Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Η γερμανική ψηφοθηρία και η ελληνική αξιοπιστία

           Η δήλωση της Γερμανίδας καγκελαρίου Άγκελας Μέρκελ ότι λαμβάνει καθημερινά στο γραφείο της αποδελτίωση του ελληνικού Τύπου, είναι αποκαλυπτική τόσο για τη λειτουργία ενός οργανωμένου κράτους, όσο, πολύ περισσότερο, για τη σημασία που δίνει η ευρωπαϊκή ηγεσία στην ελληνική υπόθεση. 
            Υπό αυτή την έννοια, δεν προκαλεί έκπληξη η συνεχής ενασχόληση του γερμανικού πολιτικού συστήματος με την κατάσταση στην Ελλάδα και, έτσι, εξηγείται, ίσως, η –ψηφοθηρικού χαρακτήρα- γερμανική… κακοφωνία, με το μπαράζ των επικριτικών για τη χώρα μας δηλώσεων από Γερμανούς ιθύνοντες, κυρίως του συντηρητικού χώρου, που άλλοτε ζητούν και άλλοτε προβλέπουν την έξοδο μας από την ευρωζώνη.
Καλώς ή κακώς, η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα έχει εμπλακεί στους προεκλογικούς σχεδιασμούς των γερμανικών πολιτικών δυνάμεων και όλα δείχνουν ότι τα πισώπλατα μαχαιρώματα κατά της χώρας μας δεν θα σταματήσουν από τον βάσιμο αντίλογο ότι η κοντόφθαλμη προεκλογική επικοινωνιακή εκστρατεία των κυβερνητικών εταίρων της κ. Μέρκελ θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη την ευρωζώνη και, εν τέλει, βλάπτει τα ίδια τα συμφέροντα της Γερμανίας,  η οποία, μέχρι στιγμής, βγαίνει ωφελημένη από την ελληνική κρίση.
Η δικαιολογημένη διαμαρτυρία για τη ζημιά που υφίσταται η χώρα μας από τους επαναλαμβανόμενους ισχυρισμούς περί επιστροφής στο εθνικό μας νόμισμα, την οποία –και δημοσίως- διατύπωσε, επισκεπτόμενος το Βερολίνο, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, μπορεί να «έπιασε τόπο» και να οδήγησε τη Γερμανίδα καγκελάριο να συστήσει αυτοσυγκράτηση στους εταίρους της, πλην, όμως, δεν αποτελεί εγγύηση ότι θα μας αφήσουν ήσυχους. Ο λαϊκισμός, βλέπετε, δεν είναι μοναδικό προνόμιο του ελληνικού πολιτικού συστήματος.  
            Ας μην αυταπατώμεθα, όμως. Αυτή είναι η μια όψη του προβλήματος με το «έλλειμμα αξιοπιστίας» που, κατά τα λεγόμενα του Έλληνα πρωθυπουργού, βρίσκεται αντιμέτωπη η ελληνική κυβέρνηση στις επαφές της με τους Ευρωπαίους εταίρους μας και, εν γένει, με τους διεθνείς συνομιλητές της, οι οποίοι, άλλοτε συγκαταβατικά και άλλοτε επιτακτικά, μας ζητούν τήρηση των υπεσχημένων.
            Δεν είναι, ίσως, της παρούσης μια αναδρομή στους λόγους που οδήγησαν στην ελλειμματική αξιοπιστία της Ελλάδας και σε καταμερισμό της ευθύνης γι΄ αυτήν που αναλογεί σε κάθε μια από τις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις, είτε κατά το απώτερο είτε κατά το πρόσφατο παρελθόν, καθώς είναι βέβαιο πως θα καταλήξουμε στο «ουδείς αναμάρτητος» που είπε ο κ. Σαμαράς, ερωτηθείς σχετικά από Γερμανό δημοσιογράφο.
            Τo ανησυχητικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι το φαινόμενο της ελληνικής αναξιοπιστίας τροφοδοτείται καθημερινά με σειρά γεγονότων, όπως, μεταξύ άλλων, για να μείνουμε στα πλέον πρόσφατα, η… «ανταρσία» της Ύδρας υπέρ της φορο-ασυλίας των ελεύθερων επαγγελματιών του νησιού ή η… «πολεμική» ατμόσφαιρα που θέλησαν ορισμένοι να δημιουργήσουν στην Κόρινθο με το ζήτημα της μετατροπής του παλαιού στρατοπέδου της πόλης σε κέντρο κράτησης λαθρομεταναστών. 
            Όταν σε τόσο αυτονόητα ζητήματα, δεν μπορούν να δοθούν αποτελεσματικές λύσεις, αναρωτιέται κανείς πως μπορεί η χώρα αυτή να διεκδικεί ρόλο στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και να απαιτεί των εταιρική αλληλεγγύη που, δυστυχώς, είναι απολύτως απαραίτητη για να βγούμε από το τούνελ της παρατεταμένης ύφεσης.
            Την ώρα που συζητείται ο «σφαγιασμός», για μια ακόμη φορά, των εισοδημάτων των μισθωτών και των συνταξιούχων, είναι δυνατόν να γίνει ανεκτή η άρνηση ελέγχου από τους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς της ελληνικής Πολιτείας; Το άλλοθι των αρνητών και των υποστηρικτών τους ότι δήθεν δεν θέλουν να πληρώσουν επειδή τα λεφτά πάνε για την πληρωμή των δανεικών είναι απολύτως ψευδές, όταν έπειτα από τόσες περικοπές το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα (χωρίς δηλαδή τόκους και χρεολύσια) κατά το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους διαμορφώθηκε στα τρία δισεκατομμύρια ευρώ.
            Αντίστοιχης διάστασης είναι και το ζήτημα με τους λαθρομετανάστες. Δεν μπορεί, παντού στην Ελλάδα, να υπάρχουν αντιδράσεις από τους τοπικούς παραγοντίσκους κάθε φορά που πάει να δημιουργηθεί ένα κέντρο κράτησης. Είναι παράλογο να δεχθεί κανείς το επιχείρημα που προβάλλεται πως δήθεν απειλούνται από τους κρατούμενους μετανάστες, που σιτίζονται και υποβάλλονται σε ιατρικούς ελέγχους, περισσότερο από όσο κινδυνεύουν από όσους περιφέρονται ασκόπως στις πόλεις και στα χωριά, αναζητώντας εναγωνίως στέγη και τροφή.
Εν κατακλείδι, όση σημασία και να δώσει κανείς στην λαϊκίστικη γερμανική ψηφοθηρία, το βέβαιο είναι πως εκείνο που θα κρίνει το μέλλον μας είναι η δική μας αξιοπιστία που θα ενδυναμώνεται όχι τόσο με τα –απολύτως απαραίτητα- πρωθυπουργικά ταξίδια, όσο με τον περιορισμό των φαινομένων τύπου Ύδρας και Κορίνθου. 

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Η αδημονία επιστροφής και το… «μη χειρότερα»



Κpαθώς μπήκαμε στο τρίτο δεκαήμερο του τρίτου καλοκαιρινού μήνα, σήμανε για τους περισσότερους εκδρομείς του Αυγούστου –και μαζί για τούτη τη στήλη που είχε μια εικοσαήμερη ανάπαυλα- η ώρα της επιστροφής στη ρουτίνα της καθημερινότητας μας, η οποία, όσο δύσκολη και αν προμηνύεται να είναι τον επερχόμενο χειμώνα, ο φόβος του άγνωστου χειρότερου την κάνει να μοιάζει ως πολύτιμη καταφυγή.

Από  όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, φίλοι και γνωστοί εύχονταν να καθυστερήσει όσο γίνεται το τέλος του καλοκαιριού, να παραταθούν οι διακοπές και να μακρύνει ο χρόνος της επανόδου στα “τετριμμένα”. Ταυτόχρονα, η θερινή ανάπαυλα και η συνακόλουθη ραστώνη, το «γέμισμα των μπαταριών», όπως συνηθίζαμε να λέμε (έκφραση που δεν θυμάμαι να την άκουσα πρόσφατα), συνοδευόταν από σχέδια για νέα ξεκινήματα στις σπουδές, στις δουλειές, στις ζωές μας.

 Φέτος για πρώτη φορά αισθάνομαι -και βρήκα και άλλους να συμμερίζονται τούτο το αίσθημα- μια χωρίς προηγούμενο αδημονία να γευθούμε στα γρήγορα τους θερινούς “καρπούς” (ξεκούραση, μπάνια και πανηγύρια) και να επιστρέψουμε άρον – άρον στις “βάσεις” μας. Ευχή και ελπίδα των περισσοτέρων δεν ήταν το σύνηθες «να βρούμε, γυρνώντας πίσω, καλύτερα τα πράγματα», αλλά  το… «μη χειρότερα».

Δεν ξέρω πόσο συνέβαλε σε όλα τούτα η γενικευμένη οικονομική δυσπραγία που αποτυπωνόταν εναργέστατα στις, τηρουμένων των αναλογιών, σφύζουσες από κόσμο, κυρίως τώρα τον Αύγουστο, θεσπρωτικές παραλίες, όπως διαπίστωσα ο ίδιος, αλλά και αλλού, όπως πληροφορήθηκα, με την ταυτόχρονη… αποχή των παραθεριστών από τα τουριστικά καταστήματα, κυρίως εστιατόρια και ταβέρνες, που οι άνθρωποι που τα λειτουργούν ή εργάζονται σε αυτά πέρασαν ένα πολύ δύσκολο καλοκαίρι.

Από τις πολλές συζητήσεις, ωστόσο, που συμμετείχα ή έτυχε να ακούσω, τείνω να πιστέψω πως περισσότερο από το προβληματικό παρόν, εκείνο που βάρυνε τη συμπεριφορά όλων μας το φετεινό καλοκαίρι είναι, καλώς ή κακώς, η πίστη των πλειονότητας των συνελλήνων ότι η κατάσταση δεν βελτιώνεται και «τα χειρότερα είναι ακόμη μπροστά μας».

Άκουσα επανειλημμένα ανθρώπους να λένε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, «ας πάμε και φέτος στο πανηγύρι, γιατί του χρόνου μπορεί να μας το έχουν… κόψει κι αυτό», που μπορεί να μην εδράζεται σε υπαρκτές πραγματικότητες, αλλά είναι άκρως ενδεικτικό για τις απόψεις που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία και επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις συμπεριφορές όλων μας.

Δεν είναι μόνον η ατέρμονη συζήτηση για τις επικείμενες νέες περικοπές των κρατικών δαπανών κατά 11,5 δισεκατομμύρια ευρώ που επιβαρύνει την ατμόσφαιρα και εντείνει τον φόβο και την ανασφάλεια των πολιτών που  δεν ξέρουν τι να πιστέψουν και γιατί να προετοιμαστούν με τόσα καταστροφολογικά σενάρια που κυκλοφορούν και κάνουν τις ζωές τους άνω-κάτω.

Είναι, επιπλέον, τα «βαλτωμένα» έργα που συναντά κανείς παντού, τα άδεια εργοτάξια, οι χέρσοι κάμποι (ακόμη και εκεί που πριν από λίγα χρόνια το δημόσιο ξόδεψε εκατομμύρια εκατομμυρίων για να γίνουν αναδασμοί και να αρδευτούν) που συνιστούν μια συνεχή υπενθύμιση ότι η κρίση όχι μόνον δεν έγινε ευκαιρία, αλλά συνέτεινε στην οικονομική παραλυσία, που, αντί να περιορίζεται, δυστυχώς επεκτείνεται. 

Είναι, πολύ περισσότερο, η γενική αίσθηση ότι για τίποτε και πουθενά δεν υπάρχει οργανωμένο και συνεκτικό σχέδιο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Μοιάζει πολλές φορές σαν η χώρα ολόκληρη –ηγέτες και πολίτες- να έχουμε πετάξει «λευκή πετσέτα» και να περιμένουμε είτε κάποιοι άλλοι να κάνουν αυτό που συνήθως όλοι συνομολογούμε στις καφενειακές συζητήσεις ότι πρέπει να γίνει, είτε να επέλθει το μοιραίο.

Από την Παιδεία και την Υγεία ως τη λειτουργία του δημοσίου με τα τα φαινόμενα διαφθοράς και την φοροδιαφυγή, ή από το μεταναστευτικό και την παραγωγική υποδομή ως τη γραφειοκρατία και τα εμπόδια στο επιχειρείν , η εντύπωση των πολιτών είναι ότι δεν γίνεται τίποτε ουσιώδες και οι αλλαγές που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια ελάχιστα έχουν βελτιώσει την κατάσταση, αν δεν την έχουν επιβαρύνει κιόλας σε αρκετές περιπτώσεις.

Γι΄ αυτό, πιστεύω, ότι πρώτιστη υποχρέωση της σημερινής συγκυβέρνησης είναι να μην μείνει στην πεπατημένη των μέτρων περικοπής των εισοδημάτων και των κρατικών δαπανών, αλλά να εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εξόδου από την κρίση, το οποίο θα συμφωνήσει με τους εταίρους μας και θα παρουσιάσει στους πολίτες με ειλικρίνεια και χωρίς ωραιοποιήσεις, φτιασιδώματα και δεύτερες, εκλογικές ή άλλες, σκέψεις. Χωρίς αυτό, το «μη χειρότερα» θα μας συνοδεύει για πολλούς ακόμη καλοκαίρια.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.