Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Αδαείς, αμαθείς, αμετροεπείς



Δεν περνάει μέρα που ένα τουλάχιστον στέλεχος της κυβερνητικής παράταξης να μην υποπέσει σε ένα ολίσθημα: πολιτικό, ηθικό, θεσμικό ή απλώς φραστικό. Είναι σαν να βρίσκονται σε έναν διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους για το ποιος θα δείξει τον μικρότερο σεβασμό σε όλους εκείνους που τους ψήφισαν και στους υπόλοιπους που τους ανέχονται.
Συμπεριφέρονται ως να μετέχουν σε ένα ιδιότυπο διαγωνισμό για το ποιος θα προσβάλει περισσότερο τη νοημοσύνη των πολιτών, εκστομίζοντας την πιο μεγάλη κουταμάρα, αρκεί να θεωρήσουν ότι με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζουν, για να θυμηθούμε και τον Άντι Γουόρχολ, μερικά λεπτά δημοσιότητας.
Έχουν άποψη για τα πάντα και μιλούν ανενδοίαστα για πράγματα που καταφανώς όχι μόνον δεν γνωρίζουν, αλλά, τις περισσότερες φορές, αρνούνται και να τα μάθουν ενώ επιτίθενται με θράσος σε όποιον επισημαίνει την προκλητική άγνοια και την αμάθεια που τους χαρακτηρίζει.
Με πρώτο διδάξαντα τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος με κυνική ευκολία κάνει επίδειξη γνώσεων πουόλοι αντιλαμβάνονται ότι δεν έχει, με πιο χαρακτηριστική την προβληματική γλωσσομάθειά του ή την επιστημονική ημιμάθεια ακόμη και στο επιστημονικό πεδίο που υποτίθεται ότι σπούδασε, ο ένας μετά τον άλλον οι συνεργάτες του ακολουθούν την ίδια τακτική, λες και τους έχει επιλέξει ακριβώς για τα συγκεκριμένα «προσόντα» τους.
Νάρκισσοι που αρέσκονται να ακούν τη φωνή τους και ζουν για να βλέπουν τη φιγούρα τους στις τηλεοπτικές οθόνες, όταν δεν συνομιλούν με τους καθρέπτες τους, είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν τα πάντα και τα αντίθετά τους, αδιαφορώντας αν και στις δύο εκδοχές συνήθως πέφτουν έξω.  
Κανακεύουν, για παράδειγμα, με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο πρόσωπα που μέχρι πρότινος ενέτασσαν οι ίδιοι στο φαινόμενο «διαπλοκή», αλλά κουνούν το δάκτυλο στους αντιπάλους τους, κατηγορώντας τους ότι εκπροσωπούν το παλαιό και διατεινόμενοι ότι τάχατεςηγούνται προοδευτικού μετώπου το οποίο όλοι βλέπουν ότι συγκροτείται με όρους χυδαίας συναλλαγής. 
Παντογνώστες της συμφοράς, υποδύονται τους σύγχρονους… αντι-Μέτερνιχ που, αντί να υπερασπίζονται τα δίκαια της χώρας τους, μιλούν με γαλαντόμο διάθεση για τα δικαιώματα των… γειτόνων, φθάνοντας μέχρι του σημείου να απευθύνουν –σε ποιους άραγε;- νουθεσίες «να μην είμαστε μοναχοφάηδες».
Οικολόγοι της… δεκάρας που αντιλαμβάνονται την ανάπτυξη με τα φουγάρα που υψώνονται στους ουρανούς, κάνουν από τηλεοράσεως μαθήματα… γεωγραφίας, αναμασώντας προπαγανδιστικές διεκδικήσεις που είναι βέβαιο ότι δεν αντιλαμβάνονταιτη σημασία τους, πλην, όμως, αυτό δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για όσο τουλάχιστον έχουν επίσημες ιδιότητες και κατέχουν αξιώματα.
Προκλητικά ανελλήνιστοι, κακοποιούν βάναυσα την ελληνική γλώσσα –«άμα τη ανάληψη…», έγραψε μόλις προχθές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η Ρένα Δούρου- και όταν διανοείται κανείς να τους υποδείξει ότι πρέπει να επανορθώσουν, περνούν στην αντεπίθεση, ζητώντας τα ρέστα επειδή… «είδαμε και τους άριστους που χρεοκόπησαν τη χώρα».
Καταφεύγουν σε λεονταρισμούς περί μονομερών ενεργειών, για να δείξουν ότι δήθεν μας έβγαλαν από το Μνημόνιο, ενώ στην πραγματικότητα υποχωρούν ατάκτως μόλις οι δανειστές δηλώσουν τη διαφωνία τους. Και, βάζοντας την ουρά κάτω από τα σκέλια, νομοθετούν υπάκουα όλα όσα τους υπαγορεύονται.
Καταστρέφουν την οικονομία, στραγγαλίζοντας την υγιή επιχειρηματικότητα, με την ακραία υπερφορολόγησηπου έχουν επιβάλει, ώστε να μοιράζουν επιδόματα και να χρηματοδοτούν ρουσφέτια, αδιαφορώντας για το συγκλονιστικό γεγονός ότι το χρέος –ιδιωτικό και δημόσιο-που θα διέγραφαν, όχι μόνον δεν μειώνεται, αλλά αυξάνεται.
Θα μπορούσε κανείς να πει πολλά ακόμη, διεκτραγωδώντας τα έργα και τις ημέρες τους, αλλά ίσως είναι περιττό και μάταιο. Γιατί, κακά τα ψέματα, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που διαχειρίζονται τις τύχες του τόπου τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια αυτό υπήρξαν πάντα: αδαείς, αμαθείς, αμετροεπείς.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι επί δεκαετίες οι Έλληνες κατέτασσαν στο πολιτικό περιθώριο τους φορείς των απόψεων που εκπροσωπούν. Όπως την ίδια τύχη επιφυλάσσουν στους ομοϊδεάτες τους στις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Η κρίση ήταν εκείνη που τους έφερε στο προσκήνιο. Και όσο διαρκεί, θα παραμένουν στην πρώτη γραμμή.
Με άλλα λόγια, η πραγματική ανάταξη της χώρας θα ξεκινήσει μόνον όταν οι αδαείς, οι αμαθείς και οι αμετροεπείς επιστρέψουν στο περιθώριο τους. Και, φυσικά, όταν έρθουν στις θέσεις άνθρωποι που ξέρουν, μαθαίνουν και δεν λένε ό,τι τους κατεβαίνει.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Προσοχή, κυκλοφορούν… «μυστικές δημοσκοπήσεις»



            Ένας από τους πλέον προσφιλείς μύθους που κατατρύχει την πολιτική μας ζωή είναι η φημολογία για τις «μυστικές δημοσκοπήσεις». Σε προεκλογικές περιόδους, αλλά όχι μόνο, οι διαδόσεις για το περιεχόμενο «μυστικών» μετρήσεων που γνώση των ευρημάτων τους έχουν μόνον λίγοι και εκλεκτοί, δίνουν και παίρνουν.
            Προκειμένου, μάλιστα, να προκληθεί μεγαλύτερη εντύπωση, η διακίνηση των σχετικών φημών συνοδεύεται και από ισχυρισμούς ότι «πηγή» των ερευνών με τα… απόκρυφα στοιχεία είναι ξένες πρεσβείες, κατά προτίμηση η αμερικανική, αλλά και η βρετανική που αυξάνουν σημαντικά το… σασπένς που δημιουργεί η μετάδοση τέτοιων «πληροφοριών».
            Το φαινόμενο δεν είναι τωρινό. Είναι μάλλον παλαιό. Τόσο παλαιό όσο και οι δημοσκοπήσεις που διενεργούνται στη χώρα μας. Ενδεχομένως, δε, να μην είναι άσχετο με το γεγονός ότι οι πρώτες σφυγμομετρήσεις στην Ελλάδα έγιναν με καθοδήγηση από το εξωτερικό.
H αρχή έγινε από τη Συμμαχική Αποστολή Παρατηρητών των Ελληνικών Εκλογών (Allied Mission for Observing the Greek Elections), γνωστή ως AMFOGE, που δημιουργήθηκε στα τέλη του 1945 για να επιβλέψει την εγκυρότητα των πρώτων μεταπολεμικών βουλευτικών εκλογών του 1946, όπως και το δημοψήφισμα για το Πολιτειακό ζήτημα (επαναφορά της βασιλείας) που ακολούθησε πέντε μήνες αργότερα.
Η AMFOGE, που αποτελούνταν από 1.155 Αμερικανούς, Βρετανούς και Γάλλους,οι οποίοι είχαν απλωθεί σε όλη την ελληνική επικράτεια, πραγματοποίησε έξι δειγματοληπτικές έρευνες για να διερευνήσει την εγκυρότητα των εκλογικών καταλόγων, τις καταγγελίες για παραβιάσεις της εκλογικής νομοθεσίας, τις συνθήκες διεξαγωγής της ψηφοφορίας, την αξιοπιστία του εκλογικού αποτελέσματος, καθώς και το μέγεθος της αποχής που ως γνωστόν είχε κηρύξει η Αριστερά στην εκλογική αναμέτρηση της 31ης Μαρτίου 1946.
Από τότε, ωστόσο, που εγκαταστάθηκε για μερικούς μήνες στην Ελλάδα η εν λόγω πολυπληθέστατη Συμμαχική Αποστολή,η οποίαδιέθετε τον δικό της μηχανισμό διενέργειας δειγματοληπτικών μετρήσεων, ποτέ άλλοτε δεν κατέστη δυνατό να επαναληφθεί ένα ανάλογο εγχείρημα.
Έτσι, μια δεκαετία αργότερα, στις αρχές του 1957,όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ θέλησε να διερευνήσει τη στάση των Ελλήνων έναντι της Ουάσιγκτον και του ΝΑΤΟ, στο οποίο επρόκειτο να ενταχθεί η Ελλάδα, ανέθεσε τη διενέργεια της πρώτης ουσιαστικά πολιτικής δημοσκόπησης στη χώρα μας σε εγχώρια εταιρία: την Ανώνυμη Διαφημιστική Ελλάδας (ΑΔΕΛ) που είχε ελληνική ιδιοκτησία.
Η εξήγηση πίσω από αυτή την τακτική, που παγιοποιήθηκε τα επόμενα χρόνια, είναι προφανής: η διεξαγωγή σφυγμομετρήσεων από ξένες κυβερνήσεις στην Ελλάδα είναι από ανέφικτη έως ασύμφορη. Ανέφικτη γιατί δεν είναι δυνατόν να συγκεντρωθούν τα ερωτηματολόγια του δείγματος εκ του μακρόθεν, ακόμη και αν είναι τηλεφωνική η έρευνα, όπως οι περισσότερες στις μέρες μας. Και ασύμφορη επειδή το κόστος της ανάθεσης των μετρήσεων στις εγχώριες εταιρίες, που ειδικεύονται σε αυτόν τον τομέα και διαθέτουν και τον σχετικό μηχανισμό, είναι καταφανώς πολύ μικρότερο.
Φανταστείτε μόνον αν ο ερευνητής που τηλεφωνεί για να πληροφορηθεί την πρόθεση ψήφου ενός Έλληνα μιλά αγγλικά. Αν τώρα που οι ερευνητές είναι Έλληνες, λέγεται ότι έχουμε υψηλά ποσοστά άρνησης ανταπόκρισης, απόκρυψης πραγματικής πρόθεσης ή παραπλανητικών απαντήσεων, ας αναλογιστεί ο καθένας την αξιοπιστία που θα είχαν μετρήσεις που θα γίνονταν από το εξωτερικό.
Οι αυτονόητες, ωστόσο, παραδοχές αυτού του είδους, ουδόλως εμποδίζουν τη συνωμοσιολογικώνδιαστάσεων μυθολογία για τις «μυστικές δημοσκοπήσεις» που συνήθως λανσάρεται από όσους δεν βολεύονται με τα πραγματικά ευρήματα των εκάστοτε μετρήσεων.
Καθώς, λοιπόν, μπαίνουμε στην τελική ευθεία προς τις εκλογές, ας ξεκαθαρίσουμε ορισμένα απλά και χρήσιμα πράγματα που μας διδάσκει η εμπειρία των πολλών τελευταίων χρόνων:
*Πρώτον, όλες οι μετρήσεις που παραγγέλλονται στη χώρα μας από κόμματα, μέσα ενημέρωσης, επιχειρηματίες ή ξένες διπλωματικές αποστολές με σκοπό να διαγνώσουν και να αποτυπώσουν την πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά των συμπατριωτών μας διεξάγονται λίγο πολύ από τις ίδιες εταιρίες που το μεγαλύτερο πρόβλημα τους είναι μάλλον ότι είναι δυσανάλογα πολλές σε σχέση με την εγχώρια «αγορά».
*Δεύτερον, οι μόνες δημοσκοπήσεις που μένουν «μυστικές» είναι όσες εκείνος ο οποίος τις έχει παραγγείλει δεν βολεύεται από τα ευρήματά τους και άρα δεν θέλει να δουν το φως της δημοσιότητας.
*Τρίτον, όταν ακούμε κυβερνητικούς ή άλλους αξιωματούχους να επιτίθενται κατά των δημοσκοπήσεων και των δημοσκόπων, εμείς όλοι θα καταλαβαίνουμε ότι οι καταγγέλλοντες έχουν περιέλθει σε δυσχερή θέση από τα ευρήματά τους.
Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα από το απώτερο αλλά και το πρόσφατο παρελθόν. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, τις δημοσκοπήσεις υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών που έλεγε ότι διέθετε το περασμένο καλοκαίρι ο τότε υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, χωρίς ποτέ να τις εμφανίσει.
Και, βεβαίως, αναλογιστείτε γιατί ο Αλέξης Τσίπρας που στο παρελθόν επικαλούνταν τις δημοσκοπήσεις για να ζητήσει την παραίτηση των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Σαμαρά, τώρα βάλει με μένος συλλήβδην κατά των δημοσκόπων.
Η αλήθεια είναι ότι οι σημερινοί κυβερνώντες δεν είναι οι πρώτοι διδάξαντες τις μεθόδους της πολιτικής ψευδολογίας, που στις μέρες μας συνοπτικά αποκαλούνται «fake news». Αποδείχθηκαν, όμως, μέσα σε μια τετραετία ως οι πλέον προσηλωμένοι και επίμονοι διακινητές τους, που δεν διστάζουν να αρνούνται την πραγματικότητα των αριθμών επικαλούμενοι το… «πολιτικό ένστικτό» τους.
Οπότε, όταν ακούμε για «μυστικές δημοσκοπήσεις», που είναι βέβαιο ότι θα κατακλύσουν την πολιτική «πιάτσα» όσο θα οδεύουμε προς τις κάλπες, ας έχουμε το νου μας. Τρία απλά ερωτήματα, μπορεί να μας λύσουν πολλές απορίες: ποιος τις έκανε, πότε και για ποιόν.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

Οι «σκληροτράχηλοι» και το… φόβητρο του Καλλιάνου



«Έχουμε την πιο σκληροτράχηλη Κοινοβουλευτική Ομάδα…», διεκήρυξε ο Αλέξης Τσίπρας κατά τη συνεδρίαση των βουλευτών του που ξεχώρισε για τους… επικούς καβγάδες με πρωταγωνίστρια τηΘεοδώρα Μεγαλοοικονόμου.
Η προερχόμενη από την Ένωση Κεντρώων βουλευτής φρόντισε να δείξει πόσο… σκληρός είναι ο τράχηλος όσων συναπαρτίζουν την Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, διατυπώνοντας την απειλή πως αν συνεχίσουν να της ασκούν κριτική «θα πάει σπίτι της».
Κανείς, ωστόσο, δεν τόλμησε να της πει ότι «ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα», διότι η τέως κοσμηματοπώλης, η οποία εσχάτως συνθέτει και άσματα προς δόξαν του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ, προειδοποίησε τους «συντρόφους» και τις «συντρόφισσες» της ότι, αν παραιτηθεί, την έδρα της στο Κοινοβούλιο καταλαμβάνει ο Γιάννης Καλλιάνος, πρώτος επιλαχών στο ψηφοδέλτιο του κόμματος του Βασίλη Λεβέντη, αλλά που στο μεταξύ έχει προσχωρήσει στη Νέα Δημοκρατία.
Οι «σκληροτράχηλοι», λοιπόν, ΣΥΡΙΖΑίοι κατάπιαν την πρόκληση - υπόμνηση της Μεγαλοοικονόμου ότι μένουν στις καρέκλες τις εξουσίας τους χάρις στο δικό της καπρίτσιο. Και γι΄ αυτό όχι μόνον δεν της έδειξε κανείς την πόρτα εξόδου αλλά μάλλον πολλοί ήταν εκείνοι -με πρώτο και καλύτερο τον Παύλο Πολάκη…- που κατέβαλαν προσπάθειες να… καταπραΰνουν τη μήνη της ώστε να αποφύγουντον «ασκό του Αιόλου» που θα άνοιγε με την ορκωμοσία τουΚαλλιάνου.
Δυστυχώς, η πολιτική με αυτούς τους όρους ασκείται εσχάτως στη χώρα μας.Γι΄ αυτό και η πολιτική ζωή του τόπου βουλιάζει όλο και πιο βαθιά στον βούρκο της απαξίωσης. Σε βαθμό που να αναρωτιέται κανείς πόσο χειρότερα μπορεί να γίνουν τα πράγματα εάν και εφόσον οι βουλευτικές κάλπες γίνουν όντως τον Οκτώβριο, όπως διατείνεται ο Αλέξης Τσίπρας.

Σε μια εποχή που η σκανδαλολογία έχει εκμετρήσει το ζην και η μια μετά την άλλη οι προσπάθειες να στοχοποιηθούν οι αντίπαλοι της κυβέρνησης καταλήγουν σε φιάσκο, ο κ. Τσίπρας επιμένει σε αήθη ευφυολογήματα του τύπου: «Ανοίγουν ο Ξανθός και ο Πολάκης ένα ντουλάπι, βγαίνει η Νοβάρτις. Ανοίγουν μια αποθήκη, βγαίνει το ΚΕΕΛΠΝΟ.Ανοίγει προχτές η Αχτσιόγλου ένα παλιό συρτάρι, βγαίνουν 241 εκατομμύρια ξεχασμένα κερασμένα στις φαρμακευτικές.Έχουμε πάθει σύγκρυο.Σε λίγο κάθε φορά που θα ανοίγουμε παλιά συρτάρια θα φωνάζουμε προληπτικά και τον εισαγγελέα».
Και δεν έμεινε μόνον σε αυτά που στόχο είχε να καλυφθούν τα προεκλογικά «δώρα» που αφειδώς δίνονται από την κυβέρνηση σε φαρμακοβιομηχάνους και άλλους ισχυρούς παράγοντες. Τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα για το επίπεδο στο οποίο γίνεται ο δημόσιος διάλογος και η αντιπαράθεση των πολιτικών δυνάμεων όταν χωρίς δισταγμό και παραβιάζοντας την κοινή λογική μίλησε για «τη μεγάλη απάτη της δήθεν κατά κράτος επικράτησης της ΝΔ και του αρχηγού της στις επικείμενες εκλογές».
Χρησιμοποίησε τη φράση « μεγάλη απάτη» για να στραφεί κατά του συνόλου των δημοσκοπήσεων. Δεν αμφισβήτησε απλώς τις μετρήσεις, όπως συνήθως κάνουν όσοι βρίσκονται μπροστά στο φάσμα της ήττας, πήγε ένα βήμα παραπάνω. Προσπάθησε –παλιά του τέχνη κόσκινο- να δημιουργήσει «εχθρούς», όπως κάνουν όλοι οι αυταρχικοί ηγέτες.
Ξεπερνώντας τον ίδιο του τον εαυτό, αυτόν που παλαιότερα φώναζε «go back κυρία Μέρκελ» και ονειρευόταν «νταούλια που θα βάραγε για να χορέψουν οι αγορές», δεν δυσκολεύθηκε να διατυπώσει ισχυρισμούς που ούτε οι φανατικότεροι θαυμαστές του δεν θα πρέπει να παίρνουν τοις μετρητοίς.
«Εγώ θα ήθελα σήμερα από αυτό εδώ το βήμα της Κ.Ο., όλους αυτούς, τους επικοινωνιολόγους, τους δημοσιογράφους, τους εκδότες, τους δημοσκόπους, τους δημοκόπους, όλους αυτούς να τους ευχαριστήσω θερμά», είπε στους βουλευτές του. «Να τους ευχαριστήσω γιατί μου έχουν κάνει ένα πολύ μεγάλο δώρο. Διότι όποιος πορεύεται με σύμμαχο την απάτη δεν έχει μακρύ δρόμο να διανύσει. Έρχεται κάποια στιγμή η ώρα της αποκάλυψης», συμπλήρωσε.
Εμφανίστηκε, μάλιστα, την ίδια στιγμή ως μέγας διώκτης της διαπλοκής. «Δεν έχουμε μαζί μας μεγάλα εκδοτικά και τηλεοπτικά συγκροτήματα. Δεν έχουμε μαζί μας τη διαπλοκή. Τα μισά από αυτά που πέτυχε η σημερινή κυβέρνηση να είχαν πετύχει οι προηγούμενες, θα τους λιβάνιζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Εμείς δεν θέλουμε κάτι τέτοιο, δεν θέλουμε κανείς να μας λιβανίζει», υποστήριξε ο πολιτικός που επί των ημερών της εξουσίας του έκλεισαν κανάλια που δεν ήταν αρεστά και πολεμιούνται με πάθος μέσα ενημέρωσης που δεν εννοούν να τον λιβανίζουν.
Αλλά, τι περισσότερο μπορεί να περιμένει κανείς από έναν ηγέτη που ανακηρύσσει «σκληροτράχηλο» το στράτευμά του, το οποίο είναι έρμαιο στο καπρίτσιο της Θεοδώρας Μεγαλοοικονόμου να μην δώσει την έδρα στον Γιάννη Καλλιάνο; Μάλλον τίποτε. Τουλάχιστον τίποτε περισσότερο από την ετυμηγορία της επερχόμενης κάλπης.

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Ο «δεν είμαι ανόητος» που «πιάνει πουλιά στον αέρα»



«Θα ήμουν ανόητος αν πίστευα ότι ένας ιστορικός πολιτικός χώρος μπορεί ή να λεηλατηθεί ή να εξαϋλωθεί. Θα ήμουν, όμως, ακόμα πιο ανόητος εάν ήταν αυτή η στρατηγική μου επιλογή», υποστήριξε ο Αλέξης Τσίπρας την περασμένη Δευτέρα μιλώντας στην εκδήλωση «Ευημερία για όλους σε μία βιώσιμη Ευρώπη» που οργάνωσε ο περίγυρος του με στόχο να εμφανίσει μια εικόνα διεύρυνσης της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ.
Αναφερόταν φυσικά στον χώρο του Κέντρου και πιο συγκεκριμένα στο ΠΑΣΟΚ, που ακόμη και φανατικοί φίλοι και οπαδοί του πρωθυπουργού που βρίσκονταν στο ακροατήριό του, όπως ο Ευάγγελος Αντώναρος, ο Θανάσης Παπαχριστόπουλος ή ο γνωστός τραγουδιστής Θέμης Αδαμαντίδης, «χρυσές εφεδρείες» για τη μελλοντική στελέχωση της κυβέρνησης, μπορούσαν να αντιληφθούν ότι αποτελούσε τον στόχο της πολυδιαφημισμένης αυτής εκδήλωσης.
Με τη γνωστή, ωστόσο, άνεση η οποία του επιτρέπει να λέει τα πάντα και τα αντίθετά τους, αδιαφορώντας για το αν και στις δύο περιπτώσεις κινδυνεύει να πέσει έξω, ο κ. Τσίπρας, συμπλήρωσε: «Για να υπάρξει προοπτική και πιθανότητα προοδευτικής διακυβέρνησης την επόμενη μέρα, χρειάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα της αριστεράς να βρει συμμάχους κόμματα της κεντροαριστεράς ή και του δημοκρατικού κέντρου».
Αυτονόητα πράγματα από μια άποψη, τα οποία, όμως, δεν μπορεί να μην εκπλήσσεται κανείς όταν τα ακούει από τα χείλη του πολιτικού ανδρός ο οποίος έχει δώσει εντελώς διαφορετικά δείγματα γραφής. Και που, παρά ταύτα, δεν δυσκολεύεται τώρα να πει: «Αν κάτι επιθυμούμε με αυτή τη στρατηγική μας, και δεν το κρύβουμε, είναι όχι να αλώσουμε, να λεηλατήσουμε, να εξαϋλώσουμε ή όπως αλλιώς μπορούν να μας κατηγορήσουν, αλλά να πείσουμε. Να πείσουμε ότι πρέπει να αλλάξουν στρατηγική…». Οι άλλοι, εννοείται και ο ίδιος που καταποντίζεται σε όλες τις μετρήσεις της κοινής γνώμης.
Τι να θυμηθεί και τι να ξεχάσει κανείς; Τους χαρακτηρισμούς περί «κυβέρνησης Πινοσέτ» που είχαν δοθεί στο υπουργικό σχήμα του Γιώργου Παπανδρέου; Ή τη συνέχεια σύμφωνα με την οποία μια πλειάδα στελεχών εκείνης της κυβέρνησης βρήκαν ο ένας μετά τον άλλο φιλόξενη στέγη στον ΣΥΡΙΖΑ και στην κυβέρνησή του; Τις λοιδωρίες κατά της Φώφης Γεννηματά και τη στοχοποίηση του Ευάγγελου Βενιζέλου και του Ανδρέα Λοβέρδου; Ή την απόπειρα διαπόμπευσης του Κώστα Σημίτη με το άνοιγμα των λογαριασμών του (που ακόμη δεν μάθαμε τι έκρυβαν);
Ποιος, εξάλλου, μπορεί να πιστέψει, ότι από τα δέκα εκατομμύρια των Ελλήνων επελέγησαν να γίνουν υφυπουργοί του Αλέξη Τσίπρα ο Θάνος Μωραΐτης και ο Άγγελος Τόλκας επειδή αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν ότι ήταν οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κατάλληλη θέση; Προφανώς, ούτε η Θεοδώρα Μεγαλοοικονόμου που δεν κρύβει τον θαυμασμό της για τα ηγετικά προσόντα του Αλέξη Τσίπρα και του γράφει, μάλιστα, τραγούδια.
Θα μπορούσε να παραθέσει κάποιος πληθώρα επιχειρημάτων και να επικαλεστεί πάμπολλα περιστατικά για να υποστηρίξει ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν εννοεί σχεδόν τίποτε από όσα λέει. Ούτε για το πώς πραγματικά βλέπει τον χώρο του Κέντρου. Ούτε για το ποιες είναι οι πραγματικές του προθέσεις. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η διάσωσή του από την επερχόμενη συντριβή την οποία ό0λα δείχνουν ότι δεν θα μπορέσει να αποφύγει στις κάλπες του Μαΐου. Και γι΄ αυτό κλαψουρίζει που το Κίνημα Αλλαγής ζητεί –για λόγους δικής τους περιχαράκωσης απέναντι στην επαπειλούμενη λεηλασία- την στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ  
Στην πραγματικότητα, λοιπόν, και χωρίς καμία διάθεση για δίκη προθέσεων, στο Μαξίμου και στην Κουμουνδούρου δεν «δίνουν δεκάρα τσακιστή» για «να βρουν συμμάχους κόμματα της κεντροαριστεράς ή και του δημοκρατικού κέντρου». Αν, όντως, ήταν αυτός ο στόχος τους, ο κ. Τσίπρας και οι συν αυτώ δεν θα κυβερνούσαν επί τέσσερα χρόνια με τους ΑΝΕΛ και δεν θα γαντζωνόταν στην κυβερνητικές καρέκλες επιστρατεύοντας κάθε λογής πολιτικό απολειφάδι, χωρίς καμία αξιολόγηση της προγενέστερης πολιτικής διαδρομής του.
Εκείνος που έδωσε εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά στο δίπολο «μνημονιακοί – αντιμνημονιακοί», δεν δυσκολεύτηκε να προσεταιριστεί στελέχη που ψήφισαν όλα τα Μνημόνια. Περιμάζεψε ανυπόληπτα πολιτικά πρόσωπα και υπουργοποίησε ανθρώπους που για το μόνο που μπορεί να περάσουν στην ιστορία είναι για τις ανακολουθίες των λόγων τους και για τα όσα καταμαρτυρούσαν στον ΣΥΡΙΖΑ πριν τους εκμαυλίσει με τις καρέκλες της εξουσίας.
Αν, πάντως, «δεν είναι ανόητος», όπως διατείνεται ο ίδιος και όντως «πιάνει πουλιά στον αέρα», όπως επείσθη ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος που τον συνάντησε μια φορά στο Μέγαρο Μαξίμου, θα πρέπει να ξέρει ότι οι λεγόμενες «διευρύνσεις» δεν έχουν σώσει καμία μεταπολιτευτική κυβέρνηση ως τώρα, ακόμη και όταν γίνονται με προσωπικότητες χωρίς δύσκολα θα τους παραλλήλιζε κανείς με την Κατερίνα Παπακώστα ή τη Μυρσίνη Ζορμπά.
Στα τέλη της δεκαετίας του 70, για παράδειγμα, το στελεχιακό δυναμικό της Νέας Δημοκρατίας των Κωνσταντίνου Καραμανλή  και Γεωργίου Ράλλη εμπλουτίστηκε με προσωπικότητες όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Θανάσης Κανελλόπουλος, αλλά αυτό δεν απέτρεψε τον θρίαμβο του επελαύνοντος ΠΑΣΟΚ. Όπως δεν έκοψε το 2004 τον δρόμο του Κώστα Καραμανλή προς την εξουσία η ακόμη πιο εντυπωσιακή πρωτοβουλία του Γιώργου Παπανδρέου να εντάξει ταυτοχρόνως στα ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ τους Στέφανο Μάνο, Ανδρέα Ανδριανόπουλο, Μίμη Ανδρουλάκη και Μαρία Δαμανάκη.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το εκλογικό σώμα μετέφρασε τις «μετεγγραφές» ως απόπειρα υφαρπαγής της ψήφου του και αντέδρασε αναλόγως. Λέτε τώρα να δελεαστεί και να μην κάνει το ίδιο με τους «γεφυροποιούς» σαν τον Νίκο Μπίστη, τον Γιάννη Ραγκούση και την Μαρία Ρεπούση; Κοντός ψαλμός αλληλούια…