Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτόν τον πλανήτη

                «Ξέρεις η Ελλάδα είναι μικρή χώρα, αλλά αρκετά μεγαλύτερη από την πλατεία που εσύ βλέπεις να επικρατεί πολεμική ατμόσφαιρα.», απάντησε, με το βρετανικό φλέγμα που τον χαρακτηρίζει, επισκέπτης της χώρας μας που δέχθηκε αγωνιώδες τηλεφώνημα από φίλο του στο εξωτερικό, την περασμένη Τετάρτη, όταν όλα τα ξένα ειδησεογραφικά τηλεοπτικά δίκτυα ήταν σε απευθείας σύνδεση με την Αθήνα και μετέδιδαν σκηνές από τη «φλεγόμενη» Πλατεία Συντάγματος.
   Παρακολουθώντας από επαγγελματική υποχρέωση σε καθημερινή βάση τα αναγραφόμενα και αναμεταδιδόμενα για τη χώρα μας στα διεθνή μέσα, δεν βρίσκω άλλη περίοδο της ιστορίας μας που να έχουμε βρεθεί, τόσο πολύ και για τόσο μεγάλη διάρκεια, στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Συνάδελφός μου που είχε εκπονήσει μελέτη για την παρουσία της Ελλάδας στα διεθνή μέσα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄80, μου εξηγούσε πόσο σπάνιες ήταν οι αναφορές που μπόρεσε να εντοπίσει, σε βαθμό που σου έδινε την εντύπωση ότι είμαστε για εκείνους από αδιάφοροι έως... ανύπαρκτοι.

   Το δυστύχημα, όμως, είναι ότι τώρα που έχουμε γίνει το επίκεντρο, η πλειονότητα των -ων ουκ έστιν αριθμός- δημοσιευμάτων που αναφέρονται στη χώρα μας, είναι, όπως εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς, αρνητικά και κάθε άλλο παρά τιμητικές είναι οι, σε αρκετές περιπτώσεις υπερβολικές και άδικες, αναφορές στη χώρα μας και στους πολίτες της.

   Σε πολλούς συμπατριώτες μας, αυτή η αρνητική δημοσιότητα ίσως να μη λέει και πολλά και γι΄ αυτό εμφανίζονται να αδιαφορούν για το πώς μας βλέπουν οι άλλοι. Καλυμμένοι πίσω από ιδεολογήματα του τύπου «είμαστε έθνος ανάδελφον» ή «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, αυτοί έτρωγαν βαλανίδια», αδυνατούν να αντιληφθούν τη σημασία που έχει η διεθνής εικόνα της χώρας για την εσωτερική μας ευημερία.

   Όποιος έχει στοιχειώδη αίσθηση της παγκόσμιας ιστορίας, εύκολα αντιλαμβάνεται ότι οι εξωστρεφείς χώρες ήταν εκείνες που, στο διάβα των αιώνων, άκμασαν και οικονομικά και πολιτισμικά. Από την ελληνική αρχαιότητα ως τις μέρες μας τα παραδείγματα που το καταδεικνύουν είναι πάμπολλα.

   Αντιθέτως, οι κλειστές και φοβικές κοινωνίες, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη γειτονική μας Αλβανία, το μόνο που πέτυχαν ήταν να συντηρούν την υπανάπτυξη και τη μιζέρια, που στην εποχή μας δεν μπορούν να γίνουν και δεν γίνονται ανεκτές, ιδίως σε μια χώρα που η μόνη «βαριά βιομηχανία» που διαθέτει ο τουρισμός.

   Όλα αυτά ισχύουν πολύ περισσότερο σήμερα που η παγκοσμιοποίηση, κυρίως στον τομέα της διακίνησης των πληροφοριών, έχει μετατρέψει τον πλανήτη, όπως λένε παραστατικά οι ειδικοί της επικοινωνίας, σε ένα «παγκόσμιο χωριό», στο οποίο σχεδόν τα πάντα μαθαίνονται και μαθαίνονται πολύ γρήγορα.

   Και όσο και αν μας κακοφαίνεται πολλές φορές από τις επανειλημμένες κακόβουλες αναφορές πουν συντηρούν στα μάτια των βόρειων εταίρων μας το στερεότυπο για τους «τεμπέληδες του νότου», ας έχουμε υπόψη μας ότι, τα περισσότερα τέτοια αρνητικά δημοσιεύματα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας στα ξένα μέσα ενημέρωσης, δεν είναι παρά αναδημοσιεύσεις από τον ελληνικό τύπο. 

   Πέρα από αυτό, όμως, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου μας να συμπεριφέρονται με απολύτως αντιφατικό τρόπο που δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από τους εταίρους μας στο εξωτερικό. Πάρτε για παράδειγμα την πρόσφατη ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου στη Βουλή των Ελλήνων και τη στάση που τήρησαν όχι μόνον οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες, αλλά και τα ελληνικά κόμματα.

   Από τους συντηρητικούς του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που πίεσαν ασφυκτικά τον Πρόεδρο της ΝΔ Αντώνη Σαμαρά να συναινέσει, ως τους Οικολόγους Πράσινους που η ηγεσία τους στις Βρυξέλλες χαιρέτισαν την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης, την ίδια ώρα που οι ομοϊδεάτες τους στην Αθήνα ζητούσαν την καταψήφιση του Προγράμματος, οι ευρωπαϊκές πολιτικές οικογένειες, στις οποίες ανήκουν οι εγχώριες πολιτικές δυνάμεις, προσέγγισαν το ζήτημα της οικονομικής «διάσωσης» της Ελλάδας με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εκείνον με τον οποίον τοποθετούνταν τα περισσότερα κόμματα της εσωτερικής αντιπολίτευσης.

   Εκείνο, λοιπόν, που νομίζω ότι χρειάζεται να αντιληφθούμε -πολιτική τάξη και πολίτες- είναι ότι δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτόν τον πλανήτη και η περιχαράκωση στην εθνική μας αυταρέσκεια, όχι μόνον δεν είναι αποδοτική, αλλά στο μόνο που οδηγεί είναι στην επιδείνωση της δυσμενούς θέσης στην οποία έχουμε βρεθεί.



  *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Για όσους «παίρνουν των ομματιών τους» ποιός θα κλάψει;

Το βράδυ της περασμένης Πέμπτης που ο Ευάγγελος Βενιζέλος προανήγγειλε τα νέα μέτρα του εφαρμοστικού νόμου του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (τι... ωραίος και εύηχος τίτλος αλήθεια!), μαζευτήκαμε για να αποχαιρετίσουμε τον Στέφανο. Την άλλη μέρα το πρωί θα έπαιρνε το αεροπλάνο για την Αμερική, από την οποία είχε επιστρέψει στην Ελλάδα -«για πάντα», όπως έλεγε τότε- πριν από 13 χρόνια.
Ευτυχώς εκείνο το «για πάντα» δεν το πήρε ο ίδιος τοις μετρητοίς και, έτσι, έχοντας κρατήσει το αμερικανικό διαβατήριο -παρότι πολλοί, όταν γύρισε, του λέγαμε «τι το θέλεις και το ανανεώνεις, είμαστε πια Ευρωπαίοι πολίτες και δεν θα σε χρειαστεί»-, τώρα που το οικονομικό αδιέξοδο δεν τον κρατούσε άλλο στην Ελλάδα, μπόρεσε και έφυγε, αναζητώντας, για δεύτερη φορά, τα προς το ζην στο Νέο Κόσμο, όπως θέλουν να κάνουν, αλλά δεν μπορούν, εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι άνεργοι συμπατριώτες μας.
Ακούγοντας το απόγευμα της Παρασκευής τους συναδέλφους μου στο γραφείο να «ολοφύρονται» για τη σκληρότητα των μέτρων που μόλις είχαν ανακοινωθεί από τον κ. Βενιζέλο, το μυαλό μου ταξίδεψε στο Κλήβελαντ, όπου εκείνη την ώρα θα έπρεπε να έφθανε ο Στέφανος για να πιάσει δουλειά από την επομένη, να μαζέψει όσα χρήματα καταφέρει μέσα στο καλοκαίρι, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν τα παιδιά του τις σπουδές τους.
Αναρωτιόμουν πως θα αντιδρούσε αν τους άκουγε να βρίζουν... Θεούς και δαίμονες επειδή θα πλήρωναν αυξημένη φορολογία για εισοδήματα που έχουν και περιουσία που κατέχουν, την ίδια ώρα που κάποιοι, όπως ο ίδιος, χρεωμένος ως το λαιμό και χωρίς δουλειά, «παίρνουν των ομματιών τους» και ταξιδεύουν χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι τους και την οικογένεια τους για να εξασφαλίσουν μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή επιβίωση.
Θα τους έλεγε, πιστεύω, ότι εκείνος, όπως και η πλειονότητα των άνεργων που καθημερινώς πληθαίνουν στον ιδιωτικό τομέα, προσπάθησε όλα τα προηγούμενα χρόνια, να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις. Παιδί υπερπολυμελούς οικογένειας, έφυγε από το χωριό του και ξεκίνησε να δουλεύει «μπακαλόγατος» από πολύ τρυφερή ηλικία.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, όταν το ελληνικό όνειρο για τους περισσότερους ήταν να «τρουπώσουν» στο δημόσιο, εκείνος, καθώς δεν είχε «μπάρμπα στην Κορώνη», προτίμησε να κυνηγήσει τη χίμαιρα του «αμερικάνικου ονείρου». Δεν του βγήκε, όμως, ίσως και γιατί το μυαλό ήταν «πίσω». Και έτσι, εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄90, που η Ελλάδα έμοιαζε να μπαίνει σε καινούργια ρότα, άφησε τις δύο δύσκολες δουλειές που είχε στη Νέα Υόρκη και επέστρεψε για να μεγαλώσει τα παιδιά του στην Ελλάδα.
Το πάλεψε επιστρέφοντας, αλλά οι καιροί είχαν αλλάξει. Ο αγροτικός τομέας, που επέλεξε να ασχοληθεί, είχε πλέον άλλες απαιτήσεις. Μόνον ως επιχείρηση μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά. Και για να δημιουργήσεις επιχείρηση -κακά τα ψέματα- θέλεις κεφάλαιο που εκείνος δεν είχε. Οι επιδοτήσεις, με τον τρόπο που δίνονται, λειτουργούν -με ευθύνη της Πολιτείας, αλλά και των ίδιων των αγροτών- ως κίνητρο για να πάψουν να παράγουν οι Έλληνες αγρότες και σιγά - σιγά να συρρικνωθεί η ελληνική γεωργοκτηνοτροφία, με αποτέλεσμα το τεράστιο έλλειμμα που αντιμετωπίζουμε (και) στον αγροτοδιατροφικό τομέα.
Κοιτούσα το εκκαθαριστικό που μου έστειλε αυτές τις μέρες η εφορία με την «καινοτομία» της αναγραφής στο έντυπο της κατανομής των φόρων που πληρώνουμε. Εκεί, όχι και τόσο έκπληκτος, «ανακάλυψα» ότι το μεγαλύτερο μέρος των φόρων που πληρώνουμε πηγαίνει για την κοινωνική ασφάλιση και τις συντάξεις, στις οποίες -παρότι όλοι, υποτίθεται, ότι πληρώνουμε τις εισφορές μας- αντιστοιχεί το 26% των φόρων, ποσοστό που είναι μεγαλύτερο και από τους τόκους του δημοσίου χρέους που φθάνει στο 20%.
Δεν υπάρχει χωριστή κατηγορία για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά είναι βέβαιο ότι θα είναι κάπου κοντά στο ποσοστό των συντάξεων, όταν για την αγροτική ανάπτυξη και το περιβάλλον μαζί, το ποσοστό μόλις που φθάνει το 2,5% και από αυτό, πιθανότατα, το μεγαλύτερο μέρος δίνεται για την πληρωμή των μισθών των εργαζομένων στους δύο αυτούς τομείς.
Συμπέρασμα; Όσο διαιωνίζεται αυτή η κατάσταση και οι λιγοστοί πόροι που, λόγω της τεράστιας φοροδιαφυγής, καταφέρνει να συγκεντρώσει το δημόσιο, κατανέμονται κατ΄ αυτόν τον τρόπο, οι συνεπείς φορολογούμενοι θα διαμαρτύρονται, αλλά την ίδια ώρα οι άνεργοι θα ζουν το δικό τους δράμα ή, όσοι μπορούν, όπως ο Στέφανος της ιστορίας μας, θα φεύγουν για το εξωτερικό. Και θα φεύγουν. άκλαφτοι.
Για να κλείσουμε, όμως, αισιόδοξα, σας λέω ότι ο Στέφανος μάς έδωσε ραντεβού για το Σεπτέμβριο που θα γυρίσει. Μακάρι ως τότε η χώρα να έχει αλλάξει προσανατολισμό και να μπορέσει να κρατήσει εδώ κι εκείνον και όλους τους δημιουργικούς ανθρώπους που θέλουν να μείνουν και να δουλέψουν. Τους έχει ανάγκη άλλωστε!

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Ζητούμενο η αποτελεσματικότητα

           Με καλούς οιωνούς-εσωτερικούς και διεθνείς- ξεκίνησε το νέο κυβερνητικό σχήμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι με την ψήφο εμπιστοσύνης που αναμένεται να λάβει απόψε από τη Βουλή θα αποκατασταθεί αυτομάτως και η αναγκαία εμπιστοσύνη από την κοινωνία, η οποία δικαίως παραμένει δύσπιστη και περιμένει η εξαγγελθείσα «επανεκκίνηση» να πάρει σάρκα και οστά, να γίνει, δηλαδή, πράξη.
Στο εσωτερικό πεδίο, θεωρώ προσωπικά πως η λύση που τελικώς δόθηκε, με το σχηματισμό κυβέρνησης από «το όλον ΠΑΣΟΚ», είναι προτιμητέα από κάθε άλλη εκδοχή που εξετάστηκε τις προηγούμενες ημέρες. Όπως, άλλωστε, θα θυμούνται οι τακτικοί αναγνώστες της στήλης, έχω και μεάλλες ευκαιρίες εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους έχω την εδραία την πεποίθηση ότι από τη σημερινή γενικευμένη κρίση μόνον η Πολιτική μπορεί να μας βγάλει.
Φυσικά και η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων είναι ευκταία και επιζητούμενη, πλην , όμως, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά «πανάκεια» για τα προβλήματα που έχουμε ως χώρα και ως κοινωνία, πολύ περισσότερο δε που, στην παρούσα συγκυρία, ένα ανομοιογενές κυβερνητικό συνονθύλευμα από στελέχη πολλών κομμάτων και τεχνοκράτες, ίσως να επέτεινε την κρίση, αντί να συμβάλει στη θεραπεία της.
Στις δημοκρατίες, έτσι κι αλλιώς, χρειάζεται να υπάρχουν διακριτοί ρόλοι ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση και  καθεμιά εξ αυτών κρίνεται για τον τρόπο που ασκεί το ρόλο της, δηλαδή από τις πράξεις και τις παραλήψεις της. Και μέσα από αυτήν την κρίση –τη λαϊκή ετυμηγορία, εν άλλοις λόγοις,- προκύπτουν οι (εν)αλλαγές τόσο στην κυβέρνηση, όσο και στις άλλες αιρετές θέσεις (δήμοι, περιφέρειες, κ.ο.κ.).
Ο νέος υπουργός Οικονομικών, για παράδειγμα, Ευάγγελος Βενιζέλος –που χρήστηκε και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης- διαθέτει, ως πολιτικό ον, περισσότερο από κάθε τεχνοκράτη οικονομολόγο, τα εχέγγυα για να δώσει νέα πνοή στη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία. Το μεγαλύτερο εχέγγυο στην περίπτωσή του θεωρώ ότι δεν είναι τόσο η αδιαμφισβήτητη ευφυΐα, που ούτως ή άλλως τον χαρακτηρίζει, όσο η φιλοδοξία του να ηγηθεί της παράταξης του και της χώρας.
Ο κ. Βενιζέλος αποδεικνύεται, πάντως, και «τυχερός», καθώς ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών σε μια εποχή που οι περισπασμοί από το Μεσοπρόθεσμο, βαίνουν προς την καταλλαγή, ενώ ο ευρωπαϊκός και  διεθνής παράγων φαίνεται να έχουν κατανοήσει ότι η ελληνική κρίση χρέους, πέρα από δικές μας εγγενείς αδυναμίες, έχει και άλλες πτυχές που συνιστούν απειλή για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.
Όσο και αν είναι βολικό για την αντιπολίτευση στη χώρα μας να λέει και να επιμένει ότι «απέτυχε η λάθος συνταγή» της κυβέρνησης, επειδή δεν επετεύχθησαν στο σύνολό τους οι στόχοι που είχαν τεθεί για τον περιορισμό του ελλείμματος, στην πραγματικότητα η αποτυχία δεν είναι κυβερνητική ή –για να είμαστε πιο δίκαιοι- δεν είναι μόνον κυβερνητική. Είναι και των εταίρων μας, οι οποίοι διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν ακόμη σοβαρό στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής.
Συνειδητοποιούν, πλέον, στις Βρυξέλλες, αλλά και στο Παρίσι και στο Βερολίνο ότι θα πρέπει να είναι πιο ανεκτικοί με την Ελλάδα και σε ό,τι αφορά το δεύτερο πακέτο στήριξης, αφού προοπτική να βγούμε στις αγορές σύντομα δεν υπάρχει, όπως και για την έγκαιρη εκταμίευση των κοινοτικών πόρων, χωρίς την προϋπόθεση της συμβολής της εθνικής συμμετοχής, ώστε να ξεκινήσουν τα «παγωμένα» δημόσια έργα που επιτείνουν το υφεσιακό κλίμα στην αγορά και εκτινάσσουν την ανεργία.
Ας μη γελιόμαστε, όμως. Χρειαζόμαστε τις ευρωπαϊκές «ανάσες», αλλά δεν μας αρκούν. Άμα δεν ξεκινήσουμε να αναπνέουμε μόνοι μας, δεν μας σώζει καμία βοήθεια και κανένας ευρωπαϊκός ή άλλος μηχανισμός στήριξης. Όσο δεν στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις, δεν πρόκειται να βγούμε από την κρίση που αντιμετωπίζουμε και η οποία δεν είναι μόνον κρίση δανεισμού, είναι και κρίση παραγωγικότητας και ευρύτερα παραγωγικού μοντέλου.
Το περίφημο, πλέον, Μεσοπρόθεσμου Πρόγραμμα που αποτελεί –πέρα από τις ανούσιες δαιμονολογίες- το «μπούσουλα» της ελληνικής οικονομίας μέχρι το 2015, θα ψηφιστεί, με τις όποιες βελτιώσεις χρειαστεί να γίνουν, κυρίως προς την κατεύθυνση της δικαιότερης κατανομής των βαρών, τις επόμενες ημέρες από τη Βουλή και θα λειτουργεί ως οδικός χάρτης στη δύσκολη αυτή τριετή πορεία.
Το κατά πόσο θα κρατήσει το όχημα της ελληνικής οικονομίας σταθερό σε αυτή την πορεία, θα αποτελέσει το μέτρο της επιτυχίας του νέου κυβερνητικού σχήματος και ειδικότερατου κ. Βενιζέλου, ο οποίος, ας μην τρέφει κανείς αυταπάτες, δεν θα κριθεί ούτε από την ευφυΐα του, ούτε από την φιλοδοξία, ούτε από την καλοτυχία του. Θα κριθεί κι εκείνος, όπως και όλη η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, από την αποτελεσματικότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής.

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

«Μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει η Πατρίδα για σένα...»

             Γνωστοί και φίλοι που ξέρουν την κοσμοθεωρία μου με ρωτούν αν συμμετέχω στις εκδηλώσεις των «Αγανακτισμένων» που με εμπορική λαγνεία προωθούν τα κατεστημένα μέσα ενημέρωσης. Όσοι δεν με γνωρίζουν καλά και έχουν, απλώς ακούσει, ότι συμμετείχα σε όλες τις κινητοποιήσεις κατά του μνημονίου, εκπλήσσονται αρχικώς με την αρνητική μου απάντηση στο ερώτημα αν πήγα στο Σύνταγμα.
 Οι καλοπροαίρετοι, ωστόσο, νομίζω ότι πείθονται από τα επιχειρήματά μου, ένα από τα οποία είναι ότι δεν θα μπορούσα να είμαι συμμέτοχος σε μια κινητοποίηση που εγκολπώθηκε από την πρώτη στιγμή ο «Άγιος» Καλαβρύτων, ο γνωστός Αμβρόσιος, που με εγκύκλιό του, η οποία είχε -παρακαλώ- δημοσιευτεί στο ΦΕΚ, έδινε οδηγίες στους ιερείς της Μητρόπολής του πως δεν θα αποδίδουν στο κράτος -που, κατά τα άλλα πληρώνει τους μισθούς τους- τους αναλογούντες φόρους από το «παγκάρι».
 Δεν συμμετέχω και δεν θα μπορούσα να συμμετάσχω σε εκδηλώσεις χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα ή με νεφελώδεις γενικότητες του τύπου «να φύγει η τρόικα και το μνημόνιο», όταν έχω εδραία πεποίθηση ότι οι πρωτοβουλίες αυτού του είδους δεν οδηγούν στην κοινωνική πρόοδο, αλλά, αντιθέτως, συμβάλλουν στη διατήρηση της σημερινής κατάστασης, αν δεν την επιδεινώνουν κιόλας.
 Όπως, πιστεύω, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών, έχω κι εγώ πολλούς λόγους για να αγανακτώ. Μόνον που, προφανώς, οι λόγοι αυτοί δεν είναι οι ίδιοι για τους οποίους εξεγείρονται οι «βολεμένοι» καλλιτέχνες, οι «καλοθρεμμένοι» ιερωμένοι και οι «επαγγελματίες» πολιτικοί που δηλώνουν αλληλέγγυοι με το -εισαγόμενο κι αυτό!- κίνημα των «Αγανακτισμένων».        
Αγανακτώ, για παράδειγμα, με την καφενόβια κριτική που διατυπώνεται από ανθρώπους που εξακολουθούν να ζουν στην εποχή του «δε βαριέσαι αδερφέ».
Αγανακτώ με τους κάθε λογής αποδεδειγμένους κλέφτες που φωνάζουν δυνατότερα από τους άλλους το «φέρτε πίσω τα κλεμμένα», αφήνοντας τους εαυτούς τους στο απυρόβλητο.
Αγανακτώ με κάθε είδους ανομία και, πολύ περισσότερο, με όσους δεν πληρώνουν τους φόρους τους και δεν ανταποκρίνονται στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις τους έναντι του κοινωνικού συνόλου.
Αγανακτώ με όσους δεν συνειδητοποιούν τους λόγους για τους οποίους φθάσαμε εδώ που φθάσαμε, συνειδητοποίηση που αποτελεί την εκ των ων ου άνευ προϋπόθεση για να αναζητήσουμε την διέξοδο.
Αγανακτώ με όσους δεν δείχνουν την παραμικρή διάθεση να ξεβολευτούν από «κεκτημένα» που δεν ανταποκρίνονται στην ατομική τους προσφορά και ευθύνη.
Αγανακτώ με όσους θεωρούν ότι για όλα όσα υφιστάμεθα εδώ και πάνω από ένα χρόνο φταίνε άλλοι, οι ξένοι που κακώς μας δάνειζαν και άρα εμείς τώρα δεν πρέπει να ξεπληρώσουμε τα δανεικά.
Αγανακτώ με τις θεωρίες συνωμοσίας που θέλουν να είναι «όλα στημένα», επειδή, έτσι, βολεύει τον εθνικό μας «αυτισμό» που δεν μας αφήνει να δούμε πως εξελίσσεται το παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Αγανακτώ με τους ολοφυρόμενους τηλεαστέρες που επιδίδονται σε «ιερεμιάδες» κατά των φορολογικών επιβαρύνσεων που επιβάλλονται και αδιαφορούν για το μείζον ζήτημα της ανεργίας.
Αγανακτώ με τους δήθεν πατριώτες που έτρεξαν να αποσύρουν τα λεφτά τους από τις τράπεζες και να στείλουν -όσοι μπόρεσαν- στο εξωτερικό.
Αγανακτώ με όσους στρέφονται συλλήβδην κατά της Βουλής και του συνόλου της πολιτικής, αγνοώντας ότι η λύση δεν μπορεί παρά να έρθει από εκεί και από πουθενά αλλού.
Αγανακτώ με τους επίορκους δημόσιους λειτουργούς, τους αργόμισθους και τους φυγόπονους, αλλά και με όσους τους καλύπτουν, εξασφαλίζοντας τους ατιμωρησία.
Αγανακτώ με τους πολιτικούς της απραξίας και της αδράνειας που επιδίδονται σε σχολιασμό της κατάστασης και χαϊδεύουν αυτιά για ψηφοθηρικούς λόγους.
Για όλα αυτά -και ακόμη περισσότερα που δε χωράει η στήλη να τα απαριθμήσω- θα μπορούσα να κατασκηνώσω κι εγώ στο Σύνταγμα και παρέα με τον κ. Αμβρόσιο -το λάβαρο της Αγίας Λαύρας, αλήθεια, πως δεν το επιστράτευσε, όπως τότε με τις ταυτότητες;-, τον Κωνσταντίνο Γλύξμπουργκ -που είναι κι αυτός «Αγανακτισμένος», επειδή ίσως του τελειώνουν τα δισ. που του πληρώσαμε προ ολίγων ετών για το Τατόι-, τον Αλέξη Τσίπρα και όποιον άλλο.
Με μια επιπλέον προϋπόθεση: να καλέσουμε όλους τους Έλληνες να ενστερνιστούν τη ρήση του Αμερικανού Προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι «μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει για σένα η Πατρίδα, ρώτα τι μπορείς εσύ να κάνεις για την Πατρίδα». 

*Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Πωλείται η «Δωδώνη»; Να κλείσει το λιμάνι!

 Την... τιμητική του είχε το λιμάνι της Ηγουμενίτσας στην τελευταία συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Ηπείρου. Μόνο που, παρόλο που συνδεόταν με ένα από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, τις βραχυχρόνιες δράσεις για την τουριστική ανάπτυξη της Περιφέρειας μας, που εισηγήθηκε ο αντιπεριφερειάρχης Πρέβεζας Στράτος Ιωάννου, χωρίς την παραμικρή αναφορά στην πολλά αναμενόμενη κρουαζιέρα,  το λιμάνι της πρωτεύουσας της Θεσπρωτίας δυσφημίστηκε με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο από τον ίδιο τον περιφερειάρχη.
 Ο κ. Αλ. Καχριμάνης, αφού μας περιέγραψε πόσο καλά πέρασε την εβδομάδα της Διακαινησίμου, στην κρουαζιέρα του στις Δαλματικές ακτές, από τις οποίες επέστρεψε στη χώρα, μέσω Αλβανίας, ένοιωσε την ανάγκη να πει πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα στην Ηγουμενίτσα με τους μετανάστες, αποφεύγοντας, βεβαίως, να προσθέσει ότι η κατάσταση τελευταία βελτιώνεται, όπως διαπιστώθηκε και κατά την (καθυστερημένη, είν΄ αλήθεια) επιτόπια επίσκεψη του υπουργού Προστασίας του Πολίτη κ. Χρ. Παπουτσή.
 Και σα μην έφθανε αυτό, λίγο αργότερα που στο Συμβούλιο τέθηκε το ζήτημα της «Δωδώνης», ορισμένοι «επαγγελματίες» επαναστάτες από το ακροατήριο, που τους δόθηκε, όπως προβλέπει ο «Καλλικράτης», ο  λόγος για να εκθέσουν τις απόψεις τους επί του συζητούμενου θέματος, εκτόξευσαν απειλές για επ΄ αόριστον κλείσιμο του λιμανιού της Ηγουμενίτσας, εφόσον προχωρήσει η Αγροτική Τράπεζα σε διαγωνισμό για τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας της γαλακτοβιομηχανίας.
 Ναι, όσο και αν ακούγεται απίστευτο, διατυπώθηκαν και τέτοιες προτάσεις, προερχόμενες, μάλιστα, από υποτιθέμενους εκπροσώπους του κτηνοτροφικού κόσμου, ο οποίος είναι βέβαιο ότι, αν εκπροσωπούνταν αυθεντικά, δεν επρόκειτο να συμφωνούσε με τέτοιες ενέργειες, όχι τόσο γιατί είναι ακραία αντικοινωνικές, αφού θα βλάψουν άλλους επαγγελματίες που δεν έχουν καμία ευθύνη για τις αποφάσεις της Αγροτικής Τράπεζας ή, αν θέλετε, και της κυβέρνησης, όσο επειδή τέτοιες πρωτοβουλίες δεν οδηγούν πουθενά και δεν λύνουν το πρόβλημα.
 Εκτός και αν αυτός είναι ο στόχος όχι μόνον των «επαγγελματιών επαναστατών» που θέλουν το κλείσιμο του λιμανιού για να... ανέβει η επαναστατικότητα των μαζών, αλλά και άλλων, από τους οποίους θα περίμενε κανείς περισσότερη υπευθυνότητα και λιγότερο αντικυβερνητικό «συνδικαλισμό», αλλά φεύ!
 Όποιος είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη συζήτηση ή -ακόμη και- να ανατρέξει στα πρακτικά της συνεδρίασης του Συμβουλίου, την περασμένη Τετάρτη, εύκολα θα διαπίστωνε ότι για ένα τόσο σοβαρό θέμα, η Περιφέρεια Ηπείρου δεν είναι εις θέσιν να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη πρόταση για το δέον γενέσθαι με την ειλημμένη απόφαση της Αγροτικής να παραχωρήσει τη «Δωδώνη» για να σωθεί η ίδια η Τράπεζα.
 Έτσι, αφού απέτυχε η λαϊκίστικη απόπειρα της συλλογής -αν είναι δυνατόν!- υπογραφών, ο ίδιος ο περιφερειάρχης, εισηγούμενος το θέμα στο Συμβούλιο, επιφυλάχθηκε αρχικά να κάνει την πρόταση του, περιοριζόμενος σε γενικόλογες διαπιστώσεις που θύμιζαν τη γνωστή ρήση «πιασ΄ τ΄ αβγό και κούρευ΄ το». Για να προτείνει, εν τέλει, τη συγκρότηση επιτροπής φορέων που θα ζητήσει συνάντηση με τον πρωθυπουργό για να διαπιστωθεί η πολιτική βούληση να τηρηθεί η δέσμευση που έδωσε ο κ. Γ. Παπανδρέου τον περασμένο Νοέμβριο ότι η «Δωδώνη» θα παραμείνει σε ηπειρωτικά χέρια.
 Εύλογα ρωτήσαμε τι θα απαντούσαμε στον πρωθυπουργό αν ζητούσε τη δική μας αντιπρόταση και, ως μείζων αντιπολίτευση, διατυπώσαμε τη δική μας θέση που είναι να εμπλακεί στην υπόθεση η Περιφέρεια Ηπείρου στην υπόθεση πώλησης της βιομηχανίας, συμβάλλοντας με κάθε μέσο στο να διατηρηθεί ο συνεταιριστικός και κοινωνικός χαρακτήρας της «Δωδώνης».
 Από αυτήν εδώ τη στήλη, άλλωστε, είχε παρουσιαστεί ήδη από τον περασμένο χρόνο (βλέπε «Θεσπρωτική», 21.12.2010, άρθρο με τίτλο: «Η Δωδώνη και το... αβγό του Κολόμβου») η σχετική πρόταση  που βασίζεται στο άρθρο 194 του νόμου 3852/10 («Καλλικράτης») και την οποία είχαμε επεξεργαστεί πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές.
   Προβλέπεται εκεί, όπως σημειώναμε τότε, η δυνατότητα των περιφερειών «να συνιστούν μία επιχείρηση, η οποία έχει τη μορφή της αναπτυξιακής ανώνυμης εταιρίας» και «λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας», έχοντας ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την «προώθηση της επιχειρηματικής, οικονομικής και γενικότερα βιώσιμης ανάπτυξης της περιφέρειας».
   Ορίζεται, επιπλέον, ότι «στο μετοχικό κεφάλαιο συμμετέχουν περιφέρειες και δήμοι ή και άλλοι φορείς Τοπικής Αυτοδιοίκησης», ενώ «είναι δυνατή η συμμετοχή και φορέων του δημόσιου τομέα, συνεταιρισμών και ενώσεων αυτών, επιστημονικών φορέων, επιμελητηρίων, φορέων συλλογικών κοινωνικών ή οικονομικών συμφερόντων, καθώς και τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων».
   Η πλειοψηφία του Περιφερειακού Συμβουλίου δεν δείχνει να συγκινείται με κάτι τέτοια. «Τζόγος» να γίνεται. Και άμα βγει η «Δωδώνη» στο... σφυρί -που θα βγει, γιατί ποιος ξεχνάει ότι πρόσφατα στο Προεδρικό Μέγαρο οι αρχηγοί των δύο μεγάλων κομμάτων στο μόνο που συμφώνησαν ήταν οι αποκραρικοποιήσεις;- κλείνουμε το λιμάνι της Ηγουμενίτσας και παριστάνουμε και τους σκληρούς. αντιμνημονιακούς ή αλλιώς τους τζάμπα μάγκες!

   *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.
(Δημοσιεύτηκε στη "Θεσπρωτική" στις 7.6.2011)

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Στην αυλή του γείτονα!

          Διίστανται οι απόψεις για το αν έπρεπε ή όχι η Ελληνίδα Επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, ειρήσθω εν παρόδω, εμπειρότατη πολιτικός Μαρία Δαμανάκη να προβεί στη δραματική επισήμανση ότι το καταστροφικό σενάριο της εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη βρίσκεται στο τραπέζι. Οι επικριτές της, κάνοντας κυρίως δίκη προθέσεων, της καταμαρτύρησαν ότι μίλησε από τη βολή της εξασφάλισης που της παρέχει το καλοπληρωμένο αξίωμα που κατέχει, ενώ άλλοι υποστήριξαν ότι λειτούργησε ως προπομπός -”λαγός”, κατά το κοινώς λεγόμενο- της κυβέρνησης.
          Δυστυχώς, όμως, στην ουσία των λεγομένων της λίγοι στάθηκαν. Όπως λίγοι είχαν στα σταθεί στις αντίστοιχες προειδοποιήσεις που είχε απευθύνει, το Δεκέμβριο του 2008, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης που είχε μιλήσει από το επίσημο βήμα της Βουλής για το σενάριο της υπαγωγής της Ελλάδας στο -άγνωστο τότε στο ευρύ κοινό- Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
          Το ΔΝΤ είναι πλέον εδώ, αλλά, δυστυχώς, εδώ είναι και η αμεριμνησία με την οποία πολιτικό σύστημα, όπως και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, τοποθετούνται απέναντι στα μεγάλα προβλήματα που μας ταλανίζουν, είτε πρόκειται για τα ακραιφνώς οικονομικά, είτε αφορούν άλλα κοινωνικά ζητήματα. Από πού να ξεκινήσει και που να τελειώσει κανείς;
          Ας πάρουμε για παράδειγμα το θέμα των σκουπιδιών και την πολύμηνη περιπέτεια της Κερατέας. Τοπικοί παράγοντες, εν εξάλλω, ιερωμένοι μεσολαβητές και άβουλες πολιτικές ηγεσίες κατάφεραν να σταματήσουν τις εργασίες για τη δημιουργία ΧΥΤΥ και μαζί προφανώς θα σταματήσει και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Που θα πάνε τα σκουπίδια της Αττικής; Προφανώς στην αυλή του γείτονα.
          Αντίστοιχη κατάσταση στο άλλο μεγάλο κοινωνικό θέμα με τους μετανάστες. Μετά την εύκολη λύση με το κλείσιμο του λιμανιού της Ηγουμενίτσας (που καταφέραμε να στείλουμε παντού το λάθος μήνυμα ότι η πόλη είναι υπό κλοιό), τώρα που ήρθε η ώρα να λειτουργήσει ο νόμος για τα κέντρα υποδοχής και ασύλου, άρχισαν οι παραλυτικοί μαξιμαλισμοί.
Κανείς τοπάρχης δεν δείχνει διατεθειμένος να συμβάλει στην εξεύρεση λύσης. Ο δήμαρχος Ζίτσας ξεσηκώθηκε μόλις έγινε γνωστό ότι υπήρχε πιθανότητα να λειτουργήσει το παλαιό στρατόπεδο της Βροσίνας. Η περιφέρεια Ηπείρου, όπως και στα περισσότερα από τα μεγάλα ζητήματα του τόπου μας, σφυρίζει αδιάφορα, υποστηρίζοντας, γενικώς και αορίστως, να μη λειτουργήσει στη δική μας περιφέρεια.
Στην ίδια ρότα και η περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, που, λόγω του λιμανιού της Πάτρας, αντιμετωπίζει επίσης τη μεγάλη πίεση των transit μεταναστών που δίνουν μάχη για μια θέση στα πλοία της φυγής προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Η πλειοψηφία του εκεί Περιφερειακού Συμβούλιου απέρριψε την πρόταση να δημιουργηθεί κέντρο υποδοχής σε παλαιό στρατόπεδο στο Στάνο Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο είναι στο μέσον της διαδρομής Πάτρα – Ηγουμενίτσα και άρα μπορεί να φιλοξενήσει μετανάστες και από τους συνωστιζόμενους στα δύο λιμάνια.
Διάβασα ότι αντιπροτάθηκε οι συλλαμβανόμενοι μετανάστες να πάνε στην κεντρική Ελλάδα και ειδικότερα στη Θεσσαλία, έτσι ώστε να μην υπάρχει εύκολη πρόσβαση προς τις πύλες εξόδου της χώρας. Ποιος, όμως, μας εγγυάται ότι οι γείτονες θα δεχθούν στην αυλή τους το πρόβλημα και δεν θα ξεσηκωθούν και εκείνοι με τη σειρά τους; Φυσικά κανείς, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η σημερινή κατάσταση.
Γράφοντας όλα αυτά, μου έρχεται κατά νου η μεγάλη πανθεσπρωτική και πρωτοπόρα για την εποχή της κινητοποίηση του τέλους της δεκαετίας του ΄80 για την προστασία του ποταμού Καλαμά από την ανεξέλεγκτη ρύπανσή του από τα λύματα της πόλης των Ιωαννίνων.
Ορισμένοι νουνεχείς είχαν τότε προτείνει ο έλεγχος της ποιότητας των υδάτων που διοχετεύονταν από το βιολογικό καθορισμό στο ποτάμι μας να περάσει στην ευθύνη των θεσπρωτικών αρχών. Η πρόταση προσέκρουσε στην πεισματική άρνηση της δική μας πλευράς και είκοσι και πλέον χρόνια μετά το αποτέλεσμα είναι γνωστό σε όλους μας: οι γείτονες μας Γιαννιώτες δεν έχασαν την ευκαιρία να φορτώσουν το πρόβλημα στη δική μας αυλή.
Στο εύλογο ερώτημα «τι σχέση έχουν όλα αυτά με την οικονομική κρίση;», η απάντηση είναι πολύ απλή: όσο διακατεχόμαστε από τέτοιες νοοτροπίες, δεν ανασκουμπωνόμαστε και συνεχίζουμε αμέριμνοι, μεταθέτοντας το δικό μας πρόβλημα στους γείτονες (τους ευρωπαίους εταίρους μας, εν προκειμένω), η κρίση δεν πρόκειται να ξεπεραστεί.

            *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.
(Δημοσιεύτηκε στη "Θεσπρωτική" στις 51.5.2011)

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Από το "δόξα τω Θεώ" στο "βοήθα Παναγιά μου"

         Μια ακόμα κρίσιμη εβδομάδα ξεκίνησε χθες και ήρθε να προστεθεί στο αργό και βασανιστικό γαϊτανάκι, στο οποίο έχουμε μπει εδώ και περισσότερο από ενάμισι χρόνο, με τις αγωνιώδεις προσπάθειες να αποτραπεί η οριστική χρεοκοπία της Ελλάδας, η οποία, αναμφίβολα, θα πλήξει βαρύτερα τα πλέον αδύνατα στρώματα της κοινωνίας μας: τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους και, εν γένει, τους μη έχοντες και κατέχοντες.
          Εκεί που πάει να φανεί ότι το μακρόσυρτο "μαρτύριο της σταγόνας", στο οποίο υποβαλλόμαστε, βαίνει προς το τέλος του και ετοιμαζόμαστε να πούμε το "δόξα τω Θεώ", οι εξελίξεις ανατρέπουν τα δεδομένα και ξαναγυρίζουμε στο μοιρολατρικό "βοήθα Παναγιά μου", αφού η περίφημη "επανεκκίνηση", για την οποία, πλέον, μιλούν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, καθυστερεί να έρθει.
          Ο κόμπος, όμως, έχει φθάσει πια στο χτένι και η παρατεταμένη αβεβαιότητα είναι ανάγκη να τελειώσει. Και να τελειώσει το γρηγορότερο δυνατόν. Γιατί, όσο συνεχίζεται, η βλάβη που προκαλείται στην οικονομία και, κατ΄ επέκταση, στην κοινωνία, η οποία δέχεται απανωτά πλήγματα, με πρώτιστο την ολοένα αυξανόμενη ανεργία, είναι μεγαλύτερη και από τα ενδεχομένως νέα σκληρά μέτρα που είναι ανάγκη να ληφθούν.
         Μια εύκολη καταφυγή πολλών συμπατριωτών μας -απλών ανθρώπων, αλλά και πολιτικών ταγών- είναι ότι για το συνεχιζόμενο... χάλι μας και, πιο συγκεκριμένα, για την παρατεταμένη αγωνία που βιώνουμε, "φταίνε οι ξένοι" και κυρίως οι ευρωπαίοι εταίροι μας, που δεν δείχνουν την απαραίτητη αλληλεγγύη για να ξεφύγουμε από τη δυσχερέστατη θέση, στην οποία έχουμε βρεθεί.
         Πόσο βάσιμος, όμως, μπορεί να είναι ένας τέτοιος ισχυρισμός, όταν μετά από τόσα και τόσα μέτρα, όπως οι οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων και οι αυξήσεις των έμμεσων φόρων, δεν έχουμε καταφέρει ακόμη όχι να δημιουργήσουμε πλεονάσματα για να ξεπληρώσουμε τα παλαιά συσσωρευμένα χρέη, αλλά δεν μπορούμε ούτε καν να καλύψουμε τα τρέχοντα έξοδα μας, χωρίς επιπλέον δανεικά;
         Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ακόμη και αν κηρύσσαμε στάση πληρωμών προς τους δανειστές μας και παίρναμε εμείς ή οι άλλοι την -άφρονα, δίχως αμφιβολία- απόφαση να εγκαταλείψουμε το ευρώ και να επιστρέψουμε στη δραχμή, την επόμενη μέρα, αλλά και πάμπολλες μέρες μετά, στο δημόσιο ταμείο δεν θα υπήρχαν κανενός είδους χρήματα για να πληρωθούν μισθοί και συντάξεις, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη λειτουργία των σχολείων, των νοσοκομείων, της αστυνομίας, της δικαιοσύνης και τόσων άλλων λειτουργιών του κράτους.
         Ταυτοχρόνως, οι ανάγκες μας για εισαγωγές είναι πιθανό ότι θα εξακολουθούσαν να είναι μεγαλύτερες από την αξία των προϊόντων που εξάγουμε, συμπεριλαμβανομένων και των εισπράξεων από το τουριστικό συνάλλαγμα.
         Όσο, λοιπόν, δεν περιορίζεται η ανάγκη μας για νέα δανεικά, δεν μας αρκεί καμία στάση πληρωμών. Ο μόνος τρόπος για να υπερβούμε τη δυσχερή θέση είναι να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις και να αποφασίσουμε να κάνουμε επιτέλους όσα αναβάλλουμε διαρκώς να κάνουμε.
         Έχει ειπωθεί πολλές φορές και από πολλές πλευρές ότι βρισκόμαστε σε συνθήκες πολέμου, αλλά η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύεται να δει κανείς γύρω μας αρκετούς πολεμιστές, είτε πρόκειται για την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα, είτε για το ευρύτερο κοινωνικό σώμα που εκφράζεται με πολλές ιδιότητες, όπως του δημοσίου υπαλλήλου, του φορολογουμένου, του επιχειρηματία.
         Όπως και να έχει, πάντως, η κυβέρνηση είναι αυτή την περίοδο, περισσότερο από ποτέ, προ των ευθυνών της. Έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στη Βουλή ένα ολοκληρωμένο –αλλά, προ πάντων, τελικό!- σχέδιο για την οριστική έξοδο από την κρίση. Να συζητήσει, βεβαίως, με την αντιπολίτευση και να αποδεχτεί όποια θετική πρόταση διατυπωθεί από την πλευρά της. Η -πολυσυζητημένη, τελευταία- συναίνεση της αντιπολίτευσης είναι ζητούμενο και, αν δοθεί, θα είναι καλοδεχούμενη. Θα εκτιμηθεί, όπως και το αντίθετό της, από τον ελληνικό λαό. Η συναίνεση, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί προαπαιτούμενο, όπως θέλουν διάφοροι εγχώριοι αλλά και ευρωπαϊκοί κύκλοι που με ιταμό τρόπο παρεμβαίνουν απροκάλυπτα στην εσωτερική πολιτική σκηνή της χώρας.
         Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι είτε δεν διαθέτει τις -πολιτικές- δυνάμεις να τα βγάλει πέρα, είτε ότι υπονομεύεται η προσπάθεια της, η λύση που έχει ενώπιόν της είναι μία και ξεκάθαρη: προσφυγή στο λαό, με αίτημα την έγκριση ή την απόρριψη του σχεδίου της για τη διάσωση της χώρας.
       
                *Ο Γρηγόρης Τζιοβάρας είναι δημοσιογράφος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσπρωτίας στο νέο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου. Η αρθρογραφία του (ανα)δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα: http://topikakaiatopa.blogspot.com/.
(Δημοσιεύτηκε στη "Θεσπρωτική" στις 24.5.2011)