Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

«Επί τον τύπον των ήλων» της χρεoκοπίας των κομμάτων

Το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει στο ΠΑΣΟΚ, όπως και  η αδυναμία των ηγετικών του στελεχών να διαχειριστούν την κατάσταση και να βρουν μια ευχερή λύση στο μεγάλο πρόβλημα με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι, συνιστούν, ίσως, την πιο χαρακτηριστική επιτομή της ελληνικής κρίσης.

Το ίδιο, άλλωστε, το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ, που συναντάται με ανάλογη ένταση και στα άλλα κόμματα που κυριάρχησαν τα προηγούμενα χρόνια στο πολιτικό στερέωμα, είναι αποτέλεσμα σπάταλης διαχείρισης και υπερδανεισμού, αντίστοιχου με αυτόν που κατέφευγαν οι διαχειριστές της δημοσιονομικής πολιτικής του ελληνικού δημοσίου τόσο σε κεντρικό επίπεδο, όσο και σε περιφερειακό, από τους δήμους ως τις μικρές ΔΕΚΟ.

Οι ηγεσίες των ελληνικών κομμάτων, μηδέ του ΚΚΕ εξαιρουμένου που είχε τη φήμη του, από κάθε άποψη, πιο οργανωμένου σχηματισμού, έκαναν, με χρήματα προερχόμενα, κυρίως, από την κρατική επιχορήγηση, «πολυτελείς» προεκλογικές καμπάνιες και συντηρούσαν κομματικούς στρατούς –τα λεγόμενα «επαγγελματικά» στελέχη, που, όπως αποδείχθηκε, στην πλειονόητητά τους μόνον «επαγγελματίες» δεν ήταν.

Γιατί, αλήθεια, τι σόι «επαγγελματίες» μπορεί να ήσαν εκείνοι που ξόδευαν ασύστολα και όταν δεν τους αρκούσε η διόλου ευκαταφρόνητη κρατική επιχορήγηση, όπως και οι «άδηλες ενισχύσεις» που έμπαιναν στα κομματικά ταμεία, κατέφευγαν στον τραπεζικό δανεισμό;  Όπως οι ιθύνοντες για τον δημόσιο κορβανά, έτσι και οι υπεύθυνοι για τα οικονομικά των κομμάτων, αδιαφορώντας για την υποθήκευση του ίδιου του μέλλοντός τους, συσσώρευαν χρέη που ήταν αδύνατο να εξυπηρετηθούν, ακόμη και αν, στο μεταξύ, δεν είχε επέλθει η οικονομική κρίση του ελληνικού δημοσίου.

Οι ομοιότητες, όμως, του τρόπου λειτουργίας των κομμάτων με τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα, δεν σταματούν μόνον στις αιτίες, εξαιτίας των οποίων προκλήθηκε το οικονομικό αδιέξοδο. Επεκτείνεται –και ίσως αυτό είναι σημαντικότερο, γιατί αναδεικνύει βαθύτερα ζητήματα- και στην αδυναμία αντιμετώπισης του.

Με την ίδια επιμονή που πολλοί συνέλληνες αρνούνται να παραδεχθούν τι συνέβαινε όλα τα προηγούμενα χρόνια στη χώρα, μπερδεύοντας το αίτιο με το αιτιατό (το αν δηλαδή η κρίση έφερε το μνημόνιο ή το αντίθετο) και βολεύονται με το να φορτώνουν την κρίση σε «άλλους» (γενικώς…), βλέπουμε τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ –που στην προκειμένη περίπτωση κολλάει απόλυτα το παγκάλειο «όλοι μαζί τα φάγανε»- να επιδίδονται σε ανούσιους καβγάδες μετάθεσης των αδιαμφισβήτητων ευθυνών τους.

Αντί, λοιπόν, να καθήσουν γύρω από ένα τραπέζι και να βάλουν κάτω τα χαρτιά τους για να δουν που πήγαν όλα αυτά τα εκατομμύρια τα οποία σπαταλήθηκαν, να αναζητήσουν τυχόν υπαίτιους που μπορεί να «έβαλαν το χέρι στο βάζο με το μέλι» και, σε κάθε περίπτωση, να εφαρμόσουν οι ίδιοι ένα δικό τους «μνημόνιο» που θα τους βγάλει από την κρίση, καταφεύγουν σε μικροκομματικά παιχνιδάκια με ένθεν κακείθεν διαρροών, που, εν τέλει, ζημιώνουν όλους τους. 

Η εντύπωση που δημιουργείται από τους χειρισμούς που γίνονται στην Ιπποκράτους, αλλά, λίγο ως πολύ, και στα άλλα κομματικά επιτελεία, είναι ότι το ελληνικό κομματικό σύστημα δεν έχει αντιληφθεί πως, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει για τις χώρες-και μάλιστα όχι για όλες, αλλά για τις λίγες και «τυχερές» που είναι σε κοινή νομισματική ένωση- για τα κόμματα δεν έχουν επινοηθεί μηχανισμοί οικονομικής στήριξης.

Υπό αυτή την έννοια, η χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας, που ήταν «ελεγχόμενη», χάρις στην έξωθεν οικονομική βοήθεια, θα μοιάζει «παραδεισένια» λύση μπροστά στην επερχόμενη άτακτη χρεοκοπία των ελληνικών κομμάτων, οι ηγεσίες των οποίων ελάχιστα πράττουν για να την αποφύγουν, περιμένοντας από «άλλους» –ποιους άραγε;- να «βγάλουν το φίδι από την τρύπα» ή -μέρες που είναι- να βάλουν το χέρι τους «επί τον τύπον των ήλων».

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 7.5.2013)

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Το πολυνομοσχέδιο έδειξε για ποιον δουλεύει ο χρόνος

Μπορεί το Κοινοβούλιο να μην έζησε τις καλύτερες του στιγμές, το τελευταίο διήμερο, οπότε κλήθηκε να αποδεχθεί -μετις συνήθεις, πλέον, συνοπτικές διαδικασίες- ένα ακόμη επιβεβλημένο, κατά το μέγιστο μέρος του, από τους δανειστές μας πολυνομοσχέδιο, από τις«ταραγμένες», ωστόσο, συζητήσεις που έγιναν το Σαββατοκύριακο, όπως και από την καταληκτική χθεσινοβραδινή ψηφοφορία, μπορεί να εξαχθούν ορισμένα αξιοπρόσεκτα πολιτικά συμπεράσματα.
Το πρώτο συμπέρασμα είναι η επιβεβαίωση της κυβερνητικής συνοχής, αφού, αν εξαιρέσει κανείς την (μάλλον ευεξήγητη) καταψήφιση από τον κ. Ανδρέα Λοβέρδο, ο οποίος ήταν εμφανές ότι ήθελε να κάνει με τον τρόπο αυτό αισθητή τηνέα «περπατησιά» που έχει ανοίξει, το πολυνομοσχέδιο υπερψηφίστηκε χωρίς νέες απώλειες από την τρικομματική κοινοβουλευτική συμμαχία.
Πέρα, όμως, από την αριθμητική διάσταση της κυβερνητικής συνοχής, ακόμη πιο σημαντική υπήρξε η επί της ουσίας ταύτιση των τριών κυβερνητικών κομμάτων, που διαδέχθηκε το μπαράζ των ενδοκυβερνητικών αρρυθμιών και συγκρούσεων, οι οποίες καταγράφηκαν τις προηγούμενες ημέρες.Η ατμόσφαιρα στη Βουλή το τελευταίο διήμεροήταν εντελώς διαφορετικήαπό ανάλογες συζητήσεις του πρόσφατου παρελθόντος και οι έριδες που προηγήθηκαν είχαν,  ίσως και λόγω του επικείμενου ανασχηματισμού, εμφανώς υποχωρήσει.
Βοηθούντος προφανώς και του γεγονότος ότι ήταν το πρώτο μνημονιακό νομοθέτημα χωρίς οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων και με τις θετικές ρυθμίσεις να υπερτερούν, επίσης για πρώτη φορά, των αρνητικών, τα κοινοβουλευτικά στελέχη των κυβερνητικών κομμάτων μπόρεσαν να σταθούν αξιοπρεπώς στη Βουλή και να υπερασπιστούν τις επιλογέςτους, ακόμη και όταν κατέγραφαν επιμέρους ενστάσεις.
Την ίδια ώρα, οι κυβερνητικοί ιθύνοντες –ακόμη και ο συνήθως «απορριπτικός» υπουργός Οικονομικών κ. Γιάννης Στουρνάρας- έδειξαν ευελιξία απέναντι στα αιτήματα που προέβαλαν οι κοινοβουλευτικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, οι οποίες κατάφεραν να«περάσουν» ορισμένες –μάλλον συμβολικές, επί της ουσίας- διατάξεις, ικανές, όμως, να δικαιολογήσουν τη συμμετοχή τους στο κυβερνητικό σχήμα και τη στήριξη που παρέχουν. 
Απέναντι σε όλα αυτά, ηαντιπολίτευση δεν πρωτοτύπησε. Ακολουθώντας για μια ακόμη φορά την «πεπατημένη», έδωσε μάχες οπισθοφυλακώνκαι τα στελέχη της έριξαντο μεγαλύτερο βάρος της επιχειρηματολογίας τους σε διαμαρτυρίες για την κοινοβουλευτική διαδικασίακαι σε καταγγελίες για «πραξικοπήματα» και «εκτροπές», πανομοιότυπες με αυτές που δεκάδες φορές έχουν γίνει τα τελευταία τρίαμνημονιακά χρόνια.
Η συνεχής και επαναλαμβανόμενη, ωστόσο,προβολή διαδικαστικών ζητημάτων, ακόμη και όταν αφορούν βάσιμη επίκληση συνταγματικών παραβιάσεων, εκτός του ότι αποδεικνύεται πολιτικά ατελέσφορη μέθοδος για την παρεμπόδιση της νομοθετικής λειτουργίας της κυβέρνησης, μαρτυρά στρατηγικό αδιέξοδο, κυρίως όταν η ακολουθούμενη τακτική δεν συνοδεύεται με εναλλακτικές και πρακτικά εφαρμόσιμες προτάσεις.
Η γενικόλογη, για παράδειγμα, υπεράσπιση του σημερινού status στη δημόσια διοίκηση, μπορεί πιθανότατα να ακούγεται ευχάριστα σε μια –μάλλον μικρή- μερίδα υπηρετούντων σε αυτό, που, δικαιολογημένα, ίσως, ανησυχούν για τις θέσεις τους, δεν οικοδομεί, όμως, συμμαχία με την κοινωνία, η πλειονότητα της οποίας δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι θέλει να αλλάξει ηυφιστάμενη κατάσταση.
Αντί, όμως, η αντιπολίτευση –και κυρίως η αξιωματική, από την οποία οι πολίτες έχουν δικαίως περισσότερες προσδοκίες και απαιτήσεις- να υποβάλει τις δικές της προτάσεις γι΄ αυτή την αλλαγή, ματαιοπονούσε επιμένοντας να επιχειρηματολογεί για το πως ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης κ. Αντώνης Μανιτάκης,όντας καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, δεν… τηρεί το Σύνταγμα.
Ματαιοπονία, εξάλλου, μέλλει να αποδειχθεί και η μετάθεση –από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέξη Τσίπρα- του χρόνου ανατροπής της κυβέρνησης για τον Ιούνιο, όπως νωρίτερα είχε προσδιοριστεί για τον περασμένο Μάρτιο και πιο πριν για τον παρελθόντα Νοέμβριο. Και με πιθανότερη εκδοχή τον Ιούνιο να μετατεθεί, εκ νέου, αυτή τη φορά για τον Οκτώβριο και πάει λέγοντας.
Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα του τελευταίου κοινοβουλευτικού διημέρου είναι ότι όσο η κυβέρνηση θα βάλλεται από την αντιπολίτευση για διαδικαστικά θέματα και όσο στα συχνά  λάθη, τις αβελτηρίες και τις προχειρότητες των κυβερνητικών δεν θα αντιπαραβάλλεται μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση εξουσίας, ο χρόνος, μάλλον, θα δουλεύει υπέρ της τρικομμματικής.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 29.4.2013)

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Το φθηνό άλλοθι

«Μισογεμάτο» δήλωσε ότι βλέπει το «ποτήρι» της ελληνικής κρίσης ο «πολύς» κ. Πόουλ Τόμσεν, με την τελευταία του παρέμβαση από την έδρα του ΔΝΤ, επιμένοντας ότι, κατά την άποψή του, το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας εξακολουθεί να είναι η φοροδιαφυγή και εστιάζοντας κυρίως στο ζήτημα της φορολογικής διοίκησης, δηλαδή στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό.
Είναι αλήθεια  ότι δεν είναι πολύ εύκολο να αντιλέξει κανείς ότι όντως η φοροδιαφυγή αποτελεί ένα από τα μεγάλα προβλήματα, που έρχεται από το παρελθόν και, αναμφισβήτητα, εντείνει την ανισότητα μεταξύ των πολιτών, στο βαθμό που κάποιοι αποκτούν εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλουν τους αναλογούντες φόρους ή και τις ασφαλιστικές εισφορές, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός που καλείται να καλύψει τα ελλείμματα των Ταμείων.
Έχω, ωστόσο, την αίσθηση ότι αυτού του είδους οι διαπιστώσεις, τις οποίες, εκτός από τον κ. Τόμσεν, κάνουν και άλλοι εκπρόσωποι των εταίρων και δανειστών μας, δεν είναι παρά μια «βολική αλήθεια», ένα, αν θέλετε, άλλοθι που αναζητούν οι εμπνευστές του υπερβολικά υφεσιακού προγράμματος που εφαρμόζεται εδώ και τρία χρόνια στην Ελλάδα.
Δεν ξέρω ποια είναι η πληροφόρηση που έχουν η Γερμανίδα καγκελάριος κυρία Άγκελα Μέρκελ (παλαιότερα είχε γίνει γνωστό ότι έχει κάθε πρωί στο γραφείο της αποδελτίωση του ελληνικού Τύπου) και η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ κυρία Κριστίν Λαγκάρντ, που σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβάνουν το στερεότυπο «να πληρώσουν οι πλούσιοι Έλληνες», αλλά όποιος ζει σε τούτη τη χώρα ξέρει –ή οφείλει να ξέρει- ότι προσεγγίσεις αυτού του τύπου γίνονται για λαϊκή –λαϊκίστικη, καλύτερα- κατανάλωση.
Τους φόρους, εξάλλου, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και στη Γερμανία και σχεδόν παντού στον σύγχρονο κόσμο, είναι γνωστό ότι  δεν τους πληρώνουν οι πλούσιοι, στους οποίους το καπιταλιστικό σύστημα δίνει πολλούς τρόπους για να τους αποφύγουν (of shore, π.χ.). Και σε κάθε περίπτωση οι έλληνες πλούσιοι, κάνουν ότι κάνουν και οι άλλοι πλούσιοι, φοροδιαφεύγουν δηλαδή και μεταφέρουν τα λεφτά τους σε διάφορους «παραδείσους», που, εφόσον δεν είναι η ανίσχυρη Κύπρος, μια χαρά εξασφαλίζονται, όποια εθνικότητα και αν έχουν.
Η «άβολη αλήθεια», όμως, την οποία δεν θέλουν να αναγνωρίσουν ο κ. Τόμσεν και οι κυρίες Μέρκελ και Λαγκάρντ στις, δήθεν, ηθικές τους παραινέσεις προς τους Έλληνες πλουσίους είναι ότι –ηθελημένα, μάλλον- αγνοούν τους λόγους για τους οποίους στην παρούσα φάση πάρα πολλά νοικοκυριά στην Ελλάδα δεν εκπληρώνουν τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις τους, όπως και εκατοντάδες χιλιάδες μικρές και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις που υποχρεώνονται να έχουν απλήρωτους τους εργαζόμενους τους. Και οι λόγοι αυτοί σχετίζονται ευθέως με το φαύλο κύκλο της λιτότητας που επιβάλουν εμμονικά, αδιαφορώντας για τα οικονομικά ερείπια που επισωρεύονται καθημερινά.
Ακόμη και  αν προσπεράσει κανείς την υπερφορολόγηση που οδηγεί και συνεπείς πολίτες να έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη για πάμπολλες επιχειρήσεις, οι οποίες, ενώ κατά τα λοιπά είναι υγιείς και με λειτουργικά κέρδη, απειλούνται με οικονομική καταστροφή, είτε επειδή το ελληνικό δημόσιο δεν είναι ανταποκρίνεται στις δικές του υποχρεώσεις, είτε διότι άλλες επιχειρήσεις τούς μετακυλύουν τα δεινά προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν.
Επιπλέον, όταν τρία χρόνια τώρα η ελληνική επιχειρηματική τάξη είναι σχεδόν πλήρως αποκλεισμένη από την πίστωση, καθώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί, ενώ την ίδια ώρα όσοι συναλλάσσονται με το εξωτερικό πρέπει να διαθέτουν ρευστό για να συνάψουν συμφωνίες, αντιλαμβάνεται κανείς ότι εκεί θα έπρεπε να δοθεί βάρος αν υπήρχε ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.
Δεν αναρωτιέται, για παράδειγμα, κανείς τους γιατί, ενώ το τελευταίο διάστημα τόσοι πολλοί επιχειρηματίες –που αρκετοί εξ αυτών στο παρελθόν, είναι αλήθεια, ότι μπορεί να είχαν ασυλία- οδηγούνται στα ανακριτικά γραφεία ή και στις φυλακές, τα έσοδα του δημοσίου δεν αυξάνονται. Είναι, άραγε, τόσο δύσκολο να αντιληφθούν ότι οι δρακόντειες ποινές, ακόμη και όταν είναι επιβεβλημένες για να λειτουργούν εκφοβιστικά, δεν φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα;
Όσο, λοιπόν, οι εκπρόσωποι των εταίρων και δανειστών μας επιμένουν, με τις απειλές για μη καταβολή των επόμενων δόσεων, να μην επιτρέπουν να προχωρήσει ο συμψηφισμός, έστω, των υποχρεώσεων του δημόσιου προς τους ιδιώτες, αλλά, κυρίως, να εμποδίζουν μια λειτουργική ρύθμιση των συσσωρευμένων χρεών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που αντικειμενικά δεν μπορεί να εξοφληθούν εφάπαξ, το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί.
Και μπορεί ο κ. Τόμσεν, επειδή δεν θέλει να παραδεχθεί την αποτυχία του ίδιου και των ομοϊδεατών του, να ισχυρίζεται ότι βλέπει το ποτήρι «μισογεμάτο», μικρή νομίζω σημασία έχει ο ισχυρισμός του, όταν όλοι εμείς που υφιστάμενοι με διάφορους τρόπους –ανεργία, λουκέτα, δουλειά χωρίς αμοιβή και πάει λέγοντας- τις συνέπειες των εμμονών του ίδιου και των συν αυτώ, το βλέπουμε όπως πραγματικά είναι, δηλαδή «μισοάδειο».
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 22.4.2013)

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

«Είμαστε όλοι Βοστωνέζοι»

Συγκλονίζει κάθε εχέφρονα άνθρωπο το τυφλό τρομοκρατικό χτύπημα στον Μαραθώνιο της Βοστώνης. Το γεγονός μάλιστα ότι εκδηλώθηκε σε μια αθλητική διοργάνωση, μια κατ΄ εξοχήν, δηλαδή, ειρηνική εκδήλωση που παραπέμπει στην αρχαιοελληνική ευγενή άμιλλα, κάνει τον συγκλονισμό ακόμη μεγαλύτερο.
Είναι δύσκολο έως αδύνατο να ερμηνεύσει κανείς κίνητρα και να βρει εξηγήσεις για τους οργανωτές τέτοιων αποτρόπαιων σχεδίων. Ακόμη και ο ιδεολογισμός φανατισμός ή η θρησκευτική μισαλλοδοξία δεν μοιάζουν επαρκείς δικαιολογίες για να χωρέσει ανθρώπινος νους το αιματοκύλισμα μιας γιορτής συναδέλφωσης.
Ο αδιανόητος σκοταδισμός και η ασύλληπτη τύφλωση που αναδύεται μέσα από τέτοιες πράξεις μόνον την ομόθυμη καταδίκη μπορεί να προκαλεί και όσο και αν μοιάζει «στερεότυπο» θεωρώ ότι αυτό που περισσότερο μπορεί να εκφράσει κάθε πολίτη που σέβεται τον εαυτό του είναι το «είμαστε όλοι Βοστωνέζοι».
Γιατί, πέραν του αναμφισβήτητου συγκλονισμού που αισθάνεται κανείς βλέποντας στις οθόνες του τραυματισμένα παιδιά, η «ψυχρή», αν θέλετε, λογική οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συνέπειες τέτοιων τυφλών τρομοκρατικών πράξεων επηρεάζουν με τον ένα ή τον άλλο την καθημερινότητα όλων μας.
Ποιος μπορεί, άλλωστε, να ξεχάσει πόσες δυσκολίες έφερε παντού στον πλανήτη το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001; Δεν αναφέρομαι μόνον στις αφορμές που έδωσε για τις πολεμικές εκστρατείες στις οποίες επιδόθηκε η τότε υστερική αμερικανική ηγεσία, με αποτελέσματα που –λιγότερο ή περισσότερο- τα πληρώσαμε όλοι μας, όπως, για παράδειγμα, με τη διατήρηση στα ύψη της τιμής του πετρελαίου.
Εστιάζω κυρίως στις ισχυρές πιέσεις που δέχθηκε η χώρα μας για τα περιβόητα συστήματα ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, που εκτίναξαν το κόστος τους, επ΄ ωφελεία εταιριών που πουλούσαν «προστασία». Και θυμίζω επιπλέον πόσες κάμερες χρειάστηκε να μπουν παντού, κάνοντας πραγματικότητα τον εφιάλτη του «Μεγάλου Αδελφού» και πόσο δυσκολότερα έγιναν έκτοτε τα αεροπορικά ταξίδια με τους ελέγχους που καθιερώθηκαν παντού.
Είναι σίγουρα πολύ νωρίς ακόμη για να εκτιμήσει κανείς τις επιπτώσεις που θα επιφέρει η νέα αυτή «ασύμμετρη απειλή» κατά των απλών ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη που συνιστά το τυφλό χτύπημα της Βοστώνης.
Tο μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε και να ευχόμαστε είναι η αντίδραση της αμερικανικής ηγεσίας να χαρακτηρίζεται αυτή τη φορά από την ψυχραιμία, που διακρίνει το σύνολο της πολιτικής του Προέδρου Ομπάμα. Και που είναι βέβαιο ότι θα κάνει αποτελεσματικότερη την πάταξη των «δυνάμεων του σκότους» που βρίσκουν «δικαίωση» όταν αντιμετωπίζονται με τα δικά τους «όπλα» που δεν είναι άλλα από το μίσος και την καταπάτηση δικαιωμάτων.

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 16.4.2013)

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

«Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας»

Θα είχε ενδιαφέρον να καταμετρούσε κανείς πόσες φορές από το περασμένο καλοκαίρι που ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις της σημερινής κυβέρνησης με την τρόικα, έχει δώσει ο υπουργός Οικονομικών κ. Γιάννης Στουρνάρας την ίδια στερεότυπη απάντηση που έδωσε την Κυριακή, καθώς έβγαινε –για… εκατοστή ίσως φορά- από το Μέγαρο Μαξίμου, επαναλαμβάνοντας ότι «υπάρχει σημαντική πρόοδος».
Όσο και αν είναι κατανοητό ότι μέσα στα «καθήκοντα» του επικεφαλής του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης είναι να δείχνει ψύχραιμος και να προκαλεί με τη δημόσια εικόνα του αίσθημα –τεχνητής, έστω- αισιοδοξίας, έχω την εντύπωση ότι η όλη η υπόθεση έχει πλέον καταντήσει παρά πολύ κουραστική, πιο κουραστική ίσως και από την καταμέτρηση των «κλισέ» δηλώσεων του κ. Στουρνάρα.
Δεν ξέρω πόσο πραγματικά εξυπηρετούν όλα αυτά την προσπάθεια να δημιουργηθεί κλίμα πολιτικής σταθερότητας, αλλά εκείνο που με βεβαιότητα μπορώ να ισχυριστώ είναι ότι, η παράταση του σήριαλ υπό τον τίτλο «πρόοδος στις διαπραγματεύσεις» με την τρόικα, εκτός από την δεδομένη απέχθεια των πολιτών, βλάπτει σοβαρά την οικονομική σταθεροποίηση.
Οκτώ μήνες τώρα η χώρα αντί για την πολυπόθητη επανεκκίνηση της οικονομίας, μετρά καθημερινά εκατόμβες νέων ανέργων, την ίδια ώρα που χιλιάδες άλλοι οι οποίοι αν και –υποτίθεται ότι- εργάζονται μένουν απλήρωτοι, αφού οι επιχειρήσεις που τους απασχολούν πνίγονται από την έλλειψη ρευστότητας που τροφοδοτείται (και) από την παρατεινόμενη τραπεζική κρίση.
Λίγες μόνον ώρες, άλλωστε, μετά την τελευταία περί… προόδου διαπίστωση του κ. Στουρνάρα, ήρθε μια ακόμη ανατροπή στα κυβερνητικά σχέδια με την απαίτηση, όπως φαίνεται, της τρόικας να ματαιωθεί η συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με την Eurobank, ματαίωση που οι συνέπειες βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον θα είναι τεράστιες, αφού ρίχνει πολύ νερό στον μύλο της οικονομικής αβεβαιότητας και ανασφάλειας.
Δεν είμαι από εκείνους που θα βιαστούν να ρίξουν το εύκολο «ανάθεμα» στη μια ή στην άλλη πλευρά, δηλαδή στην κυβέρνηση ή στην τρόικα, πλην, όμως, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχουν σοβαρές ευθύνες για το «φιάσκο» της  τραπεζικής συγχώνευσης, ευθύνες που πρέπει να καταλογιστούν σε εκείνους στους πραγματικά ανήκουν.
Δεν μπορεί τη μια στιγμή να είναι "σπουδαίο γεγονός" η ένωση των δυνάμεων των δύο πιστωτικών ιδρυμάτων και σε λίγους μήνες να συνιστά "καταστροφή". Κάποιος πρέπει να εξηγήσει τι άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες και ποια συμφέροντα ήταν εκείνα που προώθησαν το σχέδιο και ποιοι εξυπηρετούνται τώρα που πάει στράφι το εγχείρημα.   
Εδώ, ωστόσο, που έχουν φθάσει τα πράγματα, το πιο σημαντικό –όχι μόνον σε σχέση με τον τραπεζικό «γάμο» που δεν έγινε- είναι να αντιληφθεί η κυβέρνηση, την οποία ψήφισε ο ελληνικός λαός και όσοι από τον πολιτικό κόσμο την απαρτίζουν θα κριθούν στις επόμενες εκλογές, ότι μόνον μια επιλογή έχει: να βάλει το συντομότερο δυνατό ένα τέλος στο «μαρτύριο της σταγόνας», στο οποίο υποβάλει την ίδια η τρόικα και εκείνη με τη σειρά της τους έλληνες πολίτες.
Η διαιώνιση της σημερινής κατάστασης, που θυμίζει τον ευρηματικό τίτλο «όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» (του πολύ ωραίου μυθιστορήματος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη), μόνον (οικονομικά) ερείπια επισωρεύει, σε βαθμό δε τέτοιο που σε λίγο δεν θα έχει μείνει τίποτε όρθιο…
Υ.Γ.: Την επόμενη φορά που θα βγει από το Μαξίμου ο υπουργός Οικονομικών ας δοκιμάσει να μην επαναλάβει το «υπάρχει πρόοδος». Μπορεί να του φέρει… γούρι και την (μεθ)επόμενη φορά να μπορέσει να ανακοινώσει το τέλος των διαπραγματεύσεων.

(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 8.4.2013)

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Οι έρευνες και οι ελπίδες

           Οι αποκαλύψεις για το διακομματικό «φαγοπότι» που γινόταν επί χρόνια στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου, όπως και οι καταγγελίες που έρχονται στο φως για ενδεχόμενη εκμετάλλευση από ισχυρούς παράγοντες του νησιού της «εσωτερικής πληροφόρησης» για τις συνέπειες της πιθανολογούμενης από καιρό απόφασης για «κούρεμα» των καταθέσεων, επιβεβαιώνει όλους όσοι εξ αρχής υποστήριξαν –και ανάμεσά τους και τούτη εδώ η στήλη- ότι η ευθύνη για τη νέα «κυπριακή τραγωδία» ανήκει στο ακέραιο στην πολιτική ηγεσία της χώρας που όλα τα προηγούμενα χρόνια μοίραζε και μοιραζόταν προνόμια.
           Σε συνέχεια, ίσως, της εντυπωσιακής ωριμότητας με την οποία αντέδρασαν οι Κύπριοι πολίτες, διαψεύδοντας όσους είχαν σπεύσει να προεξοφλήσουν ότι το πολυήμερο κλείσιμο των τραπεζών θα οδηγούσε σε «αργεντινοποίηση» της Μεγαλονήσου, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η ταχύτητα με την οποία κινήθηκε η κυπριακή ηγεσία στο ζήτημα της διερεύνησης των ευθυνών για την κατάρρευση των τραπεζών που παρέσυρε στην πτώση της ολόκληρη την οικονομία του νησιού.
           Ο διορισμός της τριμελούς Ερευνητικής Επιτροπής, που απαρτίζεται από τρεις έμπειρους πρώην δικαστές, οι οποίοι διαθέτουν όλα τα εχέγγυα ότι θα λειτουργήσουν με ανεξαρτησία και ευθυκρισία, γεννά βάσιμες ελπίδες –πρωτίστως στους ίδιους τους Κύπριους πολίτες-ότι θα γίνει πραγματική και εις βάθος διερεύνηση της υπόθεσης και δεν θα επιχειρηθεί «κουκούλωμα» των ευθυνών για όλους όσοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνέβαλαν στην οικονομική καταστροφή.
           Σε αντίθεση, εξάλλου, με την Ελλάδα, στην οποία η (υποτιθέμενη) διερεύνηση σκανδάλων, δεκαετίες τώρα, είναι εξ αρχής «βραχυκυκλωμένη», καθώς ανατίθεται σε διακομματικές –Εξεταστικές ή Προανακριτικές- Επιτροπές, που, εκ των πραγμάτων, υποταγμένες στις κομματικές σκοπιμότητες, στην Κύπρο υπάρχει ισχυρό προηγούμενο ανεξάρτητης έρευνας που έφερε εις πέρας το έργο της.
           Μετά την καταστροφική έκρηξη που προκλήθηκε το καλοκαίρι του 2011 στη Ναυτική Βάση στο Μαρί από πυρομαχικά που ήταν αποθηκευμένα στο ύπαιθρο, ο κορυφαίος νομικός κ. Πόλυς Πολυβίου, στον οποίο ανατέθηκε η έρευνα για την υπόθεση, δεν δίστασε να ανακρίνει και κατόπιν να καταλογίσει ευθύνες στον Πρόεδρο Χριστόφια, ο οποίος τον είχε διορίσει.
           Mπορεί ο κ. Χριστόφιας να μην αποδέχθηκε το πόρισμα που τον ενοχοποιούσε, οι συνέπειες, ωστόσο, για εκείνον ήταν τέτοιες που τον υποχρέωσαν να τερματίσει πρόωρα την πολιτική του καριέρα.
           Έχω την αίσθηση ότι ο τρόπος με τον οποίο κινούνται οι κυπριακές αρχές, με τον διορισμό της ανεξάρτητης Ερευνητικής Επιτροπής, εναρμονίζεται πλήρως με το ισχυρό λαϊκό αίτημα για κάθαρση και απόδοση ευθυνών στους υπαίτιους της βαρύτατης κρίσης που έπληξε τη χώρα.
           Και δεν θα εκπλαγώ αν οι έρευνες της κυπριακής Επιτροπής καταλήξουν πολύ πριν από τη «δική μας» Προανακριτική για τη λίστα Λαγκάρντ, η οποία, αν και αφορά μια… λεπτομέρεια της πολύπτυχης κρίσης που κρατά καθηλωμένη την Ελλάδα, «βαλτώνει» επειδή έχει εμπλακεί στις μικροκομματικές μυλόπετρες και τα αξεπέραστα θεσμικά αδιέξοδα του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος της χώρας μας.
           Υπό αυτήν την έννοια, όχι μόνον δεν θα εκπλαγώ αλλά θεωρώ σχεδόν δεδομένο ότι η κυπριακή οικονομία, η οποία επλήγη πιο βάναυσα και πιο ξαφνικά από την ελληνική, είναι δυνατόν να ανακάμψει πολύ νωρίτερα από την δική μας.

(Δημοσιεύθηκε στο www.protethema.gr στις 2 Απριλίου 2013)

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Πειραματισμοί και μαθήματα από την κυπριακή τραγωδία

            Σε αντίθεση με τις θετικές επιστήμες, στις θεωρητικές και δη στις ανθρωπιστικές, όπως είναι η οικονομική και η πολιτική επιστήμη, δεν χωρούν πειράματα. Η αντοχή των υλικών, για παράδειγμα, την οποία μπορεί να δοκιμάσει ένας φυσικός, οδηγεί σε αξιωματικά συμπεράσματα και στη διατύπωση γενικών νόμων που ισχύουν παντού και πάντοτε.
            Με τους ανθρώπους, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Αφενός, διότι το υποκείμενο του πειράματος μπορεί να μην αντέξει την πειραματική δοκιμασία. Αφετέρου, επειδή οι συμπεριφορές των ανθρώπων δεν είναι ομοιόμορφες και επηρεάζονται από καταστάσεις που δεν αναλύονται εργαστηριακά. Με αποτέλεσμα η εκτέλεση του κοινωνικού πειράματος να καταλήγει τις περισσότερες φορές σε έναν ατελέσφορο πειραματισμό που το μόνο που επιτυγχάνει είναι να προκαλεί ανήκεστο βλάβη στο ίδιο το πειραματόζωο.
            Υπό αυτή την έννοια, η Κύπρος αποτέλεσε αυτές τις μέρες, όπως είχε συμβεί παλαιότερα με την Ελλάδα, θύμα επικίνδυνων πειραματισμών στους οποίους επιδίδονται οι φανατικοί αλχημιστές του Βερολίνου και των Βρυξελλών και που το αποτέλεσμα τους, αν εξαιρέσει κανείς τη δεδομένη κοινωνική καταστροφή που προκαλούν, είναι αβέβαιο που θα οδηγήσουν την Κύπρο, την Ελλάδα, την Ευρώπη ολόκληρη. 
Το μόνο, εξάλλου, βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας κυπριακής τραγωδίας, με τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις, στην οποία, όμως, εκτός από τους εγκληματικούς ευρωπαϊκούς πειραματισμούς, μεγάλη συμβολή είχαν, δυστυχώς, και οι αστόχαστα καταστροφικοί ερασιτεχνισμοί της κυπριακής ηγεσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρώντας μια –εν βρασμώ, ίσως- σύνοψη του τελευταίου δεκαήμερου που συγκλόνισε την Κύπρο, νομίζω ότι μπορεί κανείς να καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα - «μαθήματα» που εξάγονται από τα γεγονότα και έχουν ευρύτερη σημασία και διαχρονική αξία.
Μάθημα πρώτο: Στον «λάκκο των λεόντων» δεν πας με μοναδική ασπίδα τις δημόσιες σχέσεις. Όπως αποδείχθηκε ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης, βασιζόμενος στην προεκλογική στήριξη που του παρέσχε η Άνγκελα Μέρκελ, προσήλθε… χαρωπός στο Eurogroup της 15ης Μαρτίου, θεωρώντας ότι θα εξασφάλιζε χωρίς ανταλλάγματα τη βοήθεια που ζητούσε. Έφυγε, εν τέλει, με τα αυτιά κατεβασμένα όταν του ζήτησαν να αναιρέσει τη μόνη ουσιώδη δέσμευση που είχε αναλάβει προεκλογικά και ήταν ότι δεν θα δεχθεί το «κούρεμα» καταθέσεων.
Μάθημα δεύτερο: Χωρίς επεξεργασμένη εναλλακτική πρόταση, δεν καταφεύγεις σε λεονταρισμούς, αφού η όποια διαπραγματευτική δύναμη διαθέτεις εκμηδενίζεται. Αν βαρύνεται περισσότερο με κάτι από όλα όσα έγιοναν η σημερινή ηγεσία της Κύπρου είναι ότι δεν είχε μελετήσει το θέμα που κλήθηκε να χειριστεί. Το… νεροπίστολο των μελλοντικών ενεργειακών αποθεμάτων που προέταξε απέναντι στο υπερόπλο της άμεσης και άτακτης χρεοκοπίας, που κρατούσαν οι αντίπαλοί της, ήταν από την αρχή βέβαιο ότι δεν θα έφερνε αποτέλεσμα.
Μάθημα τρίτο: Η υπερτίμηση της γεωπολιτικής θέσης οδηγεί σε ταπείνωση. Αυτό ακριβώς συνέβη με το βεβιασμένο και απαράσκευο ταξίδι στη Μόσχα του μοιραίου υπουργού Οικονομικών Μιχάλη Σαρρή. Αν μη τι άλλο, ο ίδιος και όποιοι άλλοι πήραν αυτή την απόφαση αυτή, όφειλαν να ρωτήσουν τους προκατόχους τους και να μην φαντασιώνονται ότι θα μπορούσε από τη μια στιγμή στην άλλη να αλλάξουν οι πολύπλοκες στρατηγικές συμμαχίες μιας μεγάλης χώρας, όπως είναι η Ρωσία.   
Μάθημα τέταρτο: Η έλλειψη ψυχραιμίας δεν υπήρξε ποτέ καλός σύμβουλος στην αντιμετώπιση κρίσεων. Ο πανικός από την οποίο κατελήφθησαν οι ιθύνοντες της Λευκωσίας μετά τις αρχικές σκληρές απαιτήσεις των εταίρων και των δανειστών της, τους στέρησε τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν –όσο ήταν δυνατόν- το αρχικό σχέδιο και να αναλογιστούν τις χειρότερες συνέπειες της απόλυτης άρνησης τους που πολύ γρήγορα βρήκαν μπροστά τους.
Μάθημα πέμπτο: Οι καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων κοστίζουν πανάκριβα. Στην κοστοβόρα αβελτηρία του τέως προέδρου Δημήτρη Χριστόφια να λάβει μόνος του τα ενδεδειγμένα μέτρα (στον τραπεζικό και όχι μόνον τομέα) που θα έβγαζαν τη χώρα από την κρίση, προστέθηκαν οι αστείοι ελιγμοί της σημερινής κυβέρνησης που ενέτειναν το πρόβλημα. Έτσι, ο λογαριασμός που καλούνται τώρα να πληρώσουν οι πολίτες της κυπριακής Δημοκρατίας είναι σαφώς μεγαλύτερος και πιο επώδυνος.
Αν, πάντως, έχουν κάποια σημασία, στην παρούσα συγκυρία, όλα αυτά τα «μαθήματα», δεν είναι για να καταλογιστούν οι αναμφισβήτητες ευθύνες. Είναι, πρωτίστως, για να αντιληφθούμε όλοι –και κυρίως η κυπριακή ηγεσία- για το τι πραγματικά συνέβη και πως οδηγήθηκαν τα πράγματα στη τραγική διάσταση που πήραν μετά τις τελευταίες αποφάσεις.  Στο τέλος – τέλος, ο καπιταλισμός είναι καπιταλισμός και για το μόνο που δεν διακρίνεται είναι για τον συναισθηματισμό και τη φιλανθρωπία του…
(Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr στις 26.3.2013) 

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Υπάρχει εναλλακτική στην «τσιγκούνα θεία»;


           Κακώς, κάκιστα ίσως, δεν εξαιρέθηκαν εξ αρχής από το «κούρεμα» οι μικροκαταθέτες των κυπριακών τραπεζών. Και δεν χρειάζεται να μας το πει ο «πολύς» Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, ο οποίος πριν από ένα χρόνο επέμενε άτεγκτα να περιληφθούν στο απείρως πιο καταστροφικό ελληνικό PSI οι Έλληνες μικροομολογιούχοι που και αυτοί αποταμιευτές ήταν, δεν ήταν ούτε επενδυτές, ούτε κερδοσκόποι.
          Έχω, ωστόσο, εδραία την πεποίθηση ότι η πολύ πιθανή απαλλαγή των Κυπρίων μικροκαταθετών ουδόλως αλλάζει τα δυσμενή δεδομένα του ασύμμετρου οικονομικού πολέμου που διαδραματίζεται στην Κύπρο. Ακόμη δε χειρότερα, η επικέντρωση της όλης συζήτησης στους μικροκαταθέτες, μόνον ως υπεκφυγή και αποπροσανατολισμός λειτουργεί και δεν μετριάζει τη ζημιά που σίγουρα προκαλείται από το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη μεταπολεμική Ευρώπη «μπαίνει χέρι» στους τραπεζικούς λογαριασμούς.
          Εξάλλου, είτε εξαιρεθούν ολοσχερώς οι μικροκαταθέτες από το «κούρεμα», είτε μειωθεί το ποσοστό της δικής τους συμμετοχής, ο βαρύς λογαριασμός που καλείται να πληρώσει η μικρή Κύπρος για να περισώσει ό,τι περισώζεται από το υπερτροφικό τραπεζικό της σύστημα, το οποίο από μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημά της μετατράπηκε σε ασήκωτο βαρίδι που απειλεί να την βουλιάξει οικονομικά, δεν φαίνεται να αλλάζει ουσιαστικά.
          Δυστυχώς, η «τσιγκούνα θεία», όπως μάλλον εύστοχα, αποκάλεσε την Γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ, ο αρχηγός του αντιπάλου γερμανικού κόμματος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, δεν πρόκειται να γίνει ξαφνικά γενναιόδωρη και να απαρνηθεί την τευτονική πειθαρχία την οποία βάλθηκε να να επιβάλει από άκρου εις άκρον της Ευρώπης.
         Αν δει, όμως, κανείς χωρίς συναισθηματισμούς το πρόβλημα της Κύπρου, με λύπη διαπιστώνει ότι το ακόμη μεγαλύτερο δυστύχημα στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι στην πολιτική της Μέρκελ δεν προβάλλεται καμία σοβαρή εναλλακτική πρόταση που να συνιστά ουσιαστική λύση στο αδιέξοδο ενώπιον του οποίου βρίσκεται η αδύναμη κυπριακή ηγεσία.
         Δεν είναι μόνον ότι καμία από τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης –ακόμη και από αυτές που κινδυνεύουν λίαν συντόμως να βρεθούν στη θέση της Λευκωσίας- δεν εξέφρασε αντιρρήσεις στις αποφάσεις που επέβαλε ο Β. Σόιμπλε τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου στο Eurogroup.
         Είναι, κυρίως, ότι τόσο πριν όσο μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup δεν βρέθηκε κανείς –στην Ευρώπη αλλά και σε όλο τον κόσμο- πρόθυμος να βάλει το χέρι στη δική του τσέπη και να προσφέρει στην Κύπρο τα χρήματα που χρειάζεται ή έστω να υποδείξει μια άλλη πηγή από την οποία θα μπορούσαν να αντληθούν τα απαιτούμενα κεφάλαια.
         Βλέπετε, ακόμη και οι «ομόδοξοι» Ρώσοι του Β. Πούτιν, κατέστησαν σαφές ότι ενδιαφέρονται πρωτίστως να μη θιγούν οι συμπατριώτες τους που πήγαν τα «μαύρα» τους στο νησί, ενώ φαίνεται να είναι διστακτικοί ακόμη και για να ανανεώσουν το «δανειάκι» των περίπου τριών δισ. ευρώ που –προφανώς με το αζημίωτο- χορήγησαν παλαιότερα στην κυπριακή κυβέρνηση.      
         Κακά τα ψέματα, το ποσό των συνολικά 17 δισεκατομμυρίων ευρώ που απαιτείται για το πρόγραμμα «διάσωσης» (;) της κυπριακής οικονομίας δεν πρόκειται να μειωθεί και τα 5,6 δισ. ευρώ που είναι αναγκαία για να μπορέσουν να σταθούν όρθιες οι κυπριακές τράπεζες δεν θα «πέσουν από τον ουρανό».
         Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυπριακή ηγεσία δεν έχει παρά να σταθμίσει με ψυχραιμία την κατάσταση, να εξαντλήσει τη δημιουργική της φαντασία και να αναζητήσει τη βέλτιστη λύση για τους πολίτες της. Χωρίς, όμως, περαιτέρω χρονοτριβές και ατέρμονες υπεκφυγές.
          Όπως, άλλωστε, αποδείχθηκε, η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων που παρατηρήθηκε τους τελευταίους μήνες με τις αμφιθυμίες της κυβέρνησης του Δημήτρη Χριστόφια, δεν μετρίασε τη ζημιά, μάλλον την επαύξησε. Το ίδιο προφανώς ισχύει και τώρα όσο η κυβέρνηση του Νίκου Αναστασιάδη ακολουθεί την πεπατημένη και νομίζει ότι κερδίζει κάτι αναβάλλοντας την λήψη αποφάσεων και κρατώντας κλειστές τις τράπεζες.

                    (Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr στις 19.3.2013)

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Τι(ς) πταίει για τη νέα «κυπριακή προδοσία»

            Ταξιδεύοντας για πρώτη φορά στην Κύπρο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχα στο μυαλό μου το στερεότυπο για τη «μαρτυρική Μεγαλόνησο» που προσπαθούσε να γιατρέψει τις πληγές της εισβολής και της κατοχής που απείχαν λιγότερο από δύο δεκαετίες.
            Στην πρώτη, ωστόσο, ξενάγηση που μου έγινε στη Λευκωσία, άρχισα να αλλάζω οπτική, ιδίως αφότου άκουσα με έκπληξη την φίλη που μας συνόδευε και είχε μόλις αφήσει μια καλή δουλειά στο κυπριακό δημόσιο για να ξεκινήσει τη δική της επαγγελματική δραστηριότητα, να αναφωνεί: «Να και άλλη τράπεζα άνοιξε εδώ. Να θυμηθώ τη Δευτέρα να έρθω να ζητήσω ένα δάνειο».
            Λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, η Κύπρος στον οικονομικό τομέα ξεπέρασε πολύ γρήγορα το σοκ του πολέμου του 1974 και επωφελούμενη από τις εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή έγινε πόλος έλξης κεφαλαίων που δημιούργησαν συν τω χρόνω έναν υπερτροφικό τραπεζικό τομέα, ο οποίος έδινε αφειδώς δάνεια.
            Το φθηνό χρήμα, στο οποίο είχαν εύκολη πρόσβαση οι κυπριακές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, οδήγησε μια πρωτοφανή οικονομική άνθηση στις ελεύθερες περιοχές του νησιού που γνώρισαν συνθήκες ευημερίας, τέτοιες που κατά πολλούς απετέλεσαν ίσως τον βασικότερο λόγο για τον οποίο ένα μεγάλο μέρος της τοπικής ελίτ δεν έδειχνε και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επίλυση του Κυπριακού. 
            Η επίπλαστη ευημερία, όμως, των Κυπρίων, που στηρίχθηκε στην προσέλκυση κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα, το οποίο λειτούργησε ως καταφύγιο –«μαύρου» κατά το μέγιστο μέρος του- χρήματος, αρχικά από τη Μέση Ανατολή και εν συνεχεία από τους ολιγάρχες που αναδείχθησαν από τα ερείπια της κατάρρευσης του Ανατολικού συνασπισμού, απεδείχθη ότι δεν ήταν –και πως θα μπορούσε, άλλωστε;- αιώνια.
            Οι αλληλοδιάδοχες κυβερνήσεις του νησιού όλων των αποχρώσεων –δεξιές, αριστερές και κεντρώες- μοίρασαν και μοιράστηκαν κάθε είδους προνόμια, με τη νοοτροπία του νεόπλουτου, που δεν κόπιασε και πολύ για να αποκτήσει αυτά που έχει. Κάπως έτσι ήρθε τώρα η ώρα να πληρώσουν οι Κύπριοι πολίτες τον βαρύ λογαριασμό για άφρονες πράξεις και παραλείψεις που βαρύνουν το πολιτικό σύστημα της χώρας, το οποίο στο σύνολό του και σχεδόν χωρίς εξαίρεση μετείχε –λιγότερο ή περισσότερο- στη νομή της εγχώριας εξουσίας.
            Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από ορισμένους ότι η Κύπρος πληρώνει το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων που είχαν στα χαρτοφυλάκια τους οι κυπριακές τράπεζες, μπορεί να έχουν κάποια βάση αληθείας, δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν το μεγάλο οικονομικό πρόβλημα με το οποίο είναι αντιμέτωπη η χώρα και το οποίο έγινε ακόμη μεγαλύτερο επειδή τα δύο τελευταία –προεκλογικά- χρόνια δεν λήφθηκαν οι απαιτούμενες γενναίες αποφάσεις.  
            Βάση αληθείας, επίσης, μπορεί να έχουν και οι ισχυρισμοί ότι η Κύπρος έγινε «κάρφος εν οφθαλμώ» για άλλες χώρες που δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι τη μετατροπή της σε ένα από τα ισχυρά ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά κέντρα. Ούτε αυτό, όμως, το επιχείρημα είναι αρκετό για να καλύψει τα ανομήματα της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας που δεν φρόντισε τον καιρό του εύκολου χρήματος και της αλματώδους ανάπτυξης να θωρακίσει την οικονομία, αποτρέποντας ελλείμματα και χρέη.  
            Το ίδιο, εξάλλου, ισχύει και για το επιχείρημα ότι ενδεχομένως με την οικονομική ασφυξία που συνιστούν τα σκληρά μέτρα «διάσωσης» που έλαβαν οι ευρωπαίοι εταίροι, οι τελευταίοι (ή κάποιοι που είναι πίσω τους) ευελπιστούν να «βάλουν χέρι» στα μελλοντικά ενεργειακά αποθέματα της χώρας. Είναι πολύ πιθανό να είναι έτσι, αλλά οι πολιτικοί ταγοί τι έκαναν για να το αποτρέψουν;
            Εν ολίγοις, η νέα αυτή «κυπριακή προδοσία», για την οποία πολλοί ήδη ομιλούν, δεν είναι παρά αποτέλεσμα αποφάσεων που ελήφθησαν –ή δεν ελήφθησαν- από την ιθύνουσα τάξη της Κύπρου που άφησε τη χώρα ανοχύρωτη απέναντι στις βουλήσεις του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο, ως γνωστόν, δεν έχει ούτε πατρίδα, ούτε ηθική.
Γι΄ αυτό και τώρα είναι η ώρα όσοι απαρτίζουν την κυπριακή ηγεσία να αναλάβουν όλοι μαζί τις ευθύνες τους, να πουν την αλήθεια στον κυπριακό λαό και να πάρουν τις καλύτερες αποφάσεις που θα βγάλουν τη χώρα τους από τη δεινή θέση στην οποία οι ίδιοι την οδήγησαν.
(Δημοσιεύθηκε στο www.protothema.gr στις 16.3.2013)

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Το φλουρί της ΔΕΚΟ και το «εθνικό γόητρο»

            Σε μια επιδοτούμενη από το ελληνικό δημόσιο ΔΕΚΟ χθες (Τρίτη, 12 Μαρτίου) έκοψαν την… πρωτοχρονιάτικη πίτα. Οι εκεί, όμως, πραγματικοί εργαζόμενοι, αντί να το γιορτάσουν, έπεσαν σε… μαύρη κατάθλιψη.
Το φλουρί, που αντιστοιχούσε σε μια σύγχρονη ηλεκτρονική συσκευή, έπεσε σε ένα… άγνωστο τους πρόσωπο, που, όταν ζήτησαν να πληροφορηθούν ποιο είναι, διαπιστώθηκε ότι η φυσική παρουσία του στην υπηρεσία, από την οποία αμείβεται αδιαλείπτως, περιορίζεται σε τέσσερις με πέντε επισκέψεις που πραγματοποίησε στο χώρο ολόκληρη την τελευταία τριετία...  
            Το περιστατικό είναι απολύτως πραγματικό και έχω στη διάθεσή μου όλα τα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν. Αποφεύγω, όμως, σκοπίμως να κατονομάσω την ΔΕΚΟ στην οποία συνέβη. Όχι μόνον επειδή ενδεχομένως θα θεωρηθεί από ορισμένους ως περιπτωσιολογία. Αλλά κυρίως διότι φοβάμαι πως αν το πληροφορηθεί η τρόικα –που εκπροσωπεί τους δανειστές που δίνουν χρήματα για να πληρώνεται κάθε μήνα το συγκεκριμένο πρόσωπο και αρκετοί άλλοι σαν και αυτό- ίσως… συμβάλω στην περαιτέρω παράταση της φαρσοκωμωδίας που ζούμε τις τελευταίες μέρες από μια ενδεχόμενη απαίτηση να καταργηθεί πάραυτα η περί ής ο λόγος ΔΕΚΟ.
            Αναφέρομαι στις παρατεινόμενες διαπραγματεύσεις με την τρόικα, που δεν ξέρω αν το έχουν συνειδητοποιήσει στην κυβέρνηση, αλλά έχω την αίσθηση ότι, στα μάτια της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών, τείνουν να εξελιχθούν σε μια πελώρια φαρσοκωμωδία.
            Για δεύτερη συνεχή εβδομάδα, οι δύο πλευρές, αντί να διαβουλεύονται για τα μεγάλα ζητήματα που αφορούν τη χώρα μας, όπως είναι η άνευ προηγουμένου ύφεση που ως άλλος Μινώταυρος καταπίνει καθημερινά θέσεις εργασίας και οδηγεί στο κοινωνικό περιθώριο δημιουργικές δυνάμεις, καταπιάνονται με θέματα που θα έπρεπε να είχαν επιλυθεί προ πολλού.
Είναι δυνατόν επί τόσες ημέρες να μην μπορεί να βρεθεί άκρη με την από ετών εξαγγελθείσα αναμόρφωση του ελληνικού δημοσίου και την απομάκρυνση των –όποιων και όσων- «επίορκων», αργόσχολων και αργόμισθων, επειδή δεν συνεδριάζουν ή δεν έχουν συγκροτητηθεί ποτέ (όπως -καλή ώρα- στη ΔΕΚΟ της ιστορίας μας που μοίρασε χθες πρωτοχρονιάτικα φλουριά) πειθαρχικά συμβούλια;
Χρειάζονται, άραγε, όλα αυτά τα «σούρτα φέρτα» των τροϊκανών στα υπουργικά γραφεία και στο πρωθυπουργικό για να καταρτιστεί ένα στοιχειώδες σχέδιο για την είσπραξη του -προκαθορισμένου με τον ψηφισμένο προϋπολογισμό- ποσού από τη φορολόγηση των ακινήτων, ώστε να μην επιμένει η άλλη πλευρά στην παράταση του -άδικου για τους πολλούς- «χαρατσιού» μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ;
            Διαβάζω και ακούω διάφορους «καραμπουζουκλήδες» συμπολίτες μας, από τις τάξεις των δημοσιολογούντων και των πολιτικάντηδων, που στην πλειονότητά τους «σιτίζονται από το Πρυτανείο», να καλούν την κυβέρνηση να επιδείξει… υψηλό εθνικό φρόνημα και «να διώξει τώρα την τρόικα», επειδή, λένε, «προσβάλει το γόητρο της χώρας».
            Συμφωνώ κι εγώ μαζί τους. Η παραμονή της τρόικας είναι άκρως προσβλητική για μια οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Και αν όντως η κυβέρνηση θεωρεί ότι εκπροσωπεί μια τέτοια χώρα, σήμερα κιόλας θα πρέπει να ζητήσει από τους εκπροσώπους των εταίρων και πιστωτών μας να αποχωρήσουν από την Ελλάδα.
Και μετά; Μετά, εφόσον τα βρούμε μεταξύ μας για το τι πραγματικά θέλουμε, πόσα φλουριά και σε ποιους επιθυμούμε να μοιράζουν οι ελλειμματικές ΔΕΚΟ, ας τους καλέσουμε πίσω. Για να κάνουμε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και να απαιτήσουμε τη συνδρομή τους για την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, τη ρευστότητα, τη λειτουργία της αγοράς, τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Μόνον έτσι, νομίζω ότι μπορεί να προασπιστούμε το αναμφίβολα καταρρακωμένο εθνικό μας γόητρο.
(Δημοσιεύτηκε στο www.protothema.gr stiw