Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

Με τις «Πρέσπες» επιστρέφει ο χειρότερος παλαιοκομματισμός όλων των εποχών


«Το παλιό και το νέο δεν έχουν να κάνουν τόσο με την ηλικία, αλλά έχουν να κάνουν με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της διαδρομής του καθενός μας», υποστήριξε σε μια πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.
Η σπάνια αυτή έκλαμψη ειλικρινούς προσέγγισης της πραγματικότητας από τον κ. Τσίπρα, ωστόσο, δεν είχε, δυστυχώς, ίχνος αυτοκριτικής, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ενθυμούμενος ότι μόλις πρόσφατα στενοί συνεργάτες του κατέφευγαν σε προπαγανδιστικού τύπου δικαιολόγηση των λαθών του με επίκληση του γεγονότος ότι «είναι μόλις 44 ετών»...
Στην πραγματικότητα, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια λεκτική αποστροφή που είχε ως στόχο να αντλήσει μια ακόμη αφορμή για να επιτεθεί κατά των αντιπάλων του.
Το ίδιο βράδυ, εξάλλου, ο 36χρονος εκπρόσωπος της κυβέρνησής του Δημήτρης Τζανακόπουλος αξιοποιούσε τη δική του παρουσία στην κρατική τηλεόραση, στην οποία εμφανιζόταν –προφανώς κατ΄ απαίτησή του- μόνος του για να ισχυριστεί το εξής αμίμητο: «Ο κ. Μητσοτάκης θα δώσει εξηγήσεις σε ανώτατο ευρωπαϊκό επίπεδο για τα περί συναλλαγής στο Μακεδονικό».
Θα ήταν άξια καγχασμών και χλευασμού η συγκεκριμένη «ατάκα» του κ. Τζανακόπουλου, αν δεν επρόκειτο για ένα μνημείο δουλοπρέπειας. Δουλοπρέπεια η οποία επιβεβαιώνεται και με την παρασκηνιακή προσπάθεια που φαίνεται ότι καταβάλλεται για να βρεθεί τις επόμενες μέρες στην Αθήνα η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ προκειμένου, όπως αναφέρουν όλες οι πληροφορίες αλλά και οι διαρροές από την ίδια την κυβέρνηση, να ασκήσει πιέσεις για την έγκριση από την ελληνική Βουλή της διαβόητης Συμφωνίας των Πρεσπών.   
Μένει, βεβαίως, να δούμε τι πραγματικά θα γίνει κατά την εδώ επίσκεψη της κυρίας Μέρκελ. Αλλά, όπως και να έχει, ξεπερνά ακόμη και τα πιο υψηλά μεγέθη πολιτικού αμοραλισμού που έχουν κατακτήσει οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να βλέπει κανείς τους κυβερνητικούς ιθύνοντες μιας ευρωπαϊκής χώρας να εναποθέτουν τις ελπίδες τους για αλλαγή των διαμορφωμένων εδώ και καιρό εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών στην πιθανολογούμενη διάθεση των ξένων να… τιμωρήσουν τις ηγεσίες της αντιπολίτευσης επειδή υποστήριξαν κάτι που ασπάζεται η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, όπως μαρτυρούν όλες αναμφισβήτητα οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης.
Ούτε στις πιο μαύρες εποχές του Εμφυλίου –όταν παιζόταν η παραμονή της χώρας στη σφαίρα επιρροής της Δύσης- δεν είχαν επενδυθεί τόσες ελπίδες στις παρεμβάσεις του διεθνούς παράγοντα για να… νουθετήσει τις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις. Διότι -προσέξτε!- ο κ. Τζανακόπουλος δεν κάλεσε τους Ευρωπαίους να διαψεύσουν ή να επιβεβαιώσουν τα όσα είπε ο κ. Μητσοτάκης περί ανταλλαγής του Σκοπιανού με τη περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, κάτι που θα μπορούσε να γίνει κατανοητό. Μίλησε, αντιθέτως, για «εξηγήσεις που θα δώσει» ένας Έλληνας πολιτικός αρχηγός σε ξένες ηγεσίες.
Όπως αποδείχθηκε, μάλιστα, η προσδοκία της… τιμωρίας του αρχηγού της ΝΔ δεν ήταν προϊόν μόνον της έμπνευσης του κυβερνητικού εκπροσώπου. Το Μέγαρο Μαξίμου μας πληροφόρησε ότι ο κ. Μητσοτάκης… φοβήθηκε να πάει στις Βρυξέλλες. Ενώ επίσης από διαρροές του πρωθυπουργικού γραφείου μάθαμε ότι ο –go back κυρία Μέρκελ- Αλέξης Τσίπρας έκανε, εν τέλει, τα παράπονα του στον… Πιέρ Μοσκοβισί!
Δεν είναι, πάντως, μόνον το «κάρφωμα» στους Ευρωπαίους που καταδεικνύει ότι το συνονθύλευμα που μας κυβερνά μπορεί να καταφύγει σε κάθε είδους παλαιοκομματική μεθόδευση, αδιαφορώντας για το πόσο καταγέλαστοι γίνονται στα μάτια της εγχώριας και της διεθνούς κοινής γνώμης εξαιτίας του πάθους με το οποίο προσπαθούν να παραμείνουν προσκολλημμένοι στις καρέκλες της εξουσίας.
Χρειάζεται να πάει κάποιος πολύ πίσω σε θολές ή σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας –από αυτές που υποτίθεται στηλιτεύουν κάθε τρεις και λίγο οι ΣΥΡΙΖΑίοι- για να βρει αντίστοιχο παράδειγμα με το πρωτοφανές «αλισβερίσι» που βλέπουμε να εκτυλίσσεται προκειμένου να συγκεντρωθεί η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να εγκριθεί από το ελληνικό Κοινοβούλιο η Συμφωνία των Πρεσπών.
Είναι δύσκολο, κατ΄ αρχάς, να ξεχαστεί ότι πίσω από την ανεξήγητη σπουδή της κυβέρνησης να «κλείσει» το Σκοπιανό άρον άρον και χωρίς ενημέρωση της Βουλής και των κομμάτων, υποκρυπτόταν η προσπάθεια να προκληθεί ρήγμα στην αξιωματική αντιπολίτευση, αναμοχλεύοντας πάθη του παρελθόντος που πλήρωσε ακριβά η συντηρητική παράταξη. 
 Όταν, όμως, δεν κατάφεραν να διεμβολίσουν τη Νέα Δημοκρατία, δεν δίστασαν να βάλουν σε εφαρμογή το σχέδιο διάλυσης σχεδόν όλων των μικρότερων κομμάτων. Οι άνθρωποι που στηλίτευαν ως αποστασία κάθε διαφοροποίηση βουλευτή και κατηγορούσαν ως «αργυρώνητο» όποιον έδειχνε διάθεση να συνταχθεί με τη γραμμή άλλου κόμματος, όπως στην περίπτωση της προεδρικής εκλογής του 2014, δεν έχουν πρόβλημα να «ψαρέψουν» δεξιά και αριστερά υπουργούς και βουλευτές.
Τη μια επιστρατεύουν τον Φώτη Κουβέλη, τον οποίο στην προηγούμενη πολιτική περίοδο αποκαλούσαν «κουρέλι», την άλλη επιβραβεύουν με θέση υφυπουργού την Κατερίνα Παπακώστα που μέχρι πρότινος αποκαλούσαν «Ζαρούλια της ΝΔ». Ενώ κινούν παρασκηνιακά τα νήματα, κρατώντας ουσιαστικά σε καθεστώς αιχμαλωσίας τρία κόμματα –το Ποτάμι, τους ΑΝΕΛ και την Ένωση Κεντρώων-, απειλώντας τα με διάλυση, αφού αρκεί η μετακίνηση ενός βουλευτή από καθένα εξ αυτών για να πάψουν να αναγνωρίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής.
Συνοψίζοντας κανείς τα πρωτοφανή αυτά φαινόμενα, τα οποία, κακά τα ψέματα, λίγο απέχουν από όσα παρακολουθήσαμε να εκτυλίσσονται στα γειτονικά Σκόπια, δεν μπορεί να μην εκφράσει αποτροπιασμό για την οπισθοδρόμηση της κοινοβουλευτικής μας Δημοκρατίας. Μιας Δημοκρατίας που θεωρούσαμε ότι με το τέλος της δικτατορικής περιόδου και κυρίως με τον ευρωπαϊκό δρόμο στον οποίο την οδήγησαν αρχικώς ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και εν συνεχεία ο Ανδρέας Παπανδρέου και οι υπόλοιποι πρωθυπουργοί που τους διαδέχθηκαν, είχε αφήσει πίσω τον αμοραλιστικό παλαιοκομματισμό.
Δυστυχώς, όμως, ο παλαιοκομματισμός είναι εδώ και τον ξαναζούμε στις χειρότερες εκδοχές του. Μάλλον διότι, όπως αναγνώρισε και ο κ. Τσίπρας «το παλιό και το νέο δεν έχουν να κάνουν με την ηλικία». Κρίμα!

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

«Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει…»

Έμπλεος από… ιερά οργή, ο υπουργός των Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος κατά τη συζήτηση επί του προϋπολογισμού ξιφουλκούσε από το βήμα της Βουλής εναντίον της αντιπολίτευσης: «Και μας λέτε ότι σας αφήσαμε καμένη γη;», αναρωτιόνταν με το γνωστό ύφος και τις ακόμη γνωστότερες κινήσεις του σώματος του που παραπέμπουν σε πρόσωπα που στην προσφιλή του Βρετανία αποκαλούν stand up comedians.
Με απόλυτη προσήλωση –ή μήπως επίδειξη;- της βρετανικής του παιδείας, που τον οδήγησε, όπως μας πληροφόρησε στην ίδια συζήτηση, να ζήσει στη γηραιά Αλβιώνα επί 28 συναπτά έτη, συμπλήρωσε (όπως ακριβώς κατέγραψαν τα πρακτικά της Βουλής) τα εξής: «Τέτοια αχαριστία έχουμε να δούμε από τότε που ο King Lear έδιωξε την κόρη του Cordelia, που τον αγαπούσε, και έδιωξε την Goneril και τη Regan που ήταν μπαγαπόντηδες…».
Για τους τυχόν αδαείς αναφερόταν στο περιώνυμο έργο του Σαίξπηρ που γράφηκε το 1609 και περιέγραφε την ιστορία του Ληρ, του βασιλιά της Βρετανίας, ο οποίος πριν μοιράσει το βασίλειό του στις τρεις κόρες του, τη Γονερίλη, τη Ρεγάνη και την Κορντέλια, ζήτησε από καθεμιά τους να του δηλώσει το μέγεθος της αγάπης της. Κολακευμένος από τις υπερβολικές απαντήσεις των δύο μεγαλύτερων θυγατέρων του, αποκλήρωσε την ειλικρινή Κορντέλια και εξόρισε τον δούκα του Κεντ που τον συμβούλευσε να πράξει το αντίθετο.
«Αυτή είναι πραγματική αχαριστία!», αναφώνησε ο ρέκτης υπουργός, ο οποίος, παρασυρμένος πιθανότατα από την προσπάθεια του να δείξει ότι είναι ανυπέρβλητος χιουμορίστας –ποιος ξεχνάει τις ιδιότυπες και επαναλαμβανόμενες παραβολές του με τις… φυματικές σαρανταποδαρούσες που πάσχουν και από μηνίσκο ή τις απονομές πορτοκαλόπιτας με τις οποίες επεχείρησε να αποστομώσει τους αντιπάλους του;- δεν αντελήφθη (ο άμοιρος…) ότι στην ουσία προεξοφλούσε την ήττα που αναμένει το κόμμα του.  
Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να χαρακτηρίζεται κανείς από αίσθηση βρετανικού φλέγματος, όπως αυτή που νομίζει ότι διαθέτει ο κ. Τσακαλώτος, για να αντιληφθεί ότι όταν αποκαλείς κάποιον αχάριστο το κάνεις για να καταδείξεις ότι δεν αντιλαμβάνεται τη χάρη που του έχεις κάνει. Και, κακά τα ψέματα, ο υπουργός των Οικονομικών έχει κάνει πολύ μεγάλες χάρες στην αντιπολίτευση.
Όταν για παράδειγμα επικαλείται «ταξική μεροληψία» υπέρ τάχατες των αδυνάμων ενώ έχει περικόψει στο ελάχιστο το επίδομα θέρμανσης και έχει καταργήσει το ΕΚΑΣ, δύσκολα μπορεί να πείσει ότι διαθέτει μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία από τους προηγούμενους που τα είχαν καθιερώσει ή τα διατήρησαν παρά τις πιέσεις των δανειστών. Και ακόμη δυσκολότερο είναι να υποστηρίξει πειστικά ότι κινδυνεύουν οι… υπήκοοι του που έχουν υποστεί τόσο υπερβολική φοροαφαίμαξη από την «παλινόρθωση» όσων τους υπόσχονται φοροελαφρύνσεις.      
            Γι΄ αυτό και ήταν μάλλον θλιβερό το θέαμα τόσο του κ. Τσακαλώτου, όσο και του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, που αφιέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος των ομιλιών τους με τις οποίες έκλεισαν την πενθήμερη συζήτηση επί του προϋπολογισμού για να ασκήσουν κριτική στην… αχάριστη αντιπολίτευση. Κάποιοι μάλιστα που αρέσκονται στα στατιστικά στοιχεία επεσήμαναν ένα εκπληκτικό ρεκόρ που κατέγραψε ο κ. Τσίπρας, ο οποίος από τα 62 λεπτά της ώρας που μίλησε συνολικά, στα 50 λεπτά αναφερόταν στο σχέδιο της ΝΔ, καταβάλλοντας φιλότιμη προσπάθεια να το αποδομήσει.
Το πάθος, εξάλλου, με το οποίο μίλησαν τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο υπουργός Οικονομικών μαρτυρούσε πως ούτε ο ένας ούτε ο άλλος αντιλαμβανόταν ότι με τον τρόπο αυτό έδειχναν αφενός ότι δεν διαθέτουν κανένα δικό τους σχέδιο, τέτοιο τουλάχιστον που να υπερβαίνει την πεπατημένη των προσλήψεων στο δημόσιο, και αφετέρου προεξοφλούσαν την επερχόμενη εκλογική νίκη των αντιπάλων τους. Διότι, όσο κακά και να είναι τα ελληνικά σου, δεν είναι δύσκολο να μην καταλάβεις το πρωθύστερο σχήμα που δημιουργείται όταν αναρωτιέσαι γιατί σε κατηγορούν ότι τους παρέδωσες –σε χρονικό αόριστο!- καμένη γη...
Αυτή είναι η πραγματικότητα, την οποία δεν μπορούν να κρύψουν οι ενέσεις ηθικού με τις οποίες το Μαξίμου και η Κουμουνδούρου προσπαθούν να ανορθώσουν το πεσμένο ηθικό του ΣΥΡΙΖΑϊκού στρατεύματος επιδιδόμενοι σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βελτιώσουν κάπως τα δυσμενή δημοσκοπικά ευρήματα ώστε να βρουν την κατάλληλη στιγμή για να πάνε στις βουλευτικές κάλπες με τις μικρότερες δυνατές απώλειες.    
Άλλωστε, όποιος, εκτός από τον Σαίξπηρ και τον «Βασιλιά Ληρ», έχει εντρυφήσει έστω και λίγο στην ελληνική γραμματεία θα έχει υπόψη του τον μελοποιημένο από τον Μάνο Χατζηδάκη εκπληκτικό στίχο του Ιάκωβου Καμπανέλη που λέει:
«Από το τρωικό κάστρο η Ανδρομάχη
στον Έκτορα που κίναε για τη μάχη
φώναξε με φωνή φαρμακωμένη:
“Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει,
όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει.
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει,
στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει”…».
            Είναι, εν κατακλείδι, κανόνας διαχρονικός και απαράβατος ότι η νίκη ανήκει σε εκείνον που πιστεύει σε αυτήν και αγωνίζεται για την κατακτήσει. Με πάθος και ελπίδα. Και όχι με αυταπάτες και φαντασιώσεις που διαψεύδει η ίδια ζωή.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Σπούδασε, στ΄ αλήθεια, μηχανικός ο κ. Τσίπρας;



            Σε μια -μάλλον πρόσκαιρη…- κρίση ειλικρίνειας ο Αλέξης Τσίπρας παραδέχθηκε στην τελευταία ομιλία του στη Βουλή ότι «και εμείς φέραμε αρνητικά μέτρα, δεν το αρνούμεθα». Μόνον που η παραδοχή αυτή δεν ήταν παρά ένας φραστικός ελιγμός που στόχο είχε να βρει έρεισμα για να επιδοθεί στην προσφιλή του τακτική της παραβίασης της κοινής λογικής.
Η συνέχεια, άλλωστε, ήταν αποκαλυπτική για όλους όσοι δεν παρασύρονται από τις βερμπαλιστικές ικανότητες του κ. Τσίπρα. «Ο συνολικός λογαριασμός, η σούμα για όσους ξέρουν να μετράνε και έχουν βγάλει και τα πανεπιστήμια τα καλά που έχετε βγάλει εσείς, είναι 65 δισεκατομμύρια ευρώ αρνητικά μέτρα στην πενταετία των δικών σας μνημονιακών χρόνων», είπε απευθυνόμενος στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκο Μητσοτάκη. 
 «Τα αρνητικά μέτρα που πήραμε εμείς ήταν κοντά στα 9 δισεκατομμύρια ευρώ, όταν εσείς σε μια πενταετία πήρατε 65 δισεκατομμύρια ευρώ», συμπλήρωσε. Και με την ίδια… ιερά οργή, με την οποία χρωμάτισε τη φωνή του, πρόσθεσε: «Τι έρχεστε να συγκρίνετε σε αυτήν εδώ την αίθουσα; Τα 65 δισεκατομμύρια ευρώ με τα 9 δισεκατομμύρια ευρώ; Ποιο είναι βαρύτερο και μεγαλύτερο;».
Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κ. Τσίπρα τα δημοσιονομικά μέτρα είναι θέμα βάρους ή μεγέθους και αφού τα ζυγίσουμε ή τα μετρήσουμε μπορούμε να αποφανθούμε ποια είναι πιο βαριά ή πιο μεγάλα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), για τον οποίο η υπουργός του κυρία Θεανώ Φωτίου νόμιζε μέχρι πρότινος –και είπε από τη συχνότητα της ΕΡΤ- ότι ήταν φόρος επιχειρήσεων και ότι η κυβέρνησή της θα τον μείωνε.
Την άνοιξη του 2010 και λίγο πριν μπούμε στο πρώτο Μνημόνιο η τότε κυβέρνηση Παπανδρέου αύξησε κατά δύο μονάδες τον υψηλό συντελεστή του ΦΠΑ που από το 19% πήγε στο 21%. Η αύξηση αυτή απεδείχθη ανεπαρκής για τη σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή που επέβαλαν στη χώρα οι δανειστές αμέσως μετά την ένταξη στο χρηματοδοτικό μηχανισμό που δημιουργήθηκε από την ευρωζώνη για να αποφευχθεί η άτακτη χρεοκοπία της χώρας μας. Και έτσι από την 1η Ιουλίου του 2010 έγινε μια ακόμη μεγάλη αύξηση που εκτόξευσε τον συντελεστή στο 23%.
Πράγματι, λοιπόν κατά την πρώτη μνημονιακή περίοδο ο ΦΠΑ αυξήθηκε κατά τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες, γεγονός πρωτοφανές και αξιομνημόνευτο για το οποίο υπήρξαν πολλές διαμαρτυρίες με πιο ισχυρές εκείνες των στελεχών και της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ που ολοφύρονταν για την… αντιλαϊκή αναλγησία των τότε κυβερνώντων. Θα περίμενε, φυσικά, κατόπιν τούτου όταν οι διαμαρτυρόμενοι θα έρχονταν στα πράγματα ότι θα μείωναν τον ΦΠΑ και θα επανέφεραν τον συντελεστή τους στην προτέρα κατάσταση.
Αμ δε! Όχι μόνον δεν μειώθηκε ο ΦΠΑ, αλλά, αντίθετα, τον Μάιο του 2016, ο μεν ανώτατος συντελεστής αυξήθηκε κατά μία επιπλέον μονάδα, πηγαίνοντας στο 24%, οι δε υπόλοιποι αναπροσαρμόστηκαν. Μια σειρά προϊόντων και υπηρεσιών, ακόμη και ευρείας λαϊκής κατανάλωσης, μετατάχθηκαν από τους χαμηλούς συντελεστές στον υψηλό, ο οποίος έκτοτε ισχύει και στη νησιωτική Ελλάδα που ως τότε απολάμβανε ειδικό καθεστώς με χαμηλότερες επιβαρύνσεις από εκείνες της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Αν πάρουμε, λοιπόν, τοις μετρητοίς την… αριθμητική «λογική» του κ. Τσίπρα τότε θα πρέπει να συνομολογήσουμε ότι το σκορ στον αγώνα αύξησης του ΦΠΑ που έδωσαν οι «μνημονιακοί» κόντρα στους «αντιμνημονιακούς» ήταν 4-1. Είναι έτσι όμως; Προφανώς όχι. Από τη στιγμή που το 1% προστίθεται στο 4%, τότε η, κατά την πρωθυπουργική έκφραση, «σούμα» είναι 5% για τους «αντιμνημονιακούς», καθώς απεδείχθη στην πράξη ότι οι «μνημονιακοί» με την αύξηση του 4% ήταν πιο… φειδωλοί στην αντιλαϊκότητα.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την προπαγανδιστική μηχανή που έχει στηθεί για τις υπόλοιπες φορολογικές επιβαρύνσεις που όλες ανεξαιρέτως πήραν την ανιούσα την τελευταία τετραετία. Όπως, βεβαίως, και για τις περικοπές των συντάξεων που σε πείσμα των υποσχέσεων ότι θα τις αποκαθιστούσαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, δίνοντας πίσω και την περίφημη 13η σύνταξη η οποία καταργήθηκε τα πρώτα μνημονιακά χρόνια.
Αντιδρώντας στην κριτική για τη λαίλαπα του «νόμου Κατρούγκαλου», που δεν άφησε σχεδόν καμία σύνταξη ανεπηρέαστη, οι κυβερνώντες ισχυρίζονται: «Ναι, αλλά οι προηγούμενοι τις είχαν μειώσει δώδεκα φορές…». Είναι η μόνιμη επωδός τους η οποία έχει βεβαίως ακουστεί δεκάδες φορές και από τα χείλη του πρωθυπουργού, επειδή, προφανώς, ο ίδιος και οι συνεργάτες του νομίζουν ότι απευθύνονται σε αφελείς. Σε πολίτες, δηλαδή, που δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι και… μισή φορά όταν κόβει κανείς τις συντάξεις όταν έχουν προηγηθεί και μένουν ως έχουν οι 12 προηγούμενες περικοπές, τότε είναι σαν ο τελευταίος να τις κόβει… δωδεκάμισι φορές και όχι… μισή.
Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος προικισμένος με τη δυνατότητα να κάνει σύνθετες σκέψεις για να αντιληφθεί αυτή την απλή αυτή αλήθεια. Άρα το αναμενόμενο είναι ότι ο κ. Τσίπρας που είναι απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου έχει αυτή τη δυνατότητα. Αν λάβουμε, ωστόσο, υπόψη μας ότι το δίπλωμα του μηχανικού το οποίο διαθέτει δεν τον εμπόδισε να μιλάει για… «στροφή 360 μοιρών», τότε ίσως δικαιολογούνται πολλά από όσα λέει: από τη διαφορά της Λέσβου με τη… Μυτιλήνη έως τον Μεσαίωνα που είναι… ένας άλλος αιώνας.
Πτυχίο μηχανικού έλαβε, όπως και μεταπτυχιακό τίτλο, τον οποίο -όλως τυχαίως- επόπτευσαν πρόσωπα που συνδέθηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ. Τις σπουδές του, όμως, τις έκανε κανονικά ή ασχολούνταν ολημερίς με τις καταλήψεις και την προετοιμασία της πολιτικής του καριέρας;

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Γιατί δεν βρίσκει υποψηφίους ο ΣΥΡΙΖΑ


Η δυστοκία που παρατηρείται στην αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ που θα κατέλθει στον Δήμο Αθηναίων δεν είναι παρά μόνον η «κορυφή του παγόβουνου» πίσω από την οποία δεν μπορεί να κρυφθεί η στελεχιακή γύμνια που χαρακτηρίζει το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Όσο και αν οι πολυπλόκαμοι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί που έχουν τεθεί στην υπηρεσία της κυβέρνησης πασχίζουν να πείσουν για το αντίθετο, γεγονός αναμφισβήτητο αποτελεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε μια περίκλειστη λέσχη στελεχών, η οποία, παρά τον εμπλουτισμό της από διάφορους θεσιθήρες που μετακινήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ την περίοδο του ανοδικού κύματος, δεν κατάφερε να αποκτήσει ερείσματα στο ευρύ κοινωνικό σώμα.
Παρά τις αναμφίβολες εκλογικές επιτυχίες τις οποίες είχε αρχικά στις δίδυμες κάλπες του 2012, που τον έφεραν στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και εν συνεχεία στις αναμετρήσεις του 2015, που του έδωσαν την διακυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να γίνει το μεγάλο και μαζικό κόμμα που θα υποκαθιστούσε το ΠΑΣΟΚ και θα αποτελούσε το αδιαφιλονίκητο «αντίπαλον δέος» απέναντι στη ΝΔ στο παραδοσιακό παιχνίδι της δικομματικής εναλλαγής.
Οι αυτοδιοικητικές εκλογές που διεξήχθησαν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, δηλαδή τον Μάιο του 2014, ήταν η πρώτη σοβαρή ένδειξη ότι το φουντωμένο δένδρο του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ρίζες στις τοπικές κοινωνίες. Η σχετικά άνετη επικράτησή του στην κάλπη των ευρωεκλογών, δεν είχε την ίδια εξέλιξη στις κάλπες για τους Δήμους και τις Περιφέρειες που έγιναν ταυτόχρονα.
Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι υποψήφιοι που είχαν το χρίσμα της Κουμουνδούρου κατέγραψαν χαμηλές έως πολύ χαμηλές επιδόσεις. Και έτσι στα δύο όργανα εκπροσώπησης των δύο αυτοδιοικητικών βαθμίδων, την ΚΕΔΕ και την ΕΝΠΕ, οι ΣΥΡΙΖΑίοι «τοπικοί άρχοντες» ήταν μειοψηφία.
Ένας από τους λόγους της αποτυχίας τους ήταν η αλαζονεία του μικρομεγαλισμού από τον οποίο διακατείχοντο τότε τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Αλαζονεία η οποία μαζί με το διχαστικό πνεύμα ήταν τα δύο κύρια χαρακτηριστικά με τα οποία εφόρμησαν για να πάρουν όλες τις εξουσίες: στην αυτοδιοίκηση, στον συνδικαλισμό, στη Βουλή και όπου αλλού –Δικαιοσύνη, ανεξάρτητες αρχές, μέσα ενημέρωσης και επιχειρήσεις- μπορούσαν να βάλουν πόδι με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα.
Κατά έναν πρωτοφανώς απαράδεκτο τρόπο, είχαν μοιράσει τους πολίτες σε «μνημονιακά μιάσματα» και «αντιμνημονιακούς οσίους». Όποιον κατέτασσαν στη δεύτερη κατηγορία, είχε καλώς. Όποιος, από την άλλη, υποστήριζε λογικά πράγματα, όπως αυτά που και οι ίδιοι υποχρεώθηκαν να αποδεχθούν ενάμισι χρόνο αργότερα, ήταν δακτυλοδεικτούμενος, τον στοχοποιούσαν και, αν δεν έκανε δήλωση αντιμνημονιακής νομιμοφροσύνης, μέχρι και την… καλημέρα του έκοβαν.
Αυτά το 2014. Τότε που η σημερινή υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη Κατερίνα Παπακώστα ήταν για τα φίλα προσκείμενα στην Κουμουνδούρου μέσα ενημέρωσης η… «Ζαρούλια της ΝΔ». Τότε που είχε βγει απαγορευτικό συνεργασίας με στελέχη του ΠΑΣΟΚ που δεν έδιναν «γη και ύδωρ» στους επελαύνοντες προς την εξουσία παραγοντίσκους του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίοι είχαν μεθύσει από την ξαφνική έξοδό τους από το περιθώριο στο οποίο τους κατέτασσαν επί δεκαετίες οι ψηφοφόροι.
Τεσσεράμισι χρόνια αργότερα, αν εξαιρέσει κανείς τις ψευδεπίγραφες διακηρύξεις που εφευρίσκονται για να δικαιολογηθούν οι κωλοτούμπες, τίποτε άλλο δεν θυμίζει το παρελθόν. Οι άλλοτε «συφοριασμένοι» ΠΑΣΟΚοι έχουν γίνει… πολύφερνες νύφες. Σε Δήμους και Περιφέρειες όλης της επικράτειας, όποιος διαθέτει ακόμη και την παραμικρή προϋπηρεσία με «πράσινο» συνδυασμό, ή μπορεί να πάρει χρίσμα από το ΚΙΝΑΛ, βλέπει τους ΣΥΡΙΖΑίους να σπεύδουν αυτοβούλως να στοιχηθούν πίσω του.
Αντιστρέφοντας συνήθειες δεκαετιών έχουμε φθάσει στο απίστευτο σημείο αντί να ζητούν χρίσματα οι υποψήφιοι, αυτά να τους προσφέρονται από την Κουμουνδούρου, οι άνθρωποι της οποίας, επειδή στις περισσότερες περιοχές δεν βρίσκουν υποψηφίους, ψάχνουν να… κρυφτούν πίσω από προερχόμενους από το ΠΑΣΟΚ υποψηφίους.
Το αστείο, μάλιστα, είναι ότι προκειμένου να καλύψουν την αδυναμία τους και να αποφύγουν τη συντριπτική ήττα που όλα δείχνουν ότι περιμένει τους δικούς τους υποψηφίους, ισχυρίζονται πως δήθεν άλλαξαν τακτική και δεν θα δώσουν χρίσματα αυτοί που έχριζαν υποψηφίους ακόμη και όταν με το ζόρι περνούσαν το κατώφλι του 3% σε πανελλαδική βάση. 
«Δεν θα ακολουθήσουμε τη λογική των κομματικών χρισμάτων στις αυτοδιοικητικές», δηλώνει ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρλέτης. «Είναι μια λογική παλαιάς κοπής, που ακολουθεί ο κ. Μητσοτάκης», υποστήριξε από τη Θεσσαλονίκη, όπου βρέθηκε για να… χρίσει(!) υποψήφια για τον δεύτερο Δήμο της χώρας την υφυπουργό Κατερίνα Νοτοπούλου. Η τελευταία, άλλωστε, επιστρατεύθηκε για να καλύψει -εκούσα, άκουσα- το κενό που δημιούργησε η απόφαση του νυν δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη να μην διεκδικήσει νέα θητεία, παρά τη στήριξη που έλαβε από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα ο οποίος εγκαινίασε πρώτος την τακτική του «παίζουμε κρυφτούλι πίσω από τους ΠΑΣΟΚους».
Η επιλογή αυτή του κ. Τσίπρα δεν ήταν τυχαία. Είναι αποτέλεσμα μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας που έχει δημιουργηθεί εξαιτίας της ψυχρολουσίας που επεφύλαξε στους Έλληνες η διακυβέρνηση των τελευταίων χρόνων. Όπου στήνονται κάλπες, από τους φοιτητές ως τους τραπεζοϋπαλλήλους και από τους δικηγόρους και τους γιατρούς έως τους εκπαιδευτικούς και άλλους δημοσίους υπαλλήλους, οι ΣΥΡΙΖΑϊκές δυνάμεις υφίστανται καταποντισμό σε βαθμό που η Κουμουνδούρου κινδυνεύει να μείνει με μικρότερα ερείσματα στους μαζικούς χώρους από εκείνα που είχε όταν ήταν στο 3%.
Τα ρουσφέτια και οι κάθε είδους μικροεξυπηρετήσεις, η παρεοκρατία και ο νεποτισμός και γενικώς η αναπαραγωγή όλων των παλαιοκομματικών μεθόδων στην οποία επιδόθηκε η τετραετής διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν στάθηκαν ικανές συνθήκες για να αντιστρέψουν την πορεία. Η ανικανότητα και η αναποτελεσματικότητα ανεπάγγελτων, κατά βάση, ανθρώπων, οι οποίοι επί χρόνια το μόνο που είχαν μάθει ήταν να κάνουν κριτική, δεν μπορούσαν μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα να ανατραπούν.
Γι΄  αυτό δεν βρίσκουν υποψηφίους. Και γι΄ αυτό εκείνοι οι… τολμηροί, οι οποίοι μπορεί εν τέλει να βρεθούν, θα πρέπει να ετοιμάζονται για πολύ δυνατό… «μαύρισμα»!