Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Χωρίς Κτηματολόγιο δεν υπάρχει «δίκαιος» ΕΝΦΙΑ

            Στην απολύτως δικαιολογημένη κριτική που, από πολλές πλευρές, ασκείται για το απίστευτο φιάσκο με τους υπολογισμούς στον ΕΝΦΙΑ, δεν μπορεί να μην λαμβάνεται υπόψη μια από τις βασικές γενεσιουργές αιτίες της -κατά τα άλλα- ασυγχώρητης αστοχίας του φορολογικού μηχανισμού που έχει να κάνει μετη χρόνια παθογένεια της έλλειψης Κτηματολογίου.
            Λίγο πριν συμπληρωθούν δύο αιώνες από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, η Ελλάδα εξακολουθεί να συνιστά μια ευρωπαϊκή –και μάλλον όχι μόνο- παραδοξότητα, αφού είναι η μοναδική που δεν έχει καταφέρει να καταγράψει αξιόπιστα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα που υπάρχουν στο έδαφός της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αναπτυξιακή της προοπτική και την αντίστοιχη προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
            Από τη Δύση, στην οποία η καπιταλιστική ανάπτυξη ξεκίνησε όταν ψηφίστηκαν οι πρώτοι νόμοι για τις περιφράξεις στην προβιομηχανική Αγγλία, ως την Ανατολή, που βίωσε την ουτοπία της κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, δεν υπάρχει άλλη χώρα που να λειτουργεί χωρίς Κτηματολόγιο.
Πρόσφατα, έλληνας τεχνικός που εργάστηκε σε εταιρία η οποία τοποθετούσε κεραίες κινητής τηλεφωνίας στη γειτονική Βουλγαρία μου περιέγραφε πως οι τοπικές δημόσιες υπηρεσίες, κάνοντας χρήση του συστήματος δορυφορικής παρακολούθησης,GoogleEarth, παρακολουθούσαν και υποδείκνυαν -δένδρο προς δένδρο!- με ακρίβεια τις απομακρυσμένες εκτάσεις στιςοποίες θα γίνονταν οι απαιτούμενες εγκαταστάσεις.
Όλα αυτά θεωρούνται αδιανόητα για τη χώρα μας, η οποία μπορεί να είναι κατά πολύ πλουσιότερη από τη Βουλγαρία,ωστόσο, μικρά και μεγάλα συμφέροντα(κατασκευαστές, μηχανικοί, συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, μεσίτες, υποθηκοφύλακες, υπάλληλοι πολεοδομίας και αρκετοί άλλοι) που επωφελούνταν επί δεκαετίες από το απίστευτο μαύρο χρήμα που κυκλοφορούσε -και εν μέρει κυκλοφορεί ακόμη- γύρω από την οικοδόμηση, όπως και από τις καταπατήσεις δημόσιας γης, δεν την αφήνουν να εκσυγχρονιστεί.
Για αντίστοιχους λόγους,άλλωστε, οι επανειλημμένεςεξαγγελίες για κατάρτιση σύγχρονου Κτηματολογίου ναυαγούν χρόνια τώρα,μετατρεπόμενες σε χοάνη στην οποία χωνεύτηκανκατά το παρελθόν τεράστια ποσά από κοινοτικές επιδοτήσεις που κατασπαταλήθηκαν καθιστώντας τη χώρα υπόλογη έναντι των εταίρων της.
Κάπως έτσι, βρισκόμαστε στο 2014 χωρίς μέχρι στιγμής ούτε σε μια περιοχή της χώρας, πλην των Δωδεκανήσων, που ενσωματώθηκαν τελευταία στην ελληνική επικράτεια, να έχουν καταγραφεί τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα Ελλήνων και αλλοδαπών σε ένα online σύστημα ώστε να μπορούν να ελεγχθούν.
Γι΄ αυτό και με τον ΕΝΦΙΑ ή χωρίς τον ΕΝΦΙΑ, όσο δεν υπάρχει ολοκληρωμένο Κτηματολόγιοδεν μπορεί να υπάρξει στοιχειωδώς δίκαιη φορολόγηση, αφού είναι αδύνατο να υπολογιστεί η πραγματική ακίνητη περιουσία και, πολύ περισσότερο, να διακριθεί η μεγάλη από την μικρή, τη μεσαία ή τη μεγάλη συσσώρευση πλούτου στον τομέα των ακινήτων.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να επιβάλλεται οριζόντια, επί της ουσίας, φορολογία επί των ακινήτων και να επιβαρύνονται σχεδόν ισοδύναμα βοσκότοποι σε χωριά, που κάποιοι τα διατηρούν στην κατοχή τους για συναισθηματικούς λόγους, παρόλο που δεν τους αποδίδουν κανένα εισόδημα, με πανάκριβα αστικά ακίνητα τα οποία αποκτώνται για επενδυτικούς σκοπούς και με την προσδοκία της υπεραξίας.
Αν μια μόνον μερίδα από τους εκατοντάδες χιλιάδες νέους ανέργους που επιδοτούνται από τον ΟΑΕΔ σε προγράμματα δήθεν «κοινωφελούς εργασίας», κατευθυνόταν με ένα οργανωμένο σχέδιο στις υπηρεσίες κτηματογράφησης, το πρόβλημα θα μπορούσε να επιλυθεί μέσα σε μερικούς μήνες.
Με τον τρόπο αυτό, η χώρα θα μπορούσε να κάνει μια νέα αρχή τόσο για προς την ανάπτυξή της όσο και προς την δίκαιη φορολόγηση του πλούτου. Αλλά πού και ποιος να οργανώσει ένα τέτοιο σχέδιο και να έρθει σε σύγκρουση με όσους βολεύονται από το σημερινό χάος;Γιατί μπορεί να μην είναι οι περισσότεροι, είναι, όμως, οι ισχυρότεροι…

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Τα «κενά» στα σχολεία και η «κανονικότητα»

Με μεγάλες ελλείψεις στο εκπαιδευτικό προσωπικό ξεκινά σε λίγες μέρες μια ακόμη σχολική χρονιά. Το πρόβλημα με τα «κενά» στα σχολεία δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, αφού και στο παρελθόν της αμέριμνης ευημερίας δάσκαλοι και καθηγητές διορίζονταν με καθυστέρηση εβδομάδων και μηνών μετά την έναρξη του νέου σχολικού έτους. Η αέναη επανάληψή του, όμως, δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους.
Υποτίθεται, άλλωστε, ότι τα αμέσως προηγούμενα χρόνια έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες για τον εξορθολογισμό στην κατανομή του προσωπικού που υπηρετεί στην εκπαίδευση, αυξήθηκαν οι ώρες υποχρεωτικής διδασκαλίας και περιορίστηκαν δραστικά οι αποσπάσεις όσων υπηρετούσαν επί χρόνια σε διάφορα γραφεία –υπουργικά, βουλευτικά και άλλα- και απέφευγαν τις αίθουσες διδασκαλίας.      
Η δημόσια παραδοχή εκ μέρους του αρμόδιου υπουργού Ανδρέα Λοβέρδου ότι, παρά ταύτα, η ελληνική Πολιτεία αδυνατεί να καλύψει, έστω και με αναπληρωτές, τις τεράστιες ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί σε δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια από τις συνταξιοδοτήσεις εκπαιδευτικών, θα περίμενε κανείς να σημάνει συναγερμό στην κυβέρνηση.
Φαντάζομαι ότι σε οποιαδήποτε «κανονική» χώρα -όπως αυτάρεσκα ισχυρίζονται ότι θέλουν να μετατρέψουν την Ελλάδα οι σημερινοί κυβερνώντες- θα άνοιγε μια συζήτηση μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων, θα συνεδρίαζε, αν θέλετε, το υπουργικό συμβούλιο και θα αναζητούσε άμεσα λύση σε ένα τόσο φλέγον ζήτημα με το οποίο θα έρθουν σε λίγες μέρες αντιμέτωπα χιλιάδες –υπερφορολογούμενα, ειρήσθω εν παρόδω- νοικοκυριά.   
Δυστυχώς, όμως, τίποτε εξ αυτών δεν συνέβη. Ο μνημονιακός «κορσές» που θέλει μια μόνο πρόσληψη για κάθε δέκα αποχωρήσεις παραμένει άκαμπτος ακόμη και στην Παιδεία που αντιμετωπίζεται όπως ακριβώς και οι υπόλοιπες υπηρεσίες, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η εκπαίδευση αποτελεί τη σημαντικότερη επένδυση για το μέλλον κάθε χώρας.
Δεν κατανοώ, ειλικρινά, τι νόημα έχει να ανακοινώνεται μήνα με το μήνα όλο και μεγαλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα και να διατυμπανίζεται η «επιτυχία» της θετικής υπέρβασης των στόχων που μας έχει θέσει η τρόικα όταν αυτό γίνεται εις βάρος της νέας γενιάς που επωμίζεται –και αυτό!- το κόστος με την παροχή χαμηλού επιπέδου εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
Το χειρότερο όλων, όμως, δεν είναι αυτό καθεαυτό το επίπεδο των υπηρεσιών και η έμμεση προτροπή για στροφή στην παραπαιδεία που εκπέμπεται από το φαινόμενο της έλλειψης εκπαιδευτικών κυρίως προς τις τάξεις των φιλομαθών νέων. Είναι, πολύ περισσότερο, το μήνυμα της αδιαφορίας για τις ουσιώδεις ανάγκες της κοινωνίας, κορωνίδα των οποίων είναι η προετοιμασία της επόμενης γενιάς που θα κληθεί να βγάλει τη χώρα από το τέλμα της σημερινής κρίσης.    
Σε κάθε περίπτωση, μια χώρα που δεν μπορεί να προσλάβει τους δασκάλους που της χρειάζονται για να μορφώσει τα παιδιά της, δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει μια «κανονική χώρα»…

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Ζητείται κουλτούρα συνεργασίας



            Δύο βουλευτές που εκλέγονται στην ίδια εκλογική περιφέρεια και συστεγάζονται στο ίδιο κόμμα κατέθεσαν αυτές τις μέρες μια τροπολογία στη Βουλή για ένα θέμα της περιοχής του. Ο αρμόδιος υπουργός, που είχε οδηγία από υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια να την κάνει δεκτή, ήρθε σε δύσκολη θέση γιατί η τροπολογία, αν και είχε όμοιο περιεχόμενο, είχε κατατεθεί εις διπλούν.
            Ο έχων την αρχική πρωτοβουλία κυβερνητικός βουλευτής είχε ζητήσει την προσυπογραφή της δικής του τροπολογίας από συντοπίτη του βουλευτή άλλου κόμματος. Ο έτερος κυβερνητικός βουλευτής, μη βρίσκοντας άλλον διαθέσιμο από την περιφέρεια τους, ζήτησε να του συνυπογράψει το δικό του κείμενο ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος, ο οποίος εξεπλάγη όταν αργότερα πληροφορήθηκε ότι υπήρχε ήδη κατατεθειμένη πανομοιότυπη τροπολογία.
            Ο υπουργός είπε στους κοινοβουλευτικούς ιθύνοντες να καλέσουν τους δύο βουλευτές για να συνεννοηθούν μεταξύ τους ώστε να αποσυρθεί η μια από τις δυο τροπολογίες και να υπογράψουν από κοινού μια άλλη, αλλά η απάντηση που πήρε ήταν: «Είναι αδύνατο αυτό που ζητάτε. Οι δύο βουλευτές δεν μιλιούνται μεταξύ τους…».
            Το απολύτως πραγματικό αυτό περιστατικό –τα ονόματα των πρωταγωνιστών παρέλκουν γιατί δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία…- είναι αποκαλυπτικό για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ελληνική πολιτική ζωή. Δύο βουλευτές από την ίδια παράταξη και την ίδια εκλογική περιφέρεια αδυνατούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και συμπεριφέρονται ως… ανταγωνιστικές συμμαθήτριες που διεκδικούν το ίδιο… αγόρι και η μια πεισμώνει με την άλλη και δεν της μιλάει.
            Το φαινόμενο της αδυναμίας συνεννόησης του εγχώριου πολιτικού προσωπικού δεν περιορίζεται στους ανταγωνιζόμενους βουλευτές στο πλαίσιο της τοπικής ψηφοθηρικής διαμάχης. Έχει, δυστυχώς, ευρύτερες διαστάσεις και διατρέχει οριζοντίως και καθέτως το πολιτικό σύστημα, το οποίο φαίνεται να πάσχει από χρόνια έλλειψη κουλτούρας συνεργασίας.
            Είναι η «ασθένεια» που εμποδίζει τον διάλογο ανάμεσα στις βασικές πολιτικές δυνάμεις. Παλαιότερα ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και στο ΠΑΣΟΚ. Και τα τελευταία χρόνια μεταξύ της συγκυβέρνησης ανάγκης που συνήψαν οι άλλοτε «αιώνιοι» αντιπάλοι και του ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί την κύρια πολιτική δύναμη της αντιπολίτευσης.
            Είναι η «παθογένεια» που δεν επιτρέπει να υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα, οι οποίοι δεν ανταλλάσσουν ούτε χειραψία, ακόμη και στις σπάνιες κοινές εκδηλώσεις που συνευρίσκονται, όπως κατά την πρόσφατη εκδήλωση για τα σαραντάχρονα από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
            Έκφανση του ίδιου φαινομένου είναι, εξάλλου, ο προβληματικός τρόπος με τον οποίο πορεύεται η δικομματική κυβέρνηση που δεν καταφέρνει να τηρήσει ούτε τη στοιχειώδη και τόσο γενικόλογη προγραμματική συμφωνία που συναποφάσισε. Με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κάθε τρεις και λίγο τριβές ανάμεσα στους κυβερνητικούς εταίρους για ζητήματα που δεν άπτονται των ιδεολογικών διαφορών που τους χωρίζουν.
            Στον ίδιο καμβά, επίσης, διαγράφεται ο προσχηματικός και απολύτως υποκριτικός τρόπος με τον οποίο –υποτίθεται ότι- ξεκίνησε ο διάλογος για την Κεντροαριστερά όταν είναι φανερό ότι καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές –είτε πρόκειται για τη ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ, είτε για την ΔΗΜΑΡ και τον ΣΥΡΙΖΑ- δεν έχει ειλικρινή βούληση να προχωρήσει αυτή η διαδικασία.            
            Υπό αυτές τις συνθήκες και με την απόλυτη επικράτηση της νοοτροπίας που θέλει τους πολιτικούς αντιπάλους –εσωκομματικούς και μη- να αντιμετωπίζονται ως «εχθροί», η επαγγελλόμενη επιστροφή της χώρας στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα» δεν μπορεί παρά να ηχεί παράταιρα. Και, σε κάθε περίπτωση, δύσκολα μπορεί να καλύψει τις ένθεν κακείθεν παρωχημένες εμφυλιοπολεμικές κραυγές που δίνουν τον τόνο στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση.
            Κακά τα ψέματα, χωρίς εμπεδωμένη κουλτούρα συνεργασίας τόσο μέσα στα ίδια τα κόμματα όσο και στον αναγκαίο για τη λειτουργία των θεσμών διάλογο μεταξύ των αντιπάλων πολιτικών δυνάμεων, η Ελλάδα θα εξακολουθήσει, ακόμη και στη μεταμνημονιακή -οψέποτε αυτή έρθει…- εποχή να είναι ένας ευρωπαϊκός «παρίας».