Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Χάσαμε τους συμμάχους, μας έμειναν οι «προστάτες»



            Πιο απομονωμένη διπλωματικά και περισσότερο ταπεινωμένη εθνικά, από όσο είναι σήμερα, η χώρα μας δεν πρέπει να έχει υπάρξει στο παρελθόν, ίσως από την εποχή της εθνικής Παλιγγενεσίας. 
Ακόμη και στις πλέον «ανώμαλες» περιόδους, όπως η χουντική επταετία, βρέθηκαν στη διεθνή σκηνή καθεστώτα, όπως εκείνα της Αλβανίας του Χότζα ή της Κίνας του Μάο, που για τους δικούς τους λόγους αναβάθμισαν τις σχέσεις με την Ελλάδα των συνταγματαρχών, σπάζοντας την απομόνωση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα ιδίως μετά την υποχρεωτική αποχώρησή της από το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Έμελλε, δυστυχώς, στις μέρες μας, η Ελλάδα του σκληρού πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η χώρα που στο πρόσφατο παρελθόν κατήγαγε τεράστιες διπλωματικές νίκες, πετυχαίνοντας υψιπετείς στόχους, όπως η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., σε πείσμα της λυσσώδους αντίδρασης της Άγκυρας, να μετατραπεί στον απόλυτο διπλωματικό παρία της Ευρώπης των «28» που κανείς δεν τον υπολογίζει, ούτε δεν τον σέβεται, μηδέ τον υπολήπτεται.
Και μπορεί το περασμένο καλοκαίρι να μας την «χάρισαν», αναβάλλοντας τα προχωρημένα σχέδια να μας διώξουν από την ευρωζώνη και ενδεχομένως από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά τώρα που οι ολέθριοι –όχι μόνον από την δική μας πλευρά- χειρισμοί του Μεταναστευτικού δημιούργησαν μια τεράστια βόμβα η οποία απειλεί τη συνοχή χωρών και την παραμονή στην εξουσία κυβερνήσεων, όλα δείχνουν ότι πολύ δύσκολα να μας τη «ξαναχαρίσουν».
Μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα, επιβεβαιώνονται οι χειρότεροι φόβοι για τη μετατροπή της ελληνικής επικράτειας σε ένα απέραντο «hotspot», όπως ευσχήμως μας έπεισαν να αποκαλούμε τα ατελείωτα «τσαντίρια» τα οποία είμαστε υποχρεωμένοι να στήνουμε για να φιλοξενήσουμε –εκόντες, άκοντες- τις μυριάδες των απελπισμένων από τη μισή Ασία και την άλλη μισή Αφρική που θέλουν να χρησιμοποιήσουν το ελληνικό έδαφος ως πέρασμα προς το «ευρωπαϊκό όνειρο» τους.
Το πιο απογοητευτικό στην ούτως ή άλλως απελπιστική κατάσταση, η οποία διαμορφώνεται μετά το κλείσιμο των βόρειων συνόρων, που πολλοί, εκτός από την κυβέρνηση, βλέπαμε να έρχεται αργότερα ή γρηγορότερα, είναι ότι η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά σε τετελεσμένα χωρίς να έχει στο πλευρό της ούτε έναν πραγματικό σύμμαχο. Αντιθέτως, όλοι, μα όλοι, οι βαλκάνιοι γείτονες συντονίστηκαν με την Αυστρία, η οποία αποκτά ρόλο ρυθμιστή των ευρωπαϊκών που ούτε την εποχή του Μέτερνιχ  δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει.
Που είναι, άραγε, εκείνες οι βαρύγδουπες εξαγγελίες για την «Συμμαχία του Ευρωπαϊκού Νότου»; Τι απέγιναν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις για «την Ευρώπη που αλλάζει εξαιτίας του ΣΥΡΙΖΑ»; Προφανώς χάθηκαν μαζί με την δήθεν «υπερήφανη διαπραγμάτευση» που είχε ως επικεφαλής τον –σχεδόν κατά γενική ομολογία, πλέον-ανεκδιήγητο πρώην  υπουργό Οικονομικών, ο οποίος πρώτος πέτυχε την απομόνωση της χώρας στις συνεδριάσεις του Eurogroup.
Με συγχωρείτε, αλλά όταν προκαλείς τον Σλοβένο ή τον Σλοβάκο, ο οποίος, αν και φτωχότερος, συμμετέχει στο πρόγραμμα διάσωσης της χώρας σου, επειδή ανήκει στην ευρωζώνη, γιατί να σε σεβαστεί ο Ούγγρος ή ο Βούλγαρος, ιδίως όταν στον τελευταίο κλείνεις και τα σύνορα επειδή έχεις αγροτικές κινητοποιήσεις; Πολύ περισσότερο δεν θα σε σεβαστεί η πολιτική τάξη της ΠΔΓΜ που βρήκε με τη μεταναστευτική κρίση τη χρυσή ευκαιρία που χρόνια αναζητούσε για να αναδείξει γεωπολιτικό πλεονέκτημα έναντι της Ελλάδας.
Κακά τα ψέματα, είτε από άγνοια των πραγμάτων είτε από ιδεοληπτικές εμμονές, η σημερινή κυβέρνηση, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τις τύχες της χώρας, δεν επεδίωξε τη σύναψη αποδοτικών συμμαχιών. Παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς για δήθεν πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, εκείνο που πραγματικά κυνήγησαν οι διπλωματικοί ινστρούχτορες της σημερινής κυβέρνησης ήταν η σύναψη σχέσεων «προστασίας».
Αρχικώς στράφηκαν εκτός Ευρώπης, πλην, όμως, όταν ναυάγησαν νωρίς – νωρίς τα όνειρα για κινέζικες πιστώσεις και ρωσικές προκαταβολές, το έριξαν στις γονυκλισίες προς τον Ομπάμα. Για να καταλήξουν να σέρνονται πότε πίσω από την Μέρκελ και πότε τον Ολάντ, αγνοώντας όλους τους άλλους μικρότερους Ευρωπαίους «παίκτες». Αντί, λοιπόν, να ανοίξουν εδώ και καιρό απευθείας διαύλους με τους γείτονες μας, εναπέθεσαν όλες τις ελπίδες στους «προστάτες».
Από αυτούς περιμένουν τώρα να μας… λυπηθούν και να πιέσουν τους γείτονες μας να ανοίξουν τα σύνορα και τους λοιπούς Κεντροευρωπαίους να δεχθούν να πάρουν στο έδαφός τους μερικούς από τους χιλιάδες των μεταναστών που με αμείωτη ένταση θα εξακολουθήσουν να έρχονται στην Ελλάδα, επειδή εδώ είναι πολύ καλύτερα από τις χώρες τους και αρκετά καλύτερα από την Τουρκία.
Μέχρι το ΝΑΤΟ, που οι σημερινοί κυβερνώντες ήθελαν μέχρι πρότινος τη διάλυσή του, δέχθηκαν, στο πλαίσιο αυτής της λογικής της «προστασίας», να αναλάβει τα ηνία στο Αιγαίο, κάτι που επί σειρά δεκαετιών ήταν αδιανόητο να δεχθεί οποιαδήποτε άλλη ελληνική κυβέρνηση. Παρά ταύτα, όμως, τα αποτελέσματα και αυτού του απελπισμένου διπλωματικού χειρισμού δεν άλλαξαν τη δυσχερή θέση στην οποία περιήλθε η χώρα εξαιτίας της άφρονος πολιτικής που ακολουθήθηκε τον περασμένο χρόνο.
Αλλά, πως μπορεί να περιμένει κανείς κάτι διαφορετικό στην εξωτερική πολιτική, όταν οι ίδιοι άνθρωποι δεν μπορούν να συνάψουν συμμαχίες ούτε καν στο εσωτερικό που έχουν δίπλα τους τόσο «πρόθυμους» -μέχρι παρεξηγήσεως…- συμπαραστάτες, όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η Φώφη Γεννηματά, ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Βασίλης Λεβέντης;
Αντί να αδράξουν την ευκαιρία της συναίνεσης που τους προσφέρεται, ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβερνώσα παρέα του επιλέγουν τα διχαστικά ψεύδη και τις αλαζονικές απειλές. Είναι σαφές ότι αδιαφορούν αν έτσι πριονίζουν το κλαδί στο οποίο κάθονται. Και, προφανώς, δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στη ζημιά την οποία προκαλούν στον εθνικό και κοινωνικό κορμό.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

«Δημοσιογραφία» από τη Βουλγαρία του Ζίφκοφ



            «Τί δημοσιογραφία, δηλαδή, μαθαίνατε εσείς στη Βουλγαρία, αφού εκεί όλα τα μέσα μεταδίδουν τις ίδιες ακριβώς ειδήσεις;», ήταν η απορία που απηύθυνε δημοσιογράφος, η οποία είχε πάει να πιάσει δουλειά σε ένα από τα δημοτικά ραδιόφωνα που άνοιγαν σαν τα μανιτάρια στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 80.
            Γυναίκα με τσαγανό το οποίο είχε αποκτήσει από τη σκληρή βιοπάλη, μέρος της οποίας ήταν και η θητεία της σε μια από τις μεγάλες εφημερίδες της εποχής, έθεσε το επίμαχο ερώτημα προς νεότερο συνάδελφό της, ο οποίος με «όχημα» τις σπουδές που είχε κάνει στη γειτονική χώρα, όταν ακόμη ήταν στα πράγματα το κομμουνιστικό καθεστώς του Τοντόρ Ζίφκοφ, είχε αναλάβει προϊστάμενος παρότι δεν διέθετε την παραμικρή εμπειρία από ρεπορτάζ.
            Τη συγκεκριμένη ιστορία που τη λέγαμε, χάριν παιδιάς, συχνά στις παρέες της εποχής, διασκεδάζοντας με τα «κομματόσκυλα» και την αντίληψή τους για την ενημέρωση, θυμήθηκα τούτες τις μέρες με αφορμή απόψεις κυβερνητικών στελεχών όπως ο αναπληρωτής υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Χριστόφορος Βερναρδάκης που ισχυρίστηκε ότι «μια από τις μεγάλες παθογένειες της Δημοκρατίας είναι η αυτονόμηση των ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης».
Ακούγοντάς τον, η πρώτη μου σκέψη ήταν να αισθανθώ λύπη για τους φοιτητές τους οποίους δίδαξε τα προηγούμενα χρόνια προτού να αναλάβει κυβερνητικά αξιώματα, καθώς –εκτός από γνωστός δημοσκόπος- ο επί της Δημόσιας Διοίκησης αρμόδιος υπουργός υπήρξε διδάσκων σε τμήματα Πολιτικής Επιστήμης τριτοβάθμιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Κρήτης και τη Θεσσαλονίκης.
Φανταστείτε από τι ιδέες μπορεί να εμφορούνται αυτά τα παιδιά αν έμαθαν από τον πανεπιστημιακό δάσκαλό τους ότι η Δημοκρατία στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στην Αμερική είναι σε κίνδυνο επειδή τα μέσα ενημέρωσης είναι «αυτονομημένα».
Όποιο λεξικό και αν ανοίξει κανείς, εύκολα διαπιστώνει ότι τα αντίθετα του επιθέτου «αυτονομημένος» και του ρήματος «αυτονομούμαι» είναι ο «εξαρτημένος» και το «εξαρτούμαι». Και μόνον από έναν που αδυνατεί να χειριστεί την ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να αναμένει κάποιος να χαρακτηρίζει ως «παθογένεια» τα πρώτα, δηλαδή τα «αυτονομημένα» ΜΜΕ, και ως υγιή κατάσταση την επικράτηση των δεύτερων, των «εξαρτημένων».    
Υπό αυτή την έννοια, καλοπροαίρετα θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι ο κ. Βερναδάκης ίσως δεν είχε απόλυτη αίσθηση των πραγμάτων όταν έλεγε όσα είπε, παρόλο που αυτή τη φορά δεν βρισκόταν ενώπιον κομματικού ακροατηρίου, όπως είχε γίνει πρόσφατα, όταν χρειάστηκε να διαψεύσει τον ίδιο του τον εαυτό για κάποιες ανεπίτρεπτες για μέλος της κυβέρνησης παραδοξότητες που είχε εκφράσει ως… διαπρύσιος κήνσορας κατά της «διαπλοκής».
Πληροφορούμαι, ωστόσο, ότι εξερχόμενος της κοινοβουλευτικής αίθουσας, στην οποία εξέφρασε τις καινοφανείς θεωρίες περί καθυπόταξης των «αυτονομημένων» ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης, τού ζητήθηκαν διευκρινίσεις από δημοσιογράφους οι οποίοι σκέφθηκαν ότι ο κ. υπουργός μπορεί και πάλι να μην εκφράστηκε καλώς και να χρειαζόταν να διορθώσει τα λεγόμενά του. Αντί άλλης αντίδρασης, όμως, εκείνος περιορίστηκε να απορήσει με την… απορία των δημοσιογράφων.
Αν το… καλοσκεφθεί, πάντως, κανείς σωστά απόρεσε ο κ. Βερναρδάκης, αφού οι απόψεις του, όσο και να ακούγονται καινοφανείς, συνάδουν απολύτως με τα έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης την οποία κλήθηκε να υπηρετήσει.
Είναι, σε κάθε περίπτωση, πλήρως συμβατές με τις πρωτοβουλίες του υπουργού Επικρατείας Νίκου Παπά, ο οποίος, στο όνομα της καταπολέμησης της «διαπλοκής», περιορίζει τον αριθμό των αδειών που θα χορηγηθούν σε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Όπως και με τις εξαγγελίες ότι θα πάρουν σειρά τα ραδιόφωνα ή τις απειλές ότι θα ακολουθήσει η καθιέρωση διαδικασιών ελέγχου για τους ενημερωτικούς ιστότοπους του Διαδικτύου.
Μοιάζει γελοίο που συμβαίνουν όλα αυτά στη χώρα μας σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η αμερικανική εταιρία Apple αντιπαρατίθεται δημόσια με την κυβέρνηση των ΗΠΑ δημοσιοποιώντας την άρνησή της να ενδώσει στο FBI, το οποίο, στο όνομα της πάταξης της τρομοκρατίας, απαιτούσε πρόσβαση στο λειτουργικό των τηλεφωνικών συσκευών (iPhone) που κατασκευάζει.
Σκεφθείτε ότι σε μια τέτοια εποχή, που στο διεθνές στερέωμα η τάση είναι προς την ενίσχυση της αυτονομίας της ενημέρωσης και προς την απόλυτη κατοχύρωση της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων του κάθε πολίτη, στη χώρα της… φαιδράς πορτοκαλέας κατέχουν κυβερνητικούς θώκους θιασώτες… Ερντογάν-ειων φαντασιώσεων για έλεγχο του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου και καθυπόταξη του Διαδικτύου. 
Δεν θυμάμαι, δυστυχώς, ποια ήταν η απάντηση την οποία είχε δώσει ο βουλγαροσπουδαγμένος «δημοσιογράφος» για το πρόγραμμα σπουδών που είχε παρακολουθήσει στη γειτονική χώρα. Ούτε ξέρω αν έκανε κατόπιν κανονική καριέρα στα μέσα ενημέρωσης, αντιλαμβανόμενος ότι στις δυτικές δημοκρατίες, όπως ήταν και παραμένει η Ελλάδα, ισχύουν άλλες αρχές από εκείνες που ο ίδιος διδάχθηκε την περίοδο των σπουδών του.
Αν έμεινε στα παλαιά, πάντως, δεν θα μου προκαλούσε έκπληξη να μάθαινα ότι είναι ένας από τους πολλούς στο κυβερνητικό επιτελείο –υπουργούς, συμβούλους υπουργών, προπαγανδιστές, συντάκτες non paper κ.ο.κ.- που ονειρεύονται τη μέρα που θα καταφέρουν να επιβάλουν σε όλα τα μέσα ενημέρωσης να μεταδίδουν τις ίδιες ακριβώς ειδήσεις, δοξολογώντας την κυβέρνηση και τους αξιωματούχους της. Μόνον που μάλλον θα απογοητευθεί. Όπως εικάζω ότι απογοητεύθηκε όταν πληροφορήθηκε ότι έπεσε ο Ζίφκοφ.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

«Έξις δευτέρα φύσις» στη μακιαβελική κοροϊδία



Αν δεν είχε προηγηθεί η αποκαλυπτική ανάρτηση της Ζωής Κωνσταντόπουλου για τα παρασκήνια του σχηματισμού της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, ίσως και να μπορούσε να λάβει κανείς σοβαρά υπόψιν του τα όσα διημείφθησαν στην τελευταία συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου που ακολούθησε λίγες ώρες αργότερα.
Η ενάργεια, ωστόσο, με την οποία περιγράφει η τέως πρόεδρος της Βουλής τον απόλυτο αμοραλισμό, ο οποίος χαρακτηρίζει τον στενό πυρήνα της, υποτιθέμενης, «πρώτη φορά Αριστεράς» διακυβέρνησης, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στον οποιονδήποτε εχέφρονα άνθρωπο να αποδεχθεί ισχυρισμούς ότι «για πρώτη φορά τα τελευταία έξι χρόνια, έχουμε μεν μπροστά μας έναν δύσκολο κάβο, αλλά μετά από αυτόν βλέπουμε φως στον ορίζοντα».
Συνιστούν τεράστια πρόκληση για τη νοημοσύνη του μέσου πολίτη καυχησιολογίες ότι «το νέο δόγμα της πολυδιάστατης και ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής, που έχουμε υιοθετήσει, αποδίδει ήδη καρπούς», όταν  ακούγεται από πρωθυπουργικά χείλη ενώπιον υπουργών οι οποίοι δεν κρύβουν πλέον ούτε δημοσίως τις ανησυχίες τους ότι η Ελλάδα είναι ένα βήμα πριν από την ευρωπαϊκή απομόνωση και τη μετατροπή της σε ανοικτού τύπου φυλακή για το μέρος εκείνο των μεταναστών που δεν θέλουν η Γερμανία και οι άλλες κεντροευρωπαϊκές χώρες.
Αλλά δεν είναι μόνον το μεταναστευτικό που η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ για άλλη μια φορά στρουθοκαμηλίζει επικίνδυνα, αδυνατώντας να αντικρύσει κατάματα τη δυσμενή πραγματικότητα και, πολύ περισσότερο, να την αντιμετωπίσει χωρίς ιδεοληπτικές εμμονές και με γνώμονα το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας. Ίδια και χειρότερη είναι η διαμορφούμενη κατάσταση στην οικονομία, την οποία επιχειρούν να «φτιασιδώσουν» με οφθαλμοφανώς παραπλανητικά τεχνάσματα.
Παγιδευμένοι, δυστυχώς, στα προεκλογικά ψέματα που είπαν όχι μόνον τον Ιανουάριο του 2015, αλλά και τον Σεπτέμβριο, όταν κέρδισαν για δεύτερη φορά τις εκλογές, ο Αλέξης Τσίπρας και οι υπουργοί του εξακολουθούν να αρνούνται την πραγματικότητα, καταφεύγοντας σε ανούσιους βερμπαλισμούς τους οποίους πολύ σύντομα θα… καταπιούν, όπως κατάπιαν τόσα και τόσα άλλα τους τελευταίους δωδεκάμισι μήνες.
Πώς, για παράδειγμα, να πάρει οποιοσδήποτε «τοις μετρητοίς» μεγαλοστομίες του τύπου «είμαστε αποφασισμένοι να τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας», «δεν θα κόψουμε για δωδέκατη φορά τις συντάξεις» και «θα προστατεύσουμε την πρώτη κατοικία», όπως αυτές που συνεχίζει να εκστομίζει ο κ. Τσίπρας; Και, πολύ περισσότερο, όταν αυτά συμπίπτουν με λεονταρισμούς του τύπου «επιδιώκουμε η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος να γίνει έγκαιρα, χωρίς κωλυσιεργίες και χωρίς τακτικισμούς από την πλευρά των δανειστών».
Ο κ. Τσίπρας και ο περίγυρός του πρέπει να υποτιμούν πάρα πολύ τους Έλληνες για να έχουν πειστεί ότι μπορούν ακάθεκτοι να εξακολουθούν να λένε όλα εκείνα για τα οποία έχουν μετατρέψει την Ελλάδα σε διεθνή περίγελο. Δεν εξηγείται αλλιώς ότι δείχνουν να μην έχουν καμία επίγνωση των συνεπειών από όλα αυτά τα οποία δεν πλήττουν μόνον την προσωπική τους αξιοπιστία αλλά την ίδια την υπόσταση της χώρας της οποίας -μοίρα κακή…- ανέλαβαν να διαχειριστούν τις τύχες.
Γιατί ποιος αλήθεια, εντός ή εκτός Ελλάδας, μπορεί να πάρει σοβαρά πρωθυπουργική αποστροφή σύμφωνα με την οποία «η διαπλοκή που βάρυνε με τη σκιά της για πολλά χρόνια το πολιτικό σύστημα, την κοινωνία, την οικονομία της χώρας, βιώνει, ίσως, τις τελευταίες μέρες της πρωτοκαθεδρίας της, της εξουσίας της»; Ή πώς μπορεί να ακούγονται στο ανώτατο κυβερνητικό όργανο, χωρίς τους προφανείς καγχασμούς που προκαλούν, ισχυρισμοί «ότι διαπλοκή, λοιπόν, το επόμενο διάστημα τελειώνει»;
Πιστεύουν άραγε στο Μαξίμου ότι οι αγρότες θα πειστούν να σταματήσουν τις κινητοποιήσεις τους επειδή ο κ. Τσίπρας διαπίστωσε ότι «τα συστημικά Μέσα Ενημέρωσης, σήμερα, υποκριτικά τους αποθεώνουν» και αυτό «συνδέεται άμεσα με σκοπιμότητες που ουδεμία σχέση έχουν με την αγωνία για τους αγρότες, αλλά με την αγωνία τους να μην εκκινήσει ο διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες»; Περιμένουν άραγε να αρχίσουν να αποθεώνουν οι… κτηνοτρόφοι τον υπουργό Επικρατείας Νίκο Παπά, επειδή μπορεί να μη δώσει –που θα δώσει!- άδειες σε ορισμένα κανάλια;
Τα ερωτήματα είναι μόνον ρητορικά, γιατί οι απαντήσεις είναι προφανείς. Τα δείγματα γραφής, άλλωστε, που δεν επιτρέπουν αυταπάτες ότι μπορεί να πιστεύουν όλα αυτά τα οποία διατείνονται, είναι πλέον αρκετά. Και υπό αυτή την έννοια, το μακιαβελικό σκηνικό που τόσο παραστατικά ανασύνθεσε η Ζωή Κωνσταντόπουλου για τις νοοτροπίες από τις οποίες διακατέχονται οι άνθρωποι που περιβάλουν τον κ. Τσίπρα, ίσως σε ορισμένους να μην προκάλεσε ισχυρές εντυπώσεις. Όταν, άλλωστε, είχε προηγηθεί ο εξευτελισμός της λαϊκής βούλησης, όπως αυτή εκφράστηκε στο περιβόητο δημοψήφισμα του Ιουλίου, τίποτε πλέον δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιανόητο.
Ακόμη και έτσι, πάντως, αν είναι, το συμπέρασμα από την τελευταία συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου είναι ότι έχουν συνηθίσει τόσο πολύ στο ψέμα και στην κοροϊδία που δεν μπορούν να απαλλαγούν. Και το προφανές είναι ότι μάλλον ο μακιαβελικού τύπου αμοραλισμός, ο οποίος τους χαρακτηρίζει, παραπέμπει στην αρχαιοελληνική ρήση «έξις δευτέρα φύσις».

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Μήπως να αρχίσει να… βιάζεται ο Κυριάκος;



Για όσους ενδεχομένως δεν το είχαν αντιληφθεί, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης το είπε και ρητά στην τελευταία του συνέντευξη, το βράδυ της περασμένης Τρίτης στον Σκάι, ότι δεν βιάζεται να γίνει πρωθυπουργός.
Θέλετε επειδή διαθέτει αρκετή αυτοπεποίθηση, τέτοια που τον κάνει να έχει πειστεί ότι ο χρόνος είναι με το μέρος του, θέλετε επειδή αποτελεί για εκείνον διδακτικό μάθημα το πάθημα του νυν πρωθυπουργού, ο οποίος στην παθιασμένη πρεμούρα του να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα στην εξουσία, είπε και έκανε πράγματα που τώρα δεν τιθασεύονται με καμία δύναμη, η εντύπωση που αποκομίζει όποιος συναντά τον νεοκλεγέντα αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι ότι σπεύδει βραδέως στην πορεία που έχει χαράξει προς την διεκδίκηση της εξουσίας.
Δίχως να δίνει την εντύπωση ότι χάνει χρόνο, οι κινήσεις που κάνει τόσο στην εσωτερική σκακιέρα όσο και ευρύτερα στις σχέσεις του με την κυβέρνηση αλλά και με τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, εκπέμπουν έλλειψη άγχους, καθώς και υψηλό βαθμό σιγουριάς που δείχνει εφάμιλλη με εκείνη την οποία εξέφραζε κατά τη μακρά προεκλογική κούρσα για την ηγεσία της ΝΔ όταν, σε πείσμα των προβλέψεων και των εκτιμήσεων, επέμενε ότι θα έκοβε το νήμα αναδεικνυόμενος, όπως και έγινε, νικητής στον δεύτερο γύρο.
Με σαφή πρόθεση να προστατεύσει τη σοβαρότητά του, ο κ. Μητσοτάκης δηλώνει, από τη μια, ότι δεν ζητεί εκλογές και απορρίπτει, από την άλλη, τα σενάρια συγκυβέρνησης που στοίχισαν τόσο πολύ στο κόμμα του στις κάλπες του περασμένου Σεπτεμβρίου όταν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες οι οποίοι λίγους μήνες νωρίτερα είχαν ψηφίσει τη ΝΔ δεν εύρισκαν λόγο να το ξανακάνουν αφού πρόβαλε στον ορίζοντα ως προτιμότερη λύση η συνεργασία με το μέχρι πρότινος «απόλυτο κακό» όπως ήθελε η προηγούμενη ηγεσία της Κεντροδεξιάς παράταξης να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ο πρόεδρος της ΝΔ χαράσσει πλέον σαφείς διαχωριστικές γραμμές, υποστηρίζοντας ότι «δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για συνεργασία ανάμεσα στη ΝΔ και στον ΣΥΡΙΖΑ», προσθέτοντας, ίσως και για να τον ακούσουν στην Ευρώπη, ότι το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα «δεν είναι ένα συμβατικό κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας». Παρά ταύτα, όμως, αποφεύγει, προφανώς και λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, να κλείσει ερμητικά την πόρτα μια ενδεχόμενης συνεργασίας.
Έτσι, κρατώντας και ορισμένες πισινές, που δεν θα τον κάνουν να αυτοδιαψευστεί στο μέλλον, δηλώνει: «Δεν μπορώ να προβλέψω τι θα γίνει τους επόμενους μήνες, αλλά με τα σημερινά δεδομένα συνεργασία με τον κ. Τσίπρα δεν είναι εφικτή». Δικαιολογεί την απορριπτική προαίρεσή του με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχει ο κίνδυνος που υπήρχε πέρυσι τον Ιούλιο», καθώς «τότε δεν ήμασταν σε πρόγραμμα και άρα το Grexit ήταν προ των πυλών». Ταυτοχρόνως, εκφράζει την εκτίμηση ότι «με τα σημερινά δεδομένα δεν υπάρχει κίνδυνος Grexit», αλλά συμπληρώνει: «Δεν είμαι όμως μάντης για να ξέρω τι θα συμβεί μετά από τέσσερις μήνες».
Όσο αλήθεια είναι ότι μόνον μάντεις μπορούν να ξέρουν τι μας περιμένει το επόμενο τετράμηνο, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι δεν χρειάζονται μαντικές ικανότητες για να αντιληφθεί κανείς τα μαύρα σύννεφα που προβάλλουν στον ορίζοντα της χώρας. Σύννεφα, τα οποία οι χειρισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, αντί να τα απομακρύνουν, τα φέρνουν όλο και πιο κοντά.
Δεν είναι μόνον οι δυναμικές κινητοποιήσεις για το Ασφαλιστικό, που από τη μια έχουν τη… συμπαράταξη του ΣΥΡΙΖΑ και από την άλλη δέχονται τις υπονομευτικούς υπαινιγμούς της κυβέρνησης περί… συσχετισμού τους με τις άδειες των καναλιών (!). Είναι, πολύ περισσότερο, τα εφιαλτικά σενάρια της ευρωπαϊκής απομόνωσής μας εξαιτίας του Προσφυγικού που δύσκολα θα την αποφύγουμε μετά την άφρονα απόφαση να γίνουν τα περιβόητα κέντρα καταγραφής (hot spots) σε ελληνικό έδαφος, επειδή ορισμένοι ήθελαν  να «εμπορευτούν» -πολιτικά, αλλά και… οικονομικά!- την αλληλεγγύη προς τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Το «φλερτ με τις πολιτικές αυταπάτες», για το οποίο τόσο παραστατικά και συνάμα απολύτως αφοπλιστικά μίλησε πρόσφατα ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, είναι, δυστυχώς, ενεργά παρόν και σηματοδοτεί μία προς μία όλες τις κυβερνητικές αποφάσεις.
Την ώρα, άλλωστε, που ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επαναφέρει στο προσκήνιο την πρόταση για προσωρινή έξοδο από την ευρωζώνη, την οποία ήδη από το 2011 είχε διατυπώσει προς τον Ευάγγελο Βενιζέλο, οι εγχώριοι κυβερνώντες βαυκαλίζονται ότι θα πετύχουν ταχεία ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος και ελάφρυνση του χρέους, με την ψευδαίσθηση ότι θα μπορέσουν να συνεχίσουν το έργο των διορισμών συγγενών και φίλων στο Δημόσιο που είναι το μόνο στο οποίο επιδίδονται με τόση προσήλωση αφότου ήρθαν στην εξουσία.
Επειδή, όμως, οι αυταπάτες δεν διαρκούν αιώνια και οι ψευδαισθήσεις είναι αποδοτικές όταν είσαι στην αντιπολίτευση, άντε και τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης, που είναι «μήνες του μέλιτος», ο ισχυρισμός του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας ότι «η διαφύλαξη της κυβερνητικής σταθερότητας αφορά τον κ. Τσίπρα και τον κ. Καμμένο» θα αποδειχθεί πολύ σύντομα ότι δεν ισχύει.
Γιατί μπορεί να ελπίζει και να εύχεται ο κ. Μητσοτάκης να καταφέρει ο κ. Τσίπρας –με τον κ. Καμμένο ή και με άλλους κυβερνητικούς εταίρους- να περάσει όλους τους εφαρμοστικούς νόμους του τρίτου Μνημονίου για να έρθει εκείνος αργότερα στην εξουσία και να βρει ελεύθερο το πεδίο, δύσκολα θα εκπληρωθούν οι ελπίδες του και ακόμη δυσκολότερα θα εισακουστούν οι ευχές του.
Γι΄ αυτό, καλού-κακού, ας αρχίσει να βιάζεται ο πρόεδρος της ΝΔ. Η ώρα που θα κληθεί να επωμιστεί μέρος ή ίσως και το σύνολο της ευθύνης –αυτό θα εξαρτηθεί από την υπευθυνότητα του νυν πρωθυπουργού- για τη σωτηρία της χώρας δεν φαίνεται ότι θα βραδύνει πολύ.