Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

«Τρώνε, πίνουν και την Άρτα φοβερίζουν…»




            Δεν ξέρω αν ευθύνεται ο σχετικά άκοπος τρόπος με τον οποίο ήρθαν στην εξουσία ή η άνεση την οποία νοιώθουν επειδή οι πολίτες τούς επιβράβευσαν, παρόλο που αθέτησαν ήδη από την πρώτη κυβερνητική περίοδο σχεδόν το σύνολο όσων είχαν υποσχεθεί, αλλά μου δημιουργείται η εντύπωση ότι ο αλαζονικός τρόπος με τον οποίο επιχειρούν να κυβερνήσουν ο Αλέξης Τσίπρας και η παρέα του δεν έχει το προηγούμενο του όχι μόνον στα εγχώρια αλλά ενδεχομένως και στα ευρωπαϊκά χρονικά.
            Δεν εξηγείται διαφορετικά η ακραία μορφή που φαίνεται να προσλαμβάνει η υποτίμηση της νοημοσύνης των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται οι κυβερνώντες με τη διαρκή διαστροφή γεγονότων και την εξύφανση απίθανων σεναρίων συνωμοσιολογίας που δεν υπακούουν στην κοινή λογική.
            Είναι χαρακτηριστικό ότι, την ίδια ώρα που υποχωρούν ταπεινωτικά σε όλες τις απαιτήσεις των δανειστών για να διατηρήσουν τις καρέκλες τους, σαλπίζουν ιαχές… νίκης που είναι εκτός τόπου και χρόνου. Οι γελοίοι ισχυρισμοί του απίθανου υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου ότι η «κυβέρνηση είναι θύμα της επιτυχίας της (!)», δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα της πρόκλησης απέναντι σε κάθε άνθρωπο που έχει σώας τα φρένας.
            Σε κυβερνητική ανακοίνωση, άλλωστε, της ίδιας μέρας αναφορικά με τη συνεδρίαση του Eurogroup εξαπολυόταν επίθεση σε όσους, λέει, προεξοφλούσαν ότι δεν θα γινόταν δεκτές οι ελληνικές θέσεις για τον βαθμό εφαρμογής των μνημονιακών προαπαιτουμένων. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν είχε αμφισβητήσει τη μηνημονιακή προσήλωση της κυβέρνησης και ο «εχθρός» που είχαν ανακαλύψει οι επικοινωνιακοί ινστρούχτορες του Μεγάρου Μαξίμου δεν ήταν παρά «εικονικός», αφού ακόμη και ο «συνήθης ύποπτος» Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν, αυτή τη φορά, αρκετά καλός και επιβραβευτικός προς  τον υπάκουο Ευκλείδη.  
            Εκεί, όμως, που οι κυβερνητικοί μηχανισμοί διαστρέβλωσης της πραγματικότητας έδωσαν τα ρέστα τους στην προσβολή της κοινής λογικής και στην κατασκευή εικονικών εχθρών ήταν με την υπόθεση των βαρύτατων καταγγελιών του πρώην υπουργού Γιάννη Πανούση για τους πολυπλόκαμους παρακρατικούς μηχανισμούς που ενεργοποιήθηκαν σχεδόν από την πρώτη μέρα που ανέλαβαν τη διακυβέρνηση οι σημερινοί κυβερνώντες.
            Οι ιταμές επιθέσεις κατά του Γιάννη Πανούση με στόχο να απονομιμοποιήσουν στα μάτια της κοινής γνώμης την επιτακτική ανάγκη να ριφθεί φως στην σκοτεινή υπόθεση που αναδείχθηκε από τις αποκαλύψεις του πρώην υπουργού, αποτελούν την αδιάψευστη μαρτυρία για τον πανικό που προκάλεσαν στο Μαξίμου τα όσα -λίγα, όπως φαίνεται- ήρθαν στη δημοσιότητα, καθώς η ιστορία έχει μεγαλύτερο βάθος και, επί παραδείγματι, η οικονομική της διάσταση –οι «μίζες» για τις οποίες μίλησε ο πρώην υπουργός- είναι ακόμη στο πλήρες σκοτάδι.
Η σπουδή, εξάλλου, των δύο υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης να τρέξουν στον Άρειο Πάγο, όχι για να, όπως θα περίμενε κανείς από αυτοαποκαλούμενους «προοδευτικούς» πολιτικούς, ζητήσουν πλήρη διαλεύκανση των καταγγελλομένων, αλλά εντεταλμένοι για να επιβάλουν συσκότιση με το απίστευτο ακόμη και για –έστω κατ’ όνομα - «αριστερούς» επιχείρημα της, δήθεν, «προστασίας της εθνικής ασφάλειας», συνιστά ίσως την τρανότερη απόδειξη ότι έχουμε μπλέξει με αδίστακτους πολιτικούς τυχοδιώκτες που δεν ορρωδούν προ ουδενός.
Καταφεύγουν με απίστευτη ευκολία σε αυταπόδεικτα ψέματα και είναι τόσο παθιασμένοι με την υπεράσπιση των εξουσιαστικών λαφύρων τα οποία φαίνεται να απολαμβάνουν που σε κάθε ευκαιρία και προς κάθε κατεύθυνση στέλνουν το μήνυμα ότι είναι αποφασισμένοι να καθυποτάξουν στις ανομολόγητες ορέξεις τους κάθε θεσμό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και να πλήξουν ηθικά κάθε πρόσωπο το οποίο μπορεί να αισθανθούν ότι στέκεται εμπόδιο στις κάθε είδους -εθνικολαϊκιστικές και συνάμα «πελατειακές»- επιδιώξεις τους.  
Αν συνδυάσει κανείς όλα αυτά με τις ανήκουστες και ανατριχιαστικές απειλές που εκστόμισε η κυβερνητική εκπρόσωπος επειδή, λέει, ένα κανάλι, το Mega, δεν ενέδωσε στην απαίτησή της να βγει στον αέρα, όταν εκείνη αποφάσισε ότι έπρεπε να σχολιάσει όσα είχαν μεταδοθεί στο δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού, συμπληρώνεται, νομίζω, το παζλ της ολοκληρωτικής νοοτροπίας που χαρακτηρίζει τους νεόκοπους εξουσιαστές που νομίζουν ότι η εξουσία την οποία μάλλον ανεπάντεχα απέκτησαν τους ανήκει απόλυτα και ει9ς τους αιώνας των αιώνων. 
Γι΄ αυτό και προφανώς συμπεριφέρονται όπως οι πολυτραγουδισμένοι Κλέφτες από το πολύ γνωστό δημώδες άσμα το οποίο έλεγε πως «τρώνε, πίνουν και την Άρτα φοβερίζουν…». Για πόσο άραγε;  Άγνωστο. Αν και ο Αβραάμ Λίνκολν έλεγε γι΄ αυτές τις περιπτώσεις το εξής: «μπορείς να ξεγελάς συνεχώς κάποιους, μπορεί κάποιες στιγμές να τους ξεγελάς όλους, δεν μπορείς, όμως, να τους ξεγελάς όλους για πάντα».

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

«Προγηρία» ή «Κάτι κουρασμένα παλληκάρια»…



Από μια πρώτη άποψη φαίνεται αδιανόητο, αλλά αυτή η κυβέρνηση είναι δεν είναι παρά μόλις 45 μέρες στην εξουσία. Δεν έχει καν συμπληρωθεί ενάμισι μήνας από τη στιγμή που πήγαμε (όσοι πήγαμε…) στις κάλπες της 20ής Σεπτεμβρίου και επιλέξαμε εκείνους που θέλαμε να μας κυβερνούν.
Οι καθημερινές  αρρυθμίες, ωστόσο, των οποίων γινόμαστε όλοι μάρτυρες, όπως και ο εντελώς ανορθόδοξος σε νέους και ορεξάτους τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται οι κυβερνώντες, παραπέμπουν σε μια κυβέρνηση που βρίσκεται πάρα πολύ χρόνο στην εξουσία και έχει υποστεί φθορά από την άσκησή της.
Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι στις 20 Σεπτεμβρίου δεν μηδενίστηκε το κοντέρ, αλλά ο χρόνος μετράει από τις 25 Ιανουαρίου και πάλι η εικόνα της κυβέρνησης σε τίποτε δεν θυμίζει ότι στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια πολύ νέα κυβέρνηση που ήρθε για να μείνει στα πράγματα.
Παρά τις… «τσαβικού» τύπου εθνολαϊκίστικες πρωτοβουλίες που σε σχεδόν όλα τα επίπεδα αναλαμβάνονται –ψευτοταξική ρητορεία, καταγγελιομανία περί διαπλοκής και διαφθοράς, δαιμονοποίηση αντιπάλων, κατασκευή εσωτερικών εχθρών, διορισμοί ημετέρων και διανομή κάθε είδους εξουσίας σε αρεστούς, απόπειρες καθυπόταξης ανεξάρτητων θεσμών και διαβολής ανεξάρτητων προσωπικοτήτων-, ο ενθουσιασμός που μέχρι την 12η Ιουλίου -και μάλλον σωστότερα την 14η Αυγούστου που ψηφίστηκε το τρίτο Μνημόνιο- συνέγειρε τις μάζες των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ που είχαν πιστέψει στα θαύματα που τους είχαν υποσχεθεί, δείχνει πλέον να έχει ξεφτίσει.
Που είναι, αλήθεια, εκείνες οι μοναδικά πρωτότυπες και τόσο παράδοξες διαδηλώσεις των οπαδών της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ στο Σύνταγμα που τις ονόμαζαν «ανάσες αξιοπρέπειας» (!) και στις οποίες αποθεωνόταν ο Γιάνης Βαρουφάκης; Θα είχε τεράστια κοινωνιολογική αξία μια πανεπιστημιακή έδρα να εύρισκε και να μελετούσε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα όσων συμμετείχαν σε εκείνα τα συλλαλητήρια και στο μεγάλο συλλαλητήριο – ξέσπασμα που οργανώθηκε τις παραμονές του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου για να διατρανωθεί το «Όχι» που έγινε «Ναι» μια εβδομάδα αργότερα.
Ίσως έτσι θα βρισκόταν ερμηνείες για το φαινόμενο της… προγηρίας που παρουσιάζει σε όλα τα επίπεδα η κατά τα άλλα νεοσύστατη κυβέρνηση, η οποία, παρότι δεν απειλείται από την αντιπολίτευση, η οποία μοιάζει –και είναι!- παγιδευμένη στα δικά της αδιέξοδα, εμφανίζει έντονα σημάδια πρόωρης γήρανσης.
Χωρίς την παραμικρή ικμάδα νεανικής ορμής, όπως θα περίμενε κάποιος από εκείνους που μόλις πριν λίγους μήνες όντας στην αντιπολίτευση ήταν λαλίστατοι και καταγγελτικοί για όλους και για όλα, τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη δείχνουν να έχουν αποστεωθεί πολιτικά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Και χωρίς υπερβολή θυμίζουν «κάτι κουρασμένα παλληκάρια», κατά τον τίτλο της ομώνυμης ταινίας του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου.
Δεν ξέρω αν οφείλεται στην πυκνότητα του πολιτικού χρόνου που τρέχει πλέον ιλιγγιωδώς και ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμα του, κάνοντας να μοιάζουν «μπαγιάτικες» ακόμη και ειδήσεις που κυκλοφορούν μέσα στην ίδια ημέρα ή αν είναι το τεράστιο βάρος της απότομης μνημονιακής μετάλλαξης που δημιουργεί αυτή την έντονη εντύπωση της προγηρίας.
Αρκεί μόνον να σκεφθεί κανείς για πόσο χρόνο ίσχυσαν και πόσο παρωχημένες ακούγονται πλέον οι παραινέσεις να ασχολούνται με τα θέματά τους και να μην… καλύπτουν τον χρόνο των τηλεοπτικών πρωινάδικων που απηύθυνε στους υπουργούς του ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στην πρώτη και μόνη συνεδρίαση του υπουργικού Συμβουλίου που έγινε ως τώρα.
Όποιος ανοίγει το πρωί ή και βράδυ τηλεοπτικό δέκτη θα το αντιληφθεί, «πέφτοντας» είτε πάνω στον Φίλη να βγάζει ιστορικά πορίσματα, είτε στον Μάρδα, στον Μπαλάφα, στον Αλεξιάδη, στον Πετρόπουλο, στον Σκουρλέτη, στον Κουρουμπλή και σε τόσους άλλους που μιλάνε συνήθως επί παντός επιστητού και ο καθένας έχει και τις δικές του φαεινές ιδέες για τα «ισοδύναμα» που είναι του συρμού, αλλά και ό,τι άλλο σκαρφιστεί ο καθένας τους.
Σίγουρα, δεν είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση μοιάζει να λειτουργεί ως «σκορποχώρι». Είναι, όμως, η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο παρατηρείται τόσο πρόωρα. Γι΄ αυτό και ευλόγως αναρωτιέται κανείς: Τι θα γίνει τον επόμενο ενάμισι μήνα; Τι μας περιμένει μέχρι να συμπληρωθεί το πρώτο εξάμηνο με τη δεύτερη φορά αριστεροδεξιά διακυβέρνηση; Και σε ένα χρόνο τι άλλο θα μας έχει συμβεί; Έχει νόημα να αναρωτηθούμε για τη διετία, την τριετία ή την τετραετία που θεωρητικώς έχουν μπροστά τους;

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

«Πόσο Κατρούγκαλος είσαι πια;»



Με τον κίνδυνο να  θεωρηθώ προκατειλημμένος, σπεύδω να εξομολογηθώ ότι το πρόσωπο του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου το έχω συνδεδεμένο στη μνήμη μου με ένα πολύ αρνητικό περιστατικό, καθώς έγινε η αφορμή για μια διαφωνία και έναν καβγά με καλό φίλο και συνάδελφό μου, ο οποίος, δυστυχώς, έφυγε πολύ πρόωρα από τούτη τη μάταιη ζωή.
Ήταν κάμποσο καιρό μετά την επιβολή του πρώτου Μνημονίου που ο φίλος μου ο Κώστας, έχοντας επενδύσει τους κόπους μιας ζωής σε έναν ειδησεογραφικό ιστότοπο, είχε γίνει αποδέκτης μιας «γνωμοδότησης», σύμφωνα με την οποία το κείμενο που είχε υπογράψει η τότε κυβέρνηση με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και είχε ψηφίσει η Βουλή των Ελλήνων προσέκρουε στο Σύνταγμα. Ήταν, εν ολίγοις, «αντισυνταγματικό» το Μνημόνιο και, άρα, επέκειτο η ακύρωσή του.
Όταν μου τηλεφώνησε ο φίλος μου για να μου αναγγείλει με καμάρι το «λαβράκι» που θα ανέβαζε σε λίγο στο σάιτ του, περίμενε από μένα, εκτός από τη συνδρομή μου στην αναπαραγωγή του σπουδαίου θέματος που θεωρούσε ότι είχε εξασφαλίσει, να... εκστασιαστώ από την αποκάλυψη την οποία πίστευε ο ίδιος ότι θα έκανε. Βλέπετε το κείμενο που είχε στα χέρια του δεν είχε δημοσιευτεί πουθενά αλλού ως τότε. Ήταν, εν ολίγοις, «αποκλειστικό».
Η μάλλον ψυχρή υποδοχή που έκανα στην «αποκάλυψη» του συναδέλφου μου, ο οποίος υπήρξε ένας επίμονος ρεπόρτερ και ένας έξοχος ερευνητής, αλλά με τα πολιτικά δεν τα πήγαινε εξίσου καλά, τον απογοήτευσε και τον θύμωσε. Σε βαθμό που δεν είχε καμία διάθεση να με ακούσει να του εξηγώ ότι από την πολύχρονη θητεία μου στο κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ γνώριζα ότι η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου κρίνεται στα δικαστήρια.
«Μα, δεν καταλαβαίνεις; Έχω γνωμοδότηση που την υπογράφει ο συνταγματολόγος Κατρούγκαλος και αποδεικνύει ότι το Μνημόνιο είναι αντισυνταγματικό και κάθομαι και το συζητάω μαζί σου πριν το μπουμπουνίσω», μου είπε μάλλον οργισμένος. Και μού έκλεισε άρον άρον το τηλέφωνο για να προλάβει να αναρτήσει το συντομότερο την «αποκλειστικότητα» που νόμιζε ότι έκανε και που η αλήθεια είναι ότι πήρε μια σχετική δημοσιότητα καθώς το κίνημα των «αντιμνημονιακών», που ήταν ακόμη στα σπάργανα, αναζητούσε επιχειρήματα αλλά και καθοδηγητές.
Τότε, λοιπόν, άκουσα για πρώτη φορά το όνομα «Κατρούγκαλος» το οποίο, προϊόντος του χρόνου, έγινε, μέσω των πρωινάδικων, προς τα οποία του άνοιξαν τον δρόμο οι αντιμνημονιακές «γνωμοδοτήσεις», τόσο γνωστό στο πανελλήνιο που εκείνος που το έφερε εξελέγη –με σταυρό παρακαλώ!- ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Αφού προηγουμένως πρόλαβε να συνάψει κάποιες εκατοντάδες –ή μήπως χιλιάδες;- εργολαβικά με μνημονιακά θύματα που είχαν δει τους μισθούς τους και τις συντάξεις τους να πετσοκόβονται.
Ο φίλος μου που τόσο είχε παθιαστεί με την αρχική γνωμοδότηση δεν έζησε, δυστυχώς, να δει τη συνεχεία που είχε η αποκάλυψή του, καθώς το πάθος του για τη δουλειά και ο άνισος αγώνας που έδινε να ορθοποδήσει επαγγελματικά σε ένα δυσμενές περιβάλλον για τα μικρά και ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης τον λύγισαν. Έτσι, μόνον από «ψηλά» μπορεί να «είδε» τη συνέχεια την οποία είχε το «πουλέν» του που έγινε υπουργός.
Στην αρχή στο Εσωτερικών, όπου διακρίθηκε για τον περιβόητο νόμο με τον οποίο επέστρεψαν στο δημόσιο όλοι οι επίορκοι που είχαν απομακρύνει οι προκάτοχοί του. Και κατόπιν στο Εργασίας, όπου από απαράμιλλος εγγυητής των συντάξεων που εμφανιζόταν πριν από τις τελευταίες εκλογές μεταβλήθηκε σε ανεπανάληπτο σφαγέα, που στο πέρασμα του δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο. Και θα κάνει ενδεχομένως  περισσότερα και από όσα του ζητούν οι δανειστές.
Πόσο κυνικός, αλήθεια, μπορεί να είναι κάποιος ώστε να αναλαμβάνει να εφαρμόσει το ακόμη σκληρότερο μνημόνιο παρόλο που μπήκε στην πολιτική και έκανε καριέρα ως αντιμνημονιακός; Πώς μπορεί, ειλικρινά, ένας άνθρωπος που διακρίθηκε για τις δικαστικές αγωγές κατά των αλλαγών στο ασφαλιστικό και των περικοπών στις συντάξεις, να αναλαμβάνει να τα ισοπεδώνει, ο ίδιος που λίγο πριν αρνούνταν κατηγορηματικά και διέψευδε με φανατισμό ότι θα δεχόταν ποτέ να ασκήσει μια τέτοια πολιτική;
Προφανώς και δεν του αρνείται κανένας το δικαίωμα να ήθελε να γίνει υπουργός από τότε ίσως που ήταν «φοιτητοπατέρας» στη Νομική. Θα μπορούσε, αν είχε, έστω, μικρή δόση αυτοσεβασμού, να ζητήσει να πάει σε άλλο υπουργείο και να μην είναι αυτός που με τα ίδια του τα χέρια θα κάνει πράξη τον ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό Αρμαγεδδώνα.
Φαίνεται, όμως, ότι τέτοιες ευαισθησίες συνιστούν περιττή πολυτέλεια για όλους όσοι μας κυβερνούν την τελευταία περίοδο. Η εξουσία, η οποία για πολλούς εξ αυτών υπήρξε απλησίαστος πόθος μιας ζωής, είναι πλέον αυτοσκοπός που για την επίτευξή του υποτάσσονται τα πάντα.
Γι΄ αυτό και έχω την αίσθηση ότι όταν, αργά ή γρήγορα, ολοκληρωθεί η θητεία της συγκεκριμένης κυβέρνησης και του εν λόγω υπουργού, η έκφραση «Κατρούγκαλος» θα χρησιμοποιείται ως… υπερθετικό για να αποδώσει τον αμοραλισμό των πολιτικών, οι οποίοι μπορούν ανερυθρίαστα να εκλέγονται με μια σημαία, να υπηρετούν με την ίδια άνεση μια άλλη και να λένε, φυσικά, ψέματα και στις δύο περιπτώσεις.
Οι εκφράσεις «Μη γίνεσαι Κατρούγκαλος» ή «Πόσο Κατρούγκαλος είσαι πια;», νομίζω ότι εφεξής θα αποτελούν στοιχεία της πολιτικής ορολογίας.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

«Go forward madam Merkel et monsieur… Ηοllandreou»



            Πέρασε μάλλον απαρατήρητη, σε σχέση τουλάχιστον με το βάρος της, η βαρύτατη καταγγελία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Ευάγγελου Μεϊμαράκη για τις –«αιτήσει της ελληνικής κυβέρνησης»!- πιέσεις που ασκεί η Ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά προς τη Νέα Δημοκρατία για να συνεχίσει να βάζει πλάτη στην κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου προκειμένου να περάσουν οι εφαρμοστικοί νόμοι του τρίτου και βαρύτερου κατά τα φαινόμενα Μνημονίου.  
«Μαθαίνω ότι χθες στη συζήτηση με την κ. Μέρκελ τής είπε ότι η αντιπολίτευση δε θα ψηφίσει το πολυνομοσχέδιο, το αδερφό κόμμα δε θα το ψηφίσει», είπε από το βήμα της Βουλής ο αρχηγός της ΝΔ και χωρίς περιστροφές απευθύνθηκε στον πρωθυπουργό με διατυπώσεις και ισχυρισμούς που, υπό άλλες συνθήκες, θα προκαλούσαν πολιτική σύρραξη και συζητήσεις που θα κρατούσαν μέρες και εβδομάδες, αν όχι μήνες και χρόνια.
«Φτάσατε στο σημείο να κάνετε σαν το παιδάκι που φωνάζει τη μαμά για να μας κάνει “ντα”, να μας πει η κυρία Μέρκελ να το ψηφίσουμε…», κατήγγειλε ο πρόεδρος της ΝΔ. «Εσείς ο αντι-Μερκελιστής, εσείς εκείνος ο οποίος υβρίζατε όλη την Ευρώπη, όλους τους ξένους, να τους βάλετε τώρα να μας μαλώσουνε; Ε, λοιπόν, πάει πολύ», συμπλήρωσε.
Πολύ, ξε-πολύ, στην πραγματικότητα δεν κουνήθηκε φύλλο. Άλλωστε, ο ίδιος ο κ. Τσίπρας που φωνασκούσε προεκλογικά το περίφημο πλέον «Go back, κυρία Μέρκελ, κύριε Σόιμπλε, κυρίες και κύριοι της συντηρητικής νομενκλατούρας της Ευρώπης», δεν ένοιωσε καν την ανάγκη να σχολιάσει τους ισχυρισμούς του κ. Μεϊμαράκη και, έστω για τα μάτια του κόσμου, βρε αδελφέ, να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από τις βαριές καταγγελίες ότι «καρφώνει» τους πολιτικούς του αντιπάλους του στο εξωτερικό.
Δεν πάει, εξάλλου, πολύς καιρός από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ χαλούσε τον κόσμο κάθε φορά που έρχονταν στη δημοσιότητα φράσεις αξιωματούχων της προηγούμενης συγκυβέρνησης του τύπου «μην μας πιέζετε άλλο για επιπλέον μέτρα, γιατί θα έχετε να διαπραγματευτείτε με τον Τσίπρα…». Οι χαρακτηρισμοί «εθελόδουλοι», «Γερμανοτσολιάδες» και «προδότες»  δονούσαν την πολιτική ατμόσφαιρα.
Τα έφερε, όμως, έτσι η ζωή που η προφητεία της… σαμαροβενιζελικής διακυβέρνησης λειτούργησε σχεδόν ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: Οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, που υποτίθεται ότι ήθελαν «οικεία πρόσωπα» στη διακυβέρνηση των Αθηνών, πίεσαν μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε άλλο την προηγούμενη κυβέρνηση («μας μετακινούν συνεχώς τα γκολπόστ», διαπίστωνε, όντας ακόμη στο Μαξίμου, ο Αντώνης Σαμαράς), επιταχύνοντας την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία για να του επιβάλλουν στη συνέχεια ένα Μνημόνιο που οι προηγούμενοι –ακόμη και αν το δεχόταν- ούτε στον αιώνα τον άπαντα δεν επρόκειτο να περάσουν.
Για τους τυχόν… άπιστους, δεν έχει παρά να τους παραπέμψει κάποιος στις πρόσφατες συνεντεύξεις του φοβερού και τρομερού υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου και να τις συγκρίνει με εκείνες του ομολόγου του στην προηγούμενη διακυβέρνηση Γιάννη Βρούτση για να ψάξει να βρει ποιος είναι ο πούρος νεοφιλελεύθερος, ποιος ο κοινωνικά ανάλγητος, ή ποιος αντιστέκεται στους ξένους και στα Μνημόνια.
Δεν είναι, εξάλλου, μόνον η Μέρκελ που πιέζει τους νεοδημοκράτες να είναι υποστηρικτικοί προς τον Τσίπρα. Είναι, πολύ περισσότερο, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία η οποία, χωρίς υπερβολή, τα «δίνει όλα» για να φέρει στα νερά της τον Έλληνα πρωθυπουργό και το κόμμα του, όπως, μάλλον με έκπληξη διαπίστωσαν και όσοι άκουσαν τον Ιταλό πρώην πρωθυπουργό Μάσσιμο Ντ’  Αλέμα σε πρόσφατη εκδήλωση που οργάνωσε η Άννα Διαμαντοπούλου στην Αθήνα.   
Καλώς ή κακώς, στο Βερολίνο, στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες βλέπουν πόσο «υπάκουα παιδιά» είναι ο Κατρούγκαλος, ο Ευκλείδης που έχει πειστεί ότι είναι και χιουμορίστας, ο large Φίλης που δεν δίνει σημασία στις πενταροδεκάρες και όλοι οι άλλοι συνάδελφοί τους στην «πρωτοδεύτερη φορά Αριστερά». Βλέπουν επίσης και πόσο αποτελεσματικά… θολώνουν τα νερά με παραμύθια για δήθεν «ισοδύναμα» (που όλο τα ψάχνουν αλλά ποτέ δεν τα βρίσκουν…).
Και γι΄ αυτό, ας μην εκπλήσσεται κανείς, επενδύουν όλα τα λεφτά τους στον μεταμορφωμένο Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο δεν αποκλείεται να δούμε και να ακούσουμε στην υποδοχή του Γάλλου Προέδρου, συγκινημένος καθώς θα είναι από τις τιμές και τις φιλοφρονήσεις να θυμηθεί, αίφνης, τον ακτιβιστή εαυτό του και να αρχίσει να φωνάζει: «Go forward madam Merkel et monsieur… Ηοllandreou».
Αλλά και αν (από… συστολή;) αποφύγει ο κ. Τσίπρας να πει ρητά το «Go forward…», οι εταίροι και δανειστές μας μάλλον δεν θα… παρεξηγηθούν. Ξέρουν πια πόσο συνεργάσιμος είναι. Και πόσο αποτελεσματικός. Το έχει, άλλωστε, σηματοδοτήσει με τον τρόπο που πέρασε το Μνημόνιο του παραμονές του Δεκαπενταύγουστου, αλλά και μόλις πρόσφατα τα πρώτα προαπαιτούμενα. Και με τον τρόπο που ετοιμάζεται να περάσει τα επόμενα. Τα πάντα όλα. Εδώ και τώρα.
Ποιος να το περίμενε άραγε; Ίσως μόνον εκείνοι που υπονόμευαν τους προηγούμενους, βλέποντας τους να… σέρνουν τα πόδια τους και να μην επιδεικνύουν τη μνημονιακή αποφασιστικότητα που διέβλεπαν στον κ. Τσίπρα και στον περίγυρό του. Κάτι παραπάνω θα ήξεραν. Go forward, λοιπόν, go…Και όποιος αντέξει!