Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Τα δίκια και τα άδικα του Βασίλη Λεβέντη



            «Έβαλα εννέα άσημους στη Βουλή και με πρόδωσαν οι τέσσερις…», παραπονιέται τις τελευταίες μέρες σε κανάλια και ραδιόφωνα ο Βασίλης Λεβέντης, ο οποίος εφόσον του φύγει ένας ακόμη… άσημος από το ξέφραγο, κατά τα φαινόμενα, μαντρί της Ένωσης Κεντρώων θα πάψει να είναι αρχηγός αναγνωρισμένου από τον Κανονισμό της Βουλής κόμματος και θα χάσει όλα τα προνόμια που τώρα απολαμβάνει.
            Ο αρχηγός, ωστόσο, δεν δείχνει να πτοείται. «Και όλοι να φύγουν η Ένωση Κεντρώων θα ξαναμπεί στη Βουλή», αισιοδοξεί. «Έχω προσωπική σχέση με τους ψηφοφόρους. Ούτε ψήφους μου έφεραν (σ.σ.: οι βουλευτές που εξελέγησαν με το κόμμα του), ούτε θα μου πάρουν», επιχειρηματολογεί. Και μάλλον δεν εκπλήσσει όσους έχουν παρακολουθήσει ή γνωρίζουν τη μακρά προσπάθεια, ήδη από τη δεκαετία του 1980,που κατέβαλε για να βρει μια θέση στα κοινοβουλευτικά έδρανα.
            Δεν πτοήθηκε, άλλωστε, όταν μετρούσε τη μια μετά την άλλη τις απογοητεύσεις από τα ισχνά ποσοστά που συγκέντρωνε στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες συμμετείχε και που τον καθιστούν… ρέκορντμαν της εγχώριας πολιτικής σκηνής. Οπότε, τι πιο φυσιολογικό από το να παραμένει απτόητος και τώρα που οι πολύχρονες προσπάθειες του ευοδώθηκαν αφού, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 συγκέντρωσε 186.644 ψήφους και ποσοστό 3,44% που του έδωσε το εισιτήριο για τη Βουλή;
            Όπως και να έχει, όμως, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ο επίμονος  κ. Λεβέντης μπήκε στη Βουλή σε μια περίοδο που δεν τα κατάφεραν πολλά υποσχόμενοι πολιτικοί σχηματισμοί, όπως η ΛΑΕ του Παναγιώτη Λαφαζάνη που στέγασε όλους όσοι αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά τη μνημονιακή του στροφή. Ήταν, μάλιστα,η Ένωση Κεντρώων το μόνο κόμμα που αύξησε κατακόρυφα τη δύναμη του από τις 110.923 ψήφους που είχε πάρει λίγους μήνες νωρίτερα και με το 1,79% που συγκέντρωσε τον Ιανουάριο του 2015 απείχε αρκετά από τον στόχο της εισόδου στο Κοινοβούλιο.
            Τι μεσολάβησε, άραγε, αυτούς τους εννέα μήνες και ο… αιώνιος loser Βασίλης Λεβέντης έγινε ξαφνικά ο αρχηγός που γοήτευσε τόσους περισσότερους ψηφοφόρους που του εξέδωσαν το πολυπόθητο για εκείνον κοινοβουλευτικό εισιτήριο; Στην πραγματικότητα δεν έγινε τίποτε απολύτως που να δικαιολογεί την επιτυχία της Ένωσης Κεντρώων και που με δεδομένη τη μειωμένη συμμετοχή σε αυτές τις κάλπες, στις οποίες ψήφισαν 750 χιλιάδες λιγότεροι εκλογείς από την προηγούμενη αναμέτρηση, μπορεί να θεωρηθεί μεγαλύτερη από αυτή που δείχνουν οι ξεροί αριθμοί.
Μια προφανής εξήγηση για το ως ένα μεγάλο βαθμό αναπάντεχο αποτέλεσμα για τον κ. Λεβέντη είναι ότι εδώ και πολλές δεκαετίες παρατηρείται το φαινόμενο σχεδόν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση να αναδεικνύεται ένα κόμμα σε υποδοχέα της ψήφου διαμαρτυρίας των πολιτών που είναι δυσαρεστημένοι με ένα ή περισσότερα κόμματα εξουσίας. Συνέβη αυτό παλαιότερα με αρκετούς σχηματισμούς, όπως η Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά, το ΔΗΚΚΙ του Δημήτρη Τσοβόλα και ο ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη, που είχαν έντονα αρχηγικά χαρακτηριστικά. Αλλά και με τους«Οικολόγους» ή –με λιγότερη επιτυχία- τους«Κυνηγούς», που αρκετοί από εκείνους που τους ψήφιζαν δεν ήξεραν ούτε τους αρχηγούς τους, ούτε τα στελέχη τους.
Οι πλείστοι εξ αυτών μετά την πρώτη είσοδο τους στη Βουλή και, το πολύ, άλλημια παρουσία στην Ευρωβουλή, δεν μακροημέρευσαν. Οι προσδοκίες των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων συνήθως δεν εκπληρώνονταν από τη νέα τους επιλογή και εκείνοι –όχι, κατ΄ ανάγκην, πάντα οι ίδιοι- αναζητούσαν άλλο ψηφοδέλτιο για να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους. Είναι αυτό που δεν θέλει ή δεν μπορεί να κατανοήσει ο Βασίλης Λεβέντης. Όπως, άλλωστε, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, δεν μπόρεσαν να το αντιληφθούν και άλλοι πριν από αυτόν που βρέθηκαν στην ίδια θέση.
Διότι,όσο δίκιο και αν έχει ο αρχηγός της Ένωσης Κεντρώων όταν υποστηρίζει ότι έβαλε «εννέα άσημους στη Βουλή», άλλο τόσο άδικο είναι που τους κράτησε στο Κοινοβούλιο αναιρώντας την κεντρική προεκλογική δέσμευσή του για εναλλαγή των βουλευτών της Ένωσης Κεντρώων ανά εξάμηνο. Όπως, επίσης, όσο δίκιο έχει όταν λέει «ούτε ψήφους μου έφεραν», αφού οι εκλογές της επιτυχίας τους έγιναν με λίστα και όχι με σταυρό, άλλο τόσο άδικο έχει όταν καταγγέλλει «αποστασίες». Καλώς ή κακώς το πολιτικό παιχνίδι έτσι παίζεται. Και ο κ. Λεβέντης, ο οποίος παλαιότερα είχε πολιτευθεί με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το ξέρει ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον εν ενεργεία πολιτικό.
Και, εν κατακλείδι, όσο δίκιο και αν έχει ο κ. Λεβέντης όταν ισχυρίζεται ότι η πεντακομματική Βουλή διευκολύνει την αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος, άλλο τόσο άδικος –με την έννοια περισσότερο του άστοχου- είναι ο ισχυρισμός του ότι εφόσον καταφέρει να μπει το κόμμα του στην επόμενη Βουλή θα αποτραπεί η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας και ο σχηματισμός μονοκομματικής κυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο δεν έχει καμία σημασία ο αριθμός των κομμάτων που διαθέτουν κοινοβουλευτικές έδρες. Εκείνο που μετράει για την αυτοδυναμία του νικητή των εκλογών, εκτός από τη δική του επίδοση, είναι το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που δεν θα μπουν στη Βουλή. Αυτοδυναμία προκύπτει με το πρώτο κόμμα στο 35% αν τα κόμματα που θα μείνουν εκτός Βουλής συγκεντρώσουν περί το 15%. Αν, αντιθέτως, τα τελευταία έχουν αθροιστικά λίγο πάνω από 5%, τότε το πρώτο κόμμα χρειάζεται 38% για να πάρει οριακά την αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 151 εδρών.
Αυτά!

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Ποιο ΠΑΣΟΚ και ποια ΝΔ ορέγονται οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ;

Στη χώρα της… φαιδράς πορτοκαλέας, όπως έγραφαν οι σχολιαστές του προηγούμενου αιώνα για να περιγράψουν τις νεοελληνικές παραδοξότητες, ένα αυτοδιοικητικό αίτημα δεκαετιών, όπως είναι η οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων και των Περιφερειών, για την υιοθέτηση του οποίου πρωτοστατούσε η Αριστερά, βαφτίζεται αίφνης «ταξικό» και «νεοφιλελεύθερο» μέτρο μήπως και έτσι ξεμπερδέψουν μια και έξω οι κυβερνώντες με τις προτάσεις που διατυπώνουν οι πολιτικοί αντίπαλοι τους.
Στην εποχή, άλλωστε, που το «κατόπιν ενεργειών μου» γνωρίζει μέρες δόξης λαμπρές και τα πολιτικά γραφεία των κυβερνητικών βουλευτών συναγωνίζονται ποιο θα εκδώσει πρώτο ανακοίνωση για να διεκδικήσει μερίδιο από τη δόξα της διαμεσολάβησης για να δοθούν μερικά ψυχία στον δήμο της… Κολοπετινίτσας, προτάσεις, όπως αυτή που διατύπωσε την περασμένη Κυριακή ο Κυριάκος Μητσοτάκης για την εκχώρηση των εισπράξεων από τον ΕΝΦΙΑ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, είναι «επικίνδυνες».
Είναι τόσο επικίνδυνες που έκαναν τον Παναγιώτη Κουρουμπλή και άλλους εκλεκτούς ΣΥΡΙΖΑίους να ζητήσουν από τους δημάρχους να ξεσηκωθούν για να μην ισχύσουν. Δικαίως του λόγου, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, αναλογιζόμενος τους πραγματικούς κινδύνους για το πελατειακό κράτος που συνιστούν οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα που συμβάλλουν στον εκσυγχρονισμό της δημόσιας ζωής.
Αν κάθε υποψήφιος δήμαρχος ξέρει ποια είναι τα οικονομικά δεδομένα της θητείας για την οποία διεκδικεί να εκλεγεί, πώς θα μπορέσει να τάξει… γεφύρια σε ποτάμια που δεν υπάρχουν; Ενώ άμα δεν ξέρει, μπορεί να… τάζει τον ουρανό με τα άστρα, προβάλλοντας τις σχέσεις του με κάθε λογής... Κουρουμπλήδες της πολιτικής μα ζωής με τους οποίους θα… ανταλλάσσουν «κουκιά». Και από κοινού θα διαιωνίζουν ένα άθλιο σύστημα που θα κρατάει αιωνίως καθηλωμένη τη χώρα. 
Η παθιασμένη υπεράσπιση του πελατειακού κράτους σε όλα τα επίπεδα (με προσλήψεις και μονιμοποιήσεις από τα «παράθυρα» και με κάθε είδους διευθετήσεις υπέρ των «ημετέρων») δεν είναι το μοναδικό κρούσμα που συνθέτει μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να γυρίσουν το ρολόι της Ιστορίας πίσω στον χρόνο.
Αγγίζει, αν δεν ξεπερνάει κιόλας, τα όρια του παρανοϊκού διπολισμού να βλέπει και να ακούει κανείς πολιτικούς που πήραν την εξουσία με το σύνθημα «ξεμπερδεύουμε με το παλιό», από τη μια, να εξιλεώνουν, εντάσσοντάς τα στην κυβέρνησή τους πρόσωπα τα οποία εξέβρασε το παλαιό καθεστώς, και, από την άλλη, να εμφανίζονται ως κληρονόμοι του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας που υποτίθεται ότι είναι καταδικασμένα στις συνειδήσεις των πολιτών.
Όσο έκοβε εισιτήρια το έργο με τα αντιμνημονιακό παραμύθι, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος θεωρούσαν αποσυνάγωγο όποιον, εντός ή εκτός Ελλάδος, σχετιζόταν με το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία που ήταν συνώνυμα του απόλυτου κακού. Στις τοπικές εκλογές του 2014, για παράδειγμα, όποιο αυτοδιοικητικό στέλεχος δεν έδινε γη και ύδωρ στον κάθε ΣΥΡΙΖΑίο της περιοχής του, καθυβριζόταν ως «Γερμαντοτσολιάς».
Μετά την μνημονιακή μετάλλαξη, όμως, που υπέστησαν στα χρόνια που απολαμβάνουν τις καρέκλες της εξουσίας, όλα δείχνουν διαφορετικά. Ο Τσίπρας, ο οποίος «τρουπώνει» κάθε τρεις και λίγο στους ευρωσοσιαλιστές, τους οποίους κάποτε στηλίτευε, τώρα εκθειάζει τους εκλεγμένους με το ΠΑΣΟΚ περιφερειάρχες, όπως τον Σταύρο Αρνατουτάκη στην Κρήτη και τον Απόστολο Κατσιφάρα στη Δυτική Ελλάδα, τους οποίους θέλει να στηρίξει μπας και διασωθεί σε τουλάχιστον ένα από τα πολλά εκλογικά ναυάγια που τον περιμένουν στις επερχόμενες κάλπες.  
Στην πρόσφατη επέτειο από τη «Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη 1974» προβεβλημένοι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ κόντεψαν να… κάψουν περισσότερο λιβάνι από την ίδια την πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Φώφη Γεννηματά. Και μην παραξενευτείτε αν σε λίγες μέρες που είναι και η επέτειος από την ίδρυση της ΝΔ, ο Πάνος Καμμένος και η Κατερίνα Παπακώστα να διατάξουν τελετές και παρελάσεις, αφού, ως γνωστόν, επιφυλάσσουν για τους εαυτούς τους ρόλους συνεχιστών και αυθεντικών  εκφραστών της… καραμανλικής Νέας Δημοκρατίας.
Αλήθεια, όμως, ποιο ΠΑΣΟΚ ορέγονται να υποκαταστήσουν οι ΣΥΡΙΖΑίοι του Αλέξη Τσίπρα που πολύ πριν παρομοιάσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη με τον Πινοσέτ, έκαναν, χρόνια πριν, το ίδιο με τον Γιώργο Παπανδρέου; Και ποια Νέα Δημοκρατία θεωρούν ότι μπορούν να υποκαταστήσουν οι ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου που προτού να συμπράξει με τον ΣΥΡΙΖΑ φλέρταραν στην Ευρώπη με τύπους σαν τον Νάιτζελ Φάρατζ και τώρα εγκαλούν το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι στεγάζει… ακροδεξιούς;
Αν κρίνει κανείς από τα πρόσωπα τα οποία προσεταιρίστηκαν παλαιότερα ή δέχθηκαν πρόσφατα στις τάξεις τους, είναι σαφές ότι εκείνο που τους ενδιαφέρει δεν είναι παρά η στελεχιακή «λεηλασία» εκείνων που υποτίθεται ήθελαν να εξαφανίσουν πολιτικά. Οι συνεργασίες, εξάλλου, τις οποίες έκαναν, δεν εντάσσονται σε κανέναν κώδικα αξιών. Δεν τήρησαν ούτε καν τη υποτιθέμενη διακηρυγμένη δέσμευσή τους ότι δεν θα δέχονταν όσους ψήφισαν Μνημόνια.
Αλλά πώς να το τηρήσουν όταν οι ίδιοι ψήφισαν το τρίτο και χειρότερο από όλα τα προηγούμενα Μνημόνια; Και το ακόμη χειρότερο είναι ότι η πλειονότητα όσων συμπορεύτηκαν ως τώρα μαζί τους είναι από την κατηγορία εκείνων οι οποίοι ευθύνονται που η χώρα οδηγήθηκε στη μνημονιακή μέγγενη. Και όχι από εκείνους που προέταξαν τα πολιτικά τους στήθη για να αποτρέψουν τα χειρότερα και την… άλα Βενεζουέλα πλήρη χρεοκοπία που μας ανέμενε με τις τερατώδεις υποσχέσεις των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Γι΄ αυτό και δεν χρειάζεται μεγάλη φιλοσοφική εμβάθυνση για να αντιληφθεί κανείς ότι βρισκόμαστε στη φάση του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Εξού και οι ρεβεράντζες προς το πάλαι ποτέ καταδικασμένο «παλαιό» που όλως αιφνιδίως έγινε περιζήτητο, με αποτέλεσμα να ξαναγίνει υπουργός ακόμη και η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου. Το θέμα είναι αν θα βρεθούν αφελείς ναυαγοσώστες που θα αναλάβουν την πολιτική διάσωση των πιο ακραίων αμοραλιστών που γνώρισε τούτος  ο τόπος…

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Οι μετρήσεις και οι επιθυμίες



            Την επομένη της δημοσίευσης της τελευταίας δημοσκόπησης της Marc στο «Πρώτο Θέμα», ένας αρθρογράφος σφόδρα φιλοκυβερνητικού μέσου, από εκείνους που έχουν διαρκώς σηκωμένη τη ρομφαία της… δεοντολογίας για να την καταφέρουν στην κεφαλή όσων δεν ευθυγραμμίζονται με τις κυβερνητικές νόρμες, μας εγκάλεσε για ένα από τα ευρήματα της έρευνας που αφορούσε το ποσοστό -72%- εκείνων  που δεν πιστεύουν στις εξαγγελίες Τσίπρα στη ΔΕΘ.
            «Δεν νομίζετε ότι υπάρχει ένα προβληματάκι με τις ημερομηνίες;», αναρωτιόταν ο… πονηρός θιασώτης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. «Η εφημερίδα, όπως και όλα τα κυριακάτικα φύλλα, κυκλοφόρησε Σάββατο απόγευμα 8 Σεπτεμβρίου, η δημοσκόπηση πραγματοποιήθηκε από τις 3 μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου, οι εξαγγελίες Τσίπρα έγιναν στις 8 Σεπτεμβρίου (Σάββατο βράδυ)», εξηγούσε στομφωδώς στους αναγνώστες του εντύπου του.
            Και, επειδή νόμιζε ότι «είχε πιάσει λαβράκι» δεν σταματούσε εκεί. Πεπεισμένος προφανώς ότι είχε κάνει τη μεγάλη… δημοσιογραφική αποκάλυψη συνέχιζε ακάθεκτος: «Πότε τα είπαν οι ερευνητές με τους πολίτες, πότε επεξεργάστηκαν τα ευρήματα, πότε κατέληξαν σε συμπεράσματα, ένας Θεός ξέρει»…
            Τι είχε, όμως, συμβεί στην πραγματικότητα; Το πιθανότερο είναι ότι ο αναλυτής δεν είχε διαβάσει καν την εφημερίδα σε βάρος της οποίας άφηνε τον βαρύτατο υπαινιγμό. Διότι αν όντως είχε διαβάσει το κυριακάτικο «Πρώτο Θέμα» θα είχε δει τη διατύπωση του ερωτήματος που ήταν σε χρόνο μέλλοντα και είχε επί λέξει ως εξής: «Ο πρωθυπουργός θα εμφανιστεί στη ΔΕΘ για τις καθιερωμένες εξαγγελίες. Πιστεύετε ότι θα εφαρμοστούν οι κυβερνητικές εξαγγελίες ή όχι;».
            Είχαν ρωτηθεί δηλαδή οι πολίτες εκ των προτέρων αν ήταν έτοιμοι να πιστέψουν τα όσα θα έλεγε τις επόμενες ημέρες ο πρωθυπουργός στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Και είχε καταγραφεί με σαφήνεια το υψηλό ποσοστό των πολιτών που έχουν κλείσει τα αυτιά τους στον Αλέξη Τσίπρα –ενδεχομένως και σε άλλους πολιτικούς, αλλά σε αυτή τη φάση με τον συγκεκριμένο που έχει… διαπρέψει κατά το παρελθόν με το διαβόητο «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης»- προεξοφλώντας ότι τα όσα θα πει δεν πρόκειται να εφαρμοστούν.
            Ένας άλλος αρθρογράφος προερχόμενος από την ίδια… «δημοσιογραφική σχολή» στην οποία έχουν… διδαχθεί ότι μας επιτρέπεται να κάνουμε σχόλια χωρίς να έχουμε υπόψη μας τα δεδομένα που σχολιάζουμε, ήταν ακόμη πιο… προχωρημένος. Από το βράδυ του Σαββάτου και με βάση το εξώφυλλο της εφημερίδας που είχε δει αναρτημένο στο Διαδίκτυο,μάς εγκαλούσε για «παραπλανητικούς τίτλους».
Κατά την αντίληψη του, η είδηση που προέκυπτε από τη δημοσκόπηση δεν ήταν ότι η επίδοση της Νέας Δημοκρατίας και το προβάδισμα των 10,9 εκατοστιαίων μονάδων που είχε από τον  ΣΥΡΙΖΑ μεταφράζεται σε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία 156 εδρών. Κατά τον ισχυρισμό του, η είδηση ήταν στον υπότιτλο που είχε το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας μας και ανέφερε ότι «Ο Τσίπρας μαζεύει τη διαφορά».
Γι΄ αυτό, λοιπόν, εμείς δεν έπρεπε να πούμε στους αναγνώστες μας ότι «Ο Μητσοτάκης πάει για αυτοδυναμία». Αλλά είμασταν υποχρεωμένοι να περιοριστούμε στην καταγραφή του γεγονότος ότι η δύναμη του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ ήταν ανεβασμένη κατά 2,9%, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα της ίδιας εταιρίας. Με άλλα λόγια, το μείζον δεν ήταν ότι, παρά την άνοδο του κυβερνώντος κόμματος, η αξιωματική αντιπολίτευση βρίσκεται σε τροχιά αυτοδυναμίας, αλλά –γιατί αλήθεια;- το αντίθετο.
Ο ίδιος, αλλά και άλλοι αναλυτές προσπαθούν να βρουν έρεισμα που να στηρίζει την επιχειρηματολογία τους στη θεωρεία του «ταβανιού». Ισχυρίζονται ότι η υψηλή συσπείρωση της ΝΔ –που ξεπερνά το 80%- δεν της αφήνει περιθώρια για υψηλότερη επίδοση, ενώ αντιθέτως η χαμηλή συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ –μεταξύ 40 και 50%- μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα.
Παραλείπουν, ωστόσο δύο πολύ απλά πράγματα, που είναι τα εξής: Αφενός, ότι όλοι οι πολιτικές αλλαγές γίνονται όταν ο νικητής των εκλογών «σπάει το ταβάνι». Και, αφετέρου, ότι ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ τον έχουν εγκαταλείψει οριστικά με αποτέλεσμα ακόμη και αν όλοι οι προηγούμενοι ψηφοφόροι του που τηρούν στάση αναμονής, ως αναποφάσιστοι ή ρέποντες προς την αποχή και το λευκό, επανακάμψουν, το παιχνίδι δεναλλάζει.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αρθρογράφοι επιχειρούν να κάνουν τις επιθυμίες τους πραγματικότητες. Είτε από λάθος εκτίμηση είτε από κακή πληροφόρηση. Είναι, ωστόσο, ίδιον των καιρών τους οποίους διάγουμε να συναντά κανείς τέτοια διαστρέβλωση της πραγματικότητας. ‘Ο,τι δεν βολεύει την εξουσία, υπονομεύεται και δαιμονοποιείται. Οι δημοσκόποι που όλα τα προηγούμενα χρόνια έκαναν έρευνες για φιλοκυβερνητικά μέσα, είναι πλέον… καταδικασμένοι σε ανεργία. Διότι, ως γνωστόν, όλα τα καθεστώτα όταν δεν αρέσκονται στα μηνύματα, σκοτώνουν τους αγγελιαφόρους. 
Αναμφισβήτητα, οι δημοσκοπήσεις δεν είναι παρά «φωτογραφίες της στιγμής», σύμφωνα με το γνωστό στερεότυπο. Ωστόσο, είναι πολλές οι «στιγμές» που εδώ και δύο χρόνια, η μια μετά την άλλη, οιμετρήσεις της κοινής γνώμης αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που όση δαιμονολογία και αν επιστρατεύσουν τα φιλοκυβερνητικά τρολ δεν μπορούν να την αλλάξουν. Είναι η πραγματικότητα που θέλει για πρώτη φορά από τη Μεταπολίτευση, οπότε γίνονται μετρήσεις στη χώρα μας, να ισχύουν τα εξής τρία δεδομένα:
*Πρώτον, να προπορεύεται για πάνω από δύο χρόνια και με σαφές προβάδισμα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε όλες ανεξαιρέτως τις έρευνες –ακόμη και από εταιρίες «μαϊμούδες» που στήνουν εξαρτώμενα από την κυβέρνηση πρόσωπα.
*Δεύτερον, να έχει πάρει κεφάλι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και να υπερέχει τόσο πολύ -38,4% έναντι 25%- από τον εν ενεργεία πρωθυπουργό στο ερώτημα για το ποιος είναι καταλληλότερος για το αξίωμα.
*Τρίτον, να αποτυπώνεται τέτοια θηριώδης διαφορά στη λεγόμενη «παράσταση νίκης», καθώς σχεδόν το 70% των πολιτών προεξοφλούν νίκη της ΝΔ, έναντι μόλις ενός ισχνού 14% που πιστεύει ότι μπορεί να επικρατήσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην προσεχή εκλογική αναμέτρηση.
Αυτά, σε σχέση με τις μετρήσεις. Τα υπόλοιπα θα τα πουν οι κάλπες, που όσο είναι έτσι οι μετρήσεις, μάλλον θα καθυστερούν. Μήπως και οι επιθυμίες γίνουν πραγματικότητα...

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

«Προστάτες των ΣΥΡΙΖΑίων Αμερικάνοι»!



Να κλάψει, άραγε, ή να γελάσει κανείς με τα πανηγύρια που επιχειρούν να στήσουν οι κυβερνώντες και τα φερέφωνά τους για την αμερικανική παρουσία στη ΔΕΘ; Είναι, λέει, τιμώμενη χώρα οι ΗΠΑ και δεν μπορούν να κρύψουν τη χαρά τους επειδή –o tempora o mores!- στη Θεσσαλονίκη θα υπάρξουν «αυστηρά μέτρα ασφαλείας με τη συνδρομή πρακτόρων του FBI»!
Αν έχει απομείνει έστω κι ένας ειλικρινής αριστερός που εξακολουθεί να στηρίζει αυτή την κυβέρνηση δεν θα ήθελα, ειλικρινά, να είμαι ούτε ψύλλος στον κόρφο του. Η δουλοφροσύνη που εκπέμπουν «τα έργα και οι ημέρες» του Αλέξη Τσίπρα και των συνεργατών του δεν έχει το προηγούμενό της όχι μόνον σε περιόδους  δημοκρατικής διακυβέρνησης αλλά ούτε και στις πιο σκοτεινές εποχές που την εξουσία κατείχαν ανδρείκελα χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση.
Οι άνθρωποι που γαλουχήθηκαν πολιτικά φωνάζοντας μέχρι πρότινος και σε κάθε ευκαιρία «φονιάδες των λαών Αμερικάνοι», έχουν εναποθέσει όλες τους τις ελπίδες τους για μακροημέρευση στην εξουσία στο έλεος των υπερατλαντικών συμμάχων. Το 2016 είχαν ποντάρει όλα τα λεφτά τους στον απερχόμενο Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα από τον οποίο ανέμεναν να υποχρεώσει τους Ευρωπαίους να μας «κουρέψουν» το χρέος.
Όταν αποδείχθηκαν φρούδες οι ελπίδες με τον Ομπάμα, δεν είχαν πρόβλημα να αρχίσουν τις ρεβεράντζες με τον διάδοχό του Τραμπ τον οποίο νωρίτερα καθύβριζε, ως μη όφειλε, ο αμετροεπής κ. Τσίπρας. Είναι αστείο να θυμάται κανείς ότι μετά το ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον, τα ελληνικά μέσα κατακλύζονταν από διοχετευμένα δημοσιεύματα που υποστήριζαν ότι η συμφωνία για την αναβάθμιση των F-16 έγινε για να πειστεί ο Αμερικανός Πρόεδρος και να… πιέσει υπέρ της διευθέτησης του ελληνικού χρέους, αφού το «κούρεμα» είχε πλέον αρχίσει να ξεχνιέται.
«“Αμερικανική βοήθεια” στο ζήτημα του χρέους», μας πληροφορούσε το πρωτοσέλιδο έγκριτης εφημερίδας των Αθηνών στις 23 Οκτωβρίου 2017. Εκεί διαβάζουμε ότι «από τις δημόσιες δηλώσεις Τραμπ, τις ενημερώσεις που ακολούθησαν, αλλά και ιδιωτικές συζητήσεις με Αμερικανούς αξιωματούχους προκύπτει σαφώς ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει αποφασίσει να στηρίξει την Ελλάδα, όχι μόνο μέσω της ενθάρρυνσης επενδύσεων και της ενίσχυσης του διμερούς εμπορίου, αλλά και της άσκησης της επιρροής του στο θέμα του χρέους».
Και αμέσως μετά μαθαίνουμε, προφανώς από κυβερνητικές διαρροές, ότι «ο Έλληνας πρωθυπουργός ικανοποιήθηκε από την εξέλιξη, καθώς ευλόγως ανησυχούσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ, σύμφωνα με παλαιότερες δηλώσεις του ίδιου του προέδρου, δεν θα ασχολείτο με το ελληνικό χρέος, όπως είχε κάνει ο Μπαράκ Ομπάμα».
Και τι ήταν εκείνο που τον ικανοποίησε; Το γεγονός  ότι «ο Αμερικανός πρόεδρος το διακήρυξε δημόσια, ενώ στην αναγκαιότητα “να γίνει κάτι” με το χρέος αναφέρθηκε, από την πλευρά του, και ο αντιπρόεδρος Πενς».
Έγινε κάτι; Όχι βέβαια. Αλλά αυτό, όπως μαθαίνουμε από το ίδιο δημοσίευμα, οδήγησε τον Αλέξη Τσίπρα στο να προσκαλέσει τον κ. Πενς «να ηγηθεί της αμερικανικής αποστολής στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του ’18, όπου τιμώμενη χώρα θα είναι οι ΗΠΑ».
Και ο αντιπρόεδρος; «Άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο, λέγοντας μάλιστα ότι μαζί με τη σύζυγο και τις κόρες του είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια και αναζητούσαν ευκαιρία να ξανάρθουν»,  μας γνωστοποιείται και πάλι από το ίδιο δημοσίευμα.
Όσο, όμως, αυταπάτη ήταν το «κούρεμα» που θα μας έκανε ο Ομπάμα, άλλο τόσο φαντασίωση αποδείχθηκε η ικανοποίηση του Τσίπρα από τον Τραμπ. Και πολύ περισσότερο ψευδαίσθηση ήταν και πάει και το πολυαναμενόμενο ταξίδι του Πενς στη Θεσσαλονίκη.
Απτόητοι, ωστόσο, οι κυβερνώντες δεν αφήνουν την… πεζή πραγματικότητα να τους χαλάσει το «αφήγημα» ότι μετά την Ευρώπη αλλάζουν και την Αμερική. Διότι μπορεί να μη μας καταδέχθηκε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, μπορούμε, όμως, να παρηγορηθούμε με τους πράκτορες του FBI, για την παρουσία των οποίων μας ενημέρωσε περιχαρής φιλοκυβερνητική εφημερίδα
Το περί ού ο λόγος επιφανές φερέφωνο της ΣΥΡΙΖΑϊκής εξουσίας, δυστυχώς, δεν μας διευκρίνισε αν πρόκειται για τους ίδιους πράκτορες του FBI από τους οποίους ανέμενε το κυβερνητικό παρακράτος να στείλουν στοιχεία για το σκάνδαλο Novartis ώστε να δικαιολογηθούν εκ των υστέρων οι διώξεις κατά των επικίνδυνων πολιτικών αντιπάλων που πρέπει να εξουδετερωθούν.
Αλλά και αν δεν είναι οι ίδιοι, δεν υπάρχει πρόβλημα για να διαφημιστεί η παρουσία τους στη χώρα μας. Καθότι, έτσι, μπορεί να φοβηθούν όσοι ετοιμάζονται να διαδηλώσουν στη Θεσσαλονίκη κατά της, εν γένει, κυβερνητικής πολιτικής αλλά και πιο συγκεκριμένα ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών στην οποία, ως γνωστόν, έχει τόσο πολύ επενδύσει ο αμερικανικός παράγων.
Τόσο που ο περιβόητος Μάθιου Νίμιτς, ο Αμερικανός διπλωμάτης ο οποίος ανάλωσε τη μισή του καριέρα για να λύσει το Σκοπιανό επ΄ ωφελεία των βόρειων γειτόνων μας, να φθάσει μέχρι του σημείου να εκβιάσει ανοικτά τους ψηφοφόρους της ΠΓΔΜ ότι αν δεν πουν «ναι» στο επικείμενο δημοψήφισμα της 30πης Σεπτεμβρίου, θα αλλάξει η κυβέρνηση στην Ελλάδα και –για φαντάσου!- θα χαθεί η ευκαιρία υλοποίησης της Συμφωνίας των Πρεσπών!
Το μόνο που μένει μετά ταύτα είναι στο σαββατιάτικο συλλαλητήριο οι διαδηλωτές να κάνουν τη Θεσσαλονίκη να δονείται από το σύνθημα: «Προστάτες των ΣΥΡΙΖΑίων Αμερικάνοι».
Βρίσκετε κάτι άλλο που να αντιπροσωπεύει καλύτερα τον μοναδικό πολιτικό σουρεαλισμό τον οποίο ζούμε;