Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Πόνος, αλλά με… δόσεις ελπίδας


Προσεγγίζοντας τις αποφάσεις του Eurogroup με την ψυχραιμία που απαιτούν οι περιστάσεις και  χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς της ανάγκης της μιας πλευράς για πανηγυρισμούς ή της επιμονής άλλων στην καταστροφολογία και στη μόνιμη κινδυνολογία, δύο είναι τα στοιχεία που τις συνθέτουν: πόνος και ελπίδα.
Για όποιον δεν θέλει να έχει αυταπάτες ή να τρέφει ιδεοληπτικές εμμονές, οι αποφάσεις των εταίρων και δανειστών μας για τη μελλοντική χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μονοσήμαντες και ούτε χωρούν σε απλοϊκά ερμηνευτικά σχήματα περί απόλυτου καλού ή κακού.
Περιέχουν, αναμφισβήτητα, μεγάλες δόσεις κοινωνικού πόνου που θα προκληθεί από τη σιδηρά πειθαρχία που απαιτεί η απαρέγκλιτη εφαρμογή του επώδυνου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ώστε να επιτευχθούν τα επόμενα  χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα τέτοια που να καθιστούν το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος «βιώσιμο» και άρα αντιμετωπίσιμο.
Από την άλλη, όμως, δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει ότι χωρίς την αλληλεγγύη των εταίρων μας, ο «ξαφνικός θάνατος» με τον οποίον απειλούνταν εδώ και καιρό η ελληνική οικονομία, μπορεί να θεωρείται πλέον ότι ξεπεράστηκε. Οι αποφάσεις, άλλωστε, των Βρυξελλών αυτό που κυρίως έκαναν είναι ότι έστειλαν παντού το πολυσήμαντο μήνυμα πως η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει αναπόσπαστο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Η μέγγενη, ωστόσο, των επώδυνων υφεσιακών μέτρων που καλείται να εφαρμόσει η ελληνική κυβέρνηση, συνδυάζεται, πλέον, με τις ελπίδες που καλλιεργούν οι «ανάσες» που δίνει το «κοκτέιλ» των μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας που αποφασίστηκαν και δημιουργούν τις συνθήκες για να σταθεροποιηθεί η οικονομία μας και να μπει, επιτέλους, φρένο στη διαρκή αβεβαιότητα και στην περιδίνηση που προκαλεί το «σπιράλ θανάτου» στο οποίο βρισκόμαστε παγιδευμένοι την τελευταία τριετία.         
Ο δρόμος, ωστόσο, που έχει να διανύσει η ελληνική κοινωνία τα επόμενα χρόνια είναι μακρύς και δύσκολος. Είναι δρόμος που δεν στρώθηκε αίφνης με ροδοπέταλα, αλλά μπορεί, εφεξής, να θεωρείται περισσότερο βατός. Εξακολουθεί να είναι δρόμος ανηφορικός, αλλά μοιάζει, πλέον, να μην είναι αδιάβατος.
Στον περίπλοκο κόσμο που ζούμε επικρατεί το σλόγκαν ότι «δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα». Υπό αυτή την έννοια, οι υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα μας είναι, αναμφίβολα, βαριές και τα καθήκοντα που έχει η σημερινή κυβέρνηση πολύ δύσκολα.
Το κυριότερο, όμως, από τα καθήκοντα αυτά είναι να πείσει την ελληνική κοινωνία, αλλά την διεθνή κοινή γνώμη, ότι θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Και θα προχωρήσει, χωρίς περισπασμούς, σε όλες εκείνες τις αποφάσεις που θα εμπεδώνουν από τη μια το αίσθημα δικαιοσύνης στην εφαρμογή των μέτρων και από την άλλη το κλίμα εμπιστοσύνης στις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας που είναι η ώρα να βγουν μπροστά και να ηγηθούν της δύσκολης προσπάθειας που ξεκινά για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. 
Εν κατακλείδι, και πέρα από τους αδυσώπητους αριθμούς που συνοδεύουν τις αποφάσεις του Eurogroup, εκείνο που θα κρίνει την αποτελεσματικότητά τους είναι οι δόσεις ελπίδας που θα αισθανθεί η ελληνική κοινωνία ότι μετριάζουν τον αναμφισβήτητο κοινωνικό πόνο.
Και, φυσικά, η προοπτική ότι, προϊόντος του χρόνου, οι θυσίες θα πιάνουν τόπο και ο πόνος θα γίνεται όλο και μικρότερος, μέχρι να ξαναμπούμε στην ανοδική φάση και να επανέλθει η ευημερία, όχι μόνον των αριθμών, αλλά και των ανθρώπων!
   
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος (πολιτικός συντάκτης στο «Πρώτο Θέμα»), περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Η σπατάλη και το «αντάρτικο»


Ακούγοντας από το ραδιόφωνο διαφήμιση για Πρόγραμμα Κοινωνικής Εργασίας που «τρέχει» Δήμος της Αττικής με χρηματοδότηση από κοινοτικούς πόρους –το ΕΣΠΑ, για την ακρίβεια- σκέφθηκα πόσο ενδιαφέρον θα είχε να μαθαίναμε κάποια στιγμή τα αποτελέσματα εφαρμογής των «ποικιλώνυμων» ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Είναι καιρός τώρα που αναρωτιέμαι γιατί μια κυβερνητική υπηρεσία, ένα ερευνητικό ινστιτούτο, κάποιο από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, η ίδια, αν θέλετε, η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλία για να γίνει μια εμπεριστατωμένη έρευνα για τη συμβολή που έχουν τα ευρωπαϊκά προγράμματα που κατά καιρούς ανατίθενται και υλοποιούνται σε κρίσιμους για την κοινωνία τομείς όπως η κατάρτιση ή η απόκτηση δεξιοτήτων, καθώς και στην απασχόληση και εν γένει στην οικονομική ανάπτυξη.
Φοβάμαι ότι τα αποτελέσματα μιας τέτοιας έρευνας θα ήταν απολύτως απογοητευτικά, καθώς, στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα προγράμματα αυτά, στην πράξη δεν λειτουργούν παρά ως μια απλή εισοδηματική ενίσχυση για όσους –ιδιωτικές εταιρείες συμβούλων ή ημικρατικές «αναπτυξιακές» επιχειρήσεις Επιμελητηρίων, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, κ.ά.-  αναλαμβάνουν να τα υλοποιήσουν και για όσους είναι δικαιούχοι των σχετικών επιδοτήσεων.
Τα γράφω αυτά, επειδή έχω υπόψη μου δύο πολύ πρόσφατα χαρακτηριστικά περιστατικά που σχετίζονται με τον τρόπο υλοποίησης του προαναφερόμενου Προγράμματος Κοινωνικής Εργασίας, τα οποία εκτυλίχθηκαν σε δύο διαφορετικές γεωγραφικές της ελληνικής επικράτειας.
Το πρώτο αφορά ακριτική περιοχή, στην οποία ο τοπικός Δήμος χρηματοδοτήθηκε για να προσλάβει ανέργους με πεντάμηνης διάρκειας σύμβαση, οι οποίοι θα απασχολούνταν σε καθαρισμούς και αποψιλώσεις δρόμων απομακρυσμένων κοινοτήτων.
Μόνον, όμως, που οι ιθύνοντες δεν φρόντισαν να εξοπλίσουν τους απασχολούμενους με τον κατάλληλο εξοπλισμό, δηλαδή αξίνες και κασμάδες, με αποτέλεσμα να μεταφέρονται σχεδόν καθημερινά στους τόπους εργασίας και να επιστρέψουν λίγες ώρες αργότερα στα σπίτια τους, παντελώς άπρακτοι. Με αυτόν τον τρόπο, η εκτέλεση του Προγράμματος Κοινωνικής Εργασίας όχι μόνον δεν πρόσφερε κανενός είδους εργασία, αλλά επιβάρυνε και τον καταχρεωμένο Δήμο με την… βενζίνη της μεταφοράς των ανέργων!
Αντίστοιχη εικόνα στην Αττική, με μακροχρόνια ανέργους που εντάχθηκαν σε πρόγραμμα το οποίο υλοποιείται από το ΕΒΕΑ και -υποτίθεται ότι- ως οδηγοί θα μετέφεραν τα συνεργεία Δήμου που κάνουν διάφορες επισκευαστικές εργασίες.
Ο Δήμος, όμως, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι επιδοτούμενοι άνεργοι φαίνεται ότι δεν είχε ανάγκες για οδηγούς, ίσως και επειδή τα συνεργεία για επισκευαστικά έργα που διέθετε δεν ήταν και τόσο πολλά, με αποτέλεσμα οι απασχολούμενοι να πίνουν με τις ώρες καφέδες στην πλατεία μπροστά στο δημαρχείο, περιμένοντας να περάσει το… πεντάμηνο και να επιστρέψουν στα γκισέ του ΟΑΕΔ.  
Σίγουρα, τα δύο αυτά παραδείγματα δεν είναι τα μοναδικά και ο καθένας μας στον περίγυρό του θα έχει συναντήσει ανάλογα φαινόμενα κατασπατάλησης κοινοτικών πόρων χωρίς καμία προστιθέμενη αξία για το κοινωνικό σύνολο. Και, ασφαλώς, υπαίτιοι γι΄ αυτή την απαράδεκτη κατάσταση δεν είναι οι άνεργοι που εντάσσονται σε αυτά τα προγράμματα για να εξασφαλίσουν ένα… γλίσχρο εισόδημα –που δεν ξεπερνά τα 500 ευρώ το μήνα- για τις οικογένειες τους.
Δεν μπορεί, όμως, να μην φταίει κανένας. Με πρώτους τους «επαναστάτες» δημάρχους και περιφερειάρχες που έχουν βγει αυτές τις μέρες στο… κλαρί, με αφορμή τις διαθεσιμότητες των υπαλλήλων και κάνουν «αντάρτικο», κλείνοντας -για να τιμωρήσουν άραγε ποιον;- δήμους και περιφέρειες.
Αλήθεια, τι άλλο χώρα -πέρα από την ταπείνωση και την ασφυξία που βιώνουμε όλοι τρία χρόνια τώρα- πρέπει να (μας) συμβεί σε αυτή τη χώρα, για να αναλάβει ο καθένας (μας) τις ευθύνες του;
   
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος (πολιτικός συντάκτης στο «Πρώτο Θέμα»), περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Κάθε εποχή και οι βουλευτές της


Υποκριτικά ή όχι, είναι πολλοί που τις τελευταίες μέρες δηλώνουν έκπληκτοι από το πλούσιο… «θέαμα» που παρήγαγε η τετραήμερη κοινοβουλευτική διαδικασία –για συζήτηση, δεν νομίζω, ότι μπορεί να μιλά κανείς- έγκρισης του προϋπολογισμού.
Έχοντας παρακολουθήσει όλες ανεξαιρέτως τις ανάλογες διαδικασίες των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών, από τότε ακόμη που δεν υπήρχε τηλεοπτική κάλυψη των συνεδριάσεων της Βουλής, μπορώ να πω ότι δεν εξεπλάγην ούτε από το επίπεδο της αντιπαράθεσης, ούτε από τις λεκτικές ακρότητες και το σόου στο οποίο επιδόθηκαν από του βήματος ορισμένοι από τους ομιλητές.
Όλα αυτά δεν είναι παρά σημεία των καιρών, καθώς κάθε εποχή έχει τους βουλευτές της. Και, ως εκ τούτου, σε μια περίοδο με βαθιά και γενικευμένη κρίση, θα ήταν παράταιρο οι εκπρόσωποι μιας κοινωνίας, η οποία, καλώς ή κακώς, βρίσκεται «στα κάγκελα», να θύμιζαν… κοινό όπερας. Γι΄ αυτό, εκτιμώ ότι δεν μπορεί να γίνονται συγκρίσεις και αξιολογικές κατατάξεις για το πότε ήταν καλύτερα και πότε χειρότερα. Το «καλύτερα» ή το «χειρότερα» μόνον με τις κοινωνικές προσλαμβάνουσες της κάθε εποχής μπορεί να κριθεί.
Σε αντίθεση, άλλωστε, με ό,τι ισχυρίζονται ορισμένοι, κυρίως μέσω του ανιστόρητου αφορισμού που θέλει να «φταίνε για όλα οι 300» και πως αν τους… «καθαρίσουμε», μόνον «τότε θα σωθούμε», στα έδρανα του Κοινοβουλίου κάθονται –ανακλητοί, παρακαλώ!- εκπρόσωποι αυτού που λέγεται ελληνικός λαός, ή –μάλλον, πιο σωστά- εκλογικό σώμα. 
Έτσι, εξάλλου, συνέβαινε πάντα. Από τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των «εθνοπατέρων», έως την εκφορά του λόγου τους και την εν γένει συμπεριφορά ενός εκάστου εξ αυτών, είτε εντός, είτε εκτός του Κοινοβουλίου, κάθε κοινοβουλευτική περίοδος έχει τα χαρακτηριστικά της, τα οποία, εν πολλοίς, καθορίζονται από την δυναμική που αναπτύσσεται στην ελληνική κοινωνία.
Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, ήταν αδιανόητο να εισέλθει κάποιος χωρίς κοστούμι και γραβάτα, όχι μόνον στην μπαροκικού στυλ αίθουσα συνεδριάσεων, αλλά και στο ίδιο το Μέγαρο. Και μόνον προσωπικότητες όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου μπορούσαν να «σπάσουν» τον αυστηρό ενδυματολογικό κώδικα, κάνοντας –και αυτό όχι μονίμως- χρήση του ζιβάγκο.
Ήταν η συνέχεια της προδικτατορικής περιόδου που στη Βουλή επικρατούσαν, μέσω των κομματαρχικών δικτύων, αλλά και της οικογενειακής παράδοσης, τα λεγόμενα πολιτικά «τζάκια», οι «καταφερτζήδες» δικηγόροι, οι οποίοι, αφενός, μετέφεραν στο βήμα την πειθαρχία και τη ρητορική ακρίβεια του δικανικού λόγου και, αφετέρου, επέβαλαν τις νυκτερινές συνεδριάσεις του σώματος –που διατηρούνται έως σήμερα…- επειδή τα πρωινά έπρεπε, κατά το πρότυπο του κινηματογραφικού «βουλευτή Καλοχαιρέτα», να συναντήσουν τους ψηφοφόρους τους και να τηλεφωνούν στα υπουργεία για τις υποθέσεις τους. 
Στη δεκαετία του ΄80 που, ως αποτέλεσμα των νέων συνθηκών που δημιουργούσε το κοινωνικό αίτημα για «αλλαγή», το πολιτικό προσωπικό ανανεώθηκε σε σημαντικό βαθμό, στο Κοινοβούλιο επικράτησαν άλλες συνήθειες. Η πλειονότητα των βουλευτών αναδεικνυόταν, πλέον, από τους θητεύσαντες στις κομματικές οργανώσεις, αρχικώς του ΠΑΣΟΚ και, προϊόντος του χρόνου, της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι, τότε, που οι γραβάτες αρχίζουν να χαλαρώνουν ή και να βγαίνουν, αφού στους –με συνδικαλιστική, συχνά, προπαίδεια- μηχανικούς, γιατρούς και δημόσιους υπαλλήλους που έμπαιναν πια μαζικά στη Βουλή, ο σφιγμένος λαιμοδότης δεν ήταν απαραίτητο αξεσουάρ. Και, επιπλέον, χαλούσε το στυλ του «λαϊκού» βουλευτή που είχε γίνει… του συρμού, χάρις και στα νέα πελατειακά δίκτυα που είχαν δημιουργηθεί και διαμεσολαβούσαν, όπως και τα παλαιότερα, για κάθε είδους «εξυπηρετήσεις».
Νέα «ήθη» έφερε, κατόπιν, στα κοινοβουλευτικά πράγματα, η ιδιωτική τηλεόραση και η εποχή του lifestyle, όταν, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90, στα έδρανα επέδραμαν –με την ψήφο, βεβαίως, του λαού- κάθε λογής «αστέρες» που διέθεταν το προσόν της αναγνωρισιμότητας. Τηλε-δημοσιογράφοι, τηλε-καλλιτέχνες, τηλε-γιατροί, τηλε-πωλητές και κάθε είδους τηλε-κάτι, έφεραν μαζί τους και τον τηλεοπτικό λόγο της εύκολης –και όχι πάντα έξυπνης- «ατάκας», αντικαθιστώντας τον «ξύλινο» κομματικό λόγο που είχε επικρατήσει τις δύο προηγούμενες δεκαετίες. 
Μας αρέσει ή όχι, λοιπόν, ας μην εκπλησσόμαστε που στις μέρες μας επικρατεί ο ακτιβιστικός χαβαλές που «φύτρωσε» στις «πλατείες» και βρήκε γόνιμο έδαφος στα τηλεοπτικά πλατό. Να θυμόμαστε ότι αρκετοί από τους σημερινούς βουλευτές έχουν εκλεγεί επειδή ένα κομμάτι κοινωνίας ήθελε «να πέσουν φάπες στη Βουλή», όπως και ένα άλλο επιχαίρει για το πάθημα του Αμερικανού πρεσβευτή στη Λιβύη και –παρότι βαυκαλίζεται ότι είναι… «προοδευτικό»!- αρέσκεται να αποκαλούν «κουτσό» έναν ξένο αξιωματούχο, μόνον και μόνον επειδή είναι Γερμανός!  
Όπως η Βουλή της ευημερίας και της αμεριμνησίας είχε το δικό της «αρχέτυπο» βουλευτή που… εξυπηρετούσε, έτσι και η Βουλή της κρίσης… δικαιούται να έχει τον δικό της βουλευτή, ο οποίος, αφού δεν μπορεί –όχι φυσικά γιατί δεν θέλει- να κάνει εξυπηρετήσεις, προτιμά να… κραυγάζει. Και αυτό θα κάνει, όσο η βούληση του λαού τον θέλει να είναι εκεί!
   
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος (πολιτικός συντάκτης στο «Πρώτο Θέμα»), περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Ο γκρεμός και το ρέμα


Δέος σε καταλαμβάνει διαβάζοντας τα οικονομικά στοιχεία που συνοδεύουν τον προϋπολογισμό για το 2013, που κατατέθηκε στη Βουλή και –εκτός εξαιρετικού απροόπτου- θα ψηφιστεί την Κυριακή από τη Βουλή. Δεν είναι μόνον οι περικοπές δαπανών (ύψους 9,4 δισ. ευρώ) και οι αυξήσεις φόρων (άλλα περίπου 3,1 δισ. ευρώ), όπως προβλέπονται και στο «πακέτο» της συμφωνίας με την τρόικα, που προκαλούν αυτό το συναίσθημα.

Είναι κυρίως η πρόβλεψη για την συνεχιζόμενη –για έκτο συνεχή χρόνο!- ύφεση, που υπολογίζεται ότι θα φθάσει στο 4,5%, μειώνοντας ακόμη περισσότερο την απασχόληση και αυξάνοντας, συνάμα, το ήδη τεράστιο ποσοστό της ανεργίας, αφού θα συνεχίσουν να υποχωρούν οι επενδύσεις, ενώ και η ισχνή αύξηση των εξαγωγών –μόλις κατά 2,6%- δεν είναι ικανή να αλλάξει την κατάσταση.

Την ίδια ώρα, το συνολικό χρέος της χώρας αναμένεται να συνεχίσει την πορεία εκτίναξης: από τα 263 δισ. που ήταν το 2008 και τα 340 δισ. ευρώ που έφθασε φέτος, τον επόμενο χρόνο θα σκαρφαλώσει  στα 346 δισ. ευρώ. Που σημαίνει ότι καθένας μας, συμπεριλαμβανόμενων και  των νεογέννητων, εκτός από τα δικά μας -προσωπικά, οικογενειακά ή επιχειρηματικά- χρέη σε τράπεζες Ταμεία, δημόσιο, κ.λ.π., έχουμε επιπλέον στην πλάτη μας χρέος από τα δανεικά του κράτους από περίπου 32.000 ευρώ κατά κεφαλήν.

Ο συνδυασμός, μάλιστα, του αυξημένου χρέους με το μειωμένο, λόγω της ύφεσης, Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), που το 2008 ήταν 233 δισ. ευρώ και το 2013 θα υποχωρήσει στα 183 δισ. ευρώ, δείχνει ακόμη πιο εκρηκτική την κατάσταση που διαμορφώνεται, καθώς, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, το χρέος –παρά το «κούρεμα» που προηγήθηκε, διαλύοντας τα ασφαλιστικά Ταμεία και τσακίζοντας τους καταθέτες που εμπιστεύθηκαν το ελληνικό δημόσιο- θα διαμορφωθεί τον επόμενο χρόνο στο δυσθεώρητο 189%.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς εξειδικευμένος οικονομολόγος για να αντιληφθεί ότι με ένα τέτοιο χρέος και με μια τέτοια, εν γένει, οικονομική κατάσταση, η χώρα στην οποία ζούμε δεν είναι «βιώσιμη». Η παγίδα στην οποία έχουμε εγκλωβιστεί, πολίτες και Πολιτεία, μοιάζει να είναι αξεπέραστη. Με άλλα λόγια «ο λογαριασμός δεν βγαίνει». Και αυτό αποτελεί κοινή διαπίστωση που κανείς, πλέον, δεν μπορεί να αρνηθεί.

Χωρίς αμφιβολία, ο… γκρεμός που χάσκει μπροστά μας είναι βαθύς. Από την ολοκληρωτική άβυσσο μάς χωρίζει μόλις ένα μικρό βήμα. Το ερώτημα, όμως, που, για πολλαπλή, είν’ αλήθεια, φορά, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ανακύπτει και νομίζω ότι απασχολεί όλους μας τούτη την ώρα είναι: υπό αυτές τις δραματικές συνθήκες, τι κάνουμε;

Μια από τις «συνταγές» που αρκετοί σπεύδουν να υιοθετήσουν είναι να «πέσουμε ηρωικά». Να καταγγείλουμε, δηλαδή, τους πολιτικούς μας, τωρινούς και προγενέστερους, για ανικανότητα αντιμετώπισης των προβλημάτων (που το κάνουμε, ούτως ή άλλως), κατόπιν να τα «σπάσουμε» με τους δανειστές και εταίρους μας, που μας… φόρτωσαν το «μνημόνιο» και να τραβήξουμε μια… ξεγυρισμένη στάση πληρωμών. Να  βουτήξουμε, δηλαδή, στο γκρεμό και… γαία πυρί μιχθήτω.

Πριν, όμως, προχωρήσουμε σε τόσο δραστικές(;) λύσεις, θα πρότεινα να το ξανασκεφθούμε. Ας ρίξουμε, κατ΄ αρχήν, μια ματιά στον περίγυρό μας. Η Γαλλία, χωρίς «μνημόνιο» και με δημόσιο χρέος μόλις 91,3% του ΑΕΠ της, προέβλεψε στο νέο προϋπολογισμό της αυξήσεις στους φόρους κατά 20 δισ. ευρώ, και περικοπή δαπανών κατά 10 δισ. ευρώ. Η Ισπανία, που είναι σε ύφεση, έχει χρέος, όμως, μόλις 87%, αλλά χρόνια ανεργία μεγαλύτερη από τη δική μας, και βρίσκεται με το ένα πόδι μέσα στο μνημόνιο, πήρε, επίσης, πρόσθετα μέτρα 40 δισ. ευρώ.

Θα μπορούσα να συνεχίσω με την Ιταλία, την Κύπρο και άλλες χώρες, οι οποίες έχουν διαφόρων μορφών κυβερνήσεις: δεξιές, σοσιαλιστικές, ακόμη και… κομμουνιστικές (στον Δημήτρη Χριστόφια αναφέρομαι) που, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορεί να συνέπεσαν να είναι όλες τόσο… ανίκανες, όσο και οι δικές μας. Χωρίς να απαλλάσσω από τις ευθύνες με τις οποίες βαρύνονται, για πράξεις και παραλείψεις, οι εκάστοτε κυβερνώντες, προφανώς, βλέποντας κανείς όλη την εικόνα, που είναι παρόμοια σε όλο τον ευρωπαϊκό νότο, διαπιστώνει ότι υπάρχει κάτι πιο βαθύ από το εύκολο, αλλά κυρίως αναποτελεσματικό, «ανάθεμα».  

Γι΄ αυτό, έχω την άποψη ότι είναι, μάλλον, προτιμότερο να αποφύγουμε τον γκρεμό. Μου φαίνεται -χωρίς, βεβαίως, να πιστεύω και να υποστηρίζω ότι κι εκεί θα είναι εύκολα τα πράγματα- πως θα ήταν ίσως αποτελεσματικότερο, ακόμη και για τους απελπισμένους ανέργους ή τους καταχρεωμένους συμπολίτες μας, να επιλέξουμε το διπλανό… ρέμα.

Αν προσπαθήσουμε, δηλαδή, να… κολυμπήσουμε μαζί με όλους όσοι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με μας, θα είναι, ενδεχομένως, καλύτερα. Θα έχουμε, κατ΄ αρχήν, αποφύγει τον… ηρωικό γκρεμό, από όπου, αφού… πέσουμε, ίσως να είναι ανεπίστρεπτη η πορεία. Και, επιπλέον, θα ελπίζουμε σε ένα «ευρωπαϊκό κύμα» που θα μας κρατήσει έξω από το νερό και κάποια στιγμή μπορεί να μας βγάλει στο απέναντι ξέφωτο.  Τι λέτε; Ποιο είναι προτιμότερο;    

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος (πολιτικός συντάκτης στο «Πρώτο Θέμα»), περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.