Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Η Δούρου και η… ξεροκεφαλιά των γεγονότων



            Ο αφορισμός ότι «πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού» βρίσκει, νομίζω, την απόλυτη δικαίωσή του στα όσα ήρθαν τις τελευταίες ημέρες στη δημοσιότητα για τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας διοίκησης, υπό την κυρία Ρένα Δούρου, στην Περιφέρεια Αττικής.
            Δεν είναι μόνο το ζήτημα με τον διαγωνισμό για το συνεργείο καθαριότητας που είναι αλήθεια ότι είχε ξεκινήσει από την προηγούμενη διοίκηση Σγουρού, πλην, όμως, προχώρησε κανονικότατα επί των ημερών της νέας περιφερειάρχη, παρά τους συνειρμούς που μοιραία δημιουργούνται με τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών και την εκ των υστέρων προσπάθεια να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα.
Είναι κυρίως το ευρύτερο θέμα του προϋπολογισμού της Περιφέρειας Αττικής που εισηγήθηκαν οι συνεργάτες της κυρίας Δούρου και ψήφισε την περασμένη εβδομάδα το Περιφερειακό Συμβούλιο, υιοθετώντας, ουσιαστικά, με κάποιες μικροδιευθετήσεις κονδυλίων αμφίβολης αποτελεσματικότητας, το σχέδιο που είχε ετοιμάσει ο προκάτοχός της Γιάννης Σγουρός.
            «Ο άθλος της αναμόρφωσης μέρους του προϋπολογισμού πραγματοποιήθηκε μέσα σε 15 ημέρες και το σύνολο του κειμένου τους επόμενους τρεις μήνες θα ελεγχθεί γραμμή προς γραμμή», δικαιολογήθηκε, όπως διαβάζει κανείς στο σχετικό ρεπορτάζ που δημοσίευσε η «Αυγή», ο αρμόδιος αντιπεριφερειάρχης.
            Γιατί, αλήθεια, μόνον 15 μέρες; Οι περιφερειακές εκλογές που ανέδειξαν την κυρία Δούρου στο αξίωμά της έγιναν τον περασμένο Μάιο και οι πολίτες της Αττικής πείστηκαν από τις προεκλογικές εξαγγελίες της ότι η νέα περιφερειάρχης είχε έτοιμο πρόγραμμα που θα έφερνε από την πρώτη κιόλας μέρα τη μεγάλη ανατροπή στη μεγαλύτερη Περιφέρεια της χώρας.
            Η νέα περιφερειακή αρχή είχε όλο το καλοκαίρι μπροστά της για να προετοιμάσει τον δικό της προϋπολογισμό και επί σχεδόν δύο μήνες που είναι στα πράγματα, από το τέλος Αυγούστου που ορκίστηκε σε εκείνη την ιδιαίτερη τελετή στα Άνω Λιόσια, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε φέρει τα πάνω κάτω, δρομολογώντας τις δικές της προτεραιότητες που περιείχε το πρόγραμμα που παρουσίασε στους πολίτες.
Οι δικαιολογίες ότι «ο προϋπολογισμός είναι μεταβατικός και θα αλλάξει στην πορεία» δείχνουν, αν μη τι άλλο, ένδεια επιχειρημάτων ικανών να δικαιολογήσουν τις προεκλογικές μεγαλοστομίες που τις παρέσυραν τα νερά που έπνιξαν τις προηγούμενες μέρες τις δυτικές συνοικίες της Αττικής και για τις οποίες ο προϋπολογισμός της κυρίας Δούρου, όπως άλλωστε και των ανθυποψηφίων της για να μην την αδικήσουμε ως προς αυτό, δεν είχε καμία ιδιαίτερη πρόνοια, κάτι που ίσως θα περίμενε ο ψηφοφόρος που έστειλε πριν από πέντε μήνες στην αντιπολίτευση τον κ. Σγουρό.
Αν η νέα περιφερειάρχης και οι συνεργάτες της δεν ήξεραν τα μεγάλα προβλήματα της έλλειψης αντιπλημμυρικής προστασίας οι γειτονιές που πνίγηκαν και γι΄ αυτό δεν ενέγραψαν αντίστοιχα κονδύλια για την αντιμετώπισή τους στον «αναμορφωμένο» προϋπολογισμό που κατήρτισαν, τόσο το χειρότερο γι΄ αυτούς.
Όπως και να έχει, όμως, αν, όπως μας πληροφόρησε, με άρθρο του στην «Αυγή», ο αρμόδιος αντιπεριφερειάρχης χρειάστηκαν δύο ολόκληροι μήνες για να ανακατανεμηθεί το… 10% των κονδυλίων μιας Περιφέρειας, της οποίας ο προϋπολογισμός είναι στην πραγματικότητα ένας μικρός «τυφλοσούρτης», εύκολα αναρωτιέται κανείς πόσα χρόνια χρειάζονται για να αλλάξει ο κρατικός προϋπολογισμός.
Και αυτή, αν θέλετε, είναι –πέρα από επικοινωνιακά αλυσοδέματα με τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών- η μεγάλη εικόνα που αναδεικνύεται από την όλη υπόθεση με τα δείγματα γραφής της νέας περιφερειάρχη Αττικής. Είναι η απόσταση που χωρίζει τα εύκολα προεκλογικά λόγια με τα μετεκλογικά έργα. Και που τα κάνει να συγκρούονται μεταξύ τους επειδή μεσολαβεί η αδυσώπητη πραγματικότητα.
Σύμφωνα, άλλωστε, με τη ρήση ενός παλαιού προέδρου των ΗΠΑ, που αργότερα αποδόθηκε και στον Γάλλο Φρανσουά Μιτεράν, «τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα…».

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Η φωτεινή πλευρά της Μεταπολίτευσης



            Ήταν από τους τελευταίους πολιτικούς κρατούμενους που αφέθηκαν ελεύθεροι μετά την πτώση της χούντας. Κι ας είχε προϋπάρξει βουλευτής ήδη από την προδικτατορική περίοδο. Φυλακίστηκε, εξορίστηκε και βασανίστηκε –ο ίδιος και μέλη της οικογένειας του-, επειδή οι παράφρονες που είχαν σφετεριστεί την εξουσία δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι ένας γενναίος στρατιωτικός που πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο και στη Μέση Ανατολή κατά της φασιστικής και ναζιστικής κατοχής μπορούσε να υπερασπίζεται με την ίδια γενναιότητα και με το ίδιο αίσθημα καθήκοντος και τη Δημοκρατία που είχε καταλυθεί.
            Πολιτευόταν για περισσότερο από 40 χρόνια και εκλέχθηκε επανειλημμένα βουλευτής στη μεγαλύτερη εκλογική περιφέρεια, χωρίς να διακριθεί επειδή ακολούθησε την πεπατημένη του ψηφοθήρα πολιτευτή που διόριζε τους φίλους του στο δημόσιο. Μεσουράνησε πολιτικά την πρώτη οκταετία της διακυβέρνησης της χώρας του ΠΑΣΟΚ και κανείς από τους πολιτικούς αντιπάλους του, με τους οποίους δεν δίσταζε να συγκρουστεί, δεν επεχείρησε να του προσάψει το παραμικρό που να πλήττει το κύρος και την αξιοπρέπεια με την οποία πορεύθηκε στη μακρά διάρκεια της πολιτικής διαδρομής του.
            Ακόμη και η θητεία του στο πολύπαθο υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπήρξε ανεπίληπτη και δεν τη σκίασαν ούτε καν υποψίες σκανδάλων που να συνδέονται με το πρόσωπό του. Δεν σίτισε ούτε τότε, όπως ούτε και νωρίτερα που ως υπουργός Εξωτερικών διαχειριζόταν «μυστικά κονδύλια», image makers ή «δημοσιογράφους» για να δει το όνομα του στις παραπολιτικές στήλες των εφημερίδων, από τις οποίες η απουσία τους ήταν άκρως χαρακτηριστική.
            Αντιμετώπισε με στωική δωρικότητα το προκλητικό «προσπέρασμα» του Μένιου Κουτσόγιωργα όταν ως αντιπρόεδροι της κυβέρνησης –και έχοντας εκείνος το τυπικό προβάδισμα- εισήλθαν στη αίθουσα που γίνονταν τα εγκαίνια της ΔΕΘ, το φθινόπωρο του 1988, για να εκπροσωπήσουν τον ασθενή πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου που χειρουργείτο στο Χέρφιλντ. Και όταν αργότερα σχεδόν το «όλο ΠΑΣΟΚ» συνωστιζόταν στην Εκάλη για να αποκτήσει την εύνοια του νέου κύκλου επιρροής που περιστοίχιζε τον Ανδρέα Παπανδρέου, εκείνος -ο πιστότερος, ίσως, «ανδρεϊκός»- ήταν από τους ελάχιστους που έμειναν, οικεία βουλήσει, μακριά.
            Χωρίς παρασκηνιακές κινήσεις ή τυμπανοκρουσίες, διεκδίκησε την πρωθυπουργία, το 1996, ακολουθώντας την προτροπή φίλων του στην κοινοβουλευτική ομάδα και, παρότι ήξερε έναν προς έναν τους άλλους δέκα που τον ψήφισαν, δεν διαπραγματεύτηκε αυτή τη μικρή, έστω, επιρροή που διέθετε με τους ανθυποψηφίους του. Αποδέχθηκε, χωρίς δημόσια πικρία, το αποτέλεσμα, όπως και το γεγονός ότι η νέα κομματική ηγεσία στο ΠΑΣΟΚ μοίραζε θώκους και αξιώματα σε όσους ήλεγχαν εσωτερικούς μηχανισμούς ή είχαν τρόπους να πιέζουν.
Λιτός και ευθυτενής σε όλα του, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να αποσυρθεί από την ενεργό πολιτική δράση, το έκανε, πριν από δέκα χρόνια, χωρίς μεμψιμοιρίες και περιοριζόμενος σε μια και μόνη νουθεσία: «να επιστρέψει το ΠΑΣΟΚ στις σοσιαλιστικές του ρίζες», όπως ο ίδιος αισθανόταν και πίστευε.
            Αυτός ήταν, με πολύ συνοπτικά λόγια, ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, μια σπάνια μορφή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, που, πλήρης ημερών, έφυγε από τη ζωή και πέρασε στην Ιστορία αθόρυβα και διακριτικά, όπως διακριτική και αθόρυβη υπήρξε και η μακρά και τόσο ξεχωριστή διαδρομή του στα πολιτικά πράγματα. Η περίπτωσή του δεν αποτελεί, σίγουρα, το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα πολιτικού, όπως τουλάχιστον το γνωρίσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Και, πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να συγκριθεί με το πρότυπο του πολιτικού που κυριαρχεί στις μέρες μας.
            Με όρους επικοινωνιακούς, ο αείμνηστος «Τίμιος Τζον», όπως τον αποκαλούσαν οι παλαιότεροι πολιτικοί συντάκτες, επειδή μιλούσε σπανίως (σ.σ.: όσο και οι… ομώνυμοι πυρηνικοί πύραυλοι, όπως έλεγαν όσοι του προσήψαν το προσωνύμιο), θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένας «γκρίζος» πολιτικός, που, προσηλωμένος καθώς ήταν στο καθήκον του, δεν έδινε, παρά σπανίως, τροφή για σχολιασμούς, αφού δεν μετείχε σε παρασκηνιακές κινήσεις και δεν πρωταγωνιστούσε σε εσωκομματικές ίντριγκες.
Με όρους πολιτικής ουσίας, ωστόσο, ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος αποτελεί το χαρακτηριστικότερο ίσως υπόδειγμα μεταξύ των πολιτικών εκείνων που με το διάβα τους σε τούτο τον κόσμο έδωσαν χρώμα στην πιο φωτεινή πλευρά της Μεταπολίτευσης, η οποία, με όλα τα στραβά και τα ανάποδα, που δικαίως ή αδίκως της αποδίδονται, υπήρξε η μακροβιότερη περίοδος οικονομικής, κοινωνικής και θεσμικής ευημερίας που γνώρισε ο τόπος μας.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Η… χαρά για την «τιμωρία» της κυβέρνησης

            Σκέτη θλίψη προκαλούσε στον κάθε καλοπροαίρετο περιηγητή του διαδικτύου η χαιρέκακη διάθεση με την οποία πάμπολλοι συνέλληνες –και προεξάρχοντες… μέλλοντες κυβερνήτες- αντιμετώπιζαν τη βίαιη αντίδραση που επεφύλαξαν τις τελευταίες ημέρες οι αδυσώπητες αγορές, αφενός, στη σπουδή της κυβέρνησης να σαλπίσει έξοδο από το Μνημόνιο, πριν οι εταίροι και δανειστές ανάψουν το απαιτούμενο «πράσινο φως» και, αφετέρου,  στα σενάρια πολιτικής αβεβαιότητας που κατέκλυσαν την εγχώρια σκηνή.
            Είναι ειλικρινά απορίας άξιον το απροσμέτρητο εύρος της μικρόνοιας που μπορεί να χαρακτηρίζει τόσο πολλούς που με περισσή ευκολία επέχαιραν για το γεγονός ότι κατακρημνιζόταν επί τριήμερο το ελληνικό Χρηματιστήριο και ταυτόχρονα εκτινάσσονταν στα ύψη τα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού δημοσίου, λες και αυτά –και ιδιαίτερα το δεύτερο- ήταν δύο ζητήματα που αφορούσαν κάποιους άλλους και όχι τους χειμαζόμενους από την παρατεταμένη έλληνες πολίτες.
            Μπορώ να αντιληφθώ τη χαρά από την οποία θα μπορούσε να καταληφθεί ο οποιοσδήποτε φαντασιώνεται το επερχόμενο τέλος του καπιταλισμού ή ονειρεύεται την επικείμενη έναρξη της παγκόσμιας επανάστασης για την εφαρμογή της… αταξικής κοινωνίας. Δυσκολεύομαι, ωστόσο, να καταλάβω πως το σκληρό, σκληρότατο μάθημα των αγορών που πήραν αυτές τις μέρες οι κυβερνώντες μπορεί να προκαλεί ικανοποίηση σε όσους ετοιμάζονται να τους διαδεχθούν στους υπουργικούς και άλλους θώκους εξουσίας μέσα από τις εκλογές, τις οποίες επιθυμούν να γίνουν άμεσα.
            Δεν χρειάζεται, θαρρώ, πολλή σοφία για να αναγνωρίσει κανείς ότι από τα δύο αυτά βίαια φαινόμενα που εκτυλίχθηκαν μπροστά μας, δηλαδή την κατακόρυφη πτώση του Χρηματιστηρίου και την εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού, ζημιωμένοι δεν βγαίνουν μόνον οι ισχυροί του χρήματος, αλλά ο κάθε έλληνας πολίτης –ναι, ακόμη και ο σημερινός άνεργος!- που εν τέλει θα πληρώσει, αργά ή γρήγορα, τα αυξημένα τοκοχρεολύσια που θα βρει η Ελλάδα όταν αποφασίσει να βγει και να δανειστεί για να καλύψει τις ανάγκες της. 
            Μόνον όσοι ηθελημένα εθελοτυφλούν, παραγνωρίζουν ότι μας χωρίζουν αρκετοί αιώνες από τις εποχές της αυτάρκειας και του οικονομικού αντιπραγματισμού και χωρίς συνδιαλλαγή με τις αγορές σύγχρονες οικονομίες και μάλιστα ευρωπαϊκού τύπου, όπως, τουλάχιστον, διακηρύσσουν τα κόμματα εξουσίας στη χώρα μας, δεν μπορεί να υπάρξουν.    
            Αν, λοιπόν, οι περιώνυμες αγορές επεφύλαξαν αυτή τη στάση έναντι της συγκεκριμένης ελληνικής κυβέρνησης, δημιουργώντας έναν όλο και πιο ασφυκτικό κλοιό που –κακά τα ψέματα- ξεκίνησε την επομένη της επίσκεψης του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά στο Βερολίνο που δειλά τέθηκε ζήτημα διαζυγίου με το ΔΝΤ και κορυφώθηκε τις τελευταίες ημέρες που πήγε να διαφανεί ότι η κυβέρνηση δύσκολα θα προσεγγίσει το στόχο των 180 βουλευτών για την προεδρική εκλογή, εύκολα, νομίζω, μπορεί να αντιληφθεί κάποιος τι θα συμβεί στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον που μια άλλη κυβέρνηση όχι μόνον θα βιάζεται – πολύ περισσότερο από τη σημερινή- να βγει από το Μνημόνιο, αλλά επιπλέον θα απαιτεί και διαγραφή –μικρότερου ή μεγαλύτερου μέρους- του χρέους.
Ξέρω ότι είναι διόλου δημοφιλείς επισημάνσεις όπως οι παραπάνω, επειδή διαφόρων ειδών πολιτικάντηδες –ορισμένοι από τους οποίους κάθονται και τώρα στα κυβερνητικά έδρανα- καλλιέργησαν και εξακολουθούν να καλλιεργούν ψευδαισθήσεις ότι τάχατες είναι ζήτημα «τσαμπουκά» και μόνο η τιθάσευση των αγορών, ούτως ώστε να εξακολουθήσουν να μας δανείζουν χωρίς εμείς να καλύπτουμε τις προηγούμενες υποχρεώσεις μας.
Επειδή, όμως, προσωπικά με θλίβει -περισσότερο και από την τυφλή χαιρεκακία για την «τιμωρία» της κυβέρνησης, που βλέπω γύρω μου- το πάθημα της χώρας μου που ξαναβρέθηκε μέσα σε λίγες μέρες με επιτόκια χρεοκοπίας, ευελπιστώ ότι η δυσμενής αυτή εξέλιξη θα το μετατρέψει σε μάθημα και για τους νυν αλλά και για τους επόμενους κυβερνώντες.

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Ποιος καίει τα σπαρτά και γκρεμίζει τις γέφυρες;

Να μην καίει τα σπαρτά και να μην γκρεμίζει τις γέφυρες, προειδοποίησε την συγκυβέρνηση ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας σε ένα κρεσέντο επιθετικού λόγου με το οποίο επέλεξε να κλείσει την ομιλία του την περασμένη Παρασκευή στη Βουλή.
Δεν αποκλείεται η φραστική αυτή έξαρση του κ. Τσίπρανα ήταν αποτέλεσμα μιας πρόωρης προσπάθειας να δικαιολογήσει, οψέποτε αναλάβει την εξουσία που με τόσο πάθος διεκδικεί, την πιθανολογούμενη αδυναμία του να ικανοποιήσει τις προσδοκίες τις οποίες καλλιεργεί, επικαλούμενος, εκ των προτέρων, το γνωστό από το παρελθόν άλλοθι για την παραλαβή «καμένης γης» που και άλλοι πριν από τον ίδιο έχουν χρησιμοποιήσει.
Εξίσου πιθανό, όμως,είναι να ήταν μια προληπτική ενέργεια για να αποφύγει το δίλημμα που θα μπορούσε να του δημιουργήσει το ενδεχόμενο, σύμφωνα και με τη διακινούμενη φημολογία των προηγούμενων ημερών που είδε το φως μέσα από ορισμένες αναρτήσεις σε ιστοσελίδες, να τον καλούσε ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς σε συνάντηση για να συζητήσουν για τις επερχόμενες κρίσιμες εξελίξεις.
Και στη μια και στην άλλη υπόθεση, δεν αίρεται και φυσικά δεν δικαιολογείταιτο ακραία διχαστικό περιεχόμενο που είχε ο λόγος του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ,ο οποίος χρησιμοποίησε λεκτικά σχήματα που εξομοιώνουν τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας με τις… κατοχικές δυνάμεις που υποχωρώντας καταστρέφουν τις υποδομές.
Το ευτύχημα, ίσως, είναι ότι δεν υπάρχουν πολλοί, ακόμη και ανάμεσα σε εκείνους που τον ψηφίζουν, που να παίρνουν τοις μετρητοίς τέτοιες πομφόλυγες. Γιατί, αλλιώς, δεν θα γλυτώναμε έναν νέο… εμφύλιο που, αν όντως ίσχυαν τα λεγόμενα του κ. Τσίπρα, θα ξεσπούσε στη χώρα από τη δικαιολογημένη αντίδραση όσων θα ήθελαν να υπερασπιστούν τα σπαρτά και τις γέφυρες.
Λεκτικά σχήματα αυτού του είδους, εξάλλου, μπορεί να ικανοποιούν το θυμικό ορισμένων φανατικών ή τα ένστικτα των κάθε λογής… ψεκασμένων, αλλά μάλλον δύσκολα πείθουν τους εχέφρονες πολίτες που δυσανασχετούν με την ανικανότητα των κυβερνώντων χωρίς να είναι έτοιμοι να υιοθετήσουν την οποιαδήποτε ακρότητα που εκτοξεύεται προς εντυπωσιασμό και μόνον.
Όταν, άλλωστε, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η ηγετική ομάδα που τον περιστοιχίζει έχει ενστερνιστεί δύο κεντρικά στοιχεία της πολιτικής που ακολουθείται, όπως είναι η παραμονή στο ευρώ και η αποτροπή των ελλειμματικών προϋπολογισμών, εύκολα αναρωτιέται κανείς τι νόημα έχουν αυτές οι βαρύγδουπες μεγαλοστομίες.
 Για να αναγνωρίσουμε, πάντως, και του… «στραβού το δίκιο», δεν ήταν διχαστικός μόνον ο λόγος του κ. Τσίπρα στην κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για την ανανέωση της εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, αφού ούτε η ηγεσία της συγκυβέρνησης πήγε πίσω σε… αντιπολιτευτικές κορώνες προς την αξιωματική αντιπολίτευση.
Μάλιστα, τόσο ο κ. Σαμαράς όσο και ο Ευάγγελος Βενιζέλος εξάσκησαν τη ρητορική τους δεινότητα εξακοντίζοντας πυρά προς μια, μάλλον, «καρικατούρα», που είναι οι «συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ» και τα αντιευρωπαϊκά τους ανακλαστικά, τα οποία, αν δεν έχουν μπει στο περιθώριο, βρίσκονται σίγουρα «εν υπνώσει». Και αυτό είναι μια ουσιώδης ποιοτική διαφορά, σε σχέση με το 2012, και τον φόβο που τότε περιόρισε τη δυναμική προς την εξουσία που τώρα έχει αποκτήσει το κόμμα του κ. Τσίπρα.
Γι΄ αυτό και αν, πραγματικά, οι ηγεσίες των συγκυβερνώντων κομμάτων δεν ενδιαφέρονταν για την εξουσία και μόνον, όπως και ο κ. Τσίπρας,θα αξιοποιούσαν τη στροφή του τελευταίου και θα τον καλούσαν να αποδείξει έμπρακτα ότι αποδέχεται την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και αποδοκιμάζει, όπως έκανε στο Κόμο, την Ευρώπη των ελλειμμάτων, αποδεχόμενος έναν οδικό χάρτη που θα περιείχε τρεις πολύ απλούς σταθμούς: κοινή διαπραγματευτική ομάδα για την έξοδο από το Μνημόνιο και την αναδιάρθρωση του χρέους, συμφωνία για συναινετική εκλογή Προέδρου και Αναθεώρηση του Συντάγματος, προκήρυξη, αμέσως μετά, εκλογών ώστε να αποφασίσει ο ελληνικός λαός ποιος ή ποιοί θα διαχειριστούν τις μεταμνημονιακές τύχες της χώρας.
Θα τα δεχόταν όλα αυτά ο κ. Τσίπρας που επιμένει να μετατεθούντόσο η αναδιάρθρωση του χρέους όσοκαι η προεδρική εκλογή για μετά τις εκλογές; Το πλέον πιθανό είναι πως όχι. Αλλά,με μια τέτοια πρωτοβουλία,οι κύριοι Σαμαράς και Βενιζέλος –και πολύ περισσότερο ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ που προσπαθεί να πείσει ότι η παραμονή του στην κυβέρνηση αποτελεί κάτι σαν προσωπική «θυσία»- θα αποδείκνυαν ότι δεν είναι γαντζωμένοι στις καρέκλες, όπως τους κατηγορούν οι αντίπαλοί τους.
Δεν το έκαναν, όμως, ούτε ο κ. Σαμαράς, ούτε και ο κ. Βενιζέλος, την περασμένη Παρασκευή, επιμένοντας να σκιαμαχούν με τις (περιθωριακές) συνιστώσες και να μην αξιοποιούν την εμφανή στροφή προς τον ρεαλισμό της… κυβερνησιμότητας που έχει κάνει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.Και μάλλον δεν θα το κάνουν ούτε το επόμενο διάστημα.
Γι΄ αυτό, με ευθύνη –μικρότερη ή μεγαλύτερη, δεν έχει σημασία- και των δύο πλευρών, που δείχνουν να μην έχουν διδαχθεί τίποτε από το πρόσφατο ή το απώτερο παρελθόν, θα εξακολουθήσουμε να πορευόμαστε μέσα στο το ίδιο διχαστικό και εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Ένα κλίμα, το οποίομόνον τυφλωμένοι από τα κομματικά πάθη δεν βλέπουν ότι αποτελεί την πλέον εύφλεκτη ύλη για το κάψιμο των λιγοστών σπαρτών από την πενιχρή και επίπονη συγκομιδή των τελευταίων χρόνων και την πιο επικίνδυνη πυριτιδαποθήκη από την οποία βγαίνουν οι εκρηκτικοί μηχανισμοί που απειλούν τις γέφυρες προς το μέλλον.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Πως… γλυτώσαμε από την εξέγερση των «goldenboys»

Κλαυθμοί, οδυρμοί και ολολυγμοί κατέκλυσαν τα τηλεοπτικά πλατό και τις ραδιοφωνικές συχνότητες μόλις έγινε γνωστή η αποτρόπαια «είδηση» της φορολόγησης των παροχών σε είδος.
Ασυγκράτητοι σχολιαστές μυκτήριζαν την ανάλγητη γενική γραμματέα Δημοσίων Εσόδων που απελτόμησε την αδιανόητη πράξη να εκδώσει εγκύκλιο για την εφαρμογή –άκουσον, άκουσον!-ενός ψηφισμένου εδώ και ενάμισι χρόνο που τροποποιούσε ένα καθεστώς που ισχύει διεθνώς και που στη χώρα μας έχει θεσμοθετηθεί πριν από περίπου μια εικοσαετία.
Ακούγοντάς τους είχες την εντύπωση ότι θα άνοιγε το καταπέτασμα του ουρανού και η χώρα που άντεξε τόσα και τόσα –Μνημόνια, τρόικες, χειροκροτητές των απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων και θαυμαστές της αυστηρότητας του Τόμσεν- θα πληττόταν από ώρα σε ώρα από σεισμούς και καταποντισμούς που θα ενέσκηπταν αν δεν κινητοποιούνταν άμεσα η κυβέρνηση να πάρει πίσω την καταστρεπτική εγκύκλιο της κυρίας Σαββαΐδου.
Δεν ήξερε κανείς τι να πρωτοθαυμάσει. Το μέγεθος της άγνοιας για τα στοιχειώδη;Ή τη χυδαιότητα της αντικοινωνικότητας που εξέπεμπε η απροκάλυπτηπαραδοχή ότι ένα τέτοιο μέτρο μπορεί και να αφορούσε τους ίδιους ως κατόχους εταιρικού κινητού τηλεφώνου;
«Στις 17 μονάδες θα πάει σήμερα κιόλας η διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας», “έκοβε” ο ένας, ελεεινολογώντας την κυβέρνηση που τολμά να ζητεί και ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, την ώρα που ο άλλος “έραβε”με υποδείξεις –κλισέ «να πιάσουν, επιτέλους, τους φοροφυγάδες και να πάψουν να επιβαρύνουν τα συνήθη φορολογικά υποζύγια».
Μέσα στη βεβαιότητα της ασύγγνωστης ημιμάθειας τους, ούτε οι ελεεινολογούντες, ούτε οι μυαλοπώληδες μπορούσαν να διανοηθούν ότι η φορολόγηση των παροχών σε είδος αποτελεί ένα μέτρο στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης που, αν εφαρμοστεί σωστά, μπορεί να συμβάλει στην πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής.      
Η υποκατάσταση του φορολογητέουεισοδήματος με (αφορολόγητες) παροχές άλλου είδους,οι οποίες διαδέχθηκαν τα «μαύρα» του απώτερου παρελθόντος, είναι ένα από τα συνήθη «τερτίπια» που χρησιμοποιούν μεγαλοστελέχη επιχειρήσεων για να μειώσουν τη φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση τους,επ΄ ωφελεία και της εταιρίας στην οποία εργάζονται.
Συνομολογούν ένα μέρος των αποδοχών τους να τους παρέχεται σε είδος, π.χ. πληρωμή ενοικίου, διάθεση ιδιωτικού οχήματος, εταιρική πιστωτική κάρτα για αγορές, σε τρόπον ώστε το μεν στέλεχος να απαλλάσσεται γι΄ αυτό το επιπλέον εισόδημα από φόρους και εισφορές, η δε εταιρία να καταγράφει τις συγκεκριμένες δαπάνες στα επιχειρηματικά της έξοδα και να επωφελείται μέσω και της εμφάνισης μικρότερων φορολογητέων κερδών.
Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για την έκταση του φαινομένου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, περιορίζεται σε κάποια υψηλόβαθμα στελέχη από εκείνα που παλαιότερα αποκαλούνταν «goldendoys». Με σαφήνεια, όμως, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι η φορολόγηση παροχών αυτού του είδους –που νομοθετικά προβλέπεται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 90- δεν αφορά τη μεγάλη μάζα των όλο και λιγότερο εργαζομένων σε αυτή τη χώρα.
Γι΄ αυτό και έχω την εντύπωση ότι αποτελεί μέγιστη πρόκληση για μια κοινωνία,η οποία απαρτίζεται από ενάμισι εκατομμύριο ανέργους και από σχεδόν άλλους τόσους που δουλεύουν απλήρωτοι επί πολλούς μήνες, να ακούει –κατά τεκμήριο καλοπληρωμένους- σχολιαστές να καλούν τους πολίτες σε… εξέγερση για να αποτραπεί η φορολόγηση των μεγαλοστελεχών.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Οι εκλογές και το Μαξίμου

Βούιξαν και πάλι χθες οι διάδρομοι της Βουλής από τις φήμες για προσφυγή στις κάλπες μόλις κυκλοφόρησε η είδηση για τις επικείμενες παραιτήσεις των τριών γενικών γραμματέων που προτίθενται να θέσουν υποψηφιότητα με τη Νέα Δημοκρατία στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.
Είναι απίστευτο πόσο επιδραστικό μπορεί να αποδειχθεί το μείγμα της άγνοιας με την ανασφάλεια που διακατέχει ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού –ου μην αλλά καιτου δημοσιογραφικού δυναμικού- με αποτέλεσμα να λέγονται και να γράφονται -ακόμη και πρωτοσέλιδα- απερίγραπτες μπουρδολογίες που, ενώ δεν είναι παρά φαντασιώσεις, πασάρονται ως σοβαρές πολιτικές αναλύσεις από δήθεν γνωρίζοντες τα παρασκήνια της εξουσίας.
Θα είχε ενδιαφέρον να κατέγραφε κανείς πόσες φορές έχουν τεθεί σε… εκλογική ετοιμότητα τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατά τα τελευταία δυόμισι χρόνιαπου μας χωρίζουν από τις προηγούμενες εκλογές, όπως μας θύμισαν οι παραιτήσεις των «γαλάζιων» γενικών γραμματέων, οι οποίοιπροτίθενται να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους πριν παρέλθει το δεκαοκτάμηνο που απομένει για την ολοκλήρωση της τετραετούς θητείας της παρούσας Βουλής. Κι αυτό διότιμόνον έτσι δεν θα έχουν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, κώλυμα εκλογιμότητας και θα μπορούν να είναι υποψήφιοι στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές προκηρυχθούν εφεξής.
Στοιχειώδη, λοιπόν, γνώση αν είχε κανείς των συνταγματικών διατάξεων δεν θα θεωρούσε τις περί ων ο λόγος παραιτήσεις ως ένδειξη επικείμενου εκλογικού αιφνιδιασμού. Πολύ περισσότερο που οι φερόμενοι ακόμη ως υπό παραίτηση γενικοί γραμματείας, όντας στελέχη με δεσμούς με την κυβερνητική ηγεσία και το πρωθυπουργικό περιβάλλον, μάλλον δεν θα πρόδιδαν τον υποτιθέμενο αιφνιδιασμό.
Εξίσου τραγελαφικές είναι, εξάλλου, και οι αναλύσεις που θέλουν τη σημερινή κυβέρνηση να προσφεύγει στις κάλπες για να επιδιώξει την αποκαλούμενη «αριστερή παρένθεση» στοχεύοντας κατόπιν στην ανατροπή του ΣΥΡΙΖΑ την άνοιξη επ΄ ευκαιρία της προεδρικής εκλογής,κατ΄ αντιστροφή, δηλαδή, της απειλή για μη ψήφισης κανενός υποψήφιου που επισείει στην παρούσα φάση η αξιωματική αντιπολίτευση.
Όσοι διακινούν αυτού του είδους τα σενάρια τα οποία κυκλοφορούν σε διάφορες παραλλαγές –και μάλιστα με συγκεκριμένες, μεταβαλλόμενες κάθε φορά, εκλογικές Κυριακές-, αγνοούν, πέραν από την κοινή πολιτική λογική που θέλει κάθε κυβέρνηση να εξαντλεί μέχρι τελευταίας ρανίδος το… μέλι της εξουσίας, δύο πολύσοβαρούς λόγους που αποτελούν μάλλον ανυπέρβλητη τροχοπέδη στους υποτιθέμενους σχεδιασμούς για κυβερνητικό εκλογικό αιφνιδιασμό.
Ο πρώτος λόγος είναι συνταγματικός και έχει να κάνει με την ευχέρεια –τη μοναδική ίσως που διαθέτει- του Προέδρου της Δημοκρατίας να υπογράψει την πρόωρη διάλυση της Βουλής «για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» (άρθρο 41).
Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν έχει πολλές φορές παρακαμφθεί το Σύνταγμα με την προσχηματική επίκληση διαφόρων «εθνικών θεμάτων» (συνήθως το… πολύπαθο Κυπριακό, αλλά και διάφορα άλλα) που οδήγησαν σε πρόωρες κάλπες. Στην παρούσα φάση, όμως, δύσκολα μπορεί να περιμένει κανείς από τον Κάρολο Παπούλια, που βρίσκεται στο τέλος της δεκαετούς θητείας του, να κάνει δεκτό ένα τέτοιο κυβερνητικό αίτημα.  
Ο δεύτερος λόγοςπου εμποδίζει την απρόσκοπτη ξαφνική προσφυγή στις κάλπες είναι πολιτικός και σχετίζεται με το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση αποτελείται από δύο κόμματα και άρα πρέπει να συμπέσουν τα συμφέροντά τους και να ζητήσουν από κοινού τη διάλυση της Βουλής, κάτι που δεν διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα, καθώς Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ δεν έχουν, σε αυτό το ζήτημα, συγκλίνοντα συμφέροντα.
Εφόσον, λοιπόν, δεν συμφωνήσουν οι δύο κυβερνητικοί εταίροι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών που μπορεί να μη μακρύνουν, αφού η σημερινή Βουλή, σε περίπτωση κυβερνητικής κρίσης, δύσκολα θα μπορέσει να δώσει άλλη κυβερνητική λύση, αλλά η κατάληξη θα είναι η ανάθεση της διενέργειας των εκλογών σε υπηρεσιακή κυβέρνηση.  
Σε κάθε περίπτωση και με εξαίρεση την προκήρυξη εκλογών λόγω αδυναμίας εκλογής νέου Προέδρου Δημοκρατίας, το διακύβευμα της προσφυγής σε πρόωρες εκλογές για τους κυβερνώντες είναι η παράδοση του Μεγάρου Μαξίμου σε υπηρεσιακό πρωθυπουργό και των υπουργείων σε υπηρεσιακούς υπουργούς.
Υπό αυτές τις συνθήκες, μόνον όποιος αρέσκεται να τρέφει αυταπάτες –ή απλά αναμασά όσα του σερβίρουν- μπορεί να ενστερνίζεται σενάρια για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες με κυβερνητική πρωτοβουλία πριν από τους πρώτους μήνες του 2015 που θα αποδειχθεί αν η σημερινή Βουλή μπορεί ή όχι να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Υ.Γ. Ποιος ξεχνά, άλλωστε, ότι ακόμη και ο Κώστας Καραμανλής, που, «κουρασμένος» ων, είχε αποφασίσει να παραδώσει τη διακυβέρνηση, τις εκλογές τις έκανε από το Μαξίμου;