Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Στοιχήματα, βερίκοκα και (υπουργικοί) χαρακτήρες



Υποστηρίζουν ορισμένοι ότι η παρούσα γενικευμένη κρίση που διέρχεται η χώρα θα μπορούσε, ίσως, να αποτελέσει την ευκαιρία για ένα γενικό «ξεσκαρτάρισμα», ένα, αν θέλετε, ολόπλευρο ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το κακό παρελθόν, που, κατά τη γνωστή επωδό, «μας έφερε εδώ που είμαστε».
Θέλω ειλικρινά να ενστερνιστώ αυτή τη θετική και αισιόδοξη προσέγγιση. Και γι΄ αυτό αναζητώ κάθε ψήγμα αλλαγής που μπορεί να συμβαίνει γύρω μου και να εκφράζει διάθεση για σύγκρουση με κατεστημένες νοοτροπίες και με μικρά ή μεγαλύτερα συμφέροντα από εκείνα που όλοι -κυρίως όταν αφορούν τους… άλλους- αναγνωρίζουμε ότι μας κρατούν δέσμιους στη σημερινή δυσμενή –οικονομική και όχι μόνο- πραγματικότητα.
Τα σπάνια, ωστόσο, δείγματα ουσιωδών αλλαγών, που με δυσκολία μπορεί να ανακαλύψει κανείς, όχι μόνον δεν συγκροτούν μια κρίσιμη μάζα ανατροπής του μίζερου παρόντος, τέτοια που να σε κάνουν να αισιοδοξείς για το μέλλον, αλλά, ώρες – ώρες, έχω την εντύπωση ότι, σε ορισμένους τομείς, οδηγούμαστε σε ένα ξεστράτισμα που μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη πιο επικίνδυνο και από τη μακάρια αταραξία του παρελθόντος.
Πάρτε για παράδειγμα τις… στοιχηματικές προκλήσεις που σχεδόν σε καθημερινή βάση απευθύνει ενώπιον των τηλεοπτικών φακών ο υπουργός Υγείας, προκειμένου να γίνει πιστευτός για τις προθέσεις του να μην απολυθούν δημόσιοι υπάλληλοι στον τομέα ευθύνης του. Μόνον, όμως, που οι υποτιθέμενες προθέσεις του ρέκτη υπουργού αυτοϋπονομεύονται από τους αποκαλυπτικά μισαλλόδοξους λεονταρισμούς του τύπου «έπρεπε να είχατε απολυθεί για να καταλάβετε τι εστί βερίκοκο», τους οποίους, κατόπιν επιχειρεί να δικαιολογήσει με τον -ακόμη πιο- απίστευτο ισχυρισμό «αυτός είναι ο χαρακτήρας μου, δεν μπορώ να αλλάξω».
Στην προκειμένη περίπτωση, αλλά και σε πολλές άλλες ανάλογες,  δεν είναι μόνον το αμετροεπές και το πολιτικά αντιαισθητικό του πράγματος που καθιστά επικίνδυνες τις καταστάσεις αυτού του είδους. Είναι, πολύ περισσότερο, που με τη συχνή επανάληψη φαίνεται να αποδεχόμαστε και να συνηθίζουμε το φαινόμενο του τηλεκαβγατζή πολιτικού, αντιμετωπίζοντας ως κάτι σύνηθες και –γιατί όχι;- φυσιολογικό.
Φοβούμαι ότι, με την ίδια παθητικότητα που παλαιότερα ατενίζαμε τον «ρουσφετάκια» πολιτικό, θεωρώντας στο συλλογικό υποσυνείδητο ότι η εξυπηρέτηση της πολιτικής πελατείας (μπορεί να) ήταν μέρος της δουλειάς του, στεκόμαστε τώρα απέναντι στον επικοινωνιολάγνο πολιτικό αξιωματούχο, ο οποίος, εξαρτημένος από την ανάγκη να εξασφαλίσει περισσότερες προσκλήσεις για τα τηλεοπτικά «πρωινάδικα», δεν έχει πρόβλημα να ξεφουρνίσει την πιο προκλητική ατάκα ή να καλέσει τις κάμερες για να στήσει ενώπιον τους έναν καβγά, επικαλούμενος –αν είναι δυνατόν!- τον χαρακτήρα του.
Με συγχωρείτε, αλλά αν ένας υπουργός ή οιοσδήποτε άλλος διαθέτει δημόσιο αξίωμα ομολογεί ότι δεν μπορεί να αλλάξει χαρακτήρα και, αναλογιζόμενος τον θεσμικό του ρόλο, δεν περιορίζει, έστω, την εξάρτηση του από τη λαγνεία της κάμερας, ειλικρινά δεν μπορώ να βρω τον λόγο για τον οποίο ο εν λόγω αξιωματούχος είναι δυνατόν να πείσει οποιονδήποτε πολίτη να αλλάξει ό,τιδήποτε από την (κακή) συμπεριφορά του.
Μεταρρυθμίσεις στην Υγεία, στη Δημόσια Διοίκηση ή όπου αλλού, που να επιβληθούν μέσα από τηλεκαβγάδες δεν μπορώ να φανταστώ και δεν ξέρω να έχουν πουθενά στην υφήλιο, αλλά ίσως ο Αντώνης Σαμαράς με τον Ευάγγελο Βενιζέλο που έχουν την πρώτη ευθύνη να… ξέρουν κάτι περισσότερο…  

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 27.8.2013)

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Ενιαία Κεντροαριστερά; «Νά ‘χαμε να λέγαμε…»



Δεν ξέρω αν είναι που ισχύει το στερεότυπο ότι «δεν υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο…» που δίνει χώρο σε έντυπα και διαδικτυακούς τόπους στις συζητήσεις για την ενιαία Κεντροαριστερά, αλλά πολύ φοβάμαι ότι το αποτέλεσμα των φιλότιμων (;) προσπαθειών που γίνονται από ορισμένους να δώσουν σάρκα και οστά σε ένα τέτοιο εγχείρημα δεν οδηγεί παρά στο «σε κουβέντα να βρισκόμαστε…».
Όλα αυτά που λέγονται και γράφονται είχαν, ενδεχομένως, κάποιο νόημα μέχρι τα μέσα του προπερασμένου μήνα που οι δύο βασικοί σχηματισμοί του ενδιαμέσου χώρου, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, βρίσκονταν στην ίδια βάρκα και, θεωρητικώς τουλάχιστον, είχαν κοινό συμφέρον να εξετάσουν τις δυνατότητες για συμπόρευση, όποια μορφή και αν έπαιρνε αυτή.
Από τη στιγμή, όμως, που με αφορμή τα γνωστά γεγονότα της ΕΡΤ, ο μεν Φώτης Κουβέλης άδραξε την ευκαιρία για να αποδράσει από το κυβερνητικό «μαντρί», ο δε  Ευάγγελος Βενιζέλος, την ίδια στιγμή, δεν άφησε να πάει χαμένη η δική του ευκαιρία να στρογγυλοκαθίσει και πάλι στις κυβερνητικές καρέκλες,  η κουβέντα για κοινή πορεία νομίζω ότι έχασε πλέον κάθε νόημα.
Χωρίς να έχει σημασία ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο, ποιος έκανε το σωστό για τη χώρα και ποιος το λάθος για τον εαυτό του, ποιος περιέπαιξε ποιον ή ποιος παρέσυρε τον άλλο, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι δρόμοι των δύο πολιτικών σχηματισμών χώρισαν και θα μείνουν χωριστοί για όσο ο ένας, καλώς ή καλώς, συμμετέχει στις κυβερνητικές ευθύνες και ο άλλος ασκεί, περισσότερο ή λιγότερο υπεύθυνη, αντιπολίτευση.
Θα αποτελούσε, άλλωστε, παγκόσμια πρωτοτυπία να συμβεί αυτό που ορισμένοι προτείνουν να κατέβουν, δηλαδή, τα δύο κόμματα –όντας το ένα στη συμπολίτευση και το άλλο στην αντιπολίτευση- με κοινά ψηφοδέλτια στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, είτε αυτή αφορά τυχόν πρόωρες εθνικές εκλογές είτε τις προγραμματισμένες για τον προσεχή Μάιο ευρωεκλογές.
Ακόμα – ακόμα και η συμπόρευση στις επικείμενες τοπικές εκλογές (δημοτικές και περιφερειακές) υπονομεύεται από το γεγονός ότι δεν μπορούν να δοθούν χρίσματα και να καταρτισθούν κοινοί συνδυασμοί με στελέχη από τους δύο χώρους που οι μεν θα θέλουν να στείλουν μήνυμα ανατροπής της κυβερνητικής πολιτικής και οι δε θα επιδιώκουν την εμπέδωση της πολιτικής σταθερότητας.
Γι΄ αυτό και έχω την αίσθηση ότι η κίνηση των πέντε δημάρχων (Καμίνης, Μπουτάρης, Σκοτεινιώτης, Φίλιος και Δημαράς), ακόμη και αν  δεν υπακούει σε προεκλογικές σκοπιμότητες των εμπνευστών της, δύσκολα θα αποκτήσει τον χαρακτήρα του καταλύτη που θα επιθυμούσαν να έχει πολλοί από όσους έχουν πραγματικό ενδιαφέρον να βρεθεί κοινός βηματισμός από τις κατακερματισμένες δυνάμεις του ενδιάμεσου χώρου ανάμεσα στη ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά και στον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα.
Δεν χρειάζεται κανείς να ανατρέξει στις ιστορικές αναλογίες της δεκαετίας του ‘50 ή και του ’70 για να διαπιστώσει τους λόγους για τους οποίους ο χώρος της Κεντροαριστεράς είναι, σε αυτή τη φάση, καταδικασμένος σε ρόλο πολιτικού κομπάρσου. Ο πρώτος και κύριος λόγος είναι ότι διαθέτει πολλούς φιλόδοξους αρχηγούς, οι οποίοι με τη… συχνότητα που εμφανίζονται θα γίνουν σε λίγο περισσότεροι από τους οπαδούς, αλλά κανέναν πραγματικό ηγέτη.
Οι χειρισμοί, εξάλλου, και οι εκατέρωθεν επιλογές που έγιναν στη διάρκεια της πρόσφατης κυβερνητικής κρίσης (κατά την οποία, εφόσον το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ είχαν ειλικρινή βούληση για μελλοντική συμπόρευση, μπορούσαν να επιβάλλουν να αλλάξουν πολλά στην τρέχουσα κυβερνητική λειτουργία) απέδειξαν ότι και από τους δύο χώρους απουσιάζει το πνεύμα, η κουλτούρα της συνεργατικότητας που αντιβαίνει στην παραδοσιακή λογική του «ο καθείς και το μαγαζάκι του».
Μοιραία, λοιπόν, χωρίς ηγέτη και χωρίς διάθεση για συνεργασία, η αναβίωση των συζητήσεων για ενιαία Κεντροαριστερά θα είναι μάταιος χαμένος κόπος. Ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, «νά ‘χαμε να λέγαμε…».

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 7.8.2013)

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Το "ανάχωμα" του Αρχιεπισκόπου



Το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι τόσο παλαιό όσο και το ελληνικό κράτος, από την ίδρυση του οποίου τα περιουσιακά στοιχεία που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ελέγχουν ενορίες, μητροπόλεις και μονές υπήρξαν αντικείμενο σκληρής διελκυστίνδας ανάμεσα στην Ιεραρχία και στους εκπροσώπους της Πολιτείας.
Εξίσου παλαιές είναι και οι κατά καιρούς συζητήσεις για την αξιοποίηση της «ιερής» περιουσίας που κάθε φορά που άνοιγαν, όξυναν τα πολιτικά πάθη και προκαλούσαν συνθήκες διχασμού στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας.
Βλέπετε η εντύπωση που, καλώς ή κακώς, επικρατούσε και αναμφίβολα εξακολουθεί να επικρατεί μεταξύ της πλειονότητας των πολιτών είναι ότι «η Εκκλησία είναι ζάμπλουτη», ενώ η συνεισφορά της σε έργα φιλανθρωπίας και εν γένει στην έκφραση κοινωνικής αλληλεγγύης υπήρξε δυσανάλογα μικρότερη από εκείνη που αντιστοιχεί στο ύψος της περιουσίας που κατέχει. Στην εδραίωση της εντύπωσης, ή μάλλον της πεποίθησης, αυτής συνέβαλαν και τα κατά καιρούς «σκάνδαλα» (εντός ή εκτός εισαγωγικών) με πρωταγωνιστές ρασοφόρους που έχουν δει το φως της δημοσιότητας.
Έτσι, όταν τον Οκτώβριο του 2009, ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος διατύπωσε για πρώτη φορά την πρόταση να τεθεί η περιουσία της Εκκλησίας στη διάθεση της Πολιτείας, δεν ήταν λίγοι όσοι αμφισβήτησαν τις προθέσεις του ίδιου και της Ιεραρχίας. Και ίσως γι΄ αυτό σχεδόν οι πάντες είχαν ξεχάσει την αρχιεπισκοπική πρόταση μέχρι που ανακοινώθηκε, μόλις αυτές τις μέρες, η κατάθεση τροπολογίας για την ίδρυση κοινής εταιρίας του Δημοσίου και της Εκκλησίας για να αξιοποιηθεί, σε πρώτη φάση, η περιουσία που ανήκει στην Αρχιεπισκοπή.
«Κάλιο αργά, παρά ποτέ», θα πουν όσοι έχουν εικόνα από τις ατέρμονες αντιπαραθέσεις του παρελθόντος, ενώ αρκετοί θα χαρακτηρίσουν ημιτελές το βήμα που γίνεται, αφού η σύμπραξη που επιχειρείται αφορά μόνον ένα μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας και δεν είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο οι πάμπολλες ανά την Ελλάδα μητροπόλεις αλλά και τα ποικιλώνυμα θρησκευτικά ιδρύματα που διαθέτουν αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία.
Όπως και να έχει, ωστόσο, το πρώτο αυτό βήμα που γίνεται είναι άξιο επαίνου, πολύ περισσότερο που προβλέπεται τα έσοδα τα οποία θα προκύπτουν από την αξιοποίηση, θα κατευθύνονται, όπως τουλάχιστον ανακοινώθηκε, «από μεν την Αρχιεπισκοπή στη στήριξη και την επέκταση του κοινωνικού και φιλανθρωπικού της έργου, από το δε το Δημόσιο στη διεύρυνση των κοινωνικών υποδομών του και στην αρωγή των πλέον ευπαθών και αδύναμων συμπολιτών μας».
Η προσωπικότητα, εξάλλου, του σημερινού Αρχιεπισκόπου και ο μετριοπαθής τρόπος με τον οποίο ασκεί τα καθήκοντά του, αποτελούν την καλύτερη εγγύηση ότι το σχέδιο της αξιοποίησης θα εκπληρώσει τις προσδοκίες που μοιραία δημιουργεί σε τούτη τη δύσκολη συγκυρία της γενικευμένης κρίσης με την οποία βρισκόμαστε όλοι αντιμέτωποι.
Γιατί είναι αλήθεια και πρέπει να λέγεται ότι μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και χωρίς επικοινωνιακές φανφάρες, χιλιάδες συνάνθρωποι μας βρίσκουν καθημερινά αρωγή, μέσα κυρίως από τα ενοριακά συσσίτια, χωρίς μισαλλόδοξους διαχωρισμούς και κατ΄ εφαρμογήν της απόλυτα χριστιανικής ρήσης του Αποστόλου Παύλου «ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην…».
Το μεγάλο κενό που δυστυχώς αφήνει η δραματική υποχώρηση του κράτους πρόνοιας κάποιος πρέπει να το καλύψει. Και για όσο η ίδια η Πολιτεία, αδυνατεί να ανταποκριθεί στο ρόλο της, όπως αδυνατούν και άλλες κοινωνικές συλλογικότητες, καλύτερο υποκατάστατο από την Εκκλησία δεν νομίζω ότι μπορεί να βρεθεί.
Σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση της φιλανθρωπικής δράσης της Εκκλησίας, όπως προωθείται από τον κ. Ιερώνυμο και τους συνεργάτες του, αποτελεί το καλύτερο «ανάχωμα» στην επέλαση των δυνάμεων του σκοταδιστικού μίσους και του διχασμού, οι οποίες εκμεταλλευόμενες την ανέχεια δεν διστάζουν να προσβάλουν παντοιοτρόπως την ανθρώπινη υπόσταση όσων υποτίθεται ότι θέλουν να ανακουφίσουν, οργανώνοντας δήθεν διανομές τροφίμων σε κεντρικές πλατείες και σε «ζωντανή» τηλεοπτική κάλυψη.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 2.8.2013)