Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Πειραματισμοί και μαθήματα από την κυπριακή τραγωδία

            Σε αντίθεση με τις θετικές επιστήμες, στις θεωρητικές και δη στις ανθρωπιστικές, όπως είναι η οικονομική και η πολιτική επιστήμη, δεν χωρούν πειράματα. Η αντοχή των υλικών, για παράδειγμα, την οποία μπορεί να δοκιμάσει ένας φυσικός, οδηγεί σε αξιωματικά συμπεράσματα και στη διατύπωση γενικών νόμων που ισχύουν παντού και πάντοτε.
            Με τους ανθρώπους, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Αφενός, διότι το υποκείμενο του πειράματος μπορεί να μην αντέξει την πειραματική δοκιμασία. Αφετέρου, επειδή οι συμπεριφορές των ανθρώπων δεν είναι ομοιόμορφες και επηρεάζονται από καταστάσεις που δεν αναλύονται εργαστηριακά. Με αποτέλεσμα η εκτέλεση του κοινωνικού πειράματος να καταλήγει τις περισσότερες φορές σε έναν ατελέσφορο πειραματισμό που το μόνο που επιτυγχάνει είναι να προκαλεί ανήκεστο βλάβη στο ίδιο το πειραματόζωο.
            Υπό αυτή την έννοια, η Κύπρος αποτέλεσε αυτές τις μέρες, όπως είχε συμβεί παλαιότερα με την Ελλάδα, θύμα επικίνδυνων πειραματισμών στους οποίους επιδίδονται οι φανατικοί αλχημιστές του Βερολίνου και των Βρυξελλών και που το αποτέλεσμα τους, αν εξαιρέσει κανείς τη δεδομένη κοινωνική καταστροφή που προκαλούν, είναι αβέβαιο που θα οδηγήσουν την Κύπρο, την Ελλάδα, την Ευρώπη ολόκληρη. 
Το μόνο, εξάλλου, βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας κυπριακής τραγωδίας, με τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις, στην οποία, όμως, εκτός από τους εγκληματικούς ευρωπαϊκούς πειραματισμούς, μεγάλη συμβολή είχαν, δυστυχώς, και οι αστόχαστα καταστροφικοί ερασιτεχνισμοί της κυπριακής ηγεσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρώντας μια –εν βρασμώ, ίσως- σύνοψη του τελευταίου δεκαήμερου που συγκλόνισε την Κύπρο, νομίζω ότι μπορεί κανείς να καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα - «μαθήματα» που εξάγονται από τα γεγονότα και έχουν ευρύτερη σημασία και διαχρονική αξία.
Μάθημα πρώτο: Στον «λάκκο των λεόντων» δεν πας με μοναδική ασπίδα τις δημόσιες σχέσεις. Όπως αποδείχθηκε ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης, βασιζόμενος στην προεκλογική στήριξη που του παρέσχε η Άνγκελα Μέρκελ, προσήλθε… χαρωπός στο Eurogroup της 15ης Μαρτίου, θεωρώντας ότι θα εξασφάλιζε χωρίς ανταλλάγματα τη βοήθεια που ζητούσε. Έφυγε, εν τέλει, με τα αυτιά κατεβασμένα όταν του ζήτησαν να αναιρέσει τη μόνη ουσιώδη δέσμευση που είχε αναλάβει προεκλογικά και ήταν ότι δεν θα δεχθεί το «κούρεμα» καταθέσεων.
Μάθημα δεύτερο: Χωρίς επεξεργασμένη εναλλακτική πρόταση, δεν καταφεύγεις σε λεονταρισμούς, αφού η όποια διαπραγματευτική δύναμη διαθέτεις εκμηδενίζεται. Αν βαρύνεται περισσότερο με κάτι από όλα όσα έγιοναν η σημερινή ηγεσία της Κύπρου είναι ότι δεν είχε μελετήσει το θέμα που κλήθηκε να χειριστεί. Το… νεροπίστολο των μελλοντικών ενεργειακών αποθεμάτων που προέταξε απέναντι στο υπερόπλο της άμεσης και άτακτης χρεοκοπίας, που κρατούσαν οι αντίπαλοί της, ήταν από την αρχή βέβαιο ότι δεν θα έφερνε αποτέλεσμα.
Μάθημα τρίτο: Η υπερτίμηση της γεωπολιτικής θέσης οδηγεί σε ταπείνωση. Αυτό ακριβώς συνέβη με το βεβιασμένο και απαράσκευο ταξίδι στη Μόσχα του μοιραίου υπουργού Οικονομικών Μιχάλη Σαρρή. Αν μη τι άλλο, ο ίδιος και όποιοι άλλοι πήραν αυτή την απόφαση αυτή, όφειλαν να ρωτήσουν τους προκατόχους τους και να μην φαντασιώνονται ότι θα μπορούσε από τη μια στιγμή στην άλλη να αλλάξουν οι πολύπλοκες στρατηγικές συμμαχίες μιας μεγάλης χώρας, όπως είναι η Ρωσία.   
Μάθημα τέταρτο: Η έλλειψη ψυχραιμίας δεν υπήρξε ποτέ καλός σύμβουλος στην αντιμετώπιση κρίσεων. Ο πανικός από την οποίο κατελήφθησαν οι ιθύνοντες της Λευκωσίας μετά τις αρχικές σκληρές απαιτήσεις των εταίρων και των δανειστών της, τους στέρησε τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν –όσο ήταν δυνατόν- το αρχικό σχέδιο και να αναλογιστούν τις χειρότερες συνέπειες της απόλυτης άρνησης τους που πολύ γρήγορα βρήκαν μπροστά τους.
Μάθημα πέμπτο: Οι καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων κοστίζουν πανάκριβα. Στην κοστοβόρα αβελτηρία του τέως προέδρου Δημήτρη Χριστόφια να λάβει μόνος του τα ενδεδειγμένα μέτρα (στον τραπεζικό και όχι μόνον τομέα) που θα έβγαζαν τη χώρα από την κρίση, προστέθηκαν οι αστείοι ελιγμοί της σημερινής κυβέρνησης που ενέτειναν το πρόβλημα. Έτσι, ο λογαριασμός που καλούνται τώρα να πληρώσουν οι πολίτες της κυπριακής Δημοκρατίας είναι σαφώς μεγαλύτερος και πιο επώδυνος.
Αν, πάντως, έχουν κάποια σημασία, στην παρούσα συγκυρία, όλα αυτά τα «μαθήματα», δεν είναι για να καταλογιστούν οι αναμφισβήτητες ευθύνες. Είναι, πρωτίστως, για να αντιληφθούμε όλοι –και κυρίως η κυπριακή ηγεσία- για το τι πραγματικά συνέβη και πως οδηγήθηκαν τα πράγματα στη τραγική διάσταση που πήραν μετά τις τελευταίες αποφάσεις.  Στο τέλος – τέλος, ο καπιταλισμός είναι καπιταλισμός και για το μόνο που δεν διακρίνεται είναι για τον συναισθηματισμό και τη φιλανθρωπία του…
(Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr στις 26.3.2013) 

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Πόνος, αλλά με… δόσεις ελπίδας


Προσεγγίζοντας τις αποφάσεις του Eurogroup με την ψυχραιμία που απαιτούν οι περιστάσεις και  χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς της ανάγκης της μιας πλευράς για πανηγυρισμούς ή της επιμονής άλλων στην καταστροφολογία και στη μόνιμη κινδυνολογία, δύο είναι τα στοιχεία που τις συνθέτουν: πόνος και ελπίδα.
Για όποιον δεν θέλει να έχει αυταπάτες ή να τρέφει ιδεοληπτικές εμμονές, οι αποφάσεις των εταίρων και δανειστών μας για τη μελλοντική χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μονοσήμαντες και ούτε χωρούν σε απλοϊκά ερμηνευτικά σχήματα περί απόλυτου καλού ή κακού.
Περιέχουν, αναμφισβήτητα, μεγάλες δόσεις κοινωνικού πόνου που θα προκληθεί από τη σιδηρά πειθαρχία που απαιτεί η απαρέγκλιτη εφαρμογή του επώδυνου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ώστε να επιτευχθούν τα επόμενα  χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα τέτοια που να καθιστούν το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος «βιώσιμο» και άρα αντιμετωπίσιμο.
Από την άλλη, όμως, δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει ότι χωρίς την αλληλεγγύη των εταίρων μας, ο «ξαφνικός θάνατος» με τον οποίον απειλούνταν εδώ και καιρό η ελληνική οικονομία, μπορεί να θεωρείται πλέον ότι ξεπεράστηκε. Οι αποφάσεις, άλλωστε, των Βρυξελλών αυτό που κυρίως έκαναν είναι ότι έστειλαν παντού το πολυσήμαντο μήνυμα πως η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει αναπόσπαστο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Η μέγγενη, ωστόσο, των επώδυνων υφεσιακών μέτρων που καλείται να εφαρμόσει η ελληνική κυβέρνηση, συνδυάζεται, πλέον, με τις ελπίδες που καλλιεργούν οι «ανάσες» που δίνει το «κοκτέιλ» των μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας που αποφασίστηκαν και δημιουργούν τις συνθήκες για να σταθεροποιηθεί η οικονομία μας και να μπει, επιτέλους, φρένο στη διαρκή αβεβαιότητα και στην περιδίνηση που προκαλεί το «σπιράλ θανάτου» στο οποίο βρισκόμαστε παγιδευμένοι την τελευταία τριετία.         
Ο δρόμος, ωστόσο, που έχει να διανύσει η ελληνική κοινωνία τα επόμενα χρόνια είναι μακρύς και δύσκολος. Είναι δρόμος που δεν στρώθηκε αίφνης με ροδοπέταλα, αλλά μπορεί, εφεξής, να θεωρείται περισσότερο βατός. Εξακολουθεί να είναι δρόμος ανηφορικός, αλλά μοιάζει, πλέον, να μην είναι αδιάβατος.
Στον περίπλοκο κόσμο που ζούμε επικρατεί το σλόγκαν ότι «δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα». Υπό αυτή την έννοια, οι υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα μας είναι, αναμφίβολα, βαριές και τα καθήκοντα που έχει η σημερινή κυβέρνηση πολύ δύσκολα.
Το κυριότερο, όμως, από τα καθήκοντα αυτά είναι να πείσει την ελληνική κοινωνία, αλλά την διεθνή κοινή γνώμη, ότι θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Και θα προχωρήσει, χωρίς περισπασμούς, σε όλες εκείνες τις αποφάσεις που θα εμπεδώνουν από τη μια το αίσθημα δικαιοσύνης στην εφαρμογή των μέτρων και από την άλλη το κλίμα εμπιστοσύνης στις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας που είναι η ώρα να βγουν μπροστά και να ηγηθούν της δύσκολης προσπάθειας που ξεκινά για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. 
Εν κατακλείδι, και πέρα από τους αδυσώπητους αριθμούς που συνοδεύουν τις αποφάσεις του Eurogroup, εκείνο που θα κρίνει την αποτελεσματικότητά τους είναι οι δόσεις ελπίδας που θα αισθανθεί η ελληνική κοινωνία ότι μετριάζουν τον αναμφισβήτητο κοινωνικό πόνο.
Και, φυσικά, η προοπτική ότι, προϊόντος του χρόνου, οι θυσίες θα πιάνουν τόπο και ο πόνος θα γίνεται όλο και μικρότερος, μέχρι να ξαναμπούμε στην ανοδική φάση και να επανέλθει η ευημερία, όχι μόνον των αριθμών, αλλά και των ανθρώπων!
   
*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος (πολιτικός συντάκτης στο «Πρώτο Θέμα»), περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο πρώτο αιρετό Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Οι «σωτήρες», οι λίστες και οι αυταπάτες

«Μπορείτε να μου πείτε εσείς γιατί δεν παίρνουμε τα 600 δισεκατομμύρια που μας δίνουν οι ομογενείς για να ξεχρεώσουμε;». Το ερώτημα διατυπωμένο, στο περιστύλιο της Βουλής, από τα χείλη βουλευτή της ελάσσονος αντιπολίτευσης, ξάφνιασε τη μικρή ομήγυρη δημοσιογράφων που… συνελήφθη αδιάβαστη.
Η αρχική απορία των εκπροσώπων του Τύπου, ένας από τους οποίους ήταν και ο γράφων, έγινε καγχασμός, όταν ο βουλευτής μας κατελόγισε συνυπευθυνότητα, επειδή «κρύβουμε το θέμα» με τους Ελληνοαμερικανούς που είχαν συγκεντρώσει το ποσό, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, ξεπερνάει πολλές φορές την περιουσία του πλουσιότερου Αμερικανού Μπιλ Γκέιτζ. Μας υποσχέθηκε να μας στείλει το βίντεο με τη συνέντευξη που είχαν δώσει σε κανάλι της Κρήτης οι… διαμαρτυρόμενοι ομογενείς επειδή το ελληνικό κράτος δεν δέχεται τη… δωρεά τους.
Το βίντεο τελικώς δεν μας εστάλη, ίσως επειδή ο συγκεκριμένος «υπερπατριώτης» βουλευτής είχε άλλες απασχολήσεις. Τις αμέσως επόμενες ημέρες έπρεπε να ρίξει το βάρος του σε ένα άλλο θέμα, το οποίο, αυτή τη φορά, δεν έκρυψε ένας… «κακός» δημοσιογράφος, ο οποίος έγραψε ότι ο εν λόγω «εθνοπατέρας» και η οικογένεια του ήταν μεταξύ εκείνων που κατά τα δύο προηγούμενα χρόνια είχαν βγάλει μέρος από τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό.
Ο βουλευτής ισχυρίστηκε ότι τα λεφτά ήταν νόμιμα, καθώς προέρχονταν από πώληση ακινήτων και πήγαν στο εξωτερικό γιατί επρόκειτο να έχει εκεί μέλος της οικογένειας του κάποια επαγγελματική δραστηριότητα. Η δουλειά, βεβαίως, δεν έγινε, αλλά τα χρήματα έμειναν έξω και ο «πούρος» πατριώτης υποσχέθηκε ότι θα τα φέρει πίσω. Δεν το έχει κάνει ακόμη, επειδή, προφανώς, δεν έχει ξεκαθαρίσει το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» (ή, λέτε, μήπως περίμενε να έρθουν πρώτα τα… δολάρια των ομογενών;).  
Το «φιάσκο» με τα δισεκατομμύρια των εξ Αμερικής «σωτήρων» που θα απάλλασσαν, δήθεν, την Ελλάδα, αλλά και την Κύπρο από το σύνολο των χρεών τους, είναι πλέον γνωστό. Στο «παραμύθι», πάντως, που ξεκίνησε από το διαδίκτυο και ορισμένα περιθωριακά μέσα ενημέρωσης, «τσίμπησαν» (από αφέλεια ή και σκοπιμότητες;) και ορισμένοι, κατά τεκμήριο, σοβαροί άνθρωποι. Μεταξύ τους και υποψήφιος βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, με διδακτική, μάλιστα, εμπειρία σε αμερικανικό πανεπιστήμιο και ειδίκευση στα θέματα της περίφημης ΑΟΖ, που έχει αναδειχθεί σε μια ακόμη εναλλακτική πηγή για τη… «σωτηρία» μας.
Όλα αυτά θα ήταν απλές γραφικότητες, αν δεν συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, ένα μεγάλο μέρος της οποίας είναι, δυστυχώς, έτοιμο να πιστέψει ο,τιδήποτε δείχνει τον εύκολο δρόμο της επιστροφής στην Ελλάδα της κραιπάλης με δανεικά. Βλέπετε, υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας που πιστεύουν ότι δεν ζούμε παρά έναν «εφιάλτη» από τον οποίο θα ξυπνήσουμε και δια μιας θα εξαφανιστούν οι συνέπειες της εξάχρονης ύφεσης που μας ταλανίζουν.
Πριν από τους «θείους από το Σικάγο» με τον πακτωλό των δολαρίων, ήταν ο Πούτιν ή και οι Κινέζοι που, υποτίθεται ότι, μας δάνειζαν, αλλά εμείς δεν τα παίρναμε γιατί, τάχατες, ήταν -κατά τη γνωστή συνωμοσιολογική θεωρία, που τείνει να γίνει εδραία πεποίθηση σε αρκετό κόσμο- «προαποφασισμένο να μπούμε στο μνημόνιο».    
 Αντίστοιχης βαρύτητας είναι, εξάλλου, και η συζήτηση που (ξανα-)άνοιξε τελευταία γύρω από διαφόρων μορφών «λίστες» που κυκλοφορούν και αφορούν είτε σε φοροφυγάδες είτε σε μεγαλοκαταθέτες που μετέφεραν, όπως ο βουλευτής που προαναφέραμε, χρήματα στο εξωτερικό, καθώς και σε πολιτικούς που καταγγέλλονται ότι πλούτισαν παράνομα και τους γίνεται έλεγχος από το ΣΔΟΕ.
Κακώς, κάκιστα, υπήρξε η χρόνια αβελτηρία ελέγχου και πάταξης όλων αυτών των φαινομένων που μαρτυρούν τη διάλυση που συνεχίζει να επικρατεί στους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Πολιτείας. Και είναι, αναμφίβολα, εκτεθειμένο το τμήμα εκείνο του πολιτικού κόσμου που χειρίστηκε ή χειρίζεται τέτοια ζητήματα, χωρίς να φροντίζει να υπάρξει ταχεία διερεύνηση και διαλεύκανση του συνόλου των υποθέσεων, ώστε να εμπεδωθεί το αίσθημα της δίκαιης κατανομής των βαρών στη δοκιμαζόμενη κοινωνία.
Ας μην αυταπατώμεθα, όμως. Τα δημόσια έσοδα, σίγουρα, μπορεί να βελτιωθούν από την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει σε όλες τις σοβαρές χώρες του κόσμου, στις οποίες παρατηρούνται μεν φαινόμενα φοροδιαφυγής και φοροκλοπής, όπως και ξεπλύματος χρήματος ή και παράνομου πλουτισμού από ισχυρούς, αλλά δεν είναι στην έκταση που τα συναντά κανείς στη χώρα μας, εξαιτίας του διαχρονικού καθεστώτος της ατιμωρησίας.
Οι σοβαροί μελετητές του ελληνικού οικονομικού προβλήματος υποστηρίζουν με επιχειρήματα πως ακόμη και αν περιοριζόταν στα διεθνή επίπεδα η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα, αυτό που μπορούσε να γίνει είναι να μετριαστούν οι περικοπές των δημοσίων δαπανών ή οι ανάγκες μας για δανειακά. Βεβαίως, δεν είναι κάτι επουσιώδες. Δεν συνιστά, όμως, και «πανάκεια» . Χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας και νέες επενδύσεις για την τόνωση της εγχώριας παραγωγής, κανένας «θείος από το Σικάγο» και καμία «λίστα» δεν θα αλλάξει τη σημερινή δυσμενή πραγματικότητα της ύφεσης και της ανεργίας.
tziovaras@protothema.gr

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Καλοί οι Φρανσουά, αλλά, πρωτίστως, για τη Γαλλία

Δεν είχα κλείσει τα είκοσι,  τον Μάιο του 1981, που έγινε η κυβερνητική αλλαγή στη Γαλλία. Με την νεανική ορμή, αλλά και με το κλίμα της περιόδου εκείνης, πανηγύρισα δεόντως, όπως, άλλωστε, και πολλοί άλλοι  Έλληνες, την εκλογή του σοσιαλιστή –θρύλου, για μας τους νέους της εποχής- Φρανσουά Μιτεράν στη γαλλική προεδρία, την οποία –δικαίως- θεωρήσαμε ως προπομπό της επερχόμενης ιστορικής αλλαγής στη χώρα μας.
Τριάντα ένα χρόνια μετά, χαίρομαι που ένας άλλος σοσιαλιστής, ο Φρανσουά -και αυτός- Ολάντ, πήρε προβάδισμα στον προχθεσινό πρώτο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών και είναι πολύ πιθανόν ότι θα καταφέρει να εκθρονίσει τον Νικολά Σαρκοζί από τα Ηλύσια Πεδία στον δεύτερο γύρο που θα γίνει στις 6 Μαΐου, την μέρα που και εμείς εδώ θα ψηφίζουμε για τη δική μας διακυβέρνηση.
Χωρίς διάθεση να υποτιμήσω την αυταπόδεικτη σημασία μιας ενδεχόμενης κυβερνητικής αλλαγής στην Γαλλία, που όλοι αναγνωρίζουν ότι μπορεί να επηρεάσει τους υφισταμένους συντηρητικούς συσχετισμούς που επικρατούν στην Ευρώπη, θέλω να εξομολογηθώ ότι δεν νιώθω να με διακατέχει ο ενθουσιασμός που με είχε συνεπάρει όταν εξελέγη ο Μιτεράν.
Δεν ξέρω αν είναι τα (δικά μου) χρόνια που πέρασαν ή η εποχή που διανύουμε, αλλά αισθάνομαι πολύ συγκρατημένος απέναντι στις προσδοκίες που μπορεί -δικαιολογημένα, ως έναν βαθμό- να προκαλεί, ακόμη και σε συντηρητικά στρώματα του εγχώριου πολιτικού δυναμικού, η πιθανολογούμενη μετατροπή του σημερινού ευρωπαϊκού διδύμου κορυφής από «Μερκοζί» σε «Μερκολάντ».
Είναι γνωστό ότι ο σοσιαλιστής υποψήφιος υποσχέθηκε προεκλογικά ότι θα θέσει βέτο στην επικύρωση του περίφημου συμφώνου δημοσιονομικής πειθαρχίας, που καθιερώνει τον λεγόμενο «χρυσό κανόνα», ο οποίος απαγορεύει το έλλειμμα στους εθνικούς προϋπολογισμούς, και  με περισσή επιμονή επέβαλε σε όλη την Ευρώπη η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ.
«Αν το Σύμφωνο δεν περιέχει μέτρα για την ανάπτυξη , δεν θα υποστηρίξω την επικύρωσή του από την Εθνοσυνέλευση. Αυτή την υπόσχεση έχω δώσει στους Γάλλους και θα την τηρήσω», δήλωσε ο κ. Ολάντ, ο οποίος πρόσθεσε ότι δεν αισθάνεται ότι θα βρεθεί «απομονωμένος στην Ευρώπη», στην οποία, ως γνωστόν, τον τόνο δίνει η κ. Μέρκελ και η πλειοψηφία των συντηρητικών κυβερνήσεων.
Υπό άλλες, βεβαίως, συνθήκες, ο Φρανσουά Μιτεράν πριν από τρεις δεκαετίες επεχείρησε στην αρχή της προεδρικής θητείας του να εφαρμόσει στη Γαλλία «κεϊνσιανές» πολιτικές. Γρήγορα, όμως, υποχρεώθηκε να τις εγκαταλείψει, καθώς οι αδυσώπητες –ακόμη και τότε που δεν υπήρχε το σημερινό επίπεδο παγκοσμιοποίησης- αγορές, αντέδρασαν με βίαιο τρόπο, προκαλώντας υποχώρηση του φράγκου, φυγή κεφαλαίων, επενδυτική άπνοια και εκτίναξη της ανεργίας.
Στον σημερινό, απείρως πιο πολύπλοκο, κόσμο, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα και τα περιθώρια για τον Φρανσουά Ολάντ πολύ πιο στενά. Η παγκοσμιοποίηση των αγορών, η κρίση δημοσίου χρέους που βαρύνει το σύνολο, σχεδόν, της Ευρώπης και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, περιορίζουν τη μονομερή εφαρμογή μέτρων οικονομικής πολιτικής. Σε βαθμό τέτοιο που διακηρύξεις, όπως αυτές του πολιτικού του προπάτορα Φρανσουά Μιτεράν για «σοσιαλισμό σε μια χώρα», να μοιάζουν ως απόλυτη ουτοπία.
Επιπλέον, θέλω να υπενθυμίσω, για να μην τρέφουμε αυταπάτες, ότι ο γαλλογερμανικός άξονας βρίσκει δεκαετίες τώρα πεδίο συνεννόησης και συμβιβασμού, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής κατεύθυνσης που έχουν οι ένοικοι των Ηλυσίων Πεδίων  και της καγκελαρίας. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω από κοντά, το 1995, μια από τις τελευταίες ομιλίες του Φρανσουά Μιτεράν, έμπλεη με τα ευρωπαϊκά του οράματα, αλλά εκείνο που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια ήταν οι επιταγές του Μάαστριχτ που είχαν συνυπογράψει με τον Χέλμουτ Κολ. 
Όπως, επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα πολεμικά αεροσκάφη Μιράζ που παραγγείλαμε στη δεκαετία του ΄80, στη, σωστή, προσπάθεια που κατέβαλε η τότε ελληνική κυβέρνηση, να μην εξαρτώμεθα μόνον από τις ΗΠΑ στην προμήθεια αμυντικού υλικού, τα πληρώσαμε κανονικά και δεν μας έγινε καμία ειδική έκπτωση, επειδή οι κυβερνήσεις των δύο χωρών είχαν τους ίδιους θεωρητικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς. 
Έτσι, σε κάθε περίπτωση, όπως η εκλογή του Φ. Μιτεράν ήταν, πρωτίστως, καλή –ή, ίσως κατ΄ άλλους, κακή- για την Γαλλία και, δευτερευόντως, για την υπόλοιπη Ευρώπη, το ίδιο, πιστεύω, ότι ισχύει και για το νέο πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας. Εφόσον θα είναι ο Φρανσουά Ολάντ, δημιουργούνται, αναμφισβήτητα, ελπίδες για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον απέναντι στη χώρα μας. Αλλά, όπως επανειλημμένα έχω επισημάνει από αυτή τη στήλη, τα βασικά προβλήματα της Ελλάδας η εγχώρια πολιτική τάξη θα κληθεί να τα αντιμετωπίσει.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Τι μας επιφυλάσσουν οι «δραχμολάγνοι»


Διαβάζω και ξαναδιαβάζω μια πρόσφατη συνέντευξη ενός από τους θεωρούμενους ως ιδεολογικούς «γκουρού» της ριζοσπαστικής  αριστερής σκέψης που ρέπει προς τη «δραχμολαγνεία» και ειλικρινά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν τα ίδια πράγματα, που εκείνος περιγράφει ως συνέπειες από την (οικειοθελή, κατά τον ίδιο) έξοδο από το ευρώ και επιστροφή στο παλαιό μας νόμισμα, τα έλεγε ένας «κλασσικός» πολιτικός.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν όταν, πριν από μερικούς μήνες, η Ελληνίδα Επίτροπος Μαρία Δαμανάκη προειδοποίησε για τα σενάρια έξωσης της χώρας από την ευρωζώνη που απεργάζονται κύκλο των Βρυξελλών, ή το σάλο που ξέσπασε όταν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος μίλησε για την –αλά Αργεντινή- επαπειλούμενη μαζική έφοδο του κοινού στις τράπεζες, έπειτα από μια ενδεχόμενη κυβερνητική απόφαση για στάση πληρωμών.

«Η έξοδος από το ευρώ θα µας βγάλει από την παγίδα της ΟΝΕ, θα τονώσει την εγχώρια παραγωγή και τις εξαγωγές, θα επιτρέψει την ανάκτηση ελέγχου στα εργαλεία οικονομικής πολιτικής», υποστηρίζει ο καθηγητής στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Κ. Λαπαβίτσας, «οικονομολόγος από τον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς», όπως προσδιορίζεται από την εφημερίδα («Βήμα», 27/11/2011) που φιλοξένησε συνέντευξή του, το περιεχόμενο της οποίας δεν διαφέρει από άλλες δημόσιες παρεμβάσεις του ίδιου και άλλων ομοϊδεατών του.

«Βραχυπρόθεσμα θα είναι οικονομικό σοκ, αλλά προσφέρει την προοπτική ταχείας ανάκαμψης», διευκρινίζει ο ίδιος και κατόπιν εξηγεί με -μάλλον σκόπιμες- γενικότητες τη μορφή που θα λάβει αυτό το «οικονομικό σοκ». Παρά ταύτα, όμως, τα λόγια του είναι, νομίζω, αποκαλυπτικά για τις συνέπειες που θα επέλθουν από αυτό που περιγράφεται ως «αθέτηση πληρωμών µε λογιστικό έλεγχο και επιβολή όρων στους δανειστές»!

«Θα πρέπει αμέσως να τεθούν οι τράπεζες υπό δημόσια ιδιοκτησία µε εγγύηση των καταθέσεων. Παράλληλα θα ανασταλούν οι δραστηριότητές τους για μερικές ημέρες. Όταν θα ξανανοίξουν, θα έχουν ήδη μετατρέψει καταθέσεις αλλά και δάνεια που υπόκεινται στην ελληνική νομοθεσία από ευρώ σε νέα δραχμή. Θα χρειαστεί χρόνος για να αλλάξουν οι λογιστικές διαδικασίες, να προγραμματιστούν τα ΑΤΜ και να εκτυπωθεί επαρκές νέο νόμισμα», είναι η «συνταγή» που προκρίνει ο ριζοσπάστης οικονομολόγος.

«Στην πράξη θα έχουμε παράλληλη κυκλοφορία ευρώ και νέας δραχμής για ένα διάστημα. Αν το κράτος δείξει αποφασιστικότητα, συλλέγει φόρους και κάνει πληρωμές στη νέα δραχμή, το ευρώ θα εξαλειφθεί σύντομα από την κυκλοφορία», εκτιμά ο κ. Λαπαβίτσας, ο οποίος προφανώς θεωρεί ότι η αδυναμία συλλογής φόρων δεν οφείλεται παρά στην έλλειψη αποφασιστικότητας, η οποία θα αποκατασταθεί μόλις… αλλάξουμε νόμισμα.

Εκτός, όμως, του ότι δεν θα μπορούμε, για άγνωστό διάστημα, να κάνουμε αναλήψεις των –κατά τα άλλα εγγυημένων- καταθέσεων μας, η κατάσταση στη χώρα θα είναι, κατά τα λοιπά, «ρόδινη»; Μάλλον όχι, μας λέει ο κ. καθηγητής, αφού αναγνωρίζει –με τα δικά του λόγια- ότι «τους πρώτους μήνες θα υπάρξουν προβλήματα στο πετρέλαιο, στα φάρμακα και στα τρόφιμα».

Για τον εφοδιασμό με πετρέλαιο δεν προτείνει, πάντως, την δωρεάν διανομή από τον Ούγκο Τσάβες, όπως είχε προ ολίγων ετών υποσχεθεί στους κατοίκους της Καισαριανής ο Αλέξης Τσίπρας και ο τότε δήμαρχος του αθηναϊκού προαστείου. Ίσως, γιατί, κατά την άποψή του, «η παραγωγή ενέργειας μπορεί να καλυφθεί από εγχώριες πηγές». Δεν προσδιορίζει, όμως, ποιες είναι αυτές. Ούτε εξηγεί γιατί, εφόσον υπάρχουν τέτοιες πηγές (όπως, άλλωστε, «φαντασιώνονται» αρκετοί συνωμοσιολόγοι σε αυτή τη χώρα), δεν τις εκμεταλλευόμαστε τώρα. Μας εμποδίζει, άραγε, το ευρώ να… φορέσουμε κελεμπίες;

Η συνέχεια, όμως, είναι, νομίζω, πιο ενδιαφέρουσα: «Για τα άλλα αγαθά θα χρειαστεί να γίνουν διμερείς συμφωνίες µε χώρες παραγωγούς», μας λέει ο ριζοσπάστης οικονομολόγος. Δεν το λέει ευθέως, αλλά έχει, μάλλον, κατά νου το περίφημο «κλήριγκ» που εφαρμόστηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν οι διεθνείς συναλλαγές -στην Ελλάδα, αλλά και αλλού- διεξάγονταν με διακρατικές συμφωνίες που ισοσκέλιζαν το κόστος των εισαγωγών με αντίστοιχο όγκο εξαγωγών. Παραλείπει, ωστόσο, να μας αποκαλύψει τι περισσότερο –και, κυρίως, πότε- θα μπορέσουμε να εξάγουμε για να καλύψουμε τα σημερινά μεγάλα ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών που μας κατατρύχουν από την εποχή ακόμη που είχαμε την παλαιά δραχμή.

Μας προδιαθέτει, βεβαίως, κάπως για τη δυσκολία του εγχειρήματος, καθώς προσθέτει: «Θα πρέπει επίσης να ληφθούν διοικητικά μέτρα προσαρμογής της κατανάλωσης για να στηριχτούν τα λαϊκά στρώματα», φράση που παραπέμπει ευθέως στη διανομή τροφίμων με το «δελτίο», κατάσταση που η χώρα έχει να ζήσει από την περίοδο της Κατοχής. «Η κατάσταση θα βελτιωθεί σύντομα καθώς θα τονώνεται η εγχώρια παραγωγή και θα μειώνεται το εξωτερικό έλλειμμα», καταλήγει ο κ. Λαπαβίτσας.

Ένοιωσα την ανάγκη να ασχοληθώ με τις απόψεις του, επειδή πιστεύω ακράδαντα πως το διακύβευμα της –από πολλές πλευρές- δύσκολης περιόδου που διάγουμε είναι η παραμονή μας ή όχι στο ευρώ. Είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους μας. Και γι΄ αυτό θα πρέπει να ξέρουμε τι μας επιφυλάσσουν οι «δραχμολάγνοι», είτε κίνητρό τους είναι το συμφέρον, είτε η –εξίσου επικίνδυνη- δογματική εμμονή σε αντιευρωπαϊκά ιδεολογήματα.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Και… Ρεχάγκελ να γίνει ο Σόιμπλε, το γκολ εμείς πρέπει να το βάλουμε

           Παραφράζοντας την παιγνιώδη και παροιμιώδη ρήση του Άγγλου ποδοσφαιριστή Γκάρι Λίνεκερ, σύμφωνα με την οποία «το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι στο οποίο 22 άνθρωποι κυνηγούν μια μπάλα και στο τέλος… κερδίζει η Γερμανία», στην τρέχουσα επικαιρότητα θα μπορούσε άνετα να ισχυριστεί κανείς ότι «η ευρωζώνη είναι μια νομισματική ένωση 17 χωρών που έγινε για… να κερδίζει η Γερμανία».
Το 2004, ωστόσο, που, από πολλές απόψεις, υπήρξε η χρονιά της εθνικής μας απογείωσης, η Ελλάδα… διέψευσε τον Λίνεκερ και βρέθηκε στην κορυφή της ποδοσφαιρικής Ευρώπης. Το μοναδικό αυτό επίτευγμα συνδέθηκε, τότε, από πολλούς με την παρουσία στον ελληνικό πάγκο ενός Γερμανού, του Όττο Ρεχάγκελ, ο οποίος με την πρωσική οργάνωση κατάφερε να αναδείξει το ταλέντο, να τιθασεύσει τον μεσογειακό ενθουσιασμό και να μετουσιώσει το πάθος των Ελλήνων παικτών για διάκριση σε νικηφόρο αποτέλεσμα.
Η υιοθέτηση του ευρώ και η συμμετοχή μας στην ευρωζώνη που, αναμφίβολα, συνέβαλαν τα μέγιστα στην οικονομική ανάπτυξη και στην –έστω δάνεια- ευημερία που γνώρισε η χώρα μας την προηγούμενη δεκαετία, με τη συνεχή άνοδο των πραγματικών εισοδημάτων της πλειονότητας του πληθυσμού, σήμερα μοιάζει να έχει μεταβληθεί σε ένα βρόχο στο λαιμό όλων μας που μας καθηλώνει και μας οδηγεί στην πιο βαθιά ύφεση που γνώρισε η ελληνική οικονομία σε ειρηνικές περιόδους.
Κακά τα ψέματα, όμως, δεν είναι το ευρώ που μας έφερε στην τωρινή δυσχερή θέση. Είναι, κυρίως, επειδή το «πάρτι» που ξεκίνησε μετά την εισαγωγή μας στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, συνεχίστηκε μετά το 2004, τη χρονιά ορόσημο που επιβαλλόταν να γίνουν οι διορθωτικές κινήσεις για να τιθασευτεί το δημόσιο χρέος που έχει επισωρευτεί από τους πολυδάπανους Ολυμπιακούς Αγώνες και να συγκρατηθούν τα ελλείμματα τόσο στη δημοσιονομική διαχείριση όσο, πολύ περισσότερο, στο εμπορικό ισοζύγιο της  χώρας, που επιδεινώνονταν χρόνο με το χρόνο. 
Δεν είμαι από εκείνους που θα ισχυριστούν ότι όλα τα δεινά που μας βρήκαν από το 2008 και ύστερα, είναι προϊόν μόνον της πολιτικής του «άσ΄ το γι΄ αργότερα» της καραμανλικής διακυβέρνησης. Τα προβλήματα στην ελληνική οικονομία έχουν βαθύτερες ρίζες και πιστεύω ότι η ιστορία, μαζί με τα πολλά θετικά που θα πιστώσει, θα επιμερίσει ευθύνες και στην προηγούμενη κατάσταση, για την ατολμία της να δώσει λύσεις σε προβλήματα όπως το ασφαλιστικό, ο υπερδανεισμός των ΔΕΚΟ, αλλά και για τη στόχευση της μισθολογικής σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη, από την οποία μας χώριζαν χάσματα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας.
Όλα αυτά, βεβαίως, επιδεινώθηκαν τη «μοιραία πενταετία 2004-2009» , για να δανειστώ τον τίτλο σχετικού βιβλίου του καθηγητή Γιάννη Βούλγαρη, που περιγράφει την «πολιτική της αδράνειας», η οποία, κατά τη δική μου προαίρεση, έφθασε μέχρι του σημείου να μετατρέψει σε κεντρικά προεκλογικά συνθήματα, αλλά, κυρίως, σε μετεκλογικές πολιτικές την κατάργηση του ΣΔΟΕ και του ΛΑΦΚΑ, τη μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων, την καθιέρωση της συνέντευξης για την πρόσληψη στο δημόσιο και τα «ρουσφέτια» των stage.
Όταν η εγχώρια διακυβέρνηση είχε αυτού του είδους τα προτάγματα, η γερμανική πολιτική τάξη εκμεταλλευόταν στο έπακρο τα θετικά του ευρώ και έπαιρνε έγκαιρα –ήδη από την εποχή που ήταν καγκελάριος ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος εφάρμοσε την περίφημη «Ατζέντα 2010», όπως έχει επισημανθεί και Πάλι από αυτή τη στήλη- μέτρα για την ανάταξη της δικής τους οικονομίας, με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας.
Τους καρπούς αυτών των μέτρων, αλλά κυρίως της έγκαιρης προετοιμασίας της για το μέλλον, απολαμβάνει σήμερα η Γερμανία, η οποία, εξ ου, ακόμη και σε αυτή την δύσκολη φάση που η ευρωζώνη κλυδωνίζεται, αποκομίζει οφέλη, αφού δανείζεται φθηνότερα, καθώς τα ομόλογα που εκδίδει το γερμανικό δημόσιο θεωρούνται τα πλέον ασφαλή, αποκτώντας, έτσι, πλεονέκτημα έναντι των εταίρων και ανταγωνιστών της.
Γι΄ αυτό και η ευρισκόμενη σε πολιτικά δύσκολη θέση καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, που πιέζεται από τους νεοφιλελεύθερους κυβερνητικούς συμμάχους της, αλλά και τον λαϊκίστικο γερμανικό Τύπο, την περασμένη Τετάρτη που τέθηκε προς συζήτηση στη γερμανική Βουλή το ζήτημα της νέας βοήθειας προς την Ελλάδα, δήλωσε πως «αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει η Ευρώπη».
Η Γερμανία, λοιπόν, που κατέχει την πολιτική και οικονομική πρωτοκαθεδρία της Ευρώπης –τη δεύτερη μπορεί να την αποκτήσει και τυπικά, αν, όπως λέγεται, αναλάβει στην αρχή του νέου χρόνου την προεδρία της ευρωζώνης ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε- ξέρει ότι η αποπομπή της Ελλάδας ή άλλης χώρας από την ευρωζώνη, εκτός του ότι δεν προβλέπεται θεσμικά, δεν συμφέρει πολιτικά  και δεν αποδίδει οικονομικά για την ίδια.
Αυτό, ωστόσο, δε σημαίνει ότι εμείς πρέπει να μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα, εφόσον θέλουμε να αποφύγουμε τον ρόλο του μόνιμου Ευρωπαίου «παρία», ρόλο που δεν λίγοι εκείνοι που, εντός και εκτός Ελλάδας, πιστεύουν ότι θα αποφύγουμε ενστερνιζόμενοι τις κατευθύνσεις της Μέρκελ και του Σόιμπλε με την ίδια ζέση που οι Έλληνες ποδοσφαιριστές ακολούθησαν  τις οδηγίες του Ρεχάγκελ το… μακρινό 2004.  Έτσι ή αλλιώς το γκολ εμείς πρέπει να το βάλουμε!

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.