Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Καραμανλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Καραμανλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022

Οι «καφετζούδες» των εκλογών την εποχή του «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος;»

Αποτελεί αναμφισβήτητα απορίας άξια η επιμονή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα να ζητεί «εδώ και τώρα» την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Αγνοώντας τόσο την εγχώρια όσο και τη διεθνή συγκυρία, ο πρώην πρωθυπουργός δεν χάνει ευκαιρία να διατυπώνει το αίτημα που διατύπωσε για πρώτη φορά τον περασμένο Δεκέμβριο.

«Σας εκλιπαρούμε, ορίστε εκλογές το συντομότερο», είπε την περασμένη εβδομάδα από το βήμα της Βουλής, καλώντας τον πρωθυπουργό να κάνει εκλογές τον Μάρτιο και όχι τον Μάιο, όπως γράφουν φιλικά προς την αξιωματική αντιπολίτευση μέσα ενημέρωσης ότι σχεδιάζει το κυβερνητικό επιτελείο. «Λυτρώστε τον ελληνικό λαό από την ανικανότητά σας», επανέλαβε κατά τη χθεσινή περιοδεία του στην Καλαμαριά.

Το πιθανότερο είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα… ενδώσει στην πίεση που του ασκεί ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, υποστηρίζει ότι το κόμμα του έχει υποσκελίσει την κυβερνητική παράταξη και, εφόσον στηθούν άμεσα οι κάλπες το κόμμα του θα κόψει πρώτο το νήμα.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα δείχνει να μη χάνει την αισιοδοξία του, παρόλο που, όχι μόνον δεν την συμμερίζεται μια μερίδα του στελεχιακού του δυναμικού, αλλά τη διαψεύδει και το σύνολο των μετρήσεων της κοινής γνώμης από τις οποίες προκύπτει ότι το κυβερνών κόμμα -χωρίς να είναι στα καλύτερα του- εξακολουθεί να διατηρεί διψήφιο προβάδισμα στην πρόθεση ψήφου.

Υπό αυτές τις συνθήκες θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης υιοθετήσει τις εισηγήσεις συνεργατών του που του προτείνουν μόλις συμφωνηθεί εκεχειρία στη ρωσο-ουκρανική πολεμική σύρραξη να πάει στη Βουλή και όταν τον προκαλέσει και πάλι ο Τσίπρας να συναινέσει στην πρόκλησή του υπό έναν όρο: να αλλάξουν από κοινού τον εκλογικό νόμο, επαναφέροντας την ενισχυμένη αναλογική, που οδηγεί σε αυτοδυναμία, έτσι ώστε να μη χρειαστεί να στηθεί δεύτερη ή και τρίτη κάλπη για να σχηματιστεί κυβέρνηση.

«Αν πράγματι πιστεύει η αξιωματική αντιπολίτευση ότι ο ελληνικός λαός έχει ανάγκη από… λύτρωση, όπως διατείνεται ο κ. Τσίπρας, δεν θα έχει αντίρρηση να ρωτηθεί η γνώμη των πολιτών», λένε οι εισηγητές της πρότασης για συναινετική αλλαγή του εκλογικού συστήματος. «Και αν έτσι έχουν τα πράγματα, η απλή αναλογική, που για άλλους λόγους ψήφισε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί παρωνυχίδα», συμπληρώνουν.

Εννοείται ότι σε μια τέτοια περίπτωση, οι κυβερνητικοί ιθύνοντες υπολογίζουν πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα απαλλαγεί από τις υποσχέσεις του να αποφύγει τον πειρασμό αφενός να αλλάξει εκ νέου το εκλογικό σύστημα που ψήφισε η δική του κυβέρνηση και αφετέρου να πάει σε πρόωρες εκλογές. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει την άποψη ότι οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να εργαλειοποιούν τους θεσμούς και οι κάλπες να στήνονται κοντά στη συνταγματική προθεσμία. Αν, όμως, κάτι τέτοιο γίνει με ευρεία συναίνεση, τότε δύσκολα θα εγερθεί ζήτημα αθέτησης δεσμεύσεων.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πως θα αντιδράσει ο Αλέξης Τσίπρας αν και εφόσον βρεθεί μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα, το οποίο ορισμένοι παρομοιάζουν με το προηγούμενο μιας ανάλογης διελκυστίνδας που είχαν από 70 χρόνια οι τότε πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής του τόπου που ήταν δύο πρώην στρατιωτικοί: ο Νικόλαος Πλαστήρας που ηγείτο του διασπαμένου κεντρώου χώρου και ο Αλέξανδρος Παπάγος που ήταν ο ανερχόμενος ηγέτης της Δεξιάς Παράταξης.

Οι κυβερνήσεις που είχαν προέλθει από τις εκλογές του 1950 και του 1951 είχαν αποδειχθεί ασταθείς και μη βιώσιμες, λόγω του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής που ευνοούσε την πολυδιάσπαση του πολιτικού συστήματος. Επιδίωξη του ξένου παράγοντα που ήλεγχε τη μετεμφυλιακή Ελλάδα – της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα ηγείτο ο διαβόητος Πιουριφόι- ήταν να αντικατασταθεί η απλή αναλογική με το πλειοψηφικό, σε τρόπον ώστε ο Ελληνικός Συναγερμός του Παπάγου, που ήταν πρώτο κόμμα, να αποκτήσει αυτοδύναμη πλειοψηφία εδρών στο Κοινοβούλιο.

Για να αλλάξει ο νόμος, όμως, έπρεπε να πειστεί ο πρωθυπουργός Πλαστήρας. Κάτι που επετεύχθη με ένα… σατανικό τέχνασμα το οποίο, όπως αποκάλυψε αργότερα ο ιστορικός Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ο οποίος τότε πολιτευόταν και μετείχε της συνωμοσίας, εμπνεύστηκε ο πρέσβης των ΗΠΑ που ήξερε τις… μεταφυσικές πεποιθήσεις του πρωθυπουργού. «Εγνώριζε ότι ο πρωθυπουργός επίστευε βαθύτατα στον πνευματισμό και (…) εχρησιμοποίησε με τον κατάλληλο τρόπο γνωστή Αθηναία “καφετζού”, την οποία ιδιαιτέρως ενεπιστεύετο ο πρωθυπουργός», γράφει ο Μαρκεζίνης.

Η «καφετζού» ανέλαβε να πείσει τον Πλαστήρα ότι «το πλειοψηφικό θα απέβαινε προς όφελός του και ότι αν επροκαλείτο από τον Παπάγο έπρεπε, χωρίς επιφύλαξη, να αποδεχθεί την πρόκληση». Ενώ ο Πιουριφόι διαμήνυσε, μέσω του Μαρκεζίνη, στον αρχηγό του Ελληνικού Συναγερμού να πάει στη Βουλή και να απευθυνθεί στον πρωθυπουργό λέγοντας του: «Ως στρατιωτικοί, καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον καλύτερα. Γιατί να χάνουμε καιρό; Ας ψηφίσουμε το πλειοψηφικό. Και αν οι Έλληνες προτιμήσουν εσένα, εγώ θα σε αποδεχθώ. Αν ψηφίσουν εμένα, είμαι βέβαιος ότι το ίδιο θα κάνεις και συ. Απλά πράγματα».

«Προς γενική κατάπληξη της Βουλής», γράφει ο Μαρκεζίνης, ο Πλαστήρας απάντησε μονολεκτικά: «Δέχομαι». Έτσι, πολύ σύντομα η Βουλή ψήφισε το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα με το οποίο έγιναν οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 που απετέλεσαν θρίαμβο για τον Παπάγο. Ο Συναγερμός ήρθε πρώτο κόμμα με ποσοστό 49,2% και έλαβε 247 έδρες, ενώ τα κόμματα του Κέντρου (ΕΠΕΚ και Φιλελεύθεροι) που κατέβηκαν από κοινού συγκέντρωσαν 34,2% και εξέλεξαν μόλις και μετά βίας 51 βουλευτές. Η ΕΔΑ που είχε υιοθετήσει το σύνθημα «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος;» έλαβε 9,55% και δεν εξέλεξε κανέναν βουλευτή.

Η συνέχεια είναι -λίγο ως πολύ- γνωστή. Η Δεξιά Παράταξη που, με τη συνδρομή του Πιουριφόι και της «καφετζούς», εξασφάλισε άνετη πλειοψηφία κοινοβουλευτικών εδρών, έμεινε στην εξουσία επί ένδεκα συναπτά έτη, καθώς μετά τον θάνατο του Παπάγου η σκυτάλη πέρασε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Εβδομήντα χρόνια μετά αναζητείται η… «καφετζού» που μπορεί να έπεισε τον Αλέξη Τσίπρα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτο κόμμα!

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

Τον Τσίπρα και αν τον «πλένεις»…



«Η Ιθάκη είναι μόνον η αρχή», ήταν η καταληκτική φράση στο διαβόητο «διάγγελμα» του Αλέξη Τσίπρα το οποίο θα περάσει στην Ιστορία ως απαράμιλλο μνημείο πόλωσης και διχασμού από έναν πολιτικό που δεν μπορεί να ξεπεράσει τις συνθήκες που τον έφεραν στην διακυβέρνηση μαζί με μια δράκα αμοραλιστών τους οποίους ο ελληνικός λαός επί δεκαετίες νωρίτερα κατέτασσε μονίμως στο περιθώριο της πολιτικής ζωής.
Δικαίως, λοιπόν, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι υποστήριξαν ότι αυτός ο… κούφιος δήθεν συμβολισμός στον οποίο κατέφυγε ο κ. Τσίπρας είχε περισσότερο χαρακτήρα… απειλής για τα όσα μας επιφυλάσσει η συνέχεια της παραμονής του ίδιου και της ομάδας που τον περιστοιχίζει στην άσκηση της διακυβέρνηση.
Άλλωστε, η μισαλλοδοξία, η εχθροπάθεια και η δαιμονοποίησηαπό την οποία διαπνεόταν από την αρχή ως το τέλος του το σχεδόν 8λεπτο πρωθυπουργικό μήνυμα που διαβάστηκε με φόντο τα ήρεμα νερά του Ιονίου ήταν μάλλον πιο τρομακτικά από τα ίδια τα επίμονα ψέματα και τους θρασείς ισχυρισμούς τουότι «δεν θα διαπράξουμε την ύβρη να αγνοήσουμε τα διδάγματα της Ελλάδας των μνημονίων».
Στεκόμενος απέναντι στον τηλεϋποβολέα (το autocue, για τους μυημένους με τα τηλεοπτικά), μιλούσε ως να βρισκόμαστε ακόμη στις αρχές του 2015,όταν ο ίδιος διέθετε ακόμη την… αντιμνημονιακή παρθενία. Εκτόξευε, χωρίς αιδώ, πολεμικές κραυγές όχι μόνον συλλήβδην κατά των προκατόχων του αλλά και κατά των συνοδοιπόρων του οι οποίοι τον εγκατέλειψαν για να μην τον ακολουθήσουν στην εξευτελιστικές κωλοτούμπες που έκανε τη μια μετά την άλλη. 
«Δεν θα αφήσουμε τη λήθη να μας παρασύρει.Δεν θα γίνουμε λωτοφάγοι.Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τις αιτίες και τα πρόσωπα που οδήγησαν τη χώρα στα μνημόνια», ισχυριζόταν. Και με ανυπέρβλητη θρασύτητα διέγραφε μονοκονδυλιά τις μοναδικές αυταπάτες τις απίστευτες φαντασιώσεις και τις χωρίς προηγούμενο ψευδαισθήσεις που στοίχισαν πανάκριβα τον ελληνικό λαό.
Στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως προσπάθησε να μας πείσει ο κ. Τσίπρας ότι είναι η λήξη του τρίτου κατά σειράν ευρωπαϊκού προγράμματος για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας, οι ηγέτες –διεθνείς και εγχώριοι- επιλέγουν την ενότητα και τη συμφιλίωση των πολιτικών δυνάμεων που αποτελούν προωθητικό παράγοντα προς την κατεύθυνση της οικονομικής ανάκαμψης.
Αυτή, για παράδειγμα, υπήρξε η επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή όταν έλαβε τη μεγάλη απόφαση, κόντρα στην οξεία αντίδραση της τότε αντιπολίτευσης, να προχωρήσει την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Έτσι πορεύτηκεστη συνέχεια ο Ανδρέας Παπανδρέου, αλλά και ο Κώστας Σημίτης που έβαλε τη χώρα στην ευρωζώνη σε πείσμα των αντιπάλων του που μιλούσαν για «τραβεστί οικονομία» και τον κατηγορούσαν για «δημιουργική λογιστική». Αν η Ελλάδα δεν ήταν στην Ευρωζώνη, ας μη σκεφτόμαστε καλύτερα ποια θα ήταν η τύχη της σήμερα….
Με τη βεβαιότητα ότι έκαναν το σωστό, οι πολιτικοί που έχουν περάσει στο πάνθεον των ηγετών, δεν ανάλωναν τον χρόνο τουςυβρίζονταςόσους τους ασκούσαν την κριτική. Και αυτή είναι η τεράστια διαφορά τους από τον κ. Τσίπρα, ο οποίος ξέρει ότι όλα όσα ισχυρίζεται δεν αντέχουν στην κοινή λογική. Γι΄ αυτό και καταφεύγει στην επίθεση κατά πάντων. Το κάνει, αφενός, διότι δεν ανέχεται την κριτική, αλλά κυρίως, επειδή, όπως έχει αποδείξει πολλές φορές, ξέρει ότι το «αφήγημά» του δεν έχει συνοχή και ειρμό.
Γι΄ αυτό και είναι ειλικρινά απορίας άξιον πως αισθάνθηκαν όλοι όσοι φιλοτεχνούν τελευταία το πορτρέτο του δήθεν «σοσιαλδημοκράτη Τσίπρα που λογικεύτηκε» και του τάχατες «κεντρώου ΣΥΡΙΖΑ που άφησε πίσω τις ριζοσπαστικές ακρότητες». Θεωρούν ότι έχει λογική η απόπειρα στοχοποίησης προσώπων όπως ο Λουκάς Παπαδήμος και ο Γιάννης Στουρνάρας που συνιστούσε ο ισχυρισμός ότι τα προηγούμενα χρόνια«η δημοκρατία ευτελίστηκε», επειδή «τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες»;
Συνάδουν με το ευρωπαϊκό δημοκρατικό κεκτημένο βερμπαλιστικές ακρότητες όπως οι παρακάτω: «Δεν θα ξεχάσουμε τίποτα από όσα ζήσαμε, γιατί δεν είναι απλά η ύλη για τους ιστορικούς του μέλλοντος.Αλλά είναι τα εφόδια μιας χώρας που γράφει τη νέα σελίδα της ιστορίας της, σε χρόνο ενεστώτα.Φτάσαμε στον προορισμό μας, βγήκαμε από τα μνημόνια, αλλά δεν τελειώσαμε εδώ.Νέες μάχες είναι τώρα μπροστά μας.Οι σύγχρονοι μνηστήρες είναι εδώ και στέκονται ακόμα απέναντι»;
Ας μην υπάρχουν, λοιπόν, αυταπάτες. Ο κ. Τσίπρας ήρθε στην εξουσία εκμεταλλευόμενος στο έπακρο το διχαστικό κλίμα που επικράτησε στην ελληνική κοινωνία όταν ξεκίνησε η κρίση που έκανε αναπόφευκτο το Μνημόνιο, δηλαδή το πρόγραμμα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας με τη χορήγηση φθηνού δανεισμού από τους εταίρους της χώρας. Αν δεν είχε υπάρξει το Μνημόνιο, θα ήταν αιωνίως στο περιθώριο, όπως είναι σχεδόν παντού οι ομοϊδεάτες του.
Παρότι έχει γίνει προ πολλού ο μνημονιακός πρωθυπουργός με τη μεγαλύτερη κυβερνητική θητεία, δεν μπορεί να λειτουργήσει εκτός πόλωσης και σε συνθήκες κανονικότητας. Δεν έχει καμία δυσκολία να αυτοαποθεώνεται για τη δική του μοναδική μνημονιακήπροσήλωση, ούτε να κατηγορεί εκείνους που μας έβαλαν στα Μνημόνια επειδή δεν τα τήρησαν με ευλάβεια. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση μιλά με μισαλλόδοξο πάθος και διάθεση εξόντωσης όποιου –προσώπου ή θεσμού- δεν υποτάσσεται στη βούλησή του.
Αυτός ήταν. Και ο ίδιος και απαράλλακτος παραμένει, όπωςαπέδειξε τόσο όταν καθύβριζε όσους τον Αύγουστο του 2015 τον συνέδραμαν στην ψήφιση του τρίτου και βαρύτερου Μνημονίου, όσο και με το «διάγγελμα» της Ιθάκης. Παραμένει σταθερά ανεπίδεκτος μαθήσεως στα μαθήματα της συναίνεσης και της τήρησης των κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού τους οποίους είναι δύσκολο να αποδεχτεί ένας πολιτικός που γαλουχήθηκε με το πνεύμα του «καταληψία» και είναι εκείνο από το οποίο εξακολουθεί να διακατέχεται.
Με άλλα λόγια, φαντάζει ότι είναι μάταιος κόπος να περιμένει κανείς να αλλάξει τώρα και να γίνει νουνεχής άνθρωπος της συνεννόησης και της καταλλαγής. Γι΄ αυτό και, παραφράζοντας μια γνωστή παροιμία, εύκολα μπορεί να αντιτείνει κανείς σε όσους βλέπουν «κανονικοποίηση» της σημερινής εξουσίας ότι «τον Τσίπρα και αν τον “πλένεις”…».