήσεων και της αυταπάτης που χαρακτηρίζει τις αναλύσεις, τις θέσεις και τις απόψεις των ανθρώπων που με τόση ευκολία βρέθηκαν πριν από τριάμισι χρόνια στην εξουσία.
Αφού επιβραβεύτηκαν όταν έλεγαν στους πολίτες ότι «οι δανειστές θα μας παρακαλούν να μας δανείσουν», γιατί να μην υποστηρίξουν τώρα ότι συντόνισαν τις δυνάμεις τους ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ για να ανατρέψουν τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και να κάνουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη πρωθυπουργό;
Όταν η πλειονότητα των Ελλήνων επικρότησε τον ισχυρισμό του Αλέξη Τσίπρα ότι «εμείς θα χτυπάμε τα νταούλια και οι αγορές θα χορεύουν», γιατί να μην πιστέψουν κάποιοι τον Πάνο Καμμένο που καταγγέλλει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «κινδυνεύει το Πολίτευμα» από την επίσκεψη στο γραφείο ενός βουλευτή του δύο – τριών κουκουλοφόρων από τις τάξεις των φιλοκυβερνητικών «αντεξουσιαστών»;
Κακά τα ψέματα, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ήρθαν στην εξουσία υποτιμώντας βάναυσα τη νοημοσύνη των ανθρώπων που τους ψήφισαν. Και αυτό, όπως φαίνεται, είναι το μόνο που ξέρουν. Και το μόνο που μπορούν να κάνουν. Πανηγυρίζουν για πράγματα, όπως η διευθέτηση του χρέους, για τα οποία θα έπρεπε να ντρέπονται αφού τα υποτιθέμενα επιτεύγματά τους είναι κατώτερα και των υποσχέσεων και των προσδοκιών τους.
Διακηρύσσουν την υποτιθέμενη «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια την ίδια ώρα που υπογράφουν ταπεινωτικές υποχρεώσεις για αέναη επιτροπεία. Τους βάζουν οι δανειστές να ψηφίσουν και να ξαναψηφίσουν τις επερχόμενες νέες περικοπές στις συντάξεις και στο αφορολόγητο κι εκείνοι δεν έχουν πρόβλημα να υποσχεθούν ψευδώς πως δεν θα εφαρμοστούν.
Δεν δυσκολεύονται ακόμη και να καταφύγουν σε παρανοϊκά σχήματα όπως η δήθεν ικανοποίηση της απαίτησης των ΑΝΕΛ να ψηφιστεί από 180 βουλευτές η συμφωνία των Πρεσπών για να μπορέσουν να την καταψηφίσουν ο Πάνος Καμμένος και οι βουλευτές του χωρίς να ρίξουν την κυβέρνηση!
Είναι ζήτημα κοινής λογικής να αντιληφθεί και ο πλέον αδαής περί τα κοινοβουλευτικά θέσμια ότι, δεδομένων των συσχετισμών, ο μόνος τρόπος για να περάσει η συμφωνία –με τη συνδρομή ή μη διάφορων «προθύμων» από την αντιπολίτευση- και να μην πέσει η κυβέρνηση είναι να εγκριθεί η συμφωνία από την πλειοψηφία των παρόντων. Να μην τεθεί, με άλλα λόγια, ζήτημα αυξημένης πλειοψηφίας που ούτως ή άλλως δεν προβλέπεται.
Ο,τιδήποτε άλλο -και σίγουρα η αποδοχή από το Μέγαρο Μαξίμου της απαίτησης των ΑΝΕΛ για αυξημένη πλειοψηφία- οδηγεί σχεδόν αυτομάτως στην πτώση της κυβέρνησης. Ισχύει, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που υποτίθεται ότι επιδιώκουν οι ΑΝΕΛ, οι οποίοι ισχυρίζονται με απύθμενο θράσος ότι δεν ψήφισαν την πρόταση δυσπιστίας της Νέας Δημοκρατίας επειδή θέλουν να παραμείνουν στην κυβέρνηση ώστε να μην περάσει, τάχατες, η συμφωνία την οποία υπέγραψαν και υποστηρίζουν με σθένος οι κυβερνητικοί τους εταίροι, οι ΣΥΡΙΖΑίοι.
Αν αναρωτιέστε γιατί τα λένε όλα αυτά, ενώ ξέρουν ότι πολύ σύντομα και οι μεν και οι δε θα έρθουν αντιμέτωποι με τις νέες αυτές ψευδαισθήσεις που προσπαθούν να καλλιεργήσουν στην κοινή γνώμη, η απάντηση είναι μάλλον απλή: Μωραίνει Κύριος ους βούλεται απωλέσαι.    

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

«Ντρέπονται τα ίδια τα ψέματα»!



«Ζητάμε ομόφωνα άμεσα τη δικαστική διερεύνηση με εμπλοκή του εισαγγελέα. Δίνουμε όλα μας τα κινητά τηλέφωνα, της κοινοβουλευτικής μας ομάδας αλλά και των στελεχών μας, στη διάθεση της Δικαιοσύνης, προκειμένου να αποδειχθεί ποιος προσπαθεί ουσιαστικά –σε συνέχεια αυτών που ειπώθηκαν και μέσα στη Βουλή- να καταλύσει το πολίτευμα. Γιατί περί καταλύσεως του πολιτεύματος γίνεται η προσπάθεια αυτή η οποία γίνεται για εκφαυλισμό στελεχών ενός δημοκρατικού κινήματος…».
Αν τα λόγια δεν είχαν χάσει στις μέρες μας τη σημασία τους, θα έπρεπε να είχε συγκλονιστεί το πανελλήνιο ακούγοντας τις παραπάνω φράσεις να εκστομίζονται από πολιτικό αρχηγό και συγκυβερνήτη της χώρας ο οποίος έκανε αυτές τις τόσο σοβαρές «καταγγελίες» μιλώντας με φόντο το λογότυπο «Βουλή των Ελλήνων».
Κι όμως! Tόσο εκείνος που έκανε τις «καταγγελίες» για –άκουσον, άκουσον!- «κατάλυση του πολιτεύματος» και που δεν ήταν άλλος από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμένο, όσο και εκείνοι που τις άκουγαν, δηλαδή οι εναπομείναντες συνεργάτες του στο κόμμα των Ανεξαρτήτων Ελλήνων που τον περιστοίχιζαν, καθώς και οι λιγοστοί δημοσιογράφοι που ήταν εκεί για να καταγράψουν τις δηλώσεις του, δεν έδειξαν καμία ιδιαίτερη ανησυχία…
Εξάλλου, ούτε ο ίδιος ο καταγγέλλων έδειξε να έχει διάθεση για να πείσει το ακροατήριο του για τη βασιμότητα όσων έλεγε. Είπε όσα είχε να πει και αποχώρησε σαν να μην τρέχει τίποτε. Αλλά και όσοι τον άκουγαν δεν… μπήκαν στον κόπο να του ζητήσουν στοιχεία και αποδείξεις για τους ισχυρισμούς του. Ίσως γιατί και οι δύο πλευρές ήξεραν με τι είχαν να κάνουν.
Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που ο κ. Καμμένος περιέγραφε απόπειρες εξαγοράς στελεχών του κόμματός του. Απόπειρες που μπορεί ποτέ να μην αποδείχθηκαν, παρά τη φιλότιμη συνδρομή αστέρων του θεάματος –σκηνοθετών, ηθοποιών και δημοσιογράφων- που πρωταγωνίστησαν στις παραστάσεις που ανέβηκαν τότε, πλην όμως, συνέτειναν αποφασιστικά στη δημιουργία ισχυρών πολιτικών εντυπώσεων που άλλαξαν τον ρου των εξελίξεων.
Το 2018, όμως, δεν είναι 2014. Και αυτό το αποτύπωσε με το σχόλιο που έκανε ένας από τους ακροατές των «καταγγελιών» του κ. Καμμένου, υπενθυμίζοντας τα λόγια του Μενέλαου Λουντέμη ο οποίος στο περίφημο έργο του «Οδός Αβύσσου αριθμός Ο» έγραφε: «Ειπώθηκαν ψέματα που ντράπηκαν και τα ίδια, μια και δεν ντρέπουνταν τα στόματα που τα ’λεγαν. Έγινε πολλή κατάχρηση στόμφου, φτηνού λυρισμού, πολλή σπατάλη άχρηστης φιλοπατρίας…».
Μπορεί οι ίδιοι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να δυσκολεύονται να το συνειδητοποιήσουν, αλλά τα τελευταία τριάμισι χρόνια έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στη χώρα. Ακόμη και αν έχει δίκιο ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας που στην πρόσφατη συνέντευξή του στην ΕΡΤ παραδέχτηκε ότι «υπάρχουν και κάποιοι που πιστεύουν ότι μας ψεκάζουν», είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι πλέον οι Έλληνες έπαψαν να είναι τόσο εύπιστοι όσο ήταν κατά το παρελθόν.
Η πλειονότητα των πολιτών που γοητεύονταν παλαιότερα από βολικά ψέματα του τύπου «θα μας παρακαλάνε να μας δανείσουν» και που πήγαινε στο Σύνταγμα για να χορέψει γιορτάζοντας το «Όχι» του δημοψηφίσματος, τώρα ξέρει πόσο πολύ εξαπατήθηκε. Το μαρτυρούν οι αντιδράσεις για το «Μακεδονικό» που, σε πείσμα της θηριώδους κυβερνητικής προπαγάνδας, δεν κάμπτονται.
Έτσι, ό,τι και αν υποστηρίξουν οι κυβερνώντες, οι πολίτες πλέον γνωρίζουν και σταθμίζουν καλύτερα πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις. Μπορεί να μην ντρέπονται τα στόματα εκείνων που συνεχίζουν να τους λένε καταφανώς τερατώδη ψέματα –«δεν θα κοπούν οι συντάξεις», «πήραμε πίσω το όνομα της Μακεδονίας», «διώχνουμε το ΔΝΤ» και πάει λέγοντας- είναι, όπως θα έλεγε ο Λουντέμης, τα ίδια τα ψέματα που ντρέπονται πλέον, για λογαριασμό εκείνων που τα λένε.

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Είναι από «άλλο υλικό» και γι΄ αυτό τα ψηφίζουν όλα


«Εμείς είμαστε από άλλο υλικό, δεν τρομάζουμε…», είχε υποστηρίξει από το βήμα της Βουλής πριν από λίγο καιρό ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Ήταν η εποχή που στηνόταν η σκευωρία με το σκάνδαλο Novartis το οποίο πήγε στη Βουλή μόνον και μόνον για να επιχειρηθεί ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» με τους πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης που ασκούσαν την εντονότερη κριτική.
Μερικούς μήνες μετά και ενώ το σκάνδαλο Novartis έχει -στην πολιτική διάστασή του, τουλάχιστον- καταρρεύσει, αποδεικνύεται ότι ο κ. Τσίπρας είχε δίκιο όταν περιέγραφε κατ΄ αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του και όσους τον πλαισιώνουν. Διότι, κακά τα ψέματα, οι άνθρωποι που έχουν καταλάβει και ασκούν την εξουσία κατά την τελευταία τριετία όντως «είναι από άλλο υλικό».
Θυμάμαι τις μεγάλες αμφιταλαντεύσεις των βουλευτών που απάρτιζαν την κοινοβουλευτική πλειονότητα την πενταετία 2010 - 2014 και δεν μπορώ να ξεχάσω τον πραγματικό «πόνο της ψυχής» με τον οποίο αρκετοί εξ αυτών αντιμετώπιζαν τα διλήμματα των ψηφοφοριών για την έγκριση μνημονιακών μέτρων.
Για να μιλήσω για πρόσωπα που γνώρισα από κοντά και μου εξομολογούνταν τις αγωνίες τους, πρέπει να πω ότι πολιτικοί όπως ο Χρήστος Κατσούρας, ο Μιχάλης Κασής, ο Παύλος Στασινός και αρκετοί άλλοι που βρέθηκαν στη Βουλή τα πρώτα μνημονιακά χρόνια «περνούσαν ένα δράμα» κάθε φορά που έπρεπε να αποφασίσουν για να κοπούν οι συντάξεις ή να μειωθούν οι δαπάνες για κοινωνικές παροχές.
Προβληματίζονταν για το αν στήριζαν ή όχι την κυβέρνηση ακόμη και ήσσονος σημασίας ζητήματα όπως η… επιμήκυνση της διάρκειας κατανάλωσης του γάλακτος που χρειαζόταν διαβουλεύσεις επί διαβουλεύσεων για να γίνουν δεκτά από τους κυβερνητικούς βουλευτές.
Τίποτε από όλα αυτά δεν ισχύει από τον Σεπτέμβριο του 2015 και έπειτα. Τα μνημονιακά μέτρα, όσα σκληρά και αν είναι, περνούν από τη Βουλή «εν ριπή οφθαλμού» και οι βουλευτές των κυβερνητικών κομμάτων συντάσσονται πειθήνια με ό,τι τους ζητηθεί να ψηφίσουν. Και το κάνουν ακόμη και όταν έρχονται αντιμέτωποι με όσα οι ίδιοι διακήρυσσαν περί του αντιθέτου.
Περισσότερο από κάθε άλλη φορά το είδαμε αυτές τις μέρες με την θετική ψήφο που έδωσαν σύσσωμοι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αρχικώς στα σκληρά μέτρα του Μεσοπρόθεσμου για τη νέα περικοπή των συντάξεων, την περαιτέρω περιστολή του ΕΚΑΣ, όπως και τη μείωση του αφορολόγητου και εν συνεχεία με τη συμφωνία για το Μακεδονικό, ταυτιζόμενοι πότε με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και πότε με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, χωρίς, την ίδια ώρα, να τους θεωρούν υπαίτιους επειδή τους… καληρονόμησαν το πρόβλημα με την ΠΓΔΜ.      
Αναρωτιούνται πολλοί γιατί συμβαίνει αυτό. Η εξήγηση είναι νομίζω απλή και πρέπει να χρησιμοποιείται ως ερμηνευτικό εργαλείο για να αναλύσει κάποιος τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύονται οι σημερινοί κυβερνώντες. Εκείνο που απαιτείται να υπολογίζει κανείς είναι η πολιτική προέλευση και ο τρόπος που γαλουχήθηκαν όλοι όσοι συναποτελούν τη σημερινή εξουσία.
Η σημερινή εξουσία αποτελείται κατά βάση από τρεις συνιστώσες: τους ΣΥΡΙΖΑίους που οι περισσότεροι είναι από τη μειοψηφική «ομάδα Μπανιά» του ΚΚΕ εσωτ., τους ΠΑΣΟΚογενείς που οι περισσότεροι δεν είχαν ελπίδες μεγάλης ανέλιξης στο άλλοτε κραταιό Κίνημα, καθώς και τους ΑΝΕΛίτες που επίσης ήταν πολύ χαμηλά στην νεοδημοκρατική ιεραρχία, αν λάβει κανείς υπόψη τους ότι ο αρχηγός τους μέχρι υφυπουργός Ναυτιλίας έφθασε στην κυβέρνηση Καραμανλή.
Με άλλα λόγια, κοινή συνισταμένη όλων αυτών που κάθονται σήμερα στις καρέκλες της εξουσίας είναι το πολιτικό περιθώριο από το οποίο τους έβγαλαν οι αντιμνημονιακές ακρότητες που εκστόμιζαν, χωρίς να πιστεύουν τίποτε από όσα διακήρυσσαν, όπως αποδεικνύεται τώρα που με τόσο μεγάλη άνεση και χωρίς την παραμικρή αμφιταλάντευση ψηφίζουν όλα όσα τους ζητούνται από τους εγχώριους ή τους διεθνείς μηχανισμούς εξουσίας.
Είναι από «άλλο υλικό». Και το δείχνουν. Είτε ψηφίζοντας δυο – δυο τα Μνημόνια, είτε εγκρίνοντας στο «άψε σβήσε» τη συμφωνία για το «Μακεδονικό» κόντρα στη βούληση της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων. Το γεγονός ότι η στάση τους αυτή είναι βέβαιο ότι θα τους οδηγήσει πίσω στο περιθώριο από το οποίο βγήκαν, δεν δείχνει να τους απασχολεί ιδιαίτερα. 
Είναι προφανείς ότι εκείνο το οποίο κυρίως τους ενδιαφέρει είναι να παρατείνουν την παραμονή τους στις καρέκλες που τόσο αναπάντεχα βρέθηκαν να κάθονται και που ξέρουν ότι αν τις χάσουν θα τις αποχαιρετίσουν για πάντα. Μέχρι τότε, όμως, είναι διατεθειμένοι να μείνουν όσο περισσότερο γίνεται.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Αφού είναι «νίκη», γιατί δεν ερωτάται ούτε η Βουλή ούτε ο λαός;



Εν τη ρύμη του λόγου του ο Αλέξης Τσίπρας στη συνέντευξη που παραχώρησε στην  ΕΡΤ για να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους συνομολόγησε τη συμφωνία με τον ΖόρανΖάεφ για το Μακεδονικό, αναρωτήθηκε:«Ποιο είναι το εθνικό συμφέρον; Να κλείσουμε ένα θέμα ή να το αφήσουμε ανοικτό;».
Στη φράση αυτή που μάλλον αυθόρμητα ξεστόμισε και πιο συγκεκριμένα στο ρήμα «κλείσουμε» περιέχεται όλη η ουσία των κυβερνητικών επιδιώξεων και των χειρισμών που προηγήθηκαν της συμφωνίας για την οποία κάποια στιγμή θα ερωτηθεί το ελληνικό Κοινοβούλιο.
Με άλλα λόγια ο κ. Τσίπρας ομολόγησε ότι στις προθέσεις του δεν ήταν να επιλύσει αλλά να «κλείσει» το ζήτημα με την ονομασία του κράτους των βόρειων γειτόνων μας οι οποίοι δεν θέλουν απλώς να λέγονται «Μακεδόνες» αλλά –κι εδώ ακριβώς είναι το επίδικο- επιδιώκουν συνάμα να εμφανίζονται ως κληρονόμοι της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, αρνούμενοι την αδιαμφισβήτητη σλαβική εθνική τους καταγωγή.
Κατόπιν τούτου, μάλλον δεν πρέπει να προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση η κατηγορηματική ευκολία με την οποία ο Έλληνας πρωθυπουργός απέρριψε κάθε ενδεχόμενο να ερωτηθεί η Βουλή για το αν διαθέτει η κυβέρνησή του την απαραίτητη πολιτική νομιμοποίηση να δεσμεύσει τη χώρα σε ένα τόσο κρίσιμης σημασίας ζήτημα.
Θα ανέμενε κανείς ότι αν επρόκειτο για «μεγάλη διπλωματική νίκη», όπως ο ίδιος έσπευσε να χαρακτηρίσει το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης την οποία έκανε, να ήταν δική του η πρωτοβουλία για να πάει η συμφωνία στη Βουλή και να εισπράξει τα εύσημα για την υποτιθέμενη επιτυχή κατάληξη.
Παραδόξως, όμως, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Αντί να είναι ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του οι επισπεύδοντες για την πανηγυρική επικύρωση της συμφωνίας από το Κοινοβούλιο, διαβλέπει κανείς μια προσπάθεια να παρακαμφθεί ο θεσμός του Κοινοβουλίου και να δημιουργηθούν τετελεσμένα με μόνη την υπογραφή του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά.
«Δεν βλέπω κανένα λόγο να βάλουμε εμπόδια στον εαυτό μας…», ισχυρίστηκε, εξάλλου, ο κ. Τσίπρας όταν ρωτήθηκε τόσο για την άρνησή του να ζητήσει κοινοβουλευτική έγκριση, όσο και για την πιθανότητα να ζητηθείηέκφρασητης λαϊκής ετυμηγορίας με την  προκήρυξη δημοψηφίσματος, όπως αντιστοίχως προτίθενται να κάνουν στην άλλη πλευρά των συνόρων.
Η προσχηματική επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται είναι οι συνταγματικοί τύποι. «Δεν προβλέπεται τέτοια διαδικασία και ο υπουργός των Εξωτερικών διαθέτει την εξουσία και την αρμοδιότητα να υπογράφει διακρατικές συμφωνίες», είναι ο αντίλογος. Αντίλογος που δεν λαμβάνει υπόψιν του ότι πέραν των τύπων, υπάρχει και η ουσία.
Η ουσία στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν δεσμεύτηκε η χώρα για κάτι τόσο σημαντικό χωρίς να ερωτηθεί η Βουλή των Ελλήνων. Και αυτή την ουσία δεν μπορεί να την παρακάμψει ο κ. Τσίπρας για να καλύψει τον κυβερνητικό εταίρο του Πάνο Καμμένο με τον οποίο έχουν «δέσει»τις πολιτικές τους τύχες.
Ο αμοραλισμός, ο οποίος αναδύεται από τη προφανή μεθόδευση που έχει επιλέξει η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για να έχει «την πίττα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο», ας προβληματίσει όλους όσοι -από ωφελιμισμό ή αυταπάτη;- σπεύδουν να δώσουν άλλοθι στα παιδαριώδη πολιτικά παιχνίδια των κυβερνώντων που έχουν μοναδικό γνώμονα την –πάση θυσία- μακροημέρευση στην εξουσία.
Κακά τα ψέματα αυτή η συμφωνία δεν ήρθε για να επιλύσει το Μακεδονικό. Ήρθε για να επιχειρηθεί η διαβόητη αναδιάρθρωσητου πολιτικού σκηνικού, όπως ομολογείται από παράγοντες του κυβερνητικού χώρου. Ακόμη και ο ίδιος ο Τσίπρας, που είχε κάνει «παντιέρα» προ τριετίας τον όρο «αργυρώνητοι βουλευτές», τώρα επικαλείται εξασφαλισμένη πλειοψηφία υπέρ του αποτελέσματος της διαπραγμάτευσής του, χωρίς, ωστόσο, να επιζητεί την έκφρασή της.
Στην αξιωματική αντιπολίτευση αντελήφθησαν εγκαίρως τις σκοπιμότητες πίσω από τις κινήσεις των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έλαβε τα μέτρα του, ξεκαθαρίζοντας εξαρχής τη θέση του με το «Όχι»στη συμφωνία Τσίπρα - Ζάεφ. Στο Κίνημα Αλλαγής φαίνεται να αδυνατούν να αντιληφθούν ακόμη και τα προφανή. Και μάλλον θα χρειαστεί να δουν ξανά και ξανά το βίντεο με τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στην ΕΡΤ για να αποφασίσουν τι θα κάνουν…