Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Ποια η (κολοβή) αλεπού και ποιο το αλεπουδάκι;



Όλο το προηγούμενο διάστημα, αρκετοί αναλυτές και η μεγάλη πλειονότητα των πολιτικών στελεχών της αντιπολίτευσης πιθανολογούσαν ότι η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεν θα άντεχε να περάσει τον σκόπελο των σκληρών αποφάσεων που είναι υποχρεωμένη να λάβει. Αποφάσεις, τις οποίες είτε συνομολόγησε η ίδια παλαιότερα είτε κατέστησαν αναπόφευκτες από τους χειρισμούς που προηγήθηκαν και την κατά γενική ομολογία παντελή έλλειψη ενός συνεκτικού σχεδίου με αρχή, μέση και τέλος.
Ορισμένοι «στοιχημάτιζαν» υπέρ της προκήρυξης πρόωρων εκλογών, υποστηρίζοντας ως πιο πιθανό ενδεχόμενο να συμβεί κάτι τέτοιο τούτες τις μέρες, δηλαδή προτού εκπνεύσει το 18μηνο από τις προηγούμενες κάλπες εντός του οποίου η ανάδειξη των βουλευτών γίνεται με λίστα και όχι με σταυρό προτίμησης.
Άλλοι επιχειρηματολογούσαν επικαλούμενοι τις αναλογίες με τις προηγούμενες κυβερνήσεις της μνημονιακής εποχής που συγκλονίζονταν για πολύ πιο πεζά πράγματα από εκείνα που αποτελούν τα τωρινά διακυβεύματα. 
Όπως, για παράδειγμα, το πόσες μέρες θα μένει στα ράφια των σούπερ μάρκετ το αγελαδινό γάλα που λίγο έλειψε να ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά πολύ πριν την ανατρέψει η τότε έξαλλη αντιπολίτευση των Αλέξη Τσίπρα και Πάνου Καμμένου με το μπλόκο στην προεδρική εκλογή και τις απροσχημάτιστες απειλές που εκτόξευαν από το βήμα της Βουλής προς εταίρους, δανειστές και υποψήφιους επενδυτές να μη συμφωνήσουν σε τίποτε με τη νόμιμη εξουσία τη χώρας.
Οι εξελίξεις που δρομολόγησε η τελευταία συνεδρίαση του Eurogroup, στην οποία διαψεύστηκαν πέρα ως πέρα όλες οι εκτιμήσεις και οι στόχοι της κυβέρνησης, η οποία καλείται να… προνομοθετήσει μέτρα μείωσης του αφορολόγητου και περικοπής των συντάξεων, αλλά και να αποδεχθεί την παρουσία του ΔΝΤ μαζί με απλησίαστα πρωτογενή πλεονάσματα και χωρίς ουσιώδη απομείωση των δανειακών υποχρεώσεων, κάνει πολλούς να απορούν πως οι κυβερνητικοί ιθύνοντες μπορεί να διαχειριστούν τα δυσμενή δεδομένα μπροστά στα οποία βρέθηκαν.
Στο ερώτημα για το τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί τη σημερινή κυβέρνηση από τις προηγούμενες η απάντηση είναι πολύ απλή: Το θράσος με το οποίο μπορεί να υποστηρίζει ο,τιδήποτε και το ακριβώς αντίθετό του. Να πανηγυρίζει για κάτι που αποτελεί στόχο, όπως π.χ., η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση, και με την ίδια ευκολία, μόλις αποτυγχάνει, να ισχυρίζεται ότι «δεν ήταν και φετίχ». Να αποδέχεται μέτρα διαιώνισης της λιτότητας και την ίδια στιγμή να διακηρύσσει το τέλος της.    
Σε ένα από τα γνωστά για τη θρασύτητα των διατυπώσεων τους  non paper που εξέδωσε αυτές τις μέρες ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Μεγάρου Μαξίμου εξαπέλυε σφοδρή επίθεση στη Νέα Δημοκρατία την οποία κατηγόρησε ότι «προσπαθεί να δημιουργήσει αναταραχή σε βάρος των πολιτών» και της απέδωσε ότι «διαρρέει ψευδώς» διάφορα πράγματα. Με τη γνωστή έπαρση που διακρίνει τους ενοίκους του πρωθυπουργικού γραφείου, το κυβερνητικό non paper κατέληγε με το ακόλουθο εκπληκτικό ερώτημα: «Εκατό η αλεπού, εκατόν ένα το αλεπουδάκι;».
Με άλλα λόγια, ο κ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι «αλεπούδες» στην επικοινωνία. Και δεν έχουν καμία δυσκολία να υποστηρίξουν ότι μπροστά τους οι γαλάζιοι προπαγανδιστές δεν είναι παρά «αλεπουδάκια» που δεν θα καταφέρουν να τους ξεπεράσουν!
Επειδή, ωστόσο, σε αντίθεση με τη θρασύτητα και την έπαρση, η ευρυμάθεια δεν περιλαμβάνεται στα ατού των συντακτών των κυβερνητικών non paper, καλό θα ήταν να τους θυμίσει κάποιος τον Αισώπειο μύθο για την κολοβή αλεπού που προσπάθησε –ανεπιτυχώς!- να πείσει και τις υπόλοιπες αλεπούδες να κόψουν, όπως εκείνη, τις ουρές τους.
Με επιχειρηματολογία που δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από τους κυβερνητικούς προπαγανδιστές, η αλεπού του Αισώπου που είχε χάσει την ουρά της σε μια παγίδα –σαν καλή ώρα εκείνη που φαίνεται να έστησε ο Σόιμπλε στο τελευταίο Eurogroup- διατείνονταν απευθυνόμενη προς τις άλλες αλεπούδες: «Τί τις θέλουμε τις ουρές; Μόνο που μας ασκημίζουν. Μας είναι ένα περιττό βάρος. Μας δυσκολεύουν στην κίνηση, μας κάνουν πιο αργές στο τρέξιμο. Μας δυσκολεύουν όταν κρυβόμαστε. Επιπλέον, προσελκύουν τους κυνηγούς, που θέλουν να μας πιάσουν για να πάρουν την ουρά μας».
Τα «εναλλακτικά γεγονότα» και η «μεταλήθεια», όμως, που χρησιμοποίησε η κολοβή αλεπού δεν έπιασαν τόπο, αφού μια άλλη αλεπού από την αγέλη αντέτεινε πως όλα αυτά τα έλεγε αποβλέποντας στο δικό της συμφέρον που ήταν να κόψουν και οι υπόλοιπες τις δικές τους ουρές. Ντροπιασμένη η κολοβή αλεπού έσπευσε να κρυφθεί στις φυλλωσιές του δάσους, περιμένοντας μήπως βρεθεί τρόπος να αποκτήσει καινούργια ουρά.
Κάπως σαν τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, δηλαδή,  που τρεις μέρες μετά το Eurogroup φαίνεται να σιωπά, αναπολώντας, πιθανότατα, τη φουντωτή ουρά που είχε όταν παρίστανε τον ηγέτη της… αριστερής  πτέρυγας του κυβερνώντος κόμματος.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Από το έλεος της Μέρκελ ως τη γοητεία του Σουλτς



            Ηχεί ακόμη στα αυτιά όλων μας ο θόρυβος από τη δικαιολογημένη ενόχληση που είχαν αισθανθεί αρκετοί εδώ στη χώρα μας εξαιτίας της «απομόνωσης» την οποία είχαν επιφυλάξει οι ευρωπαίοι ομόλογοί του στον Γιάν(ν)η Βαρουφάκη.
Παρά, πάντως, το γεγονός ότι ο έλληνας υπουργός είχε υπερβεί επανειλημμένως τα εσκαμμένα, δηλώνοντας διάθεση να μην αποδεχθεί τους κανόνες που ίσχυαν στη λειτουργία του Eurogroup ή ισχυριζόμενος με υπαινικτικό τρόπο ότι κατέγραφε τα όσα διαμείβονταν στις απόρρητες συνεδριάσεις του εν λόγω θεσμικού οργάνου της ευρωζώνης, ουδείς διεθνής παράγων διανοήθηκε να ζητήσει δημοσίως από την ελληνική κυβέρνηση να τον αποπέμψει ή, έστω, να τον «συμμαζέψει».
Όπως όλοι καλά θυμούμαστε, τον απέπεμψε ουσιαστικά μήνες αργότερα ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας όταν έπαψε να του είναι χρήσιμος στο παιχνίδι της υποτιθέμενης διαπραγμάτευσης που έκανε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015 και κορυφώθηκε με την παρωδία του δημοψηφίσματος.
Είναι, λοιπόν, απορίας άξιον πως ο ίδιος ο κ. Τσίπρας, ο οποίος θα ανέβαινε –και δικαίως- στα… κεραμίδια εφόσον του έκανε κανείς υποδείξεις για τους συνεργάτες του, υποδεικνύει σε άλλους ηγέτες να εγκαλέσουν τους δικούς τους υπουργούς.
«Θέλω να αξιοποιήσω την παρουσία μου σ’  αυτό εδώ το βήμα της Κεντρικής Επιτροπής (σ.σ.: του ΣΥΡΙΖΑ!) και να παρακαλέσω θερμά την καγκελάριο (σ.σ.: Άνγκελα Μέρκελ, που από τα προεκλογικά μπαλκόνια της φώναζε «Go back») να αποθαρρύνει τον υπουργό των Οικονομικών της, απ’ αυτή τη διαρκή επιθετικότητα εναντίον της Ελλάδας», είπε το περασμένο Σάββατο αναφερόμενος στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από το κομματικό του βήμα.
Ακόμη και αν του πιστώσει κανείς όλα το δίκια του κόσμου όταν ισχυρίστηκε ότι θεωρεί «υποτιμητικές» τις αναφορές του γερμανού υπουργού ότι «η Ελλάδα και οι Έλληνες ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους», δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί για τη σκοπιμότητα της απροσχημάτιστης ανάμειξης του πρωθυπουργού της Ελλάδας στην προεκλογική περίοδο μιας άλλης χώρας.
Ισχυρίστηκε αρχικώς ότι οι «αφορισμοί» Σόιμπλε σχετίζονται με προσπάθεια για «συγκράτηση των διαρροών (σσ.: των χριστιανοδημοκρατών) προς το κόμμα της “Εναλλακτικής για τη Γερμανία”», για να τοποθετηθεί εν συνεχεία αναφανδόν υπέρ των θέσεων του βασικού αντιπάλου κόμματος προς το CDU των Μέρκελ - Σόιμπλε.
«Πιστεύω ότι δικαίως το SPD, το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, επισήμως μετά από αυτές τις δηλώσεις, εγκάλεσε τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών ότι επιχειρεί να συντηρήσει ένταση γύρω από το ελληνικό πρόγραμμα, προσπαθώντας να φορτώσει στην Ελλάδα τα δικά του αδιέξοδα», υποστήριξε.
Μπορεί, αλήθεια, κανείς να φανταστεί τι θα γινόταν αν το Βερολίνο αποφάσιζε να ανταποδώσει τα ίσα και έβγαιναν, για παράδειγμα, η Μέρκελ, ο Σόιμπλε ή οποιοσδήποτε άλλος γερμανός πολιτικός παράγων και έπαιρνε δημόσια θέση για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο στην Ελλάδα;
Για λόγους οι οποίοι, προφανώς, έχουν να κάνουν με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, η άλλη πλευρά επέλεξε να μην απαντήσει στην πρόκληση, παρότι η παρουσία στη γερμανική πρωτεύουσα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκου Μητσοτάκη θα μπορούσε να αποτελέσει μια αφορμή για να εκφράσουν προτίμηση, αν όχι σε πρόσωπα, ενδεχομένως σε πολιτικές.
Επέλεξαν να μην το κάνουν. Δημοσίως τουλάχιστον. Υποδέχθηκαν χωρίς φανφάρες τον κ. Μητσοτάκη, τηρώντας το ίδιο ακριβώς πρωτόκολλο που είχαν εφαρμόσει και όταν ο κ. Τσίπρας με την αντίστοιχη ιδιότητα του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε πριν από τρία χρόνια περάσει το κατώφλι του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών στο Βερολίνο.
Πρόκειται για μια επιλογή η οποία είναι μάλλον η ουσιωδέστερη διαφορά που χωρίζει τις σοβαρές χώρες που διαθέτουν στιβαρές ηγεσίες οι οποίες ασκούν πολιτικές που υπακούουν στο εθνικό τους συμφέρον, από τις αποτυχημένες χώρες («failed states», όπως τις αποκαλούν οι αγγλοσάξωνες) που… ατύχησαν να έχουν ηγεσίες οι οποίες θεωρούν ότι προέχει η δική τους παραμονή στην εξουσία.
Γι΄ αυτό φυσικά οι μεν ηγούνται της Ευρώπης και οι δε εκλιπαρούν για το έλεος των άλλων, ακόμη και όταν φαντασιώνονται ότι αλλάζουν τον κόσμο, κλείνοντας τα αυτιά τους στις επισημάνσεις των ίδιων των ηγετικών στελεχών τους, όπως ο Νίκος Φίλης, που τους λένε κατάμουτρα ότι «δεν επιβεβαιώθηκε καμία εκτίμησή μας».
Ο κίνδυνος να βρεθεί η κυβέρνηση και μαζί της και η χώρα ενώπιον μιας ακόμη διάψευσης είναι αναμφισβήτητος. Παρά ταύτα, η ηγεσία της -«αμέριμνη», όπως παρατηρεί και ο κ. Φίλης τώρα που είναι εκτός νυμφώνος- τρενάρει το κλείσιμο της αξιολόγησης σε πείσμα φίλων και εχθρών που προτείνουν το αντίθετο.
Ο κ. Τσίπρας, όμως, δεν το κάνει, προσδοκώντας να λειτουργήσει η… φιλευσπλαχνία της Μέρκελ που έχει την αυταπάτη ότι μπορεί να λυπηθεί τους Έλληνες και να ανακαλέσει στην τάξη τον στενό της συνεργάτης Β. Σόιμπλε. Ή, εναλλακτικά, -γιατί αυτή η κυβέρνηση είναι γνωστό ότι δεν… πορεύτηκε ποτέ «χωρίς plan b»- στη γοητεία που μπορεί να ασκήσει ο ηγέτης των σοσιαλδημοκρατών Μάρτιν Σουλτς στους γερμανούς ψηφοφόρους το προσεχές φθινόπωρο.
Στην οπτική ενός εχέφρονος ανθρώπου, άραγε, πόσες πιθανότητες έχουν να ευοδωθούν σχεδιασμοί αυτού του είδους;

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Γιατί δεν (ξε)κουράζεται ο πρωθυπουργός;



«Το βαρύ πρόγραμμα του Πρωθυπουργού, τόσο το ελληνικό όσο και το διεθνές, δεν του επιτρέπει να ξεκουραστεί ούτε στο σπίτι του, πόσο μάλλον στο εξωτερικό».Η συγκεκριμένη φράση περιέχεται  αυτολεξεί στο non paper που εξέδωσε το περασμένο Σάββατο ο επικοινωνιακός μηχανισμός του Μεγάρου Μαξίμου για να δώσει με καθυστέρηση μιας ολόκληρης εβδομάδας κάποιες εξηγήσεις για το διαβόητο πλέον κυριακάτικο ταξίδι του Αλέξη Τσίπρα και της άγνωστης ακόμη συνοδείας του στο Παρίσι.
Μέσα στον μάλλον δικαιολογημένο θόρυβο που προκλήθηκε για το μυστηριώδες ταξίδι στη γαλλική πρωτεύουσα, που ελάχιστους φαίνεται να έπεισε ότι αφορούσε επενδύσεις της L'Oréal ή επαφές με τους Rothschild, πέρασε μάλλον απαρατήρητη η αναγνώριση των συνεργατών του πρωθυπουργού –ή μήπως του ίδιου;- ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν ξεκουράζεται. Και αυτό είναι που του δίνει το άλλοθι να παίρνει το κυβερνητικό Gulfstream και να κόβει βόλτες, τις οποίες άλλες φορές διατυμπανίζει και άλλοτε τις κρατάει μυστικές. 
Μέχρι τώρα ξέραμε για την υπερβολική κούραση που είχε καταλάβει τον κ. Τσίπρα κατά την πολυδιαφημισμένη από τον ίδιο «17ωρη διαπραγμάτευση της 12ης Ιουλίου», όταν μια βδομάδα μετά το περιλάλητο δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 εξήλθε φανερά καταβεβλημένος από την ευρωπαϊκή σύνοδο στην οποία συνομολόγησε το τρίτο Μνημόνιο.
Τα αποτελέσματα εκείνης της αναμφίβολα κουραστικής διαπραγμάτευσης είναι γνωστά σε όλους. Ο  κ. Τσίπρας μπήκε το απόγευμα της Κυριακής στη συνεδρίαση με τους Ευρωπαίους ομολόγους του έχοντας στη φαρέτρα του το συντριπτικό «Όχι» που είχε ζητήσει και είχε πάρει από έξι στους δέκα Έλληνες και βγήκε το άλλο πρωί κραδαίνοντας ένα «Ναι» που εξέπληξε ακόμη και όσους είχαν ψηφίσει υπέρ του συμβιβασμού.
Αν και δεν έχει διευκρινιστεί απολύτως κατά πόσο σε εκείνη τη δραματική μεταβολή της στάσης του επέδρασε η… κούραση ή επρόκειτο για προειλημμένη απόφαση αποδοχής των απαιτήσεων των εταίρων και δανειστών, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι εξίσου κουρασμένη από τη συγκεκριμένη καθοριστική συνεδρίαση είχε φανεί να βγαίνει και η Άνγκελα Μέρκελ. Με τη διαφορά, όμως, ότι η γερμανίδα καγκελάριος ήταν συνάμα και ικανοποιημένη αφού η δική της κούραση είχε αποδώσει την ευόδωση των στόχων που είχε θέσει όταν ταξίδεψε από το Βερολίνο στις Βρυξέλλες.
Υπό την αίρεση ότι ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο ο πρωθυπουργός, πλέον, «δεν ξεκουράζεται» δεν αποτελεί παρά μια προσχηματική δικαιολογία για να καλυφθούν οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους «πετάχθηκε» κυριακάτικα στη γαλλική πρωτεύουσα μαζί με την κουστωδία του, γεννάται το ερώτημα για τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας ομολογίας.
Με δεδομένο, άλλωστε, ότι στην πλειονότητα των πολιτών εδραιώνεται πλέον η πεποίθηση πως η χώρα βολοδέρνει, αφημένη στην τύχη της, η πολυθρύλητη αξιολόγηση πάει από παράταση σε παράταση και, με εξαίρεση ίσως τον υπουργό Αλέκο Φλαμπουράρη και ενδεχομένως τους συντάκτες των κυβερνητικών non paper, το τρίψιμο των ματιών όλων των υπολοίπων μόνον αναπτυξιακά θαύματα δεν εμφανίζει, είναι απορίας άξιον τι μπορεί να είναι εκείνο που  κάνει τον πρωθυπουργό να μας γνωστοποιεί ότι δεν ξεκουράζεται.
Εκτός και αν, όπως προέκυψε από όσα είπε στην τελευταία παρουσία του στη Βουλή ασχολείται νυχθημερόν με τα «πόθεν έσχες» όσων αμφισβητούν την εξουσία του: των –κατά δήλωσή του- «μεγαλοδημοσιογράφων» που, όπως προειδοποίησε βουλευτές και πολίτες, «θα πάθετε πλάκα» με όσα δηλώνουν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπάρχουν και άλλα που δεν δηλώνονται, αλλά και του βασικού αντιπάλου του, Κυριάκου Μητσοτάκη, στον οποίο δεν χάνει ευκαιρία να επιτίθεται για τα περιουσιακά του, τα δάνειά του, ακόμη και επειδή δεν έκανε κοινή δήλωση με τη σύζυγό του, ενόσω ήταν σε διάσταση. 
Το γεγονός ότι και ο ίδιος ο κ. Τσίπρας δεν έχει υποβάλει ποτέ μέχρι τώρα κοινή δήλωση με τη δική του σύζυγο,φαίνεται ότι  δεν… μετράει. Γιατί; Τύποις, διότι, λέει, δεν είναι νυμφευμένος με την κυρία Περιστέρα Μπαζιάνα, καθότι ως πούρος αριστερός απορρίπτει τις αστικές συνήθειες του γάμου. Επί της ουσίας, όμως, για τον ίδιο λόγο που οι συνεργάτες του ξεχνούν να δηλώσουν καταθέσεις εκατομμυρίων αλλά «βγαίνουν λάδι» και η άρση της ασυλίας των βουλευτών του δεν αίρεται ό,τι και αν έχουν κάνει.
Α, μπορεί κι επειδή «έχει βαρύ πρόγραμμα που δεν του επιτρέπει να ξεκουραστεί». Θα εκπλαγεί κανείς αν δει κάτι τέτοιο γραμμένο σε ένα από τα επόμενα non paper να προβάλλεται ως δικαιολογία για ο,τιδήποτε; 

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Ας το πάρει αλλιώς, με μια μπουλντόζα



            Σε μια συνέντευξη 3.500 λέξεων, την οποία παραχώρησε με αφορμή τα δύο χρόνια από την πρώτη εκλογική νίκη του και την ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο και τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν ανέφερε ούτε μια φορά τη λέξη «επένδυση» ή κάποιο παράγωγό της.
Όποιος το θεωρήσει τυχαία παράλειψη, που ίσως να σχετιζόταν και με τις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν, δεν έχει παρά να ανατρέξει στην τελευταία ωριαία ομιλία του στη Βουλή για την περιλάλητη διαπλοκή. Ομιλία η οποία εξελίχθηκε σε «εφ΄ όλης της ύλης» παρέμβαση, πλην, όμως, οι λέξεις «επενδύσεις» και «επενδυτές» και πάλι δεν βρήκαν θέση στο πρωθυπουργικό λεξιλόγιο.   
Τούτων δοθέντων, ίσως να μην προκαλεί έκπληξη ότι στα δημοσιεύματα των ημερών διαβάζει κανείς τα εξής διόλου ελπιδοφόρα νέα: «Καλώς εχόντων των πραγμάτων, μπουλντόζες στο Ελληνικό δεν αναμένονται πριν από τα τέλη του 2017 ή ακόμη και στις αρχές του 2018».
Πρόκειται, όπως ευλόγως αντιλαμβάνεται ο καθείς, για την πολυθρύλητη αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου της πρωτεύουσας που συνιστά την, από κάθε άποψη, μεγαλύτερη επένδυση των τελευταίων δεκαετιών. Και παρότι διαδοχικές κυβερνήσεις της παρελθούσας εικοσαετίας έχουν δεσμευτεί να την προωθήσουν ταχέως, τα εμπόδια που ορθώνονται σε αυτή την προοπτική αποδεικνύονται πιο ισχυρά από τις διακηρυγμένες βουλήσεις των κυβερνώντων.
Με μια πρόχειρη αναζήτηση στο Διαδίκτυο βρίσκει κανείς ότι, ακόμη και πριν από το 2001, οπότε ολοκληρώθηκε η μεταφορά των αεροπορικών υπηρεσιών στα Σπάτα, υπήρξε μια πλειάδα μελετών οι οποίες υπογράμμιζαν τις θετικές οικονομικές επιπτώσεις από μια τέτοια επένδυση. «Η αξιοποίηση αναμένεται να έχει μια εμπροσθοβαρή θετική επίπτωση στην καταπολέμηση της ανεργίας με τη δημιουργία 10.000 άμεσων θέσεων εργασίας και στην αναζωπύρωση του κατασκευαστικού τομέα, που τόσο έχει πληγεί από την παρατεταμένη κρίση», αναφέρεται σε πρόσφατη έκθεση της πλειοδότριας εταιρίας η οποία μετά βασάνων και κόπων ανέλαβε το έργο. Έργο, το οποίο, κατά την ίδια έκθεση, στην πλήρη ανάπτυξή του «αναμένεται να απασχολεί περίπου 70.000 άτομα πολλών επαγγελματικών ειδικοτήτων».
Τηρουμένων των αναλογιών, μιλάμε για κολοσσιαίους αριθμούς απασχολούμενων, τέτοιους που μάλλον κανένα άλλο εγχώριο επενδυτικό σχέδιο δεν μπορεί να δημιουργήσει σε αντίστοιχους χρόνους. Ως μέτρο σύγκρισης, ας ληφθεί υπόψιν ότι το μισθοδοτούμενο από τη ΔΕΗ προσωπικό αριθμεί λιγότερους από 19.000 υπαλλήλους, ενώ το σύνολο των υπηρετούντων σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες της ελληνικής επικράτειας μόλις που ξεπερνούν τις 150.000.
Με άλλα λόγια, μόλις ολοκληρωθούν τα έργα αξιοποίησης, στα λίγα στρέμματα της έκτασης του Ελληνικού θα δουλεύουν τριπλάσιοι και πλέον εργαζόμενοι από όσους εργάζονται σήμερα σε όλο το εύρος των εγκαταστάσεων της ΔΕΗ ή εκείνοι που θα κτυπούν καθημερινά κάρτα θα αντιστοιχούν στο μισό εκπαιδευτικό προσωπικό που υπηρετεί από άκρου εις άκρον της χώρας
Θα περίμενε, λοιπόν, κανένας από έναν πρωθυπουργό, που θέλει να εμφανίζεται πως δήθεν ενδιαφέρεται για τους εργαζομένους, να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να προχωρήσει μια τέτοια επένδυση. Και, αντί να αναλώνεται ασχολούμενος ολημερίς και ολονυχτίς πως θα φιμώσει όποιον του ασκεί κριτική, θα κινούσε γη και ουρανό για να σχεδιαστούν και, ει δυνατόν, να υλοποιηθούν και άλλες τέτοιες επενδύσεις.
Φανταστείτε, δηλαδή, τι θα συνέβαινε αν ο κ. Τσίπρας, αντί να πάει στη Βουλή και να προσπαθεί να βγάλει από τη μύγα ξίγκι, πασχίζοντας να αποκαλύψει την… τεράστια διαπλοκή πίσω από τη δανειοδότηση του «Κήρυκα» Χανίων,  αποφάσιζε ξαφνικά να πάρει μια μπουλντόζα και να κατευθυνθεί στο Ελληνικό. Δεν χρειαζόταν ν κάνει πολλά. Ας περιοριζόταν, σε πρώτη φάση, να γκρεμίσει συμβολικά έναν από τους εκείνους τους φράκτες στους οποίους αλυσοδένονταν παλαιότερα οι ομοϊδεάτες του για να μην… περάσουν οι επενδυτές.
Είναι βέβαιο ότι ο υψηλός συμβολισμός της πρωτοβουλίας του θα έστελνε παντού το μήνυμα ότι τόσο ο ίδιος όσο και εκείνοι που τον περιστοιχίζουν έχουν απαλλαγεί από τις ιδεοληπτικές εμμονές του παρελθόντος. Και, την ίδια ώρα, θα λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά για όλους όσοι θέλουν να επενδύσουν στην -«υποτιμημένη», πλέον, κακά τα ψέματα- Ελλάδα αλλά δεν το κάνουν επειδή δεν εμπιστεύονται την ηγεσία της που βολοδέρνει και δεν ξέρει αν πρέπει να διώξει το ΔΝΤ ή να φέρει πίσω τη δραχμή.
Υπάρχει, άλλωστε, το προηγούμενο του Κωνσταντίνου Καραμανλή ο οποίος, ξηλώνοντας –καλώς ή κακώς, μικρή πλέον σημασία έχει- με τα ίδια του τα χέρια τις απαρχαιωμένες γραμμές του τραμ στην Αθήνα της δεκαετίας του 1950, έδωσε το έναυσμα για την οικονομική ανάπτυξη που ξεκίνησε τότε και διατηρήθηκε σε υψηλούς ρυθμούς επί μισό αιώνα.
            Μπορεί να κάνει κάτι αντίστοιχο ο Αλέξης Τσίπρας; Αν υπολογίσει κανείς τη μέχρι τώρα πρακτική του μοιάζει δύσκολο, πολύ δύσκολο. Τίποτε, όμως, δεν μπορεί να αποκλείεται, αφού η πολιτική του επιβίωσή του μόνον με ένα σοκ μπορεί να διαφυλαχθεί. Σκεφτείτε μόνον ότι σε έρευνα της προσφιλούς του «Εφημερίδας των Συντακτών» υπολείπεται του Κυριάκου Μητσοτάκη ακόμη και στο ερώτημα για το ποιος είναι περισσότερο έντιμος...
Άρα, ο θόρυβος με τον «Κήρυκα» Χανίων μάλλον δεν αποδίδει τα αναμενόμενα. Οπότε δεν έχει παρά να το πάρει αλλιώς. Με τη μπουλντόζα.