Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Η παράνοια της εξουσίας και οι…κρυφές μετρήσεις



            Σε όποιο λεξικό και αν αναζητήσει κανείς την ερμηνεία της λέξης «μεταστροφή» βρίσκει ότι ως τέτοια λογίζεται «οποιαδήποτε στροφή προς άλλη κατεύθυνση». Μάλιστα σε έναν από τους πιο δημοφιλείς ιστότοπους, την Βικιπαίδεια, επισημαίνεται ότι ως όρος η μεταστροφή είναι προσφιλής όταν αναφέρεται στην προπαγάνδα και αποτυπώνεται σε εκφράσεις όπως «μεταστροφή του λαϊκού φρονήματος».
Παρότι το σχετικό λήμμα είναι προγενέστερο των πρόσφατων δηλώσεων του Πάνου Σκουρλέτη με τις οποίες ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ επεχείρησε να αμφισβητήσει τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, τα λεγόμενά του μπορεί να θεωρηθούν ως κραυγαλέο παράδειγμα προπαγανδιστικής χρήσης της λέξης μεταστροφή. «Αυτό το οποίο είναι ορατότατο, πασιφανές, είναι ότι υπάρχει μεταστροφή του κόσμου, η οποία καταγράφεται», ισχυρίστηκε σε μια από τις συνεντεύξεις του.
Το εύλογο ερώτημα για το που και πως καταγράφεται αυτή η μεταστροφή, ο κ. Σκουρλέτης το άφησε να αιωρείται. Σε μια άλλη συνέντευξή του, μάλιστα, έκανε λόγο για δημοσκοπήσεις που υπάρχουν στα χέρια των κομμάτων, χωρίς να δημοσιοποιούνται και οι οποίες «δίνουν μια διαφορετική εικόνα από αυτή που μας παρουσιάζουν τα ΜΜΕ»!
Αν όντως υπάρχουν τέτοιες έρευνες «στα χέρια των κομμάτων», τότε ο πρώτος που τις έχει στα χέρια του είναι ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί, λοιπόν, δεν τις δίνει στη δημοσιότητα; Ποιος τον εμποδίζει; Η απάντηση είναι μάλλον απλή: Διότι δεν υπάρχουν. Όπως δεν υπήρχαν και οι δημοσκοπήσεις υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών τις οποίες επικαλείτο ο τέως υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, χωρίς ποτέ να τις δώσει στη δημοσιότητα, όπως… απειλούσε ότι θα έκανε.
Είναι αλήθεια ότι οι ΣΥΡΙΖΑίοι αξιωματούχοι δεν είναι οι πρώτοι διδάξαντες το παιχνίδι με την αμφισβήτηση των δημοσκοπήσεων. Πολλοί άλλοι κατά το παρελθόν, όταν δεν τους βόλευαν τα ευρήματα των μετρήσεων, κατέφευγαν σε ισχυρισμούς ότι «είναι φωτογραφίες της στιγμής» που «δεν πιάνουν τον σφυγμό της κοινωνίας».
Ωστόσο, ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχε διανοηθεί κάποιος να μιλήσει για… μεταστροφή προτού να παραδεχθεί ότι υπήρξε προγενέστερη στροφή. Γιατί, κακά τα ψέματα, για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρξε ποτέ… στροφή. Και πως αποδεικνύεται αυτό; Μα, από το γεγονός ότι τα -ουκ ολίγα- φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, όσο και το διάστημα που η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προπορεύονται δημοσκοπικά, έχουν πάψει να δημοσιεύουν σφυγμομετρήσεις.
Οπότε, το πιθανότερο είναι ότι οι άμοιροι αναγνώστες, ακροατές και θεατές τους, εφόσον δεν ρίχνουν… κλεφτές ματιές σε άλλα μέσα, μάλλον δεν έχουν πληροφορηθεί ποτέ τη… στροφή που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, κατά τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας σε όλες ανεξαιρέτως τις έρευνες που υπογράφονται από υπαρκτές εταιρίες μετρήσεων βλέπουν την πλάτη των αντιπάλων τους.
Γι΄  αυτό και δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι αν ο γραμματέας του κυβερνώντος κόμματος είχε όντως άλλες δημοσκοπήσεις που υπηρετούν το «αφήγημα» του Μαξίμου και της Κουμουνδούρου, ότι είναι δυνατή η ανατροπή του παγιωμένου σκηνικού που αποτυπώνεται στις μετρήσεις, όχι μόνον δεν θα τις κρατούσαν κρυφές, αλλά θα φωταγωγούνταν η Πλατείας Συντάγματος για την ειδική πανηγυρική τελετή που διοργανωνόταν για την παρουσίασή τους.
Τώρα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Με προφανή ψέματα – «έχουμε άλλες δημοσκοπήσεις»- ή μισές αλήθειες –«έλα μωρέ οι δημοσκοπήσεις, πέφτουν έξω»- προσπαθούν να αποσιωπηθούν τα ευρήματα των μετρήσεων που λίγο ως πολύ λένε τα ίδια πράγματα: ότι, δηλαδή, η Νέα Δημοκρατία έχει αποσπάσει διαφορά που σπανίως έχει καταγράψει άλλοτε αντιπολιτευόμενη δύναμη και ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πρώτος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που προηγείται του εν ενεργεία κατόχου του θώκου στις απαντήσεις για την καταλληλότητα στην πρωθυπουργία.
Η περίπτωση της εταιρίας Public Issue είναι αποκαλυπτική. Οι ιθύνοντες της, ακολουθώντας μια δική τους μεθοδολογία δημοσιεύουν χρόνια τώρα, την αποκαλούμενη «εκτίμηση εκλογικής επιρροής», με βάση την οποία διατυπώνουν πρόβλεψη για το τελικό εκλογικό ποσοστό με αναγωγή των αναποφασίστων και των λοιπών στοιχείων που άλλοι ομότεχνοί τους κατατάσσουν στη λεγόμενη «αδιευκρίνιστη ψήφο». Επί χρόνια πολλά τις μετρήσεις της οι ΣΥΡΙΖΑίοι τις είχαν… ευαγγέλιο. Πριν από τις εκλογές του 2015, μάλιστα, οι έρευνες της εύρισκαν φιλόξενη στέγη στο κομματικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ, την «Αυγή».
Η φιλοξενία, όμως, ίσχυσε για όσο οι προβλέψεις βόλευαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Τον Νοέμβριο, για παράδειγμα του 2014, που η Public Issue έδινε 27% στη ΝΔ και 38,5%, ποσοστά δηλαδή πολύ κοντά σε αυτά που βγήκαν δύο μήνες μετά στην κάλπη, ήταν όλα καλά. Όπως όλα καλά ήταν όταν τον Φεβρουάριο του 2015, που απογειώθηκε η εξαπάτηση του ελληνικού λαού με τις υποσχέσεις ότι «δεν θα ψηφίσουμε ποτέ νέο Μνημόνιο», ο ΣΥΡΙΖΑ εκτινασσόταν στο… 54% και η ΝΔ υποχωρούσε στο 16%.
Το ίδιο και στις δεύτερες εκλογές του 2015, που κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν με τα ποσοστά που του έδινε η Public Issue. Όπως και λίγους μήνες μετά που, καθώς αποκαλυπτόταν η μνημονιακή μετάλλαξη των κυβερνώντων, η ΝΔ στην αρχή ισορρόπησε το παιχνίδι και μετά άρχισε από τους πρώτους μήνες του 2016 που απέκτησε καινούργια ηγεσία να παίρνει κεφάλι. Εκεί κάπου έπαψε και η συνεργασία της Αυγής με την Public Issue, η οποία, μη έχοντας άλλο δίαυλο, αναγκάστηκε τις έρευνες που εξακολουθεί να διενεργεί να τις δημοσιοποιεί πλέον μόνον μέσω Διαδικτύου.
Βλέπετε, το προβάδισμα υπέρ της ΝΔ το οποίο υπολογίζει είναι θηριώδες: έφθασε στις 24 μονάδες τον Οκτώβριο του 2016 και ήταν 16,5% στην πλέον πρόσφατη μέτρηση. Και δεν είναι μόνον αυτό: το 2014 είχε βρει ότι ο Αντώνης Σαμαράς ήταν μπροστά με 13 μονάδες στην καταλληλόλητα ως πρωθυπουργός, ενώ τώρα ο αρχηγός της ΝΔ προηγείται με 18 μονάδες του εν ενεργεία πρωθυπουργού. Πριν από τέσσερα χρόνια, επίσης, το 26% θεωρούσε καταλληλότερη την κυβέρνηση Σαμαρά (έναντι 28% του Αλέξη Τσίπρα), ενώ τώρα μόνον 18% προτιμάει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση και 36% τη ΝΔ.
Με αυτά και με αυτά δεν προκαλεί ίσως ιδιαίτερη εντύπωση που τα φιλοκυβερνητικά μέσα δεν κάνουν πλέον ούτε την παραμικρή μνεία στα ευρήματα της Public Issue. Περιμένουν ίσως τις… αόρατες δημοσκοπήσεις που έχει αλλά κρατάει… κρυφές ο κ. Σκουρλέτης. Εδώ ο Αλέξης Τσίπρας δεν βλέπει τις κλούβες των ΜΑΤ που τον φυλάνε στο σιδερόφρακτο Μαξίμου, τις μετρήσεις θα δουν; Η παράνοια της εξουσίας φαίνεται ότι τις κάνει κι αυτές αόρατες….

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

«Παύλος» ή «φαύλος»;



            Ο χειρισμός τον οποίο ακολούθησε η κυβέρνηση στο Εκκλησιαστικό ίσως δεν πρέπει να εκπλήσσει, καθώς δεν απέχει από τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται όλα τα θέματα: μικρά και μεγάλα.
Στην πραγματικότητα είδαμε να εκτυλίσσεται ένας χειρισμός σχεδόν πανομοιότυπος με πολλούς προηγούμενους: από την αλλαγή πλεύσης το ίδιο βράδυ που οι Έλληνες κλήθηκαν να ψηφίσουν «Όχι» στο πιο ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα όλων των εποχών έως τη «περήφανη» 17ωρη διαπραγμάτευση που οδήγησε στο τρίτο και πλέον επώδυνο Μνημόνιο και από τη… σωτηρία των συντάξεων που επέφερε ο νόμος Κατρούγκαλου έως τη χορήγηση αναδρομικών και την προοπτική μείωσης των εισφορών που προβάλλονται τώρα ως φιλολαϊκές παροχές προς τους βαρύτατα φορολογούμενους Έλληνες πολίτες.
Στο Εκκλησιαστικό συμποσούνται όλα τα χαρακτηριστικά της φαυλότητας που συνθέτουν τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: ιδεοληπτικού τύπου βερμπαλισμοί και μεγαλοστομίες αναντίστοιχες με το μέτρο των πραγμάτων, μικροκομματικοί υπολογισμοί με σταθερή επιδίωξη να προσποριστούν επικοινωνιακά οφέλη και να εκτεθεί η αντιπολίτευση, διαστροφή της πραγματικότητας και επινίκιες ιαχές ακόμη όταν το «Βατερλό» χάσκει μπροστά στα μάτια όλων.
Μην ξεχνάμε ότι στην προκειμένη περίπτωση όλα ξεκίνησαν με τον δήθεν μεγαλεπήβολο στόχο να υλοποιηθεί η παραδοσιακή θέση της Αριστεράς για χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, θέση η οποία συχνά – πυκνά βρίσκει υποστήριξη και από μετριοπαθείς δυνάμεις του Κέντρου και της Δεξιάς. Η αφορμή ήταν, υποτίθεται, η αρξάμενη συνταγματική Αναθεώρηση, στο πλαίσιο της οποίας αναμενόταν η ανακίνηση των ζητημάτων που σχετίζονται με τη διευθέτηση των σχέσεων της Πολιτείας με τους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας και εν γένει τους θρησκευτικούς λειτουργούς.
Ακολουθώντας, όμως, την πεπατημένη, σύμφωνα με την οποία κάθε φορά που προετοιμάζει μια κωλοτούμπα καταφεύγει σε ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα για να την καλύψει, όπως έκανε με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος για να αποπροσανατολίσει από την διάθεσή του να συμβιβαστεί, ο Αλέξης Τσίπρας κάλεσε στο πρωθυπουργικό γραφείο τον Αρχιεπίσκοπο για να ανακοινώσει μια «Ιστορική συμφωνία» που, όπως αποδείχθηκε, ούτε «ιστορική» ήταν, ούτε «συμφωνία».
Από την πρώτη στιγμή διαφάνηκε ότι εκείνο που ουσιαστικά ήθελε ο κ. Τσίπρας ήταν να δικαιολογήσει την απόφασή του να μην προχωρήσει ο χωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος επειδή αυτό θα ήταν εκλογικά επώδυνο για τον ΣΥΡΙΖΑ που ψαρεύει πλέον σε κάθε είδους νερά. Για να το πετύχει, ωστόσο, χρειαζόταν έναν αντιπερισπασμό που θα έστρεφε αλλού το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και θα καταλάμβανε εξ απήνης την αντιπολίτευση.
Έτσι, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προχωρήσει σε μια μικροδιευθέτηση σχετικά με τον τρόπο πληρωμής των κληρικών οι οποίοι δεν θα εισέπρατταν πλέον τον μισθό τους απευθείας από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών, αλλά εφεξής το Δημόσιο θα έδινε ισόποση με τους μισθούς τους επιδότηση (άγνωστο σε ποιον…), επειδή δεν θα νοούνται πλέον δημόσιοι υπάλληλοι.
Παραδόξως η αντιπολίτευση -ή τουλάχιστον ένα μέρος της- παραπλανήθηκε. Ίσως γιατί δεν τους έχουν γίνει μαθήματα τα άπειρα παθήματα που τους επιφυλάσσει όλα αυτά τα χρόνια ο κ. Τσίπρας. Όπως όταν τους λοιδωρούσε ενώ έδιναν ψήφο στο δικό του Μνημόνιο. Ή όταν θέτει στο σκανδαλοθηρικό στόχαστρό του όποιο στέλεχος της αντιπολίτευσης μπαίνει εμπόδιο στα σχέδια του ίδιου και της παρέας του να πάρουν εκτός από την κυβέρνηση και όλες τις εξουσίες. 
Δυστυχώς, όμως, για την κυβέρνηση, δεν παραπλανήθηκαν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, δηλαδή η πλειονότητα των κατώτερων και ανώτερων κληρικών που αντέδρασαν εντόνως στους προεκλογικού χαρακτήρα κυβερνητικούς σχεδιασμούς τους οποίους –ηθελημένα ή αθέλητα- διευκόλυνε ο Αρχιεπίσκοπος αποδεχόμενος έστω και ως πρόθεση συμφωνίας τα 15 σημεία του κοινού ανακοινωθέντος της 6ης Νοεμβρίου που κατέτειναν ουσιαστικά σε ένα και μόνο σημείο:  στην «απελευθέρωση», σύμφωνα με την έκφραση του κυβερνητικού εκπροσώπου, θέσεων για νέους διορισμούς στο δημόσιο.
Ο κ. Ιερώνυμος, αν πιστέψουμε τις διαρροές από το αλληλοσπαρασσόμενο περιβάλλον του, δικαιολογήθηκε στους άλλους Ιεράρχες λέγοντας ότι αντιμετώπισε τον Αλέξη Τσίπρα σαν τον άπιστο και απηνή διώκτη των Χριστιανών Σαούλ ο οποίος ανένηψε όταν, στην πορεία από τα Ιεροσόλυμα προς τη Δαμασκό, τού εμφανίστηκε ο Ιησούς και, αφού ασπάστηκε τη νέα πίστη, έγινε, ως Απόστολος Παύλος, πλέον, διαπρύσιος κήρυκας της.
Παρά, εξάλλου, την ευχέρεια των ελιγμών που αναμφισβήτητα διαθέτει ο κ. Τσίπρας, ο ρόλος του «θαυματοποιού» που υποδύθηκε δεν του βγήκε. Όπως δεν του βγαίνουν οι περισσότερες πρωτοβουλίες τώρα που βρίσκεται σε πορεία εξόδου. Τον πρόδωσε και η υπερβολική σπουδή με την οποία έσπευσε να εκμεταλλευθεί την κατ΄ αρχήν αρχιεπισκοπική ευλογία, όπως και την ήπια στάση που τήρησε αρχικά η αξιωματική αντιπολίτευση.
Το… ψευτοθαύμα της υποσχόμενης πρόσληψης 10.000 νέων δημοσίων υπαλλήλων στη θέση των ιερέων οι οποίοι θα εξακολουθούσαν να πληρώνονται μεν από το δημόσιο ταμείο, αλλά με μια μη αποσαφηνισμένη μέθοδο, αποκαλύφθηκε. Και μαζί αποκαλύφθηκε ότι ο κ. Τσίπρας δεν έγινε -και ούτε θα μπορούσε να γίνει ποτέ του- ο… νέος Απόστολος Παύλος.
Στο τέλος – τέλος όταν ξεκινάς με υψιπετείς διακηρύξεις ότι δήθεν θέλεις να χωρίσεις την Εκκλησία από το Κράτος και, αντ΄ αυτού, καταλήγεις σε μεγαλύτερη σύσφιξη, με την διαιώνιση, αφενός, της πληρωμής των μισθών των ιερωμένων από τον δημόσιο κορβανά και, αφετέρου, με ενεργοποίηση της κοινής εταιρίας για αξιοποίηση της αμφισβητούμενης περιουσίας, δεν μεταμορφώνεσαι σε… Παύλο.
Το μόνο που αποδεικνύεις, έτσι, είναι πόσο φαύλος πολιτικός είσαι, αφού το ενδιαφέρον σου και οι πολιτικές που ασκείς περιορίζονται στον στενό ρουσφετολογικό ορίζοντα της επερχόμενης κάλπης.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Η προβιά του πολιτικού που «δεν ξέρει να χάνει»


Ο…. σοσιαλδημοκρατικός οίστρος με τον οποίο φαίνεται να επέστρεψε ο Αλέξης Τσίπρας από το πρόσφατο ταξίδι του στο Βερολίνο, όπου πήγε για να μιλήσει για το «καθαρό μυαλό» του στους άλλοτε… επάρατους SPDέδες, τους οποίους όλα τα προηγούμενα χρόνια καταχέριαζε από τις συγκεντρώσεις των Die Linke, διήρκεσε όσο και η πρωτολογία του στη συζήτηση στη Βουλή για τη συνταγματική αναθεώρηση.  
Μόλις αντελήφθη ότι όχι μόνον δεν του πήγαινε η «προβιά» του συναινετικού που αίφνης φόρεσε και κυρίως μόλις έγινε σαφές ότι κανέναν δεν κατάφερε να ξεγελάσει με αυτή τη μεταμόρφωσή του, αποκαλύφθηκε βγάζοντας από μέσα του τον καταπιεσμένο αριστερό που, όπως θα έλεγε κι ο ίδιος, «δεν ξέρει να χάνει».
Μπορεί η φράση αυτή να του αποδίδεται για τον υποψήφιο δήμαρχο Αθηναίων που θέλει –αλλά δεν μπορεί ακόμη- να βρει για λογαριασμό του ΣΥΡΙΖΑ, στην πραγματικότητα, όμως, είναι αποκαλυπτική της νοοτροπίας ενός αμοραλιστή πολιτικού που δεν μπορεί να τηρήσει ούτε τους στοιχειώδεις κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού.
Και το έδειξε όταν, προκειμένου να αποποιηθεί τον πρόσκαιρα συναινετικό εαυτό του, δεν δίστασε να κάνει -με την ανοχή του Προέδρου της Βουλής- λάστιχο τον Κανονισμό των κοινοβουλευτικών διαδικασιών ώστε να έχει τον τελευταίο λόγο και να λοιδορεί τους αντιπάλους του στερώντας τους το δικαίωμα της ανταπάντησης.
Έτσι, αφού σε συνεννόηση με το Προεδρείο έστησε το παιχνίδι για να παγιδεύσει τους άλλους αρχηγούς, ξεκίνησε με μελίρρυτες αναφορές που δεν πίστευε κανείς ότι εκστόμιζε ο πολιτικός που χρόνια τώρα πολιτεύεται με το δόγμα «ή εμείς ή αυτοί, ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», «ξεμπερδεύουμε με το παλιό» και άλλα τέτοια ηχηρά παρόμοια.   
«Είναι ώρα το ελληνικό Κοινοβούλιο να πάρει ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες, να υπερβεί μικροπολιτικές σκοπιμότητες και τακτικισμούς, για να δώσει απαντήσεις που δεν αφορούν στο σήμερα, αλλά στο αύριο», είπε ο πολιτικός που έχει ανεβάσει τη μικροπολιτική σκοπιμότητα σε ανυπέρβλητα ύψη.
«Να αρθεί στο ύψος των προσδοκιών και των απαιτήσεων των πολιτών και να αναζητήσει συναινέσεις εκεί όπου αυτές είναι εφικτό να αναζητηθούν», συμπλήρωσε ο αρχηγός ο οποίος έχει μετατρέψει σε καθημερινή πραγματικότητα τον διχασμό και τη μισαλλοδοξία, όπως μαρτυρούν τα υβριστικά non paper που εκδίδονται σωρηδόν από το πρωθυπουργικό γραφείο όταν δεν προλαβαίνει να υβρίσει μέσα από τα social media το alter ego του που ακούει στο όνομα Παύλος Πολάκης.
Ανομολόγητος στόχος του ήταν να… πιάσει στον ύπνο τους άλλους αρχηγούς οι οποίοι, αν έπεφταν στην παγίδα το και ακολουθούσαν σε αυτό τον σκοπό, θα τον έβλεπαν να τους την «πέφτει» στη δευτερολογία που σκόπευε να κάνει μόνον εκείνος, αποκλείοντας όλους τους άλλους. Ναι, όσο και αν μοιάζει τόσο απίστευτα μικροπρεπές, αυτό ήταν το σχέδιο του… μεγάλου ηγέτη που τον έχει πείσει ο περίγυρος του ότι «έχει το πάνω χέρι» στη Βουλή.
Η εποχή, ωστόσο, που ο κ. Τσίπρας μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει με το θράσος του παλαιού καταληψία φαίνεται ότι έχει παρέλθει, μάλλον ανεπιστρεπτί. Γιατί τα κόμματα της αντιπολίτευσης και πρωτίστως η ΝΔ διαμήνυσαν στο προεδρείο της Βουλής ότι δεν θα ανεχτούν το… στήσιμο που επιχειρήθηκε και διεκδίκησαν κι εκείνοι το δικαίωμα στον αντίλογο που ήθελε να τους στερήσει ο κ. Τσίπρας.
Γι΄ αυτό και ήδη από τις πρωτολογίες τους, ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ούτε η Φώφη Γεννηματά, του χαρίστηκαν. Τον αντιμετώπισαν στα ίσα, δείχνοντάς του ότι δεν εμπιστεύονται τίποτε από όλα όσα λέει. Και τον υποχρέωσαν να πετάξει τη μάσκα του συναινετικού στη δευτερολογία και να αποκαλυφθεί με τις προκάτ επιθέσεις που είχε στις σημειώσεις του.
Διότι προκάτ ήταν ο χαρακτηρισμός «πρόεδρος του Εδεσσαϊκού» που απέδωσε στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας. Προκάτ ήταν και η… απειλή που εκτόξευσε κατά της προέδρου του Κινήματος Αλλαγής ότι «αν συνεχίσετε έτσι, θα είναι ο ελληνικός λαός που θα σας δώσει απόφαση για μόνιμη έξωση από το πολιτικό στερέωμα».
Όπως στη ζωή, έτσι και στην πολιτική, εκείνο που ανυψώνει τους ανθρώπους και τους καθιστά άξιους δεν είναι αποκλειστικά και μόνον οι νίκες. Είναι και οι ήττες. Και πρωτίστως η διαχείρισή τους. Να ξέρει, δηλαδή, κανείς να χάνει. Και να χάνει με αξιοπρέπεια. Αργά ή γρήγορα –μάλλον το δεύτερο- θα χάσει και ο κ. Τσίπρας. Όπως έχασαν κάποια στιγμή και άλλοι πολύ πιο σπουδαίοι πολιτικοί από εκείνον.
Τότε ίσως αντιληφθεί και το ουσιαστικό και βαθύ νόημα της φράσης «η Ιστορία δεν γράφεται από τους περιστασιακούς ένοικους της εκτελεστικής εξουσίας» την οποία χρησιμοποίησε ο Κώστας Σημίτης για να αποκρούσει την εις βάρος του συκοφαντία που ενορχήστρωσαν οι διάφοροι «Ρασπούτιν» που είχαν θρονιαστεί πίσω από τον κ. Τσίπρα.
Φράση την οποία ο σημερινός πρωθυπουργός προσπάθησε να διαστρέψει, πιθανότατα επειδή η οίηση της εξουσίας που τον διακατέχει δεν του επιτρέπει να αντιληφθεί ότι τα αξιώματα έρχονται και παρέρχονται. Και ότι μόνον η αξιοπρέπεια και η αποτελεσματικότητα είναι εκείνα που μένουν στην Ιστορία.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Ανιστόρητες… ιστορικότητες και άλλες ιστορίες θεομπαιξίας



Μόνον παντελώς ανιστόρητοι τύποι θα μπορούσαν να κάνουν τόσο προκλητική κατάχρηση της έννοιας της ιστορικότητας. Όποιο πυροτέχνημα και να εξαπολύσουν, όποιον επικοινωνιακό αντιπερισπασμό και αν επιστρατεύσουν, σπεύδουν, πριν καν ανακοινώσουν το περιεχόμενό του, να τον βαφτίσουν «ιστορική συμφωνία».
Από πού να ξεκινήσει κάποιος; Από την διαβόητη 17ωρη «υπερήφανη διαπραγμάτευση» του 2015 που κατέληξε στην «ιστορική συμφωνία» του τρίτου και βαρύτερου Μνημονίου που ήταν στον αντίποδα από εκείνο που είχε κληθεί να ψηφίσει ο ελληνικός λαός και παρέδωσε ενέχυρο στους δανειστές όλη τη δημόσια περιουσία;
Και που να σταματήσει κανείς; Στην «ιστορική» φιέστα της γραβάτας στο Ζάπειο για να γιορταστεί η «καθαρή έξοδος» που ακόμη δεν βρέθηκε; Ή στην «ιστορική» Συμφωνία των Πρεσπών την οποία σαν καλά και υπάκουα  παιδιά υπέγραψαν, προσμένοντας ανταλλάγματα και αγνοώντας προκλητικά τη βούληση της πλειονότητας των Ελλήνων;
Γι΄ αυτό και μάλλον δεν πρέπει να προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη όταν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, προτού καν διαβάσει το κοινό ανακοινωθέν που είχε λίγο πριν συνομολογήσει με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, έσπευσε να προσδώσει… ιστορικές διαστάσεις σε μια αμφιβόλου σημασίας συμφωνία με την Εκκλησία, με την οποία όχι μόνον δεν επέρχεται ο πολυθρύλητος διαχωρισμός από το Κράτος, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις μάλλον διαπλέκονται έτι περαιτέρω.
Κι, όμως, ο κ. Τσίπρας με τον μοναδικό βερμπαλισμό που τον χαρακτηρίζει, ξεκίνησε τις δηλώσεις του από το Μέγαρο Μαξίμου, ισχυριζόμενος τα εξής: «Σήμερα είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι μετά από έναν πολυετή αλλά και ειλικρινή διάλογο με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και την Εκκλησία της Ελλάδας βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πλαίσιο, θα έλεγα, Συμφωνίας. Αλλά, μία Συμφωνία την οποία θα μου επιτρέψετε να χαρακτηρίσω ιστορικού χαρακτήρα…».
Η συνέχεια, βέβαια, των δηλώσεων του κάθε άλλο παρά επίγνωση ιστορικότητας μαρτυρούσε. Και, όπως αποδείχθηκε, εξάλλου, την επομένη από τις διευκρινήσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου όλα όσα είπε ο κ. Τσίπρας δεν ήταν παρά ένα πρόχειρο περιτύλιγμα για να δικαιολογηθούν προεκλογικού χαρακτήρα εξαγγελίες περί νέων προσλήψεων στο Δημόσιο.
Με άλλα λόγια, το σκηνικό που στήθηκε στο πρωθυπουργικό γραφείο ήταν μόνο και μόνο για να ανακοινωθεί πομπωδώς ότι «οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών». Ενώ αμέσως μετά γνωστοποιήθηκε ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου».
Δεν πέρασαν, άλλωστε, λίγες ώρες και αυτό το οποίο αρκετοί, εν είδει πλάκας, υποστήριζαν στο Διαδίκτυο, ότι, δηλαδή, όλο αυτό έγινε για να… ανοίξουν θέσεις στο Δημόσιο, αποδείχθηκε ότι μόνον πλάκα δεν ήταν. «Πράγματι με τη συμφωνία αυτή απελευθερώνονται 10.000 θέσεις δημοσίων υπαλλήλων», πανηγύρισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος που αποφάσισε να κάνει εκτάκτως «ενημέρωση» των πολιτικών συντακτών για να προπαγανδίσει την «ιστορική πρωτοβουλία».
Και ως να ανακοίνωνε κέρδη από λαχειοφόρο κλήρωση, ο κ. Τζανακόπουλος συμπλήρωνε: «Διότι, ξέρετε ότι οι κληρικοί αν και δεν είναι ακριβώς δημόσιοι υπάλληλοι, είναι οιονεί δημόσιοι υπάλληλοι, καταμετρώνται στο δυναμικό των δημοσίων υπαλλήλων. Και ακριβώς, επειδή έχουμε καταφέρει να καταλήξουμε σε μια συμφωνία με τους θεσμούς, πριν από τη λήξη του μνημονίου που προβλέπει το ένα προς ένα στο δημόσιο, αυτό μας δίνει τη δυνατότητα στα επόμενα χρόνια να συμπληρώσουμε αυτές τις θέσεις με προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων…».
Μιλάμε για τεράστια διαπραγματευτική επιτυχία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, οι οποίοι θεωρούν ότι θα μπερδέψουν τους… κουτόφραγκους τους «τροϊκανούς», οι οποίοι, αφού θα δουν ότι οι ιερωμένοι δεν θα πληρώνονται από την Αρχή Πληρωμών, θα χάσουν το… μέτρημα και θα αφήσουν την παρέα του Δημήτρη Τζανακόπουλου και της Μαριλίζας Ξενογιαννακοπούλου να προσλάβουν όσους περισσότερους μπορέσουν.
Το ότι για να προσληφθούν όλοι αυτοί στις 10.000 θέσεις που «απελευθερώνονται», θα κληθούν οι ήδη υπέρμετρα φορολογούμενοι Έλληνες πολίτες να επιβαρυνθούν με επιπλέον τουλάχιστον 200 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, είναι κάτι που μάλλον ούτε που…. πέρασε από το μυαλό του Αλέξη Τσίπρα και του Δημήτρη Τζανακόπουλου. Το θέμα τους είναι οι προσδοκίες που θα πουλήσουν σε μια εποχή υψηλής ανεργίας, μπας και «τσιμπήσουν» κάποιοι και τους ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές που φαίνεται ότι είναι το μόνο τους μέλημα.
Δεν είναι άλλωστε, παράδοξο που από τη μια καλούσαν τα κόμματα να συμφωνήσουν μαζί τους, από την άλλη απέδιδαν εξαλλοσύνη σε όποιον έθετε ερωτήματα για ένα πυροτέχνημα που ήταν σαφές ότι στήθηκε στο πόδι μήπως και καλυφθεί μια ακόμη αριστοτεχνική κωλοτούμπα από τους πιο διάσημους… θεομπαίχτες που έχει γνωρίσει τούτος ο τόπος.
Μιλάμε για τους θεομπαίχτες οι οποίοι μέχρι πρόσφατα διατυμπάνιζαν θέσεις για χωρισμό Κράτους – Εκκλησίας και τώρα κάνουν το κάθετι για ακόμη μεγαλύτερο σφιχταγκάλιασμα. Με αποκορύφωμα την κοινή εταιρία για τη διαχείριση της αμφισβητούμενης εκκλησιαστικής περιουσίας που ναι μεν συστάθηκε επί της προηγούμενης κυβέρνησης και μένει εδώ και πέντε χρόνια στα χαρτιά, κυρίως απειδή την πολέμησε ο ΣΥΡΙΖΑ, πλην, όμως, τώρα οι νυν κυβερνώντες την εμφανίζουν ως δήθεν καινούργια –«ιστορική», πάντα- πρωτοβουλία.
«Η ελληνική κυβέρνηση (sic!) καλεί όλες τις πολιτικές δυνάμεις να υποστηρίξουν αυτή την ιστορική πρωτοβουλία που διευθετεί μια από τις πιο περίπλοκες νομικές και πραγματικές εκκρεμότητες, ίσως την πιο περίπλοκη, στην ιστορία του ελληνικού κράτους», είπε αυτολεξεί o εκπρόσωπος της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Και με τη γνωστή θρασύτατη αμετροέπεια που διακρίνει όλες τις κυβερνητικές διακηρύξεις, συμπλήρωσε αμέσως μετά: «Γι αυτόν ακριβώς το λόγο είναι απολύτως εκτός λογικής και πλήρως πολιτικά ανεύθυνο, να οδηγούνται κάποιες πολιτικές δυνάμεις σε διαστρεβλώσεις και εξαλλοσύνες, που δεν συνάδουν με τη βαρύτητα, τη σοβαρότητα και την ιστορικότητα της συμφωνίας αυτής».
Τι του λες μετά από αυτό; Μάλλον τίποτε περισσότερο από ένα «ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές»!

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Συνταγματική αναθεώρηση τώρα; Όχι, ευχαριστώ!



Με τόσο αμοραλισμό και ιδεοληψία που έχει διοχετευθεί στο κοινωνικό σώμα την τελευταία τετραετία και με τέτοια εξαπάτηση και κοροϊδία που υφίστανται όλο αυτό το διάστημα οι πολίτες είναι προφανές ότι δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται η κυβέρνηση τη μείζονα θεσμική διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης.
Μια κατ΄ εξοχήν συναινετική διαδικασία, αφού για να αλλάξει το Σύνταγμα απαιτούνται συμπτώσεις και συγκλίσεις από ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις και μάλιστα σε δύο διαφορετικές κοινοβουλευτικές περιόδους, έρχεται στο προσκήνιο με το γνωστό μοντέλο της διχόνοιας που ακολουθείται σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου.
Η εκκίνηση έγινε με φιέστα η οποία στήθηκε προ διετίας στο προαύλιο της Βουλής για να ακολουθήσει «τουρνέ» των κυβερνητικών προτάσεων ανά την ελληνική επικράτεια που είναι αμφίβολο αν συγκίνησαν έστω και έναν απλό πολίτη, πέραν των εξ επαγγέλματος και επ΄ αμοιβή εμπλεκομένων σε αυτή τη διαδικασία.  
Το ζήτημα επανέρχεται τώρα στη Βουλή, εκεί που από την αρχή έπρεπε να μείνει, ακολουθώντας όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες διαβούλευσης. Και το πιο αποκαρδιωτικό είναι ότι επανέρχεται μέσα στο ίδιο διχαστικό μοτίβο. Ένα μοτίβο που μόνον εθελοτυφλούντες δεν βλέπουν σε αυτό τη σταθερή και επίμονη επιδίωξη του Μεγάρου Μαξίμου να εκτεθεί η αντιπολίτευση και να βρεθεί ο κοινός τόπος για να καταστεί εφικτή η αναθεώρηση και να προχωρήσουν οι συνταγματικές αλλαγές που η κοινωνία θεωρεί ώριμες.
Παρότι είναι σαφές ότι η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον σε προφανή δυσαρμονία με τη λαϊκή βούληση, όπως όριζε η παλαιά συνταγματική πρόνοια που έδινε το δικαίωμα στον ανώτατο άρχοντα να διαλύει τη Βουλή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι διατεθειμένος να αλλάξει ούτε τη στρατηγική ούτε την τακτική που ακολουθεί τόσα χρόνια. Γι΄ αυτό και ως την τελευταία ώρα που θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την εξουσία θα επιμένει να κατασκευάζει αιτίες για αντιπαράθεση και να αναζητεί αφορμές για σύγκρουση.
Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος εκστόμισε τον πιο βαρύγδουπο βερμπαλισμό που έχει ακουστεί ποτέ σε προγραμματικές δηλώσεις κυβέρνησης, λέγοντας «είμαστε κάθε λέξη από το Σύνταγμα αυτής της χώρας και αυτό θα υπηρετήσουμε μέχρι τέλους», έχει εργαλειοποιήσει όσο κανένας άλλος προκάτοχός του τον καταστατικό χάρτη της ελληνικής Πολιτείας. Φθάνοντας, μάλιστα, μέχρι του σημείου να τον χρησιμοποιεί ως… φόβητρο κατά των αντιπάλων του.
Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η αστεία κριτική την οποία ασκούν οι κυβερνώντες προς την αντιπολίτευση, εκτοξεύοντας τάχατες απειλές για την αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών που υποτίθεται ότι φοβίζει τους πολιτικούς αντιπάλους των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Στην πραγματικότητα, όμως, αν υπάρχει κάποιος που πρέπει να φοβάται από την αλλαγή του περιώνυμου άρθρου 86 του Συντάγματος δεν είναι ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τη Φώφη Γεννηματά, ούτε κανένα άλλο στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που σε τίποτε δεν τους αφορά το θέμα, τουλάχιστον όσο δεν έχουν την ευθύνη για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Οι μόνοι που πρέπει να φοβούνται είναι οι σημερινοί υπουργοί οι οποίοι μπορεί να ελπίζουν ότι θα προστατευθούν και δεν θα διωχθούν από την επόμενη Βουλή με βάση την ισχύουσα  νομοθεσία περί ποινικής ευθύνης των μελών του υπουργικού συμβουλίου, επειδή τα τυχόν αδικήματά τους, π.χ. για τα τέρατα και σημεία του πρώτου εξαμήνου του 2015, θα θεωρηθούν παραγεγραμμένα.
Όπως και να έχει, όμως, η αναθεώρηση του άρθρου 86, στην οποία όλες οι πολιτικές δυνάμεις δηλώνουν σύμφωνες και που για προπαγανδιστικούς λόγους εμφανίζεται ως πανάκεια για τη διαφάνεια, μόνον τέτοια δεν είναι. Άλλωστε, όταν προέκυψαν στοιχεία η Δικαιοσύνη ουδόλως εμποδίστηκε από το εν λόγω άρθρο είτε να καταδικάσει τον Άκη Τσοχατζόπουλο είτε, μόλις πρόσφατα, να προφυλακίσει τον Γιάννο Παπαντωνίου.
Ούτε παραγραφές ίσχυσαν, ούτε ατιμωρησία εξασφαλίστηκε. Και αυτό καλό είναι να το ξέρουν ορισμένοι από τους σημερινούς υπουργούς που –για να το διατυπώσουμε όσο πιο κομψά γίνεται- επιτρέπουν να χρησιμοποιείται το δημόσιο χρήμα ως να είναι λάφυρο που τους παραδόθηκε μαζί με τη διακυβέρνηση.
Με αυτά και με πολλά άλλα, όπως οι επιστολές που εστάλησαν σε ανύπαρκτους αρχηγούς ανύπαρκτων κομμάτων ή ακόμη και η διατύπωση ψευδεπίγραφων προτάσεων για αναθεώρηση διατάξεων ώστε δήθεν να προστατεύονται δημόσια αγαθά, όπως το νερό και το ηλεκτρικό, που επί των ημερών των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ιδιωτικοποιούνται με επιμονή μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενη κυβέρνηση, εύκολα οδηγείται κανείς στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες δεν είναι ώριμες για να γίνει μια ουσιαστική και απροσχημάτιστη αναθεώρηση που να αντιστοιχεί στις ανάγκες της εποχής.
Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί τον βαρύνοντα λόγο στην αναθεωρητική διαδικασία να τον έχει το κόμμα που απέρχεται από την εξουσία και θέλει να μπλοκάρει ακόμη και αλλαγές με τις οποίες είναι σύμφωνη η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών που έπαθε και έμαθε από τις λαϊκίστικες προσεγγίσεις και τις απατηλές υποσχέσεις των τελευταίων χρόνων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχουν άλλη επιλογή από το να απορρίψουν την ΣΥΡΙΖΑϊκής εμπνεύσεως  συνταγματική αναθεώρηση, διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους ότι δεν συναινούν στο διχαστικό πνεύμα που θέλει να αφήσει πίσω της, καθώς θα απέρχεται, η σημερινή εξουσία.     
Η απόρριψη, ωστόσο, δεν είναι υποχρεωτικό να γίνει δια της αποχής. Μπορεί να γίνει εξίσου αν όχι ακόμη πιο αποτελεσματικά και δια της συμμετοχής. Ο ρόλος των υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων, που ενδιαφέρονται ειλικρινά για το αύριο της χώρας, είναι να μπουν στη συζήτηση, με τον επιπλέον στόχο να αποκαλύψουν τα προσχήματα. Και όταν έρθει, αν έρθει, η ώρα της ψηφοφορίας μπορούν να αποφασίσουν την αποχή για να εμποδίσουν μια «κολοβή» αναθεώρηση που θα μεταθέτει για σχεδόν μια δεκαετία τις ώριμες αλλαγές.
            Έτσι θα αφήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ να πορευτεί απερίσπαστος στον… δρόμο της προόδου που έχει επιλέξει με τους παλαιούς και νέους του συμμάχους: τον Πάνο Καμμένο, τον Νίκο Νικολόπουλο, την Κατερίνα Παπακώστα και άλλους «πρόθυμους» που τυχόν θα βρεθούν.